Legislator Case Law & Legislation
54/2026 AI generated

Supreme Court allows appeal against tax debt annulment due to undisclosed prior lease termination agreement.

Case Number 54/2026
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the State's appeal against the First Instance Court's annulment of a tax debt, remanding the case for further proceedings. The State argued that the taxpayer failed to disclose a prior private agreement terminating the lease, which was known to the tax authority. The Court found this omission a procedural error under Article 559 of the Code of Civil Procedure, establishing that such undisclosed facts justify overturning the lower court's decision.

Legislator headnote

AI generated

Articles 455 et seq. of the Code of Civil Procedure; Article 559 of the Code of Civil Procedure: A procedural error exists when a party fails to disclose a fact known to them that could have influenced the outcome, such as a prior agreement terminating a lease, warranting the annulment of the contested decision.

Keywords

AI generated
tax debt annulment procedural error undisclosed agreement lease termination State appeal remittal for retrial tax authority

Cited Legislation

AI generated
Articles 455 et seq. of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 11 of the Code of Laws on the Lawsuits of the State
Article 73 of Presidential Decree 356/1974
Article 20 of the Income Tax Code
Article 22 of Law 3693/1957
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 54 / 2026 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 54/2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη και Μαρία Πετσάλη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ. , για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και στην προκειμένη περίπτωση και από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Αγίων Αναργύρων Αττικής, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Άννα Μαλιαρά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Μ. Γ. του Ν. , κατοίκου ... , η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Μηλιαράκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/5/2015 ανακοπή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2101/2022 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1602/2023 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 25/9/2023 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αρ. 1602/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε την ασκηθείσα από το αναιρεσείον έφεση κατά της υπ' αρ. 2101/2022 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία, κατά παραδοχή της εκ του άρθρου 73 ν.δ. 356/1974 (ΚΕΔΕ) ανακοπής της αναιρεσίβλητης, ακυρώθηκε η από ...-2015 και με αριθμό ... Ταμειακή Βεβαίωση της Δ.Ο.Υ. Αγίων Αναργύρων Αττικής, δυνάμει της οποίας βεβαιώθηκε σε βάρος της τελευταίας οφειλή συνολικού ύψους 7.256,56 ευρώ από την γενόμενη από τρίτον (Ε. Κ.) εκχώρηση μισθωμάτων στο αναιρεσείον. Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 11 του "Κώδικος των νόμων περί των δικών του Δημοσίου" -Κ.Δ. της 26-6/10.7.1944) και είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Συνεπώς, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Α. Από τις διατάξεις των άρθρων 455 επ.ΑΚ σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 1 παρ.2 και 2 του ν.δ.356/1974 (ΚΕΔΕ) και 4 παρ.7 του ν. 2238/1994 "Κύρωση του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος", προκύπτει ότι ο υπόχρεος έναντι του Δημοσίου προς καταβολή φόρου για εισόδημα που αποκτά από την εκμίσθωση ακινήτου, όπως είναι και ο εκμισθωτής αυτού, σύμφωνα με το άρθρο 20 του άνω ν.2238/1994, μπορεί να εκχωρήσει προς το Δημόσιο τα μη εισπραχθέντα από αυτόν μισθώματα, στην καταβολή των οποίων υποχρεούται ο μισθωτής, με σχετική δήλωσή του, που υποβάλλεται στον αρμόδιο για τη φορολογία του προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. , παραδίδοντας συγχρόνως σ` αυτόν τα αποδεικτικά της εκχωρούμενης απαίτησης έγγραφα.

Από της δήλωσης αυτής του εκχωρητή, συνοδευομένης με βεβαίωση του ιδίου ότι δεν κατέχει άλλα αποδεικτικά της εκχωρούμενης απαίτησης έγγραφα, το Δημόσιο ως εκδοχέας της εκχωρούμενης απαίτησης υποκαθίσταται ως προς την απαίτηση αυτή στα δικαιώματα του εκχωρητή, ως ειδικός διάδοχος αυτού, μη απαιτουμένης, κατά την ειδικώς ρυθμίζουσα την εκχώρηση αυτή διάταξη του άνω άρθρου 4 παρ.7 του ν. 2238/1994, αναγγελίας της εκχώρησης προς τον εκχωρούμενο οφειλέτη, η δε εκχωρούμενη απαίτηση αποτελεί δημόσιο έσοδο που εισπράττεται από τον εκχωρούμενο οφειλέτη, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κ.Ε.Δ.Ε.

Στον εκχωρούμενο οφειλέτη, εναντίον του οποίου επισπεύδεται διοικητική εκτέλεση προς είσπραξη της ως άνω ιδιωτικής φύσης εκχωρηθείσας απαίτησης, παρέχεται το δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή κατά τα άρθρα 73 επ. του ν.δ 356/1974 (Κ.Ε.Δ.Ε.), η οποία δικάζεται από το αρμόδιο πολιτικό δικαστήριο, σύμφωνα με τα άρθρα 583 - 585 ΚΠολΔ.

