Supreme Court dismisses appeal as withdrawn regarding one insurer and rejects other grounds for lack of interest.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court declared the appellant's appeal inadmissible in part because the lawyer withdrew the request against one insurance company, rendering that portion of the appeal non-filed. The court rejected the remaining grounds, finding the appellant lacked legal interest to challenge a judgment regarding a third party and that the underlying claim had already become final due to the expiration of the appeal period. Consequently, the appeal was dismissed, and the appellant was ordered to pay the costs of the third insurance company.
Legislator headnote
AI generatedArticles 295, 297, 299 of the Code of Civil Procedure; Article 552, 553, 518 of the Code of Civil Procedure: Withdrawal of an appeal renders it non-filed; lack of legal interest or finality of a related claim bars the appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 550 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 550/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου και Χαράλαμπο Καλαματιανό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν. Φ. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωτήριο Σδούκο και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Σ. Μ. του Ι., κατοίκου ..., 2. Της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ Α.Ε." που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα,αμφότεροι οι ανωτέρω δεν παραστάθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο και 3. Της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "PERSONAL A.E." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νίκο Οικονόμου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος, αφού έλαβε τον λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε στο Δικαστήριο ότι παραιτείται από το δικόγραφο της από 11-1-2013 αίτησης αναίρεσης, ως προς την Β' αναιρεσίβλητη: Ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ Α.Ε." που εδρεύει στην …, και συνεχίζει τη δίκη ως προς τους λοιπούς αναιρεσίβλητους.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από την από 13-12-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ιωαννίνων και εκδόθηκε η 663/2008 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου. Κατόπιν με την από 15-7-2008 αγωγή της 1ης ήδη αναιρεσιβλήτου, και την από 26-5-2009 παρεμπίπτουσα αγωγή της 3ης ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Αφού συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκαν οι αποφάσεις:262/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 262/2012 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11-1-2013 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χαράλαμπος Καλαματιανός ανέγνωσε την από 4-10-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τα άρθρα 297 και 299 ΚΠολΔ η παραίτηση από ασκηθέν ένδικο μέσο γίνεται με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφα που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου. Εξάλλου, από τα άρθρα 295 παρ. 1 και 299 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η παραίτηση από το δικόγραφο της αναίρεσης έχει ως αποτέλεσμα ότι η αναίρεση θεωρείται πως δεν ασκήθηκε. Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του παραιτήθηκε από το δικόγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης, ως προς την δεύτερη αναιρεσίβλητη ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ Α.Ε.. Επομένως η αίτηση αυτή, καθόσον αφορά στην εν λόγω αναιρεσίβλητη θεωρείται ως μη ασκηθείσα.
Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ'αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 226§4 εδάφ. β και γ του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη σύμφωνα με το άρθρο 575 εδαφ. β' ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε.
Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή, δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και συνεπώς δεν χρειάζεται νέα κλήτευση τους.
Προϋπόθεση της εγκυρότητας της κλήτευσης, συνεπεία της αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής της στο πινάκιο, είναι ότι ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος, είτε είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση, είτε είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί στη δικάσιμο κατά την οποία, αναβλήθηκε η συζήτηση (Α.Π. 240/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη υπ'αριθμ. .../18-11-2013 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Ιωαννίνων … προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 18-10-2013, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε εκ του πινακίου για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (24-1-2014) επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, με επιμέλεια του έχοντος προς τούτο πληρεξουσιότητα ανωτέρω δικηγόρου του αναιρεσείοντος στην πρώτη των αναιρεσιβλήτων Σ.
Μ.. Επομένως, εφ'όσον αυτή δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ.
Επειδή από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 556 και 558 ΚΠολΔ προκύπτει ότι για την άσκηση αναίρεσης απαιτείται έννομο συμφέρον, το οποίον υφίσταται όταν ο αναιρεσείων ηττήθηκε ολικώς η μερικώς με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, πρέπει δε να απευθύνεται κατ' εκείνων των αντιδίκων του που νίκησαν στη δίκη (Ολ.Α.Π. 11/1992).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την κατ'άρθρο 561 παρ.2 του ιδίου Κώδικα επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι η πρώτη των αναιρεσιβλήτων άσκησε την από 15-7-2008 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, με την οποία εξέθεσε ότι κατά το περιγραφόμενο αυτοκινητικό ατύχημα που συνέβη από υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου-ήδη αναιρεσείοντος οδηγού και ασφαλισμένου στη δεύτερη των εναγομένων-τρίτης των αναιρεσιβλήτων ασφαλιστική εταιρεία, υπέστη ολοσχερή καταστροφή το αυτοκίνητο αυτής (ενάγουσας) και τραυματίσθηκε η ίδια.
Ζήτησε δε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι ευθυνόμενοι εις ολόκληρο να της καταβάλουν με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, το συνολικό ποσό των 17.730 για θετικές ζημίες και 60.000 ευρώ για την ηθική βλάβη που κατά τα ειδικότερα στην αγωγή αναφερόμενα. Εξάλλου με την από 13-12-2007 αγωγή του ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων ο αναιρεσείων (Ν.
