Supreme Court dismisses appeal against arbitration award where lower court properly applied res judicata exception.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appeal against the First Instance Court of Piraeus regarding the cancellation of an arbitration award. The appellants argued that the arbitration award contradicted final court decisions on liability, yet the lower court held that the arbitration tribunal had already examined and ruled on the substantive issue of res judicata. The court ruled that because the lower court explicitly addressed the substantive matter and issued a decision on it, the conditions for annulment under Article 544 were not met, thereby upholding the arbitration award.
Legislator headnote
AI generatedArticles 897(8) and 544(1) of the Code of Civil Procedure; An arbitration award cannot be annulled for contradiction with prior final judgments if the arbitral tribunal has already examined and ruled on the substantive issue of res judicata.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 550 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 550/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γεωργίου Καλαμίδα ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων:1. ..., ο οποίος παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Γραμματικόπουλου και 2. ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Γραμματικόπουλου.
Του αναιρεσιβλήτου: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διονύσιο Κοντομηνά, με δήλωση κατ' αρθρ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25 Μαΐου 2006 αγωγή, των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Εφετείου Πειραιώς, περί ακυρώσεως της 2/2006 Διαιτητικής αποφάσεως.
Εκδόθηκε η απόφαση 334/2007 οριστική του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 2 Οκτωβρίου 2007 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Τέντες, ανέγνωσε την από 30 Οκτωβρίου 2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 897 αριθμ. 8 ΚΠολΔ. η διαιτητική απόφαση μπορεί να ακυρωθεί αν συντρέχει λόγος αναψηλαφήσεως κατά το άρθρο 544. Κατά την περίπτωση 1 του άρθρου 544 ΚΠολΔ αναψηλάφηση επιτρέπεται αν στην ίδια υπόθεση εκδόθηκαν, μεταξύ των ίδιων διαδίκων που είχαν παραστεί με την ίδια ιδιότητα, από το ίδιο ή διαφορετικά δικαστήρια, αποφάσεις που αντιφάσκουν μεταξύ τους.
Η αντίφαση, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, πρέπει να προέρχεται εκ του ότι, ενώ κατά τη συζήτηση κατά την οποία εκδόθηκε η μεταγενέστερη απόφαση συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις επιτυχούς προβολής της ενστάσεως του ουσιαστικού δεδικασμένου η ένσταση αυτή δεν προβλήθηκε ούτε ελήφθη οπωσδήποτε υπόψη από το δικαστήριο.
Αν είχε προταθεί και εξετασθεί το ζήτημα του ουσιαστικού δεδικασμένου και το δικαστήριο εξέφερε κρίση περί αυτού με την μεταγενέστερη απόφαση, δεν επιτρέπεται αναψηλάφηση και, κατ'ακολουθίαν, ούτε και ακύρωση της διαιτητικής αποφάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, δικάζοντας αγωγή των αναιρεσειόντων περί ακυρώσεως της από 11-4-2006 διαιτητικής αποφάσεως (αριθμός καταθέσεως στο Πρωτοδικείο Πειραιώς 2/17-4-2006), δέχθηκε τα ακόλουθα:
Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, ως αγοραστές ημιτελούς διαμερίσματος οικοδομής, λόγω μη εμπρόθεσμης παραδόσεως του πωληθέντος πράγματος άσκησαν κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου τις ακόλουθες αγωγές ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και ειδικότερα α) την από 31-3-1991 αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε αρχικά η 3607/1991 απόφαση και στη συνέχεια, κατόπιν ανακοπής ερημοδικίας εκ μέρους του ερήμην δικασθέντος διαδίκου, η 1973/1992 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, β) τις από 27-9-1991, 22-4-1992 και 29-10-1992 αγωγές επί των οποίων, κατόπιν συνεκδικάσεώς τους, εκδόθηκε η 3449/1993 απόφαση του προαναφερόμενου δικαστηρίου και γ) τις από 1-4-1994 και 1-2-1995 αγωγές, επί των οποίων και κατόπιν συνεκδικάσεώς τους, εκδόθηκε αρχικά η 7053/1995 απόφαση του ιδίου ως άνω δικαστηρίου και στη συνέχεια, ύστερα από έφεση του εναγόμενου, η 8788/1996 του Εφετείου Αθηνών.
