Legislator Case Law & Legislation
550/2010 AI generated

Supreme Court dismisses bank's appeal on equal treatment principle regarding engineer's salary grade.

Case Number 550/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Bank of Greece's appeal against the Athens Court of Appeal's decision to upgrade an engineer's salary grade. The plaintiff argued that the bank violated the principle of equal treatment by upgrading other engineers and architects but excluding this engineer despite identical job conditions and qualifications. The court ruled that the plaintiff failed to prove a specific objective reason justifying the exclusion, thereby upholding the lower court's finding of a violation of equal treatment.

Legislator headnote

AI generated

Articles 22(1b) of the Constitution and 288 of the Civil Code; The employer must treat employees with identical qualifications and services under the same conditions equally, and any exclusion requires a specific, serious objective reason that objectively differentiates the treated employee from the excluded one.

Keywords

AI generated
principle of equal treatment salary grade upgrade employment discrimination objective justification identical job conditions constitutional equality civil service grading

Cited Legislation

AI generated
Article 22(1b) of the Constitution
Article 288 of the Civil Code
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 19(2) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 550 / 2010 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 550/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: 1)Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας υπό την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Γεωργόπουλο, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Κάπο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-2-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 573/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 8667/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 7-5-2008 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Δημήτριος Μουστάκας ανέγνωσε την από 8-1-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ένδικης αιτήσεως της ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 8667/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με την αρχήν της ίσης μεταχείρισης, που απορρέει από τα άρθρα 22 παρ. 1β` του Συντάγματος και 288 του Αστικού Κώδικα, προκύπτει, ότι ο χρησιμοποιών επ` αμοιβή πλείονα πρόσωπα, τα οποία έχουν τα αυτά προσόντα και παρέχουν τις ίδιες υπηρεσίες, κάτω από τις ίδιες συνθήκες, για την εξυπηρέτηση αναγκών της αυτής κατηγορίας, υποχρεούται να τους μεταχειρίζεται ομοιόμορφα και συνεπώς να μην εξαιρεί ορισμένους απ` αυτούς από παροχές στις οποίες προβαίνει δυνάμει συμβατικής δεσμεύσεως (από επαχθή ή χαριστική αιτία) και όχι κατά νομική επιταγή ή από οποιαδήποτε άλλη υπηρεσιακή μεταχείριση, εκτός αν η εξαίρεση δικαιολογείται από ειδικό και σοβαρό, κατ` αντικειμενική κρίση, λόγο, η συνδρομή του οποίου διαφοροποιεί τις συνθήκες από τις οποίες παρέχεται η εργασία του ευνοηθέντος προσώπου.

Εξάλλου, αναγκαία στοιχεία της αγωγής με την οποία ζητείται η βαθμολογική ένταξη ή επιδίκαση αμοιβής βάσει της αρχής της ίσης μεταχείρισης, αποτελούν ο προσδιορισμός των συγκεκριμένων προσώπων προς τους οποίους εκδηλώθηκε η ευνοϊκή μεταχείριση, τα τυπικά και ουσιαστικά στοιχεία αυτών και του ενάγοντος, η εργασία την οποίαν παρείχαν τόσο αυτοί όσον και ο ενάγων και οι συνθήκες από τις οποίες παρείχετο, ώστε να καταστεί δυνατή η σύγκριση και ακολούθως η κρίση αν στη συγκεκριμένη περίπτωση παραβιάστηκε ή μη η προαναφερόμενη αρχή.

Στην προκείμενη περίπτωση, ο ενάγων, διπλωματούχος Μηχανολόγος Μηχανικός του ΕΜΠ και κάτοχος δύο ξένων γλωσσών καθώς και διπλώματος μεταπτυχιακών σπουδών του Πανεπιστημίου Camfield Institut of Technology της Μεγάλης Βρετανίας με την ένδικη αγωγή του εξέθετε ότι στις 17-12-1999 προσλήφθηκε από την εναγομένη (και ήδη αναιρεσείουσα) ως διπλωματούχος Μηχανολόγος-Μηχανικός, με τον βαθμό του Μηχανικού Β'.

