Supreme Court dismisses appeal for failure to specify legal error and rejects claim of res judicata on forest land status.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeal's decision regarding land classification. The appellant failed to identify specific legal errors in the lower court's ruling, violating procedural requirements for appeals. Consequently, the court rejected arguments concerning the binding nature of prior judgments on forest land status and ordered the appellant to bear the costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 118(4), 566(1), 577(3), 559(1) and 559(16) of the Code of Civil Procedure; An appeal must specify the exact legal error and factual premises relied upon, otherwise it is inadmissible, and a prior judgment on land classification does not constitute res judicata for subsequent civil proceedings.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 550 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 550/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Π. Κ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γρηγόριο Δαρμάρο.
Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Κωνσταντίνα Χριστοπούλου, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ., με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-3-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 2429/2009 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29-12-2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Δημάδης ανέγνωσε την από 13-9-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I.- Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 του Κ.Πολ.Δ.
θεμελιώνει η προβαλλομένη αιτίαση. Ειδικά, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο από το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου, πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή της.
Αν δε το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να εκτίθενται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία συνετελέσθη η προβαλλομένη παραβίαση του κανόνος του ουσιαστικού δικαίου. Περαιτέρω για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, εκτός από τις πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως, και σε τι συνίστανται οι ελλείψεις στην αιτιολογία, ποια δηλαδή επί πλέον περιστατικά έπρεπε να διαλάβει η απόφαση ή, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, σε τι συνίσταται η αντιφατικότητα.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο, κατά το τρίτο μέρος, και τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Πλην όμως στο αναιρετήριο δεν μνημονεύονται ούτε οι πραγματικές παραδοχές υπό τις οποίες συνετελέσθη η παραβίαση των στο αναιρετήριο μνημονευόμενων ρητά ουσιαστικών διατάξεων, το υπαγωγικό σφάλμα του δικαστηρίου, καθώς και οι ελλείψεις ή η αντιφατικότητα στις αιτιολογίες, αλλ' υπό την επίκληση της ευθείας και εκ πλαγίου παραβιάσεως ουσιαστικών διατάξεων και της ελλείψεως νομίμου βάσεως της αποφάσεως, πλήσσεται η ορθότητα του αποδεικτικού πορίσματος και η εκτίμηση των αποδείξεων που αναιρετικώς είναι ανέλεγκτη.
Επομένως, οι άνω λόγοι αναιρέσεως είναι αόριστοι και απορριπτέοι.
ΙΙ.- Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11γ του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αυτός αναιρέσεως, πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα που το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη, το αποδεικτικό τους περιεχόμενο, η νόμιμη αυτών προσαγωγή και επίκληση, καθώς και ο ισχυρισμός, η βασιμότητα ή μη του οποίου θα αποδεικνυόταν με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποια πράγματα δέχτηκε η προσβαλλομένη απόφαση ως αληθινά χωρίς απόδειξη.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο και δεύτερο μέρος, προβάλλονται οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 11γ και 10, αντιστοίχως, του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένες στο ότι το Εφετείο α) "δεν έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που ο αναιρεσείων προσεκόμισε" και β) "δέχτηκε μερικά πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη". Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως, στους οποίους δεν αναφέρεται κανένα από τα ανωτέρω στοιχεία, αλλά γίνεται επανάληψη της διατυπώσεως του νόμου, είναι απορριπτέοι ως αόριστοι.
ΙΙΙ.- Επειδή, διά των διατάξεων των άρθρων 1. επ. του Ν. 248 της 10/12.1.76 (Α6) " περί φύλλου καταγραφής, Μητρώου Ιδιοκτησίας και οριοθεσίας των δασικών εκτάσεων και Προστασίας των Δημοσίων Δασικών Εκτάσεων" εθεσπίσθη η ειδική διοικητική διαδικασία για την καταγραφή και οριοθεσία των δασικών εκτάσεων και την τήρηση του φύλλου καταγραφής (κτηματικού χάρτου) και του μητρώου ιδιοκτησίας αυτών.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 14 του ιδίου νόμου (όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 82 του ν. 998/1979), προς εκδίκαση των κατά τα άρθρα 12 και 13 του νόμου αυτού αντιρρήσεων κατά του συντασσομένου, κατά τον νόμο αυτό, προσωρινού φύλλου καταγραφής (κτηματικού χάρτου) και μητρώου ιδιοκτησιών (κτηματολογικού πίνακος) των δασικών εκτάσεων, αρμόδιο καθίσταται το Ειρηνοδικείο, στην περιφέρεια του οποίου ευρίσκεται η προς κτηματογράφηση περιοχή, το οποίο εφαρμόζει την διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας.