Από τις αποφάσεις αυτές, οι οποίες έχουν καταστεί τελεσίδικες, η δε εξ αυτών 8788/1996 του Εφετείου Αθηνών και αμετάκλητη, προκύπτει ότι με αυτές κρίθηκε ότι υπαίτιος της μη έγκαιρης παραδόσεως στους αγοραστές του διαμερίσματος και των κοινοχρήστων χώρων της πολυκατοικίας είναι ο εναγόμενος, ο οποίος και υποχρεώθηκε για το λόγο αυτό να καταβάλει σ'αυτούς, ως συμφωνημένη ποινική ρήτρα του χρονικού διαστήματος από 15-3-1990 μέχρι 31-1-1995, το συνολικό ποσό των 4.450.000 δραχμών.
Στη συνέχεια ο εναγόμενος άσκησε ενώπιον του προβλεπομένου από το άρθρο 11 του προαναφερομένου υπ'αριθμ....πωλητηρίου συμβολαίου διαιτητικού δικαστηρίου την από 23-12-1999 αγωγή του και οι ήδη ενάγοντες την από 4-4-2005 αγωγή τους, επί των αγωγών δε αυτών εκδόθηκε, μετά από συνεκδίκασή τους, η προσβαλλόμενη 2/2006 διαιτητική απόφαση, με την οποία, απερρίφθη η αγωγή των αγοραστών και έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή του πωλητή.
Το διαιτητικό δικαστήριο έλαβε υπόψη του το παραγόμενο από τις προαναφερόμενες τελεσίδικες αποφάσεις των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων δεδικασμένο σχετικά με την υπαιτιότητα του ήδη εναγόμενου ως προς την μη έγκαιρη παράδοση στους ήδη ενάγοντες πλήρως αποπερατωμένων τόσο του διαμερίσματος όσο και των κοινοχρήστων χώρων και την εκ του λόγου τούτου υποχρέωσή του όπως καταβάλει σ'αυτούς την συμφωνημένη και ως άνω αναφερόμενη ποινική ρήτρα.
Για τον λόγο δε αυτό, ήτοι της λήψεως υπόψη του ως άνω δεδικασμένου, απέρριψε το αίτημα του ήδη εναγόμενου όπως αναγνωρισθεί ότι λόγω υπερημερίας των ήδη εναγόντων, συνισταμένης στην μη έγκαιρη εκπλήρωση συμβατικών τους υποχρεώσεων, δεν υπεχρεούτο στην προς αυτούς καταβολή των από 15-3-1990 μέχρι 1-2-1995 οφειλομένων ποινικών ρητρών, δεχόμενο ότι η σχετική υποχρέωση τούτου για το μέχρι 31-1-1995 χρονικό διάστημα καλυπτόταν από αυτό, ενώ, αντιθέτως, δέχθηκε το αίτημά του για το πέρα της 31-1-1995 και μέχρι 2-9-1999 (ημερομηνία παράδοσης του διαμερίσματος και των κοινοχρήστων χώρων) χρονικό διάστημα, απορρίπτοντας παραλλήλως το υποβληθέν αίτημα των ήδη εναγόντων προς καταβολή εκ μέρους του ήδη εναγόμενου ποινικής ρήτρας για την καθυστέρηση παραδόσεως του διαμερίσματος και των αναλογούντων σ'αυτό κοινοχρήστων και κοινοκτήτων χώρων της πολυκατοικίας για το από 1-2-1995 μέχρι 2-9-1999 χρονικό διάστημα, κρίνοντας ότι το δεδικασμένο δεν εκτείνεται πέραν της 31-1-1995.
Κατόπιν αυτών, έκρινε περαιτέρω το Εφετείο, ότι ναι μεν το διατακτικό της πληττόμενης διαιτητικής αποφάσεως βρίσκεται σε αντίφαση προς το διατακτικό των προαναφερομένων τελεσιδίκων αποφάσεων των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων, πλην όμως αυτό δεν δύναται να οδηγήσει σε ακύρωση της διαιτητικής αποφάσεως, διότι το διαιτητικό δικαστήριο εξέτασε το ζήτημα του ουσιαστικού δεδικασμένου και εξέφερε κρίση περί αυτού και, συνεπώς, δεν επιτρέπεται αναψηλάφηση και συνακολούθως ακύρωση της διαιτητικής αποφάσεως.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο και απορρίπτοντας την στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 897 αρ. 8 ΚΠολΔ περί ακυρώσεως της διαιτητικής αποφάσεως αγωγή, αφενός ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη αυτή, την οποία επομένως δεν παραβίασε, και αφετέρου δεν παρέλειψε, παρά το νόμο, να κηρύξει ακυρότητα.
Συνεπώς, οι εκ των αριθμών 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2-10-2007 αίτηση του ... και της ... για αναίρεση της 334/2007 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800)
ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαρτίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Μαρτίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