Κατά δε το άρθρο 73 παρ. 1, 2 του ως άνω ν.δ. 356/1974: "1. Η προ της ενάρξεως της εκτελέσεως ανακοπή του οφειλέτου ασκείται: α) κατά της εκδοθείσης ατομικής ειδοποιήσεως, β) κατά του εκδοθέντος και μη εκτελεσθέντος εντάλματος προσωπικής κρατήσεως και γ) κατά του νομίμου τίτλου, εκδικάζεται δε υπό των καθ` ύλην αρμοδίων δικαστηρίων κατά τας διατάξεις των άρθρων 583-585 του Κώδικος Πολιτικής Δικονομίας.

Διά ταύτης επιτρέπεται η προβολή πάσης αντιρρήσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου ως και η αμφισβήτησις του κατ` ουσίαν βασίμου της απαιτήσεως του Δημοσίου, εφ` όσον ο προσδιορισμός ταύτης δεν έχει ανατεθή εις δικαστήρια ή εις διοικητικάς επιτροπάς αποφαινομένας μετά δυνάμεως δεδικασμένου. 2. Η κατά της αρξαμένης εκτελέσεως ανακοπή του οφειλέτου ασκείται ενώπιον πάντοτε του Μονομελούς Πρωτοδικείου του τόπου της εκτελέσεως και διά τους κάτωθι περιοριστικώς αναφερομένους λόγους:

α) Εάν η εκτέλεσις εχώρησε βάσει ακύρου τίτλου προς είσπραξιν. β) Εάν το χρέος απεσβέσθη διά καταβολής ή διά συμψηφισμού κατά τας διατάξεις του άρθρου 83 του παρόντος Ν. Διατάγματος ή συνεπεία διαγραφής, αποδεικνυομένων εγγράφως. γ) Εάν επιγενομένως απεσβέσθη άλλως το χρέος του οφειλέτου, της αποσβέσεως αποδεικνυομένης εγγράφως.

δ) Εάν το χρέος παρεγράφη. ε) Εάν ο διωκόμενος ως διάδοχος του υποχρέου δεν είναι ο νόμω υπόχρεως. στ) Εάν ο διωκόμενος δεν υπόκειται εις προσωπικήν κράτησιν και ζ) Εάν κατά την εκτέλεσιν εχώρησαν παραλείψεις ή ακυρότητες, τηρουμένων των εν άρθρω 75 του παρόντος Ν. Διατάγματος οριζομένων. Αμφισβήτησις άλλη περί της υπάρξεως της οφειλής προς το Δημόσιον είναι απαράδεκτος εν τη διαδικασία ταύτη".

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 75 ΚΕΔΕ "Παράλειψις ή ακυρότης των πράξεων εκτελέσεως δύναται να προταθή υπό του οφειλέτου αν αύτη αποδεικνύεται εξ αυτών τούτων των πράξεων και αν κατά την κρίσιν του Δικαστηρίου επήλθεν εις αυτόν βλάβη, μη δυναμένη να επανορθωθή άλλως ή κηρυσσομένης της ακυρότητος", ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 75Α ΚΕΔΕ, που προστέθηκε με την παρ.8 του άρθρου 7 του Ν.4224/2013 και ισχύει από την ....2014, "Παραλείψεις, ακυρότητες ή πλημμέλειες κατά τη διαδικασία απόκτησης οποιουδήποτε νόμιμου τίτλου σύμφωνα με το άρθρο 2 του παρόντος, καθώς και κατά τη διαδικασία της εκτέλεσης, δύνανται να προταθούν από τον οφειλέτη ως λόγος ακύρωσης, μόνο εάν αυτός επικαλείται και αποδεικνύει ότι εξαιτίας τους υπέστη βλάβη, η οποία δεν μπορεί να θεραπευτεί παρά μόνο με την ακύρωση".

Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 2 του ΚΕΔΕ νόμιμο τίτλο αποτελεί η πράξη καταλογισμού χρηματικού ποσού εις βάρος διοικουμένου που εντοπίζεται σε δημόσιο έγγραφο, το οποίο εκδίδεται από την αρμόδια αρχή και ενσωματώνει την ατομική διοικητική πράξη, από αυτόν δε τον τίτλο, με τη συνδρομή των δημοσίων ή ιδιωτικών εγγράφων που τον συνοδεύουν, αποδεικνύεται ή πιθανολογείται βεβαία και εκκαθαρισμένη απαίτηση.

Στο νόμιμο τίτλο πρέπει να αναφέρεται η ακριβής αιτία της οφειλής, ώστε, σε περίπτωση αμφισβήτησης, να είναι δυνατός ο δικαστικός έλεγχος. Τούτο δε, διότι με βάση το "νόμιμο τίτλο" είναι δυνατόν να επισπευσθεί αναγκαστική εκτέλεση, χωρίς να έχει προηγηθεί διαγνωστική δίκη και έκδοση δικαστικής απόφασης, που θα καθιστούσε σαφείς την αιτία ή τις επιμέρους αιτίες του (φερόμενου ως) οφειλόμενου συνολικού χρέους.