Φ.) εξέθεσε ότι κατά την στο αγωγικό δικόγραφο περιγραφόμενη σύγκρουση που προκλήθηκε από αποκλειστική υπαιτιότητα της πρώτης των εναγομένων- πρώτης των αναιρεσιβλήτων οδηγού του με αριθ.... Ι.Χ.Ε αυτοκινήτου ιδιοκτησίας της εναγομένης και ασφαλισμένου στην εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "Ευρωπαϊκή Πίστη", (δεύτερη των αναιρεσιβλήτων) προκλήθηκε το περιγραφόμενο αυτοκινητικό ατύχημα κατά το οποίο τραυματίστηκε ο ίδιος και προκλήθηκαν σοβαρές υλικές ζημίες στο αυτοκίνητο του, κατά τα ειδικότερα στην αγωγή εκτιθέμενα και ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν εις ολόκληρο έκαστος το συνολικό ποσό των 2.500 ευρώ για αποζημίωση του λόγω της ολοσχερούς καταστροφής του αυτοκινήτου του καθώς και το ποσό των 5.000 ευρώ ως χρηματική του ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ήτοι να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν συνολικά το ποσό των 7.500 ευρώ με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επίδοση της αγωγής.
Το Ειρηνοδικείο Ιωαννίνων με την 663/2008 απόφαση του παρέπεμψε την από 13-12-2007 αγωγή για να δικασθεί ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων λόγω συνάφειας. Τέλος με την ανακοίνωση δίκης -προσεπίκληση -παρεμπίπτουσα αγωγή η ενάγουσα Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία με την επωνυμία "Personal Α.Ε." εξέθεσε ότι ο παρεμπιπτόντως εναγόμενος Ν.
Φ. οδηγούσε το αυτοκίνητό του υπό την επήρεια οινοπνεύματος ενώ με σχετικό όρο μεταξύ αυτού και της παρεμπιπτόντως ενάγουσας Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "Personal Α.Ε." συναφθείσας σύμβασης ασφαλίσεως, είχε αποκλεισθεί η ευθύνη της τελευταίας για τις ζημίες που θα προκαλούσε ο οδηγός του ασφαλισμένου αυτοκινήτου σε τρίτους.
Κατόπιν αυτών ζήτησε σε περίπτωση ήττας του πρώτου εναγόμενου να υποχρεωθεί αυτός να της καταβάλλει κάθε χρηματικό ποσό που θα υποχρεωθεί αυτή να καταβάλει στην ενάγουσα Σ. Μ. για κεφάλαιο μέχρι του ποσού των 77.729,88 ευρώ, τόκους και δικαστικά έξοδα με το νόμιμο τόκο από την επομένη της κοινοποίησης της από 15-7-2008, άλλως από την επίδοση σ' αυτόν της παρεμπίπτουσας αγωγής και μέχρι την εξόφληση.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο αφού συνεκδίκασε τις παραπάνω αγωγές και την ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση - παρεμπίπτουσα αγωγή, δέχθηκε αυτές εν μέρει. Συγκεκριμένα και όσον αφορά την από 15-7-2008 αγωγή, υποχρέωσε τους εναγόμενους να καταβάλουν στην ενάγουσα εις ολόκληρο έκαστος το ποσό των 5.540,42 ευρώ, ενώ όσον αφορά την από 13-12-2007 αγωγή υποχρέωσε τις εναγόμενες αυτής να καταβάλουν στον ενάγοντα το ποσό των 2.200 ευρώ, και υποχρέωσε τον παρεμπιπτόντως εναγόμενο (Φ.
Ν.) να καταβάλει στην παρεμπιπτόντως ενάγουσα κάθε ποσό που η τελευταία θα καταβάλει στην κυρίως ενάγουσα της από 15-7-2008 κύριας αγωγής με το νόμιμο τόκο από την καταβολή του και μέχρι την πλήρη εξόφληση. Την απόφαση αυτή του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου έπληξαν η ενάγουσα με έφεση στρεφόμενη κατά του αναιρεσείοντος Ν.Φ.
και της PERSONAL A.E. και οι εφεσίβλητοι με τις χωριστές αντεφέσεις τους, για τους λόγους που εκτίθενται σ'αυτές, οι οποίοι συνοψίζονται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων. Ζήτησαν δε η μεν εκκαλούσα να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη κατά το μέρος της που απέρριψε εν μέρει την αγωγή της, ώστε αυτή να γίνει δεκτή στο σύνολο της, οι δε αντεκκαλούντες με τις αντεφέσεις τους να γίνουν δεκτές οι αντεφέσεις και να απορριφθεί η από 15-7-2008 αγωγή της.
Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, έκανε δεκτή εν μέρει, ως ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή της πρώτης των αναιρεσιβλήτων και υποχρέωσε τους εναγομένους (αναιρεσείοντα και τρίτη των αναιρεσιβλήτων) να καταβαλουν στην ως άνω ενάγουσα το ποσό των 37.701,80 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής.
Επομένως η κρινομένη αίτηση του ως άνω εναγομένου απαραδέκτως απευθύνεται και κατά της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία PERSONAL Α.Ε., η οποία δεν υπήρξε αντίδικος του (και δη νικήσασα) στην ενώπιον του Εφετείου δίκη μεταξύ της πρώτης αναιρεσίβλητης, ως εκκαλούσας, και αναιρεσείοντος και τρίτης αναιρεσίβλητης, ως εφεσίβλητων, δοθέντος ότι με την πρωτόδικη απόφαση έγινε δεκτή η παρεμπίπτουσα αγωγή της PERSONAL Α.Ε.