Κατά δε το άρθρο 15 παρ. 2 του ιδίου νόμου 248/1976, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 83 του νόμου 998/1979, κατά των αποφάσεων του Ειρηνοδικείου χωρεί έφεση εκ μέρους των ενδιαφερομένων ενώπιον του κατά τόπου αρμοδίου Πολυμελούς Πρωτοδικείου, εκδικαζομένη κατά την ίδια διαδικασία. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι καθορίζεται, ειδικώς και εξαντλητικώς, ο τρόπος παροχής εννόμου προστασίας στους θιγομένους από την ως άνω κτηματογράφηση.
Στα πλαίσια της παροχής της εν λόγω προστασίας η αρμοδιότητα του εις πρώτο βαθμό δικάζοντος Ειρηνοδικείου και του εις δεύτερο βαθμό δικάζοντος Πολυμελούς Πρωτοδικείου, περιορίζεται στα πλαίσια της διαδικασίας της εκουσίας δικαιοδοσίας προς διαπίστωση πραγματικών και μόνο γεγονότων, όπως ο δασικός ή μη χαρακτήρας της συγκεκριμένης εκτάσεως, χωρίς να έχει την δικαιοδοτική εξουσία να καταφάσκει, με δύναμη δεδικασμένου κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 321 επ.
ΚΠολΔ, και περί της υπάρξεως εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί του στον κτηματολογικό χάρτη περιληφθέντος ακινήτου. Δια των ανωτέρω διατάξεων υπήχθη, όπως τούτο προσήκει στην φύση της εκουσίας δικαιοδοσίας, στην διαδικασία αυτή η διαπίστωση πραγματικών και μόνο καταστάσεων, και ειδικότερα η άρση της μεταξύ του δημοσίου και διοικουμένου αναφυείσης αμφισβητήσεως περί του δασικού ή μη χαρακτήρος μιας εδαφικής εκτάσεως, όχι όμως και η αυθεντική διάγνωση με δύναμη δεδικασμένου, ιδιωτικών (εμπραγμάτων) δικαιωμάτων επ' αυτής, για την οποία αρμοδιότητα έχουν τα τακτικά πολιτικά δικαστήρια.
Αντικείμενο όμως του δεδικασμένου, κατά την έννοια των άνω διατάξεων του ΚΠολΔ, τόσο κατά την θετική, όσο και κατά την αρνητική του λειτουργία, δεν αποτελεί η διαπίστωση νομικών ή πραγματικών καταστάσεων, αλλ' η διάγνωση εννόμων σχέσεων ή δικαιωμάτων, απορρεόντων από αυτές, που γεννώνται από συμβάντα της εμπειρικής πραγματικότητος.
Βεβαίως, ο κοινός νομοθέτης δύναται να υπαγάγει την εκδίκαση ιδιωτικών διαφορών στην εκουσία δικαιοδοσία, ώστε και η στα πλαίσια αυτής εκδιδομένη απόφαση να παράγει δεδικασμένο κατά την ανωτέρω έννοια, πλην όμως τούτο δεν συμβαίνει στην ανωτέρω περίπτωση, αφού αντικείμενο της διά της προαναφερομένης προσφυγής ανοιγομένης δίκης, είναι η διαπίστωση πραγματικών καταστάσεων.
Επομένως, η δεσμευτικότητα της αποφάσεως που εκδίδεται επί της προσφυγής αυτής περιορίζεται μόνο στα υπό της ειδικής διατάξεως του άρθρου 778 του ΚΠολΔ διαγραφόμενα όρια. Διαφορετικό είναι το ζήτημα της αποδεικτικής δυνάμεως της ανωτέρω αποφάσεως, ως προς το πραγματικό ζήτημα της φύσεως της εκτάσεως, της σχετικής παραβάσεως δυναμένης ενδεχομένως να ελεγχθεί από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όχι όμως και από τον αριθμό 16.