Η ανάγκη αυτή καθίσταται εντονότερη, όταν ο ουσιαστικός καθορισμός του χρέους δεν έγινε από το Ελληνικό Δημόσιο (η δράση του οποίου διέπεται από την αρχή και το τεκμήριο της νομιμότητας), αλλά από τρίτο πρόσωπο, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση που το Δημόσιο ενεργεί ως εκδοχέας απαιτήσεων. Από τη βεβαίωση, ως νόμιμο τίτλο είσπραξης (βεβαίωση υπό ευρεία έννοια), διακρίνεται η ταμειακή βεβαίωση (βεβαίωση υπό στενή έννοια), που είναι αναγκαία για να μπορεί να επιδιωχθεί η είσπραξη της απαίτησης του Δημοσίου, ώστε να συνιστά αυτή τίτλο εκτέλεσης.

Ο νόμιμος τίτλος δεν συμπίπτει με την ταμειακή βεβαίωση, πλην μεταξύ τους υφίσταται στενή αιτιακή σχέση, ώστε σε περίπτωση που η ταμειακή βεβαίωση δεν στηρίζεται σε νόμιμο τίτλο, όπως σε τίτλο στον οποίο δεν προσδιορίζεται επαρκώς το χρέος, να είναι αυτή ακυρωτέα. Και ναι μεν στον ΚΕΔΕ δεν προβλέπεται κοινοποίηση της ταμειακής βεβαίωσης στον οφειλέτη, ούτε επιβάλλεται να συνοδεύεται αυτή από τα έγγραφα που συγκροτούν το νόμιμο τίτλο, πλην όμως λόγω της στενής αιτιακής της σχέσης με το νόμιμο τίτλο, αν ούτε η ταμειακή βεβαίωση της οφειλής ούτε η ατομική ειδοποίηση, που εκδίδει κατά το άρθρο 4 παρ. 1 Κ.Ε.Δ.Ε.

η αρμόδια φορολογική αρχή και κοινοποιείται επίσης στον οφειλέτη, δεν περιέχει τα καθοριζόμενα στην ως άνω διάταξη στοιχεία, προκειμένου ο οφειλέτης να λάβει επαρκή και ασφαλή γνώση για το είδος του χρέους, το ύψος του, τη χρονολογία βεβαίωσης και γενικά να κατατοπίζεται επαρκώς για την οφειλή του, τότε η έλλειψη αυτή μπορεί να οδηγήσει, κατόπιν άσκησης ανακοπής κατά το άρθρο 73 παρ. 1 Κ.Ε.Δ.Ε., στην ακύρωση αυτών.

Προς τούτο όμως, απαιτείται ο οφειλέτης να επικαλείται και αποδεικνύει ότι εξαιτίας των άνω παραλείψεων υπέστη βλάβη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 75 Κ.Ε.Δ.Ε. Βλάβη του οφειλέτη θα πρέπει να συντρέχει και όταν πρόκειται για παραλείψεις, ακυρότητες ή πλημμέλειες κατά τη διαδικασία απόκτησης οποιουδήποτε νόμιμου τίτλου και κατά τη διαδικασία της εκτέλεσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 75Α Κ.Ε.Δ.Ε.

Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών βλάβη υφίσταται εφόσον οι ανωτέρω ελλείψεις, ακυρότητες ή πλημμέλειες επέφεραν στον οφειλέτη αδυναμία ουσιαστικής ή δικονομικής προστασίας των δικαιωμάτων του, η οποία δύναται να επανορθωθεί μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας της προσβαλλόμενης πράξης, ιδίως λόγω της ύπαρξης περισσοτέρων χρεών με διαφορετικές το καθένα συνέπειες για τον οφειλέτη. Ωστόσο, βλάβη με την ανωτέρω έννοια δεν υφίσταται ο οφειλέτης τόσο στην περίπτωση που η επίδοση της ταμειακής βεβαίωσης και της ατομικής ειδοποίησης συνοδεύεται από τα αναγκαία έγγραφα (δημόσια ή ιδιωτικά), που προσδιορίζουν επαρκώς την οφειλή, όσο και στην περίπτωση που γνωστοποιούνται αυτά στον οφειλέτη με οποιονδήποτε τρόπο, με ή χωρίς αίτησή του, αλλά πάντως πριν από τη λήξη της προθεσμίας ανακοπής κατά της εκτέλεσης, έτσι ώστε να είναι σε θέση να προβάλλει αυτός με δικονομικά παραδεκτό τρόπο τους ισχυρισμούς του κατά της οφειλής (ΟλΑΠ 5/2019, ΑΠ 1140/2024, ΑΠ 1971/2022, ΑΠ 821/2021).