Εντάχθηκε στο 6ο μ.κ. και τοποθετήθηκε στο Ίδρυμα Εκτυπώσεως Τραπεζογραμματίων και Αξιών (ΙΕΤΑ), στον Τομέα Κερμάτων και Συντήρησης. Ότι η εναγομένη, κατά παράβαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης, αν και είχε όλα τα προσόντα, δεν τον μονιμοποίησε σε βαθμό, που αντιστοιχεί σε μονίμους υπαλλήλους, αλλά στον βαθμό του Μηχανικού Β', δηλαδή σε βαθμό που αντιστοιχεί σε δόκιμο υπάλληλο, ενώ μονιμοποίησε με τον βαθμό του Μηχανικού Α' πέντε Μηχανικούς, που προσέλαβε μετά από αυτόν, με τους οποίους είχε τα ίδια, τουλάχιστον, προσόντα και εργαζόταν κάτω από τις ίδιες με αυτούς συνθήκες.

Το ίδιο, επίσης, έπραξε η εναγομένη με άλλους δύο υπαλλήλους της (που κατονομάζονται) Μηχανικούς, που προσέλαβε το 1977, οι οποίοι είχαν λιγότερα προσόντα από αυτόν ( διπλωματούχοι ΕΜΠ), τις οποίες ενέταξε στον βαθμό του Μηχανικού Προϊσταμένου (Μηχανικού Α). Επίσης, η εναγομένη, το 1997 προσέλαβε με τον βαθμό του Μηχανικού Β και άλλους τρεις υπαλλήλους Αρχιτέκτονες του ΕΜΠ, τους οποίους, στη συνέχεια, ενέταξε στον βαθμό του Μηχανικού Α' και στο 16ο Κλιμάκιο, πράγμα το οποίο δεν έπραξε για τον ενάγοντα, ο οποίος είχε τουλάχιστον τα ίδια προσόντα με αυτούς και εργάζεται κάτω από τις ίδιες συνθήκες με αυτούς.

Ότι ουδείς προσωπικός λόγος συνέτρεχε για τον ενάγοντα, ώστε να μην ενταχθεί και αυτός στον άνω βαθμό του Μηχανικού Β'. Ζήτησε δε, με βάση τα ανωτέρω και την αρχή της ίσης μεταχείρισης, να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη είναι υποχρεωμένη να τον εντάξει από 5-1-2000 στον βαθμό του Μηχανικού και στο μ.κ. 16. Με τέτοιο αίτημα και περιεχόμενο, η αγωγή αυτή ήταν νόμιμη, στηριζόμενη στα άρθρα 22 παρ. 1β του Συντ, 288 Α.Κ.

και άρθρο 119 της Ιδρυτικής ΣυνθΕΟΚ και ορισμένη, ως περιέχουσα όλα τα κατά νόμο απαιτούμενα στοιχεία, προς θεμελίωσή της. Επομένως, με το να δεχθεί τα αυτά και το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του και να απορρίψει τον σχετικό λόγο της εφέσεως της εναγομένης, κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία έγιναν δεκτά τα ίδια, ορθά το νόμο εφήρμοσε και, συνεπώς, πρώτο μέρος, από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος της ένδικης αιτήσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα τα αντίθετα υποστηρίζει, είναι αβάσιμος.

Ο ίδιος λόγος, δεύτερο μέρος, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚπολΔ, σύμφωνα με τον οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ανεπαρκείς, άλλως αντιφατικές αιτιολογίες, σχετικά με το ορισμένο της ένδικης αγωγής, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, αφού για την ιδρυσή του απαιτείται η ουσιαστική έρευνα της αγωγής, πράγμα το οποίο δε συνέβη στην προκειμένη περίπτωση, κατά την οποία το Εφετείο απέρριψε τον περί αοριστίας της αγωγής ισχυρισμό της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, ως μη νόμιμο.