κατά του αναιρεσείοντος και δεν ασκήθηκε κατ' αυτής (πρωτόδικης) έφεση ή αντέφεση από τους ως άνω διαδίκους, ως προς τη διάταξη αυτή, ως προς την οποία η απόφαση του Πρωτοδικείου κατέστη τελεσίδικη, υποκείμενη αυτή σε αναίρεση. Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί αυτεπαγγέλτως ως προς αυτή η αίτηση αναίρεσης για έλλειψη εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντος.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 297,298,330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία είτε από την καλή πίστη και την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε κυριαρχικώς ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου , γιατί είναι κρίση νομική αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας η παράβαση των οποίων ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ.
Αντίθετα η κρίση ότι η πράξη ή η παράλειψη υπήρξε ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος αφορά πράγματα και δεν ελέγχεται ακυρωτικώς. Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας και επομένως και σε αυτή από αδικοπραξία των άρθρων 914 επ. ΑΚ προκύπτει ότι όταν στη γένεση ή στην επέλευση της ζημίας συντέλεσε και πταίσμα του ζημιωθέντος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 330 ΑΚ, το δικαστήριο της ουσίας μπορεί κατά την ελεύθερη κρίση του, αφού σταθμίσει τις περιστάσεις και ιδιαίτερα το βαθμό του πταίσματος του ζημιωθέντος και του ζημιώσαντος, να μη επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό αυτής.
Σε κάθε περίπτωση η παράβαση των διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας κρίνεται σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξεως και του επελθόντος αποτελέσματος.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του ζημιωθέντος είναι κρίση σχετική με νομική έννοια και υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο κατά τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. Περαιτέρω, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 Κ. Πολ. Δ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικό στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που δεν εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που εφαρμόσθηκε.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση , στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (Ολ.
ΑΠ 24/1992, ΑΠ 1852/2007).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ανέλεγκτα, τις συνθήκες του ατυχήματος, από το οποίο προκλήθηκε ο τραυματισμός της ενάγουσας-πρώτης των αναιρεσιβλήτων τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 27-10-2007 και ώρα 02.48 π.μ. η ενάγουσα οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας ...
ΙΧΕ αυτοκίνητο της μάρκας RENAULT τύπου MODS της ιδιοκτησίας της με σκοπό να εξέλθει από το πάρκινγκ του Συνεδριακού Κέντρου "DULAC" της πόλης των Ιωαννίνων προκειμένου να κατευθυνθεί μέσω της οδού Ακτής Μιαούλη στην έξοδο της πόλης. Όταν η τελευταία έφθασε στην έξοδο του παραπάνω χώρου στάθμευσης, στο σημείο που συναντά την Ακτή Μιαούλη ακινητοποίησε το αυτοκίνητο της για να ελέγξει αν υπήρχε κίνηση οχημάτων ή πεζών στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, όπου είχε πρόθεση να εισέλθει αφού διέσχιζε απόσταση 70 περίπου μέτρων για να πραγματοποιήσει αναστροφή προς τα αριστερά κάθετα στο σημείο που η Ακτή Μιαούλη τέμνεται από την οδό Ικκου.
Η οδός Ακτή Μιαούλη είναι διπλής κατεύθυνσης με ανώτατο όριο ταχύτητας τα 50 χιλιόμετρα και διαχωρίζεται με διαχωριστική νησίδα η οποία διακόπτεται στο ύψος που η οδός αυτή τέμνεται κάθετα από την οδό Ικκου, όπου επιτρέπεται η στροφή οχημάτων προ τα αριστερά. Όταν η ενάγουσα διαπίστωσε ότι το τμήμα του οδοστρώματος της οδού Μιαούλη στο οποίο είχε πρόθεση να κινηθεί ήταν ελεύθερο από οχήματα και πεζούς, εισήλθε σ' αυτό και αφού κατέλαβε το αριστερό τμήμα του ρεύματος κυκλοφορίας της κινήθηκε επ'αυτής, αφού προηγουμένως είχε γνωστοποιήσει έγκαιρα με τη χρήση των αριστερών δεικτών του αυτοκινήτου του την πρόθεση της να πραγματοποιήσει αναστροφή προς τα αριστερά, στο σημείο που η Ακτή Μιαούλη τέμνεται κάθετα από την προέκταση της οδού Γ.Ικκου.
Μόλις το αυτοκίνητο της ενάγουσας έλαβε την κατάλληλη θέση για να πραγματοποιήσει την αναστροφή και ήταν έτοιμο να εισέλθει ολόκληρο στο ρεύμα κυκλοφορίας της οδού Ακτή Μιαούλη που προορίζεται για τα αυτοκίνητα που κινούνται προς την πόλη των Ιωαννίνων, ο πρώτος εφεσίβλητος, οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφ. ...