Β. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α' του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά, ''έλλειψη αιτιολογίας'', ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της -ανεπαρκής αιτιολογία- ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους -αντιφατική αιτιολογία - (ΟλΑΠ 1/1999).

Ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Η εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (αρθρ. 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ), πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην σχετική κρίση (ΑΠ 354/2022, ΑΠ 420/2022, ΑΠ 1027/2022, ΑΠ 1470/ 2021, ΑΠ 109/2020).

Ουσιαστικού δικαίου διατάξεις είναι και εκείνες των άρθρων 73 επ. του ΚΕΔΕ (ΑΠ 991/2019).

Με τον δεύτερο λόγο της ένδικης ανακοπής το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενο ότι το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 75, 75Α του ΚΕΔΕ (ν.δ. 356/1974), με το να κρίνει άκυρη την ανακοπτόμενη ταμειακή βεβαίωση, δεχόμενο με ελλιπείς αιτιολογίες ότι, από την ατελή περιγραφή σε αυτή της απαίτησης που εκχωρήθηκε η αναιρεσίβλητη υφίσταται ανεπανόρθωτη βλάβη ένεκα της αδυναμίας της να ελέγξει το ποσό της οφειλής και την αιτία προέλευσης αυτής.

Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα : "Με το από 10.11.2009 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης καταστήματος (εκχώρηση-παράταση), το οποίο συνήφθη στο Ίλιον Αττικής μεταξύ αφενός της Ε. Κ. (συνεκμισθώτριας) και της Χ. Ζ. (συνεκμισθώτριας) και αφετέρου της ανακόπτουσας Μ.

Γ. (νέας μισθώτριας) και του εκ τρίτου (πρώην μισθωτή) πατρός της τελευταίας Ν. Γ. , η ανακόπτουσα υπεισήλθε ως μισθώτρια στη θέση του τελευταίου προκειμένου να συνεχίσει την αρξαμένη μισθωτική σχέση, επί ενός ισογείου καταστήματος, ευρισκόμενου στο Ίλιον Αττικής (επί της οδού ...), επιφανείας 70 τ.μ., περίπου ασκώντας την ίδια χρήση (εμπόριο ειδών ένδυσης, υπόδησης αξεσουάρ και άλλων συναφών ειδών), η δε μίσθωση παρατάθηκε μέχρι τις 24.10.2013.

Το καταβαλλόμενο μίσθωμα συνομολογήθηκε στο ποσό των 1.250 ευρώ για το διάστημα μέχρι την 24.10.2011 και συμφωνήθηκε περαιτέρω ότι στη συνέχεια αυτό θα αναπροσαρμοζόταν σύμφωνα με την ετήσια αύξηση του τιμαρίθμου, πλέον των δύο εκατοστιαίων μονάδων 2%. Επίσης, έκαστο μηνιαίο μίσθωμα ορίστηκε προκαταβλητέο στην 1η ημέρα έκαστου μισθωτικού μηνός.

Στη συνέχεια και δη τον Οκτώβριο του έτους 2010, η ανακόπτουσα συμφώνησε προφορικά με αμφότερες τις ανωτέρω εκμισθώτριες τη μείωση του μισθώματος στο ποσό των 1.095 ευρώ μηνιαίως και ότι μολονότι ζήτησε να συνταχθεί έγγραφη τροποποίηση του από 10.11.2009 ιδιωτικού συμφωνητικού και οι εκμισθώτριες συμφώνησαν σε αυτό, εν τέλει η εξ αυτών συνεκμισθώτρια Ε.

Κ. δεν προσήλθε για να το υπογράψει, αν και αποδέχθηκε να λαμβάνει το μειωμένο μίσθωμα. Τον Ιούλιο του έτους 2011, η ανακόπτουσα ζήτησε από τις εκμισθώτριες νέα μείωση του καταβαλλόμενου μισθώματος, την οποία η Ε. Κ. δεν δέχθηκε, μολονότι η έτερη εκμισθώτρια Χ. Ζ. , δέχθηκε από το Σεπτέμβριο του έτους 2011, τη μείωση του μισθώματος που της αναλογούσε στο ποσό των 300 ευρώ μηνιαίως.

Σημειωτέον δε, ότι η Ε. Κ. ενώ είχε υποσχεθεί στην ανακόπτουσα ότι θα δεχόταν τη μείωση, αιφνιδίως άλλαξε στάση και καταχρηστικά απαιτούσε να της καταβάλει η τελευταία τη δική της (συνεκμισθώτριας) αναλογία επί του μισθώματος, σύμφωνα με το αρχικό συμφωνητικό και όχι με την προφορική τροποποίησή του, όρο που δεν αποδέχθηκε η ανακόπτουσα.

Περαιτέρω στις 19.10.2012 , κοινοποιήθηκε στην ανακόπτουσα η από 16.10.2012 εξώδικη δήλωση των εκμισθωτριών, με την οποία της ζητούσαν να τους καταβάλει το συνολικό ποσό των 25.382 ευρώ, για δέκα εννέα (19) μηνιαία μισθώματα, υπολογιζόμενα σύμφωνα με το από 10.11.2009 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης, άλλως την ενημέρωσαν ότι θα προέβαιναν στη διαδικασία απόδοσης του μισθίου.