Από την αρχή της ίσης μεταχείρισης, η οποία απορρέει, όπως προαναφέρθηκε, από το άρθρο 288 ΑΚ και από τα άρθρα 22 παρ.1 β του ισχύοντος Συντάγματος και 119 εδ. α της ιδρυτικής συνθήκης της ΕΟΚ, προκύπτει ότι στα πλαίσια της εργασιακής σύμβασης δεν επιτρέπεται η άνιση μεταχείριση από τον εργοδότη των μισθωτών της αυτής εκμεταλλεύσεως, που έχουν τα ίδια προσόντα και παρέχουν τις ίδιες υπηρεσίες υπό τις αυτές συνθήκες, εκτός αν δικαιολογείται εξαίρεση ή απόκλιση εξ αιτίας επαρκούς αντικειμενικού λόγου.

Βάσει της εν λόγω αρχής ο εργοδότης οφείλει να επεκτείνει σε όλους τους εργαζομένους, που παρέχουν την ίδια εργασία υπό τις αυτές συνθήκες και με τα αυτά προσόντα, τις μισθολογικές και άλλες υπηρεσιακές παροχές, είτε πρόκειται για παροχές που έχει αναλάβει συμβατικά έναντι ορισμένων εργαζομένων. Από την άνω συνταγματική ρύθμιση συνάγεται κανόνας δημοσίας τάξεως, με τον οποίο παρέχεται απευθείας στον εργαζόμενο το δικαίωμα ν` αξιώσει από τον εργοδότη του οικειοθελείς παροχές, που αυτός καταβάλει σε άλλους μισθωτές, οι οποίοι, όπως προεκτέθηκε, ανήκουν στην αυτή κατηγορία και παρέχουν τις ίδιες υπό τις αυτές συνθήκες υπηρεσίες, ανεξάρτητα από το χρόνο πρόσληψή τους, εκτός αν δικαιολογείται η εξαίρεση ορισμένων απέναντι των λοιπών εργαζομένων από ειδικό και σοβαρό, κατ' αντικειμενική κρίση, λόγο (Ολ.

Α.Π. 7|1993, Ολ. Α.Π. 248|1985). Η εφαρμογή της αρχής αυτής, για την οποία δεν ασκεί έννομη επιρροή ο χρόνος πρόσληψης του ενάγοντος, δεν περιορίζεται μόνον σε παροχές, που έχουν οικονομικό χαρακτήρα, αλλά εκτείνεται και σε εκείνες, που αφορούν άλλης μορφής ωφελήματα, όπως η μονιμοποίηση, η βαθμολογική ένταξη ή προαγωγή μισθωτών.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, ως αποδειχθέντα, τα εξής πραγματικά περιστατικά: Με την 585/14-12-1999 πράξη του Διοικητή της εναγομένης Τράπεζας της Ελλάδος ο ενάγων, που είναι μηχανολόγος -μηχανικός του ΕΜΠ , κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος και διδακτορικού τίτλου σπουδών , διορίσθηκε ως υπάλληλος της με το βαθμό του Μηχανικού Β' και με το 6° μισθολογικό κλιμάκιο , τοποθετήθηκε δε στο ΙΕΤΑ ( Ιδρυμα Εκτυπώσεως Τραπεζογραμματίων και Αξιών) στον τομέα κερμάτων και Συντηρήσεως .

Σύμφωνα με τον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας και Κανονισμό Βαθμολογικής και Μισθολογικής τάξεως των υπαλλήλων της εναγομένης , που έχει συμβατική ο ενάγων πρέπει να παραμείνει πέντε χρόνια στο βαθμό του Μηχανικού Β' για να προαχθεί στον επόμενο βαθμό του Μηχανικού Α' και άλλα πέντε χρόνια για να προαχθεί στον επόμενο βαθμό του Μηχανικού Προϊσταμένου .

Η εναγομένη την 17-2-1977 προσέλαβε δύο (2) υπαλλήλους μηχανικούς και συγκεκριμένα τις διπλωματούχους αρχιτέκτονες ... και ... αρχικά με το βαθμό του Μηχανικού Β' τις οποίες όμως με την 262/13-4-1984 Πράξη του Διοικητή της τις επανένταξε στο βαθμό του Μηχανικού Προϊσταμένου , λαμβάνοντας υπ'όψη της την 2478/4-2-1984 γνωμοδότηση της Διεύθυνσης Νομικών Υπηρεσιών για λόγους ίσης μεταχείρισης.