ΙΧΕ αυτοκίνητο της αποκλειστικής κυριότητας νομής και κατοχής του που ήταν ασφαλισμένο στη δεύτερη των εφεσίβλητων Ασφαλιστική Εταιρεία "Personal Α.Ε.", κινούμενος με ταχύτητα εξήντα τριών (63) χιλιομέτρων ανά ώρα στο αριστερό τμήμα του οδοστρώματος εκείνου του ρεύματος κυκλοφορίας της οδού Ακτή Μιαούλη που προορίζεται για τα αυτοκίνητα που κινούνται προς την έξοδο της πόλης και την οδό …, επέπεσε με σφοδρότητα με το εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του αυτοκινήτου του στην πίσω αριστερή πλευρά του αυτοκινήτου της ενάγουσας και συγκεκριμένα στην αριστερή του πόρτα στο ύψος του αριστερού τροχού.
Από την παραπάνω σύγκρουση η ενάγουσα τραυματίστηκε σοβαρά, όπως παρακάτω αναφέρεται το δε αυτοκίνητο της ενόψει της θέσης την οποία είχε επί του οδοστρώματος περιστράφηκε γύρω από τον άξονα του και στην συνέχεια επέπεσε στην πίσω πλευρά της κολόνας που υπάρχει επί της διαχωριστικής νησίδας που ξεκινά από το σημείο που τελειώνει η ως άνω διασταύρωση, όπου και ακινητοποιήθηκε έχοντας τη μούρη του στραμμένη λοξά αριστερά προς την οδό Γ.
Ικκου έχοντας καταστραφεί ολοσχερώς. Συγκεκριμένα το υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο του Ν. Φ. επέπεσε με την εμπρόσθια δεξιά πλευρά του στην αριστερή πίσω πλευρά του υπ' αριθ. κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου της Σ. Μ., προκαλώντας παραμόρφωση του κάτω μέρους της αριστερής πίσω πόρτας, εκτεταμένες ζημιές στο αριστερό πίσω φτερό του και στον ουρανό του και ζημία στο αριστερό μέρος του προφυλακτήρα του (βλ.
την από 27-10-2007 έκθεση αυτοψίας του Ανθ/μου Α. Π. του Τμήματος Τροχαίας Ιωαννίνων) σε συνδυασμό με τις προσκομιζόμενες από τους διαδίκους φωτογραφίες που απεικονίζουν τις συγκρουσθείσες επιφάνειες των οχημάτων τους. Η αρχική θέση, η στη συνέχεια κίνηση και πορεία του αυτοκινήτου, η τελική θέση του μετά την σύγκρουση και η κίνηση του ζημιογόνου με αριθ. ...
αυτοκινήτου εμφαίνονται στο επισυναπτόμενο από 27-10-2007 πρόχειρο σχεδιάγραμμα που συνέταξε ο Ανθ/μος Α. Π.. Την συγκεκριμένη ημέρα και ώρα η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν αραιή, ο τεχνικός φωτισμός επαρκής, η ορατότητα δεν περιορίζονταν και το οδόστρωμα ήταν υγρό, αφού ψιχάλιζε το δε επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας στο σημείο ανέρχεται σε 50 χλμ/ώρα, δεδομένου ότι πρόκειται για κατοικημένη περιοχή.
Το σημείο σύγκρουσης βρίσκεται επί της οδού Ακτής Μιαούλη με κατεύθυνση προς την οδό Βογιάννου, στο αριστερό τμήμα αυτής, παραπλεύρως της διακοπής της διαχωριστικής νησίδας 3,5 περίπου μέτρα μετά την είσοδο στον κόμβο, σε σχέση με την πορεία του Ν. Φ., προσδιορίζεται δε το σημείο σύγκρουσης στην έκθεση αυτοψίας και το σχεδιάγραμμα που συνέταξε ο Ανθ/μος Α.
Π.. Τα παραπάνω δε έγγραφα συντάχθηκαν με βάση τα ευρήματα της τροχαίας, ήτοι των τεμαχίων υάλων και πλαστικών τα οποία βρέθηκαν στο σημείο αυτό και ταυτίζονταν με τα σημεία σύγκρουσης των δύο οχημάτων και τις τελικές θέσεις που έλαβαν αυτά αμέσως μετά τη σύγκρουση. Πιο συγκεκριμένα το αυτοκίνητο της ενάγουσας ακινητοποιήθηκε σε πλάγια θέση με κλίση προς τα δεξιά, ήτοι προς το άνοιγμα της διαχωριστικής νησίδας, με μέτωπο στην οδό Ακτή Μιαούλη, στο ρεύμα πορείας αυτής με κατεύθυνση προς την οδό Βογιάννου, καταλαμβάνοντας με το μισό και πλέον εμπρόσθιο μέρος του, τμήμα αυτού του ρεύματος και σε απόσταση περί τα 7-8 μέτρα από το σημείο σύγκρουσης.
Το δε υπ' αριθ. κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο του Ν. Φ., αφού άφησε στο οδόστρωμα ίχνη τροχοπέδησης μήκους 26,40 μέτρων, πριν από το σημείο σύγκρουσης και παραπλεύρως της διαχωριστικής νησίδας ακινητοποιήθηκε σε πλάγια θέση με κλίση προς τα δεξιά, καταλαμβάνοντας με το εμπρόσθιο τμήμα του αυτοκινήτου του όλο το πλάτος της διακοπής της διαχωριστικής νησίδας, έχοντας μέτωπο προς το ρεύμα πορείας προς την είσοδο της πόλης της οδού Ακτής Μιαούλη και με το πίσω δεξιό τμήμα του να βρίσκεται πλησίον του σημείου σύγκρουσης, ήτοι τα δύο ως άνω αυτοκίνητα ακινητοποιήθηκαν παράλληλα το ένα με το άλλο.