Η συνεκμισθώτρια Χ. Ζ. , με την οποία επικοινώνησε η ανακόπτουσα, μετά την παραλαβή της ως άνω εξώδικης δήλωσης τη διαβεβαίωσε ότι ουδέποτε είχε συμφωνήσει με την ανωτέρω έτερη συνεκμισθώτρια, στην κοινοποίηση της ως άνω εξώδικης δήλωσης και ότι σε κάθε περίπτωση δεν επιθυμούσε η ίδια την αποβολή της ανακόπτουσας από το μίσθιο.

Κατόπιν τούτων, η συνεκμισθώτρια Ε. Κ. κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου την από ....2012 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων κατά της έτερης συνεκμισθώτριας Χ. Ζ. , λόγω της μεταξύ τους διαφωνίας σχετικά με την απόδοση του μισθίου, με την οποία, μεταξύ άλλων, ζητούσε να διοριστεί προσωρινή διαχειρίστρια του ανωτέρω μισθίου καταστήματος και να ασκήσει αγωγή απόδοσης του ως άνω μισθίου ή να προβεί στην αίτηση για την έκδοση διαταγής απόδοσης του μισθίου αυτού.

Επί της αιτήσεως δε αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 347/2013 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου (Διαδικασία Ασφαλιστικών Μέτρων), με την οποία η Ε. Κ. διορίστηκε προσωρινή, χωρίς αμοιβή, διαχειρίστρια του μισθίου καταστήματος, με τις περιοριστικά αναφερόμενες εξουσίες είσπραξης του μισθώματος, της καταγγελίας της μίσθωσης και της άσκησης αγωγής απόδοσης του μισθίου.

Μετά την έκδοση της ως άνω αποφάσεως, η Ε. Κ. , κατέθεσε ενώπιον της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (ΜΠΑ), την από 30.1.2013 αίτηση Διαταγή Απόδοσης Μισθίου - παρά την έλλειψη σχετικής εξουσίας - και επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. .../2013 Διαταγής Απόδοσης Μισθίου της Δικαστή του ΜΠΑ, κατά δε της ως άνω Διαταγής, η ανακόπτουσα άσκησε ενώπιον του ΜΠΑ, την από 27.2.2013 (και με αριθμό κατάθεσης .../2013) ανακοπή, ενώ παράλληλα πέτυχε προσωρινά, με σχετική αίτηση που κατέθεσε, ενώπιον του ίδιου ως άνω Δικαστηρίου, την αναστολή εκτελέσεως της ως άνω Διαταγής Απόδοσης Μισθίου.

Εν τέλει, η Ε. Κ. , ζήτησε από την ανακόπτουσα να λυθεί εξωδικαστικά η ανωτέρω μισθωτική διαφορά και για το λόγο αυτό στις ....2013 υπεγράφη, μεταξύ τους ιδιωτικό συμφωνητικό λύσης της ένδικης επαγγελματικής μίσθωσης με το οποίο επιλύονταν οριστικά και αμετάκλητα οι μεταξύ τους διαφορές με την επισήμανση ότι "...η λυθείσα από σήμερα μίσθωση του προαναφερθέντος μισθίου ακινήτου λύεται αζημίως για κάθε συμβαλλόμενο μέρος και επομένως καμία αξίωση δεν υφίσταται μεταξύ των συμβαλλομένων μερών εκ της λύσεως της ως άνω μισθώσεως.

Παραιτούνται δε αμφότερα τα συμβαλλόμενα μέρη κάθε ενδίκου μέσου, αγωγής, διαταγής πληρωμής και διαταγής απόδοσης μισθίου που έχει ασκηθεί και των όποιων αξιώσεων απορρέουν εξ αυτών...", ενώ στη συνέχεια υπεγράφη μεταξύ αυτών και το από 2.5.2013 πρωτόκολλο παράδοσης και παραλαβής του μισθίου ακινήτου. Σημειωτέον, επίσης, ότι προηγουμένως και δη στις 16.4.2013 είχε υπογραφεί μεταξύ της ανακόπτουσας και της έτερης συνεκμισθώτριας, Χ.

Ζ. , ιδιωτικό συμφωνητικό λύσης της ως άνω επαγγελματικής μίσθωσης, στο οποίο (συμφωνητικό) ρητά συμφωνήθηκε ότι "... η μίσθωση λύεται αζημίως για κάθε συμβαλλόμενο μέρος και επομένως καμία αξίωση δεν υφίσταται μεταξύ των συμβαλλομένων μερών εκ της λύσεως της ως άνω μισθώσεως".