Η ανωτέρω άποψη, περί μη παραγωγής δεδικασμένου, ενισχύεται και από την διάταξη του άρθρου 22 παρ. 1 του ιδίου νόμου 248/1976 (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 62 παρ. 3 του Ν. 998/1976), ορίζουσα, ότι όσοι αξιώνουν εμπράγματα δικαιώματα επί δασικής εκτάσεως, φερομένης ως δημοσίας στον κηρυχθέντα οριστικό κτηματικό χάρτη και κτηματολογικό πίνακα, μπορούν να επιδιώξουν την αναγνώριση των δικαιωμάτων τους με έγερση τακτικής αγωγής.
Βεβαίως τα άνω δικαστήρια, επιλαμβανόμενα της προσφυγής του ενδιαφερομένου σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 14 του ν. 248/ 1976, δύνανται, παρεμπιπτόντως, κατά την επίλυση των αναφυομένων άνω αμφισβητήσεων, να ερευνήσουν και την ύπαρξη τυχόν ιδιωτικών δικαιωμάτων επί των ανωτέρω εκτάσεων, η οποιαδήποτε όμως επί του ζητήματος αυτού κρίση δεν παράγει δεδικασμένο κατά την ανωτέρω έννοια.
Σε αντίθετη από την ανωτέρω άποψη δεν οδηγεί η διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 περ. θ' του ν. 3208/2003 " Προστασία δασικών οικοσ/των, δασολόγιο, εμπράγματα δικαιώματα επί δασών", σύμφωνα με την οποία το Δημόσιο δεν προβάλλει δικαιώματα σε δάση και δασικές εκτάσεις εν γένει που έχουν αναγνωριστεί με τις διατάξεις του ν. 248/ 1976, σε ό,τι αφορά τις εκτάσεις που κρίθηκαν ότι δεν ανήκουν στο Δημόσιο, ο δε χαρακτηρισμός των εκτάσεων που εμφανίζονται στον προσωρινό κτηματικό χάρτη ως μη δασικές, καθώς και των εκτάσεων που κρίθηκε με αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις, κατά την ανωτέρω διαδικασία, ότι δεν αποτελούν δάσος ή δασική έκταση παραμένει ισχυρός και δεν επανεξετάζεται από τον οικείο δασάρχη ή τις, κατά το άρθρο 10 παρ. 3 του Ν 998/1979 Επιτροπές Επιλύσεως Δασικών Αμφισβητήσεων ή άλλο αρμόδιο όργανο, προβλεπόμενο από τις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας.
Τούτο δε διότι η ρύθμιση της τελευταίας διατάξεως αναφέρεται στην όλη διοικητική διαδικασία του ανωτέρου νόμου 248/1976 και στην επακολουθούσα αυτής διαδικασία ενώπιον του Ειρηνοδικείου ή του Πολυμελούς Πρωτοδικείου κατά την εκουσία δικαιοδοσία, χωρίς με αυτή να θεσπίζεται η δεσμευτικότητα των εκδιδομένων αποφάσεων κατά τις περί δεδικασμένου διατάξεις του ΚΠολΔ.
Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, όπως ορθώς εκτιμάται, δια του οποίου προβάλλεται η πλημμέλεια από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., διότι το Εφετείο δεν εδέχθη την ύπαρξη δεδικασμένου από την υπ' αριθμ. 207/1997 αμετάκλητη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, εκδοθείσα στα πλαίσια της άνω διαδικασίας, επί προσφυγής του αναιρεσείοντος κατά της εγγραφής του επιδίκου ως δασικής εκτάσεως στους οικείους κτηματολογικούς πίνακες, δια της οποίας έγινε δεκτή η προσφυγή αυτή και εκρίθη ότι η επίδικη έκταση είναι αγροτική και όχι δασική, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
IV.- Επειδή, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων παραπονείται για την υπό του Εφετείου απόρριψη της ενστάσεως της κατά το άρθρo 281 ΑΚ καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος, χωρίς όμως στο λόγο αυτό αναιρέσεως να διαλαμβάνεται οποιαδήποτε νομική πλημμέλεια, ως προς την κρίση αυτή του Εφετείου, δυναμένη να υπαχθεί σε ένα εκ των περιοριστικώς στο άρθρο 559 ΚΠολΔ προβλεπομένων λόγων αναιρέσεως. Επομένως, ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αόριστος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΝΩΤΕΡΩ ΛΟΓΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29/12/2009 αίτηση του Π. Κ. για αναίρεση της 2429/2009 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου εκ τριακοσίων (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Ιανουαρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 3 Απριλίου 2012.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