Περαιτέρω δεν αποδείχθηκε η ουσιαστική βασιμότητα του ισχυρισμού του εναγόμενου ότι η ενάγουσα - εκκαλούσα κινούνταν επί της οδού Γ. Ικκου στο σημείο που τέμνει κάθετα την οδό Ακτή Μιαούλη με κατεύθυνση προς την Ακτή Μιαούλη και ότι παραβίασε την υπάρχουσα στο σημείο εκείνο πινακίδα ΣΤΟΠ εισερχόμενη αιφνιδιαστικά στο ρεύμα κυκλοφορίας που αυτός κινούνταν, με αποτέλεσμα να φράξει κάθετα το δρόμο.
Ενόψει των παραπάνω αναφερομένων, αποκλειστικά υπαίτιος του τροχαίου ατυχήματος που είχε ως αποτέλεσμα τον σοβαρό τραυματισμό της ενάγουσας και την καταστροφή του αυτοκινήτου της είναι ο πρώτος των εφεσίβλητων (Ν. Φ.) που ενήργησε κατά παράβαση των άρθρων 23 παρ. 4 και 20 παρ. 2 του Κ.Ο.Κ. και πιο συγκεκριμένα ενώ αντιλήφθηκε ότι η ενάγουσα είχε καταστήσει έγκαιρα γνωστή τη πρόθεση της να ενεργήσει αναστροφή προς τα αριστερά, στο σημείο όπου η οδός Ακτή Μιαούλη τέμνεται κάθετα με την νοητή προέκταση της οδού Γ.
Ικκου, δεν μείωσε, όπως όφειλε την ταχύτητα του οχήματος του αλλά συνέχισε να κινείται με υπερβολική για τις περιστάσεις ταχύτητα. Απόδειξη της υπερβολικής ταχύτητας με την οποία κινούνταν ήταν τα ίχνη τροχοπέδησης του ζημιογόνου αυτοκινήτου μήκους 26,40 μέτρων, όπως μετρήθηκαν από το τμήμα τροχαίας Ιωαννίνων.
Επί πλέον ο εναγόμενος οδηγός, από αμέλεια και ανεπιτηδειότητα ως προς την οδήγηση, δεν κατέβαλε την προσοχή του μέσου συνετού οδηγού που όφειλε να καταβάλει κάτω από παρόμοιες συνθήκες, με αποτέλεσμα να μην προβλέψει και να μην αποφύγει το ατύχημα. Ειδικότερα αυτός ενεργώντας κατά παράβαση των άρθρων 12 παρ. 1 και 19 παρ. 1 του Ν.2696/ 1999, δεν οδηγούσε με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, ούτε είχε τον πλήρη έλεγχο του αυτοκινήτου του ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς επί πλέον δε, ενώ βρισκόταν σε κατοικημένη περιοχή όπου το όριο ταχύτητας ήταν 50 χιλιόμετρα ανά ώρα (άρθρο 20 παρ. 1 του ν.2696/1999), κινούνταν με ταχύτητα πάνω από 63 χιλιόμετρα ανά ώρα.
Επίσης βρέθηκε ότι ο τελευταίος οδηγός οδηγούσε το όχημα του υπό την επήρεια μεγάλης ποσότητας οινοπνεύματος αφού στο αίμα του οργανισμού του τελευταίου ανιχνεύτηκε με συσκευή αλκοολομέτρου να έχει στην μεν πρώτη μέτρηση 0,49 χιλιοστά του γραμμαρίου στην δε δεύτερη μέτρηση 0,43 χιλιοστά του γραμμαρίου ανά λίτρο εκπνεόμενου αέρα, όταν το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο δεν έπρεπε να υπερβαίνει τα 0,25 χιλιοστά του γραμμαρίου.
Στην ενάγουσα οδηγό Σ. Μ. ανιχνεύτηκε ποσότητα οινοπνεύματος σε ποσοστό 0,13 mg ανά λίτρο εκπνεόμενου αέρα, μετρούμενο με την ίδια ως άνω μέθοδο (βλ. την από 27-10-2007 έκθεση αυτοψίας του Ανθ/μου Α. Π. του Τμήματος Τροχαίας Ιωαννίνων και τα υπ' αριθ. 0350 και 0351 από 27-10-2007 δελτία αλκοολομέτρου, το υπ'αριθ. 0352/27-10-2007 δελτίο αλκοολομέτρου, το από 27-10-2007 δελτίο συμβάντων της αστυνομικής δ/νσης Ιωαννίνων, τμήμα τροχαίας).
Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 42 παρ. 1 εδ. β' του ισχύοντος Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), ο ελεγχόμενος οδηγός θεωρείται ότι βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος όταν το ποσοστό αυτού στον οργανισμό είναι από 0,50 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος (0,50 gr/litro και άνω μετρούμενο με τη μέθοδο της αιμοληψίας ή από 0,25 χιλιοστά του γραμμαρίου ανά λίτρο εκπνεόμενου αέρα και άνω όταν η μέτρηση γίνεται στον εκπνεόμενο αέρα με αντίστοιχη συσκευή αλκοολομέτρου.