Παρά ταύτα, στις 27.12.2013, η συνεκμισθώτρια Ε. Κ., λόγω οφειλών της προς το 1° καθ' ου Ελληνικό Δημόσιο, εκχώρησε σ' αυτό με την υπ' αριθ. πρωτ. ... Υπεύθυνη Δήλωση Εκχώρησης Μη Εισπραχθέντων Μισθωμάτων Ακινήτου, τα δικαιώματα της για την είσπραξη από την ανακόπτουσα μισθωμάτων της περιόδου από ....2012 έως ....2012, μηνιαίου ποσού 600 ευρώ και συνολικού ποσού 7.200 ευρώ (600 ευρώ χ 12 μήνες).

Κατόπιν δε της επίδικης εκχώρησης, το 1° καθ' ου Ελληνικό Δημόσιο, προέβη στην έκδοση, σε βάρος της ανακόπτουσας, της με αριθμό ....2015 Ταμειακής Βεβαίωσης και του αντιστοίχου χρηματικού καταλόγου, με την οποία καλούταν η ανακόπτουσα να καταβάλει στο 1° καθ' ου το ποσό των 7.200 ευρώ, με τους νόμιμους τόκους, προσαυξήσεις και τέλη, ύψους 52,56 ευρώ.

Ακολούθως απέστειλε στην ανακόπτουσα και τη με αριθ. πρωτ. ....2015 ατομική ειδοποίηση χρεών, όπου αναφέρονται ο αριθμός και η ημερομηνία της ως άνω ταμειακής βεβαίωσης, το ποσό αυτής, το είδος του φόρου και η ημερομηνία καταβολής του βεβαιωθέντος ποσού. Με τον 2° δε λόγο της ένδικης ανακοπής καθώς και τον 1° πρόσθετο λόγο αυτής, εκτιμώμενους ενιαίως, η ανακόπτουσα ζητεί την ακύρωση της ανωτέρω ήδη προσβαλλόμενης ταμειακής βεβαίωσης, καθότι στην ένδικη δήλωση εκχώρησης επισυνάπτονταν, μόνο το μισθωτήριο ως βεβαιούν την επίδικη οφειλή και όχι το σύνολο των ρηθέντων εγγράφων που αφορούν την εν λόγω μίσθωση.

Οι λόγοι αυτοί τυγχάνουν νόμιμοι, στηριζόμενοι, σύμφωνα με όσα διαλαμβάνονται στην υπό στοιχείο II] μείζονα σκέψη, στις διατάξεις των άρθρων 455 επ. ΑΚ, 1,73 και 75 ΚΕΔΕ, 4 παρ.7 του ν. 2238/1994, καθώς και στις διατάξεις της υπ' αριθ. 1036819/642/Α0012/ΠΟΛ1096/6.4.2001 Υ.Α.

Επίσης, και 2ος λόγος πρόσθετος λόγος ανακοπής, με τον οποίο ζητείται η ακύρωση της ανακοπτόμενης ταμειακής βεβαίωσης, λόγω ατελούς και αόριστης περιγραφής της ένδικης απαίτησης, τυγχάνει, επίσης νόμιμος στηριζόμενος στα σχετικώς προδιαλαμβανόμενα στην ρηθείσα μείζονα σκέψη και ειδικότερα στο άρθρο 2 του ΚΕΔΕ.

Άπαντες δε οι προαναφερόμενοι λόγοι της ένδικης ανακοπής τυγχάνουν και βάσιμοι στην ουσία τους. Και τούτο διότι από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα και τις επίσης προηγηθείσες ουσιαστικές παραδοχές προκύπτει ότι στην επίδικη πράξη Ταμειακής Βεβαίωσης (και στην Ατομική Ειδοποίηση), που εξέδωσε κατά το άρθρο 4 παρ.1 του ΚΕΔΕ, η αρμόδια φορολογική αρχή, και η οποία κοινοποιήθηκε στην ανακόπτουσα, αφενός δεν αναφέρεται με σαφήνεια το χρονικό διάστημα, στο οποίο αφορούν τα φερόμενα ως ληξιπρόθεσμα μισθώματα, αλλά γίνεται μνεία ότι οι σχετικές οφειλές αφορούν δήθεν στο φορολογικό έτος 2015, κατά το οποίο, όμως, δεν υπήρχε καν ενεργή μίσθωση και αφετέρου δεν προσδιορίζεται ειδικά το κονδύλιο της οφειλής κατά κεφάλαιο, τόκους και λοιπές προσαυξήσεις ώστε να είναι εφικτός ο έλεγχος της ύπαρξης και του ύψους αυτής από την ανακόπτουσα, αλλά αναγράφεται μόνο η ένδειξη "Οφειλή από εκχώρηση μισθωμάτων στο Δημόσιο Φ.Π.", γενικά ως "ληξιπρόθεσμο υπόλοιπο οφειλής", το ποσό των 7.200 ευρώ και στην επόμενη στήλη αναγράφονται συνολικά χωρίς διάκριση, "προσαυξήσεις, τόκοι/πρόστιμα εκπρόθεσμης καταβολής", συνολικού ποσού 52,56 ευρώ.