Επίσης πρέπει να σημειωθεί ότι η εναγομένη με την 127/2000 πράξη της , συμμορφουμένη στην 320/1999 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών , που κατέστη τελεσίδικη με την 7036/1999 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και αμετάκλητη με την 11245/2001 απόφαση του Αρείου Πάγου επανένταξε στο βαθμό του Μηχανικού Προϊσταμένου για λόγους τήρησης της αρχής της ίσης μεταχείρισης τους μηχανικούς ..., ..., ... , ..., ,...

και ..., που αρχικά είχε προσλάβει το 1994 με το βαθμό του Μηχανικού Β'. Το ίδιο συνέβη και με τους αρχιτέκτονες ..., ..., και ...,που προσέλαβε το 1997 αρχικά με το βαθμό του Μηχανικού Β" και στη συνέχεια με την 50/18-1-2005 πράξη του Διοικητή της ανεγνώρισε ότι έχουν από της προσλήψεως τους για λόγους ίσης μεταχείρισης το βαθμό του Μηχανικού Προϊσταμένου στο 16° μισθολογικό κλιμάκιο σύμφωνα με την 911/2002 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών , που κατέστη τελεσίδικη με την 9605/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών βάση τα παραπάνω η ένταξη του ενάγοντος από την εναγομένη σε διαφορετικό βαθμό από τους παραπάνω αρχιτέκτονες ..., και ...

με αποτέλεσμα ο ενάγων μικρότερο μισθό και να έχει χρονικά δυσμενέστερη βαθμολογική εξέλιξη αν και ο ενάγων παρέχει την ίδια με αυτές εργασία ουσιωδώς ίδιες συνθήκες (απασχόληση στο ΙΕΤΑ ο ενάγων και οι συγκεκριμένες ... και ... στη Διεύθυνση Τεχνικών Υπηρεσιών) συνιστά παράβαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης , που δεν δικαιολογείται από επαρκή αντικειμενικό λόγο εφόσον δεν αποδείχθηκαν περιστατικά που να δικαιολογούν την εξαίρεση του ενάγοντος από την οικειοθελή αυτή παροχή της εναγομένης προς τις πιο πάνω συναδέλφους του για την οποία (αρχή ίσης μεταχείρισης ) δεν ασκεί έννομη επιρροή ο χρόνος πρόσληψης του ενάγοντος.

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, το οποίο, στη συνέχεια, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκανε δεκτή την έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή και αναγνώρισε ότι η εναγομένη υποχρεούται να επανεντάξει τον ενάγοντα από 5-1-2000 (και όχι από 27-12-1999, όπως είχε δεχθεί το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο) στον βαθμό του Μηχανικού Προϊσταμένου και στο μισθολογικό κλιμάκιο 16, αφενός μεν περιέλαβε στην πληττόμενη απόφασή του πλήρεις αιτιολογίες, οι οποίες δικαιολογούν το συμπέρασμα, στο οποίο οδηγήθηκε, αφετέρου δε δεν παρεβίασε τις προαναφερθείσες, περί ισότητας των εργαζομένων διατάξεις του ουσιαστικού νόμου, τις οποίες ορθά εφήρμοσε, αφού δέχθηκε ότι ο ενάγων παρέχει την ίδια, ουσιωδώς, εργασία και κάτω από τις ίδιες συνθήκες, με τις αναφερόμενες στην απόφαση συναδέλφους του και με τις οποίες έχει τα ίδια, τουλάχιστον, προσόντα.

Επίσης, το γεγονός ότι οι τελευταίες είχαν προσληφθεί σε διαφορετικό και δη προγενέστερο χρόνο, δεν ασκεί, όπως αναφέρθηκε, έννομη επιρροή στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Συνεπώς, ο περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου δε 559 αριθ. 1 και 19 δεύτερος λόγος της ένδικης αιτήσεως, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 7-5-2008 αίτηση της Τράπεζας της Ελλάδος, για αναίρεση της 8667|2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1200) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Φεβρουαρίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 23 Μαρτίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