Η παράγραφος 7 του άρθρου 42 του Κ.Ο.Κ. αντικαταστάθηκε ως άνω με το άρθρο 40 παρ. 1 3542/2007 Φ.Ε.Κ. Α 50 /2-3-2007 και ισχύει από 3-6-2007. Με βάση τα παραπάνω στην υπό κρίση περίπτωση εφαρμόζεται η παραπάνω διάταξη του νόμου, αφού το αυτοκινητικό ατύχημα συνέβη την 27-10-2007, ήτοι μετά την εφαρμογή της ως άνω διάταξης που ισχύει από 3-6-2007 οπότε θεωρείται ότι ο οδηγός βρισκόταν εν πλήρη μέθη, σύμφωνα με τις ανωτέρω μετρήσεις και ότι η κατάσταση στην οποία βρισκόταν ο πρώτος εναγόμενος λόγω και της κατανάλωσης του οινοπνεύματος είχε σαν συνέπεια τη διαταραχή των ψυχοπνευματικών του λειτουργιών και τη μείωση της ικανότητας του περί την οδήγηση.
Με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά το ένδικο ατύχημα οφείλεται όπως αναφέρθηκε παραπάνω, σε αποκλειστική αμέλεια του Ν. Φ.. Συνίσταται δε η αμέλεια του στο ότι αυτός δεν προέβλεψε το ατύχημα λόγω έλλειψης της επιμέλειας και προσοχής που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει όπως κάθε μέτριος συνετός οδηγός θα κατέβαλε αν βρισκόταν στη ίδια κατάσταση με βάση τους νομικούς κανόνες και την οποία επιμέλεια, αν επεδείκνυε, θα μπορούσε να προβλέψει το ατύχημα και να το αποφύγει." Και υπό τις παραδοχές αυτές, όπως προαναφέρθηκε, απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, και έκανε εν μέρει δεκτή, ως βάσιμη κατ' ουσίαν, την αγωγή της πρώτης των αναιρεσιβλήτων.
Με το να κρίνει έτσι το Εφετείο, δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις προαναφερθείσες διατάξεις, ενώ διέλαβε στην απόφαση του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και δεν υπέπεσε στις από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 πλημμέλειες, οι οποίες αποδίδονται με τον πρώτο λόγο αναίρεσης.
Ειδικότερα, παρέθεσε όλα εκείνα τα στοιχεία, που συγκροτούν την αμελή συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, σε συνδυασμό με τις παραβάσεις διατάξεων του ΚΟΚ, οι οποίες βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα, ενώ περιέγραψε λεπτομερώς και τις ενέργειες, στις οποίες προέβη η πρώτη αναιρεσίβλητη με άκρα επιμέλεια, οι οποίες αποκλείουν κάθε υπαιτιότητα αυτής.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλομένη οι πλημμέλειες από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης. Όμως ο ίδιος πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά την σ'αυτόν κατά το άλλο μέρος του διαλαμβανόμενη αιτίαση από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19, ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης σχετικά με το ίδιο κρίσιμο ζήτημα της ύπαρξης αποκλειστικής υπαιτιότητας του αναιρεσείοντος στην πρόκληση της ένδικης σύγκρουσης και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα του αναιρεσείοντος, ότι η προσβαλλομένη:
α) δεν αναφέρει από ποια περιστατικά προέκυψε, ότι το αυτοκίνητο της πρώτης των αναιρεσιβαλλομένων εξήλθε από το χώρο του Συνεδριακού Κέντρου DULAC και όχι από την είσοδο του ξενοδοχείου, που βρίσκεται ακριβώς απέναντι από τη διασταύρωση, όπου έλαβε χώρα το ένδικο ατύχημα, όπως αυτός ισχυρίσθηκε, β) δεν προσδιορίζει αν υπήρχε ορατότητα από τα αριστερά της ως άνω οδηγού, ώστε να εισέλθει στην οδό Ακτή Μιαούλη από το σημείο, από το οποίο υποτίθεται ότι εξήλθε, γ) δεν καθορίζει ποια ακριβώς ήταν η κατάλληλη θέση, για να πραγματοποιήσει την αναστροφή, όταν το όχημα της ήταν έτοιμο να εισέλθει ολόκληρο στο ρεύμα κυκλοφορίας της οδού Ακτή Μιαούλη, και αν αυτό ήταν εν στάσει ή βρισκόταν σε κίνηση, δ) δεν αιτιολογεί την ύπαρξη δυνατότητας του ίδιου να αποφύγει τη σύγκρουση με ελιγμό από τα δεξιά του αυτοκινήτου της πρώτης των αναιρεσιβλήτων (και γιατί αυτός δεν έκανε χρήση της ευχέρειας αυτής), ε) δεν αιτιολόγησε για ποιο λόγο υπήρξε η αναφορά στο από 27-10-2007 δελτίο συμβάντος της Τροχαίας Ιωαννίνων (από την πλευρά της 1ης των αναιρεσιβαλλομένων), ότι αυτό συντάχθηκε μετά από ενημέρωση του αρμοδίου οργάνου από τον ίδιο τον αναιρεσείοντα, ούτε έλαβε θέση επί του θέματος αυτού και στ) δεν απάντησε από ποια περιστατικά προέκυψε ότι δεν είναι βάσιμη η υπερασπιστική του γραμμή ότι η αναιρεσίβλητη οδηγός εκινείτο επί της οδού Γ.