Ως εκ τούτου από την εκτίμηση των ίδιων ως άνω αποδεικτικών μέσων προέκυψε ότι η ανακόπτουσα υφίσταται, κατ' άρθρο 75 ΚΕΔΕ, βλάβη από την προπεριγραφόμενη ατελή και αόριστη περιγραφή της ένδικης απαίτησης, η οποία συνίσταται στην αδυναμία της να ελέγξει το ακριβές ύψος της οφειλής και να προβάλλει τους αμυντικούς ισχυρισμούς της, παρά το γεγονός ότι καλείται να καταβάλει ποσό, που μπορεί να μην οφείλει ή να μην οφείλει συνολικά, η οποία (βλάβη) δεν μπορεί να αναιρεθεί με άλλον τρόπο, παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας της προσβαλλόμενης Ταμειακής Βεβαίωσης.

Επιπροσθέτως, επισημαίνεται ότι κατά την υποβολή της με αριθμού πρωτοκόλλου ....2013 δήλωσης εκχώρησης μη εισπραχθέντων μισθωμάτων ακινήτου, η οποία και αποτέλεσε το νόμιμο τίτλο για την έκδοση της προσβαλλόμενης πράξης Ταμειακής Βεβαίωσης, δεν τηρήθηκε ούτε ο προβλεπόμενος τύπος από τη διάταξη του άρθρου 4 παρ.7 του ν.2238/1994 και του άρθρου 1 της υπ' αριθ. 1036819/642/Α0012/ΠΟΛ αποφάσεως του Υπουργού Οικονομικών διότι η συνεκμισθώτρια Ε.

Κ. , δεν προσκόμισε προς απόδειξη του βεβαίου, εκκαθαρισμένου και ληξιπρόθεσμου της εκχωρούμενης απαίτησης, ως συνοδευτικά της ανωτέρω προσβαλλόμενης πράξης το σύνολο των εγγράφων, που αφορούν στην επίδικη μίσθωση και την εξ αυτής εκχώρηση μισθωμάτων, από τα οποία να αποδεικνύεται το ακριβές ύψος της οφειλής (όπως τις προαναφερόμενες εξώδικες δηλώσεις, τη Διαταγή Απόδοσης του μισθίου, την ανακοπή κατ' αυτής και το από ....2013 ιδιωτικό συμφωνητικό λύσης της επαγγελματικής μίσθωσης που είχε συνυπογράψει με την ανακόπτουσα), πλην του από ....2009 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης το οποίο - και μόνο - αναφέρεται ως επισυναπτόμενο στην εν λόγω δήλωση.

Ούτε προκύπτει ότι μέχρι την άσκηση της ένδικης ανακοπής γνωστοποιήθηκαν στην ανακόπτουσα τα ανωτέρω ή άλλα έγγραφα, προσδιορίζοντα επαρκώς την καταλογισθείσα σ' αυτήν οφειλή. Συναφώς δε, και οι αμέσως προαναφερόμενες ελλείψεις επάγονται αδυναμία ουσιαστικής ή δικονομικής προστασίας των δικαιωμάτων της ανακόπτουσας αναφορικά με τον ασφαλή έλεγχο της αιτίας, της νομιμότητας και της βασιμότητας της επίδικης απαίτησης και εντεύθεν επιφέρουν σ' αυτήν βλάβη, που δεν μπορεί να καλυφθεί με άλλο τρόπο, παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας της προσβαλλόμενης ταμειακής βεβαίωσης.

Και τούτο, διότι με αυτήν είναι δυνατόν να επισπευσθεί αναγκαστική εκτέλεση χωρίς να έχει προηγηθεί διαγνωστική δίκη και έκδοση δικαστικής απόφασης που θα καθιστούσαν σαφείς την αιτία ή τις επιμέρους αιτίες του (φερόμενου ως) οφειλόμενου συνολικού χρέους, του οποίου ο ουσιαστικός καθορισμός δεν έγινε από το 1° καθ' ου η ανακοπή Ελληνικό Δημόσιο (η δράση του οποίου διέπεται από την αρχή και το τεκμήριο της νομιμότητας), αλλά από τρίτο πρόσωπο.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του δέχθηκε τα ίδια και ακολούθως, δέχθηκε τους ανωτέρω λόγους της ανακοπής της εφεσίβλητης ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο, δεν έσφαλε περί την εκτίμηση των αποδείξεων και περιέχει πλήρη, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και συνεπώς κρίνονται απορριπτέοι αμφότεροι (οι περί του αντιθέτου) λόγοι της κρινόμενης έφεσης.....".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε δεχθεί την ανακοπή της αναιρεσίβλητης και είχε ακυρώσει την από ...-2015 και με αριθμό ... Ταμειακή Βεβαίωση της Δ.Ο.Υ. Αγίων Αναργύρων Αττικής. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της βλάβης της αναιρεσίβλητης, στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σε αυτήν ανεπαρκείς αιτιολογίες, ως προς το ουσιώδες αυτό ζήτημα, οι οποίες αιτιολογίες καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 75 και 75 Α του ν.δ. 356/1974, τις οποίες έτσι παραβίασε εκ πλαγίου.