Ικκου στο σημείο που τέμνει κάθετα την οδό Ακτή Μιαούλη με κατεύθυνση προς την Ακτή Μιαούλη και ότι παραβίασε την υπάρχουσα στο σημείο εκείνο πινακίδα stop, εισερχόμενη αιφνιδιαστικά στο ρεύμα κυκλοφορίας, στο οποίο αυτός εκινείτο, με αποτέλεσμα να του φράξει το δρόμο καθέτως, είναι απορριπτέος, πλην όμως ως απαράδεκτος, αφού κατά τα ως άνω εκτιθέμενα, το πόρισμα της προσβαλλομένης εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία, με τα δε ως άνω επιχειρήματα του αναιρεσείοντος πλήττεται αποκλειστικά η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Ο από τη διάταξη του όρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται και αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο δε κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι όροι εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δε έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (Ολ.
ΑΠ 7/2006, 36/1988), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. Α.Π. 7/2006).Επίσης με το άρθρο 25 παρ.1 εδ. τέταρτο του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά τη συνταγματική αναθεώρηση του έτους 2001, τίθεται ο κανόνας ότι οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν να επιβληθούν στα ατομικά δικαιώματα "πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού, και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".
Κατά την αρχή αυτή, η οποία ως γενική αρχή του δικαίου ίσχυε και προ της ρητής αποτυπώσεώς της στο Σύνταγμα κατά την προαναφερθείσα αναθεώρηση του, οι νομίμως επιβαλλόμενοι περιορισμοί των ατομικών δικαιωμάτων πρέπει να πληρούν τα ακόλουθα τρία κριτήρια, πρέπει δηλαδή να είναι α)κατάλληλοι, ήτοι πρόσφοροι για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, β) αναγκαίοι, ήτοι να συνιστούν μέτρο το οποίο, σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα, επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον ιδιώτη ή το κοινό, και τέλος γ) εν στενή έννοια αναλογικοί, να τελούν δηλαδή σε εύλογη σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, ώστε η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν. (Ολ.ΑΠ 43/2005).
Η αρχή της αναλογικότητας, ως κανόνας δικαίου που θέτει όρια στον περιοριστικό του ατομικού δικαιώματος νόμο, απευθύνεται κατ' αρχήν στο νομοθέτη. Στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, ήτοι στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών, επίκληση της αρχής της αναλογικότητας μπορεί να γίνει αν ο κοινός νομοθέτης είτε έχει παραβιάσει την αρχή αυτή, θεσπίζοντας με νόμο υπέρμετρους περιορισμούς ατομικών δικαιωμάτων, οπότε ο δικαστής μπορεί, ελέγχοντας τη συνταγματικότητα του νόμου, να μην εφαρμόσει αυτόν (άρθρο 93 παρ. 4 του Συντάγματος), είτε έχει παραλείψει να ασκήσει τις συνταγματικές του υποχρεώσεις, καταλείποντας κενό, οπότε η αρχή της αναλογικότητας καλείται επικουρικώς σε εφαρμογή.
Στο πεδίο των αδικοπρακτικών σχέσεων (άρθρο 914 επ ΑΚ) και ειδικότερα στο ζήτημα του μέτρου της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποιήσεως ο νόμος προβλέπει στο άρθρο 932 ΑΚ ότι το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση, δηλαδή χρηματική ικανοποίηση ανάλογη με τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως.
Με τη διάταξη αυτή ο κοινός νομοθέτης έλαβε υπόψη του την αρχή της αναλογικότητας, εξειδικεύοντάς την στο ζήτημα του προσδιορισμού του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως. Επομένως, σύμφωνα με τα ανωτέρω, δεν υπάρχει έδαφος άμεσης εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 25 παρ. 1 εδάφιο τέταρτο του Συντάγματος, η ευθεία δε επίκληση της κατά τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως στερείται σημασίας, αφού δεν θα οδηγούσε σε διαφορετικά, σε σχέση με τον κατ' εφαρμογή του άρθρου 932 ΑΚ προσδιορισμό αυτής, αποτελέσματα, και, κατά συνέπεια, το καθορισθέν από το δικαστήριο της ουσίας ποσό χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, εφόσον δεν διαπιστώνεται υπέρβαση από αυτό των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, δεν ελέγχεται για ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 932 του ΑΚ ( Ολ.Α.Π. 6/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, αφού έλαβε υπόψη τις συνθήκες του ατυχήματος, την αποκλειστική υπαιτιότητα του αναιρεσείοντος στην πρόκληση του, το είδος των σωματικών βλαβών που υπέστη η πρώτη των αναιρεσιβλήτων, η οποία κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης υπέστη κρανιοεγκεφαλική κάκωση, κάκωση αριστερού ημιθωρακίου με συνοδό πνευμονοθώρακα και θλάσεις μαλακών μορίων, αυχεναλγία, ζάλη, ίλιγγο, περιτραυματική αμνησία, πιθανό κάταγμα έσω πετάλου διπλόης, αριστερά βρεγματικά (σύστοιχα με θλαστικό τραύμα κεφαλής), κατάγματα 2ης, 4ης και 5ης πλευράς αριστερά και ευθειασμό αυχενικής μοίρας σπονδυλικής στήλης, την ηλικία της (34 ετών κατά το χρόνο του ατυχήματος), τη σωματική της ταλαιπωρία, δοθέντος ότι αυτή κατά τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, αφού νοσηλεύθηκε μέχρι 1-11-2007 στο ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΑΡΤΑΣ, έλαβε αναρρωτική άδεια μέχρι 31-12-2007,κατά τη διάρκεια της οποίας έκανε χρήση αυχενικού κηδεμόνα για 10 ημέρες, κινησιοθεραπεία, παρουσίασε αγχώδη καταθλιπτική συμπτωματολογία, με ανησυχία, διαταραχές ύπνου, άγχος, φοβίες και υπέστη μετατραυματική κάκωση αριστερού ωτός με σύστοιχες εμβοές και μικρού βαθμού βαρηκοία, και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων φυσικών προσώπων, έκρινε ότι η ως άνω παθούσα υπέστη ηθική βλάβη και της επιδίκασε ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση το ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ.
Στην προσβαλλομένη προσάπτεται με τον 2ο λόγο αναίρεσης, ότι με το να επιδικάσει το προαναφερόμενο ποσό, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την αρχή της αναλογικότητας, που καθιερώνεται με το άρθρο 25 του Συντάγματος. Σύμφωνα όμως με τα όσα αναπτύχθηκαν στη σκέψη που προηγήθηκε, η εν λόγω διάταξη του Συντάγματος δεν εφαρμόζεται ευθέως στην προκείμενη περίπτωση και, συνεπώς, η πληττόμενη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας δεν μπορεί να ελεγχθεί αναιρετικώς, με βάση το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση της.
Κατ' ακολουθίαν, ο εξεταζόμενος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Σύμφωνα με το αρ. 553 §1 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, κατά δε το άρ. 321 Κ.Πολ.Δ., όσες οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση είναι τελεσίδικες και αποτελούν δεδικασμένο.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι (α) για να προσβληθεί με το ένδικο μέσο της αναίρεσης απόφαση πρωτοβάθμιου πολιτικού δικαστηρίου που εκδόθηκε, κατ' αντιμολία των διαδίκων, πρέπει η απόφαση αυτή να είναι τελεσίδικη (β) η πρωτόδικη απόφαση, η οποία υπόκειται σε έφεση, γίνεται τελεσίδικη για κάποια επιγενόμενη αιτία και δη λόγω της παρόδου της προθεσμίας προς άσκηση έφεσης (Α.Π. 872/2009).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 552, που ορίζει ότι με αναίρεση μπορούν να προσβληθούν οι αποφάσεις των ειρηνοδικείων, των μονομελών και των πολυμελών πρωτοδικείων, καθώς και των εφετείων, και 553 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, όταν η δικαζόμενη υπόθεση πέρασε και από τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας των δικαστηρίων της ουσίας, με το ένδικο μέσο αναιρέσεως προσβάλλεται μόνο η απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, εφόσον εξέτασε την ουσία και όχι η πρωτόδικη απόφαση, η οποία ενσωματώθηκε στην απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, αφού, αν μεν η έφεση γίνει δεκτή, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίζεται, ενώ αν η έφεση απορριφθεί, η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται και ενσωματώνεται στην εφετειακή (Ολ.Α.Π. 40/1996, Ολ.Α.Π. 16/1990, Α.Π.1253/2008, 1556/2005).Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων ζητεί να αναιρεθεί η προσβαλλομένη κατά τη διάταξη της, με την οποία έκανε δεκτή την παρεμπίπτουσα αγωγή της ασφαλιστικής εταιρείας Personal Α.Ε.
κατ' αυτού, αποδίδοντας αυτήν την από το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντος, αφού στρέφεται κατά μη αντιδίκου του στη δίκη, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη. Σε κάθε περίπτωση είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, διότι στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση, ότι η υπόθεση, ως προς την εν λόγω παρεμπίπτουσα αγωγή, διήλθε και από τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, ενώ τούτο δεν συνέβη, όπως προαναφέρθηκε.
Στην περίπτωση αυτή σε αναίρεση υπόκειται το κεφάλαιο της παρεμπίπτουσας αγωγής η καταστάσα κατά τούτο ήδη τελεσίδικη, λόγω παρελεύσεως σε κάθε περίπτωση, τριετίας από τη δημοσίευσή της (ΚΠολΔ 518 παρ.2) 262/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων. Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της τρίτης αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 2.700 ευρώ ( άρθρο 183 Κ.Πολ.Δ.), και να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ.
ε' Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Θεωρεί ως μη ασκηθείσα την υπ' αρ. εκθ. κατ. 3/15-1-2013 αίτηση για αναίρεση της 262/2012 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, καθ'όσο μέρος στρέφεται κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ Α.Ε.".-
Απορρίπτει την ως άνω αίτηση για αναίρεση, ως προς τις πρώτη και τρίτη των αναιρεσιβλήτων.-
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της τρίτης αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ -Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Φεβρουαρίου 2014.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Μαρτίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