Τούτο ειδικότερα, διότι το Εφετείο δέχθηκε ότι, η αναιρεσίβλητη υφίσταται βλάβη, που δεν μπορεί να καλυφθεί με άλλο τρόπο, παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας, από το γεγονός ότι στην επίδικη πράξη Ταμειακής Βεβαίωσης (και στην Ατομική Ειδοποίηση), που εξέδωσε η αρμόδια φορολογική αρχή και της κοινοποιήθηκε δεν αναφέρεται με σαφήνεια το χρονικό διάστημα, στο οποίο αφορούν τα φερόμενα ως οφειλόμενα από αυτή ληξιπρόθεσμα μισθώματα, ποσού 7.200 ευρώ, που εκχώρησε στο αναιρεσείον, καθ' ού η ανακοπή, η Ε.

Κ. , με την υπ' αρ. πρωτ. ... υπεύθυνη δήλωση εκχώρησης μη εισπραχθέντων μισθωμάτων της περιόδου από ...-2012 έως ...-2012. Στην κρίση του αυτή περί ύπαρξης βλάβης κατέληξε το Εφετείο δεχόμενο ότι υφίσταται αδυναμία της αναιρεσίβλητης να ελέγξει το ακριβές ύψος της οφειλής και να προβάλει τους αμυντικούς ισχυρισμούς της : 1) επειδή δεν της γνωστοποιήθηκαν μέχρι την άσκηση της ανακοπής όλα τα έγγραφα που αφορούν τη μίσθωση, τα οποία, πλην του μισθωτηρίου συμφωνητικού, παρέλειψε η εκμισθώτρια Ε.

Κ. να συνυποβάλει με την δήλωση εκχώρησης, ήτοι :α) η από ...-2012 εξώδικη δήλωση των εκμισθωτριών του μισθίου καταστήματος που κοινοποιήθηκε στην αναιρεσίβλητη στις ...-2012, με την οποία την κάλεσαν να τους καταβάλει δεκαεννέα μηνιαία μισθώματα συνολικού ποσού των 25.382 ευρώ, β) η υπ' αρ. .../2013 διαταγή απόδοσης μισθίου του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε σε βάρος της αναιρεσίβλητης μετά από αίτηση της συνεκμισθώτριας και προσωρινής διαχειρίστριας του μισθίου, Ε.

Κ. , γ) η από ...-2013 ανακοπή που άσκησε η αναιρεσίβλητη κατά της παραπάνω διαταγής απόδοσης μισθίου ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και δ) το από ...-2013 ιδιωτικό συμφωνητικό που υπέγραψε η αναιρεσίβλητη με την Ε. Κ. , με το οποίο συμφώνησαν τη λύση της μίσθωσης, αζημίως για κάθε συμβαλλόμενο μέρος, πλην όμως τα έγγραφα αυτά με βάση τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα από το Εφετείο ήταν, ήδη, γνωστά στην αναιρεσίβλητη και β) χωρίς να διαλάβει παραδοχή για το αν γνωστοποιήθηκε στην αναιρεσίβλητη με κάποιο τρόπο μέχρι την άσκηση της ανακοπής η ίδια η υπεύθυνη δήλωση εκχώρησης μη εισπραχθέντων μισθωμάτων της Ε.

Κ. , στην οποία, κατά τα δεκτά γενόμενα από το Εφετείο προσδιορίζεται το χρονικό διάστημα (από ...-2012 έως ...-2012), που αφορά τα φερόμενα ως οφειλόμενα από αυτή ληξιπρόθεσμα μισθώματα, καίτοι στο δικόγραφο της ένδικης ανακοπής περιγράφεται το συγκεκριμένο περιεχόμενο της παραπάνω δήλωσης εκχώρησης με τη μνεία ότι αυτή παρασχέθηκε στην αναιρεσίβλητη μετά από αίτησή της στην ως άνω Δ.Ο.Υ.

Αγίων Αναργύρων. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ανωτέρω από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι βάσιμος.

Κατόπιν αυτού, κατά παραδοχή του δεύτερου λόγου αναίρεσης και χωρίς να ερευνηθούν οι λοιποί, πρώτος (από τον αριθμό 1, άλλως 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), τρίτος (από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) και τέταρτος (από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) λόγοι της αναίρεσης, η εξέταση των οποίων παρέλκει διότι καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια του λόγου, που κρίθηκε βάσιμος, πρέπει, να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που την εξέδωσε, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός του (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1,191 παρ. 2 ΚΠολΔ) μειωμένα όμως κατ' άρθρο 22 παρ. 1,3 Ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ.18 ΕισΝΚΠολΔ, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 1602/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλον δικαστή.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Μαΐου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Ιανουαρίου 2026.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης