Legislator Case Law & Legislation
54/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as inadmissible because the appeal targets defendants who did not win the lower court case.

Case Number 54/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by B.T. and his spouse against the Third Instance Court of Larissa's decision. The appellants argued that the appellate court failed to consider their withdrawal request and credit balance statements, claiming this affected the admissibility of their lawsuit. The court ruled the appeal inadmissible because it targeted defendants who had won the lower proceedings, violating the requirement that appeals must only be filed against those who lost.

Legislator headnote

AI generated

Articles 558 and 566 of the Code of Civil Procedure; An appeal must be directed only against those who were parties in the lower proceedings and won the case, not against all parties or those who did not lose.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal wrong defendant target Code of Civil Procedure appeal admissibility winning party protection

Cited Legislation

AI generated
Articles 558 and 566 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 8 of the Code of Civil Procedure
Articles 223, 297 and 526 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 54 / 2023 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 54/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη - Εισηγητή, Γεώργιο Αυγέρη και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Μαρτίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Β. Τ. του Ν., κατοίκου ... και 2) Α. Τ. συζύγου Β. του Ε., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αγγελική Λαλούση, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που τελεί σε ειδική εκκαθάριση, εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τη διορισμένη ειδική εκκαθαρίστρια ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "…", που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Θεοδώρα Ντέρη - Μανούρα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-4-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Τρικάλων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 28/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 46/2018 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 17/2/2020 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 558 και 566 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται εναντίον εκείνων οι οποίοι ήσαν διάδικοι στη δίκη στην οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με αυτή απόφαση και αντίδικοι του αναιρεσείοντος, και μάλιστα όχι εναντίον όλων αυτών, αλλά μόνον εναντίον εκείνων από αυτούς οι οποίοι νίκησαν και από τους οποίους επιδιώκεται με αυτήν και είναι δυνατή με βάση τις επικαλούμενες πλημμέλειές της, η αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης.

Επομένως η αίτηση αναίρεσης είναι απορριπτέα, ως απαράδεκτη, ως προς το μέρος της που στρέφεται κατ` εκείνων από τους αντιδίκους του αναιρεσείοντος, τους οποίους δεν αφορά η αποδιδόμενη μ' αυτήν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια και ως προς τους οποίους επομένως δεν είναι δυνατό να αναιρεθεί η απόφαση και αν ακόμα ευδοκιμήσει ο λόγος αυτός (ΑΠ 932/2018, ΑΠ 110/2018, ΑΠ 47/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη αίτηση ζητείται η αναίρεση της 46/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, με την οποία, όπως από την παραδεκτή επισκόπηση αυτής προκύπτει, ως προς τις ενδιαφέρουσες διατάξεις, απορρίφθηκε η από 31-1-2014 έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της 28/2013 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, που στρεφόταν κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων και δη κατά μεν της πρώτης των αναιρεσιβλήτων, ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", ως ουσία αβάσιμη, κατά δε της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", ως απαράδεκτη, λόγω του ότι αυτή δεν υπήρξε διάδικος στον πρώτο βαθμό και δεν κλήθηκε από κανέναν από τους διαδίκους.

Οι λόγοι όμως αναίρεσης, που περιέχονται στο αναιρετήριο, δεν πλήττουν την απόφαση του Εφετείου κατά το μέρος που απέρριψε την ανωτέρω έφεση των αναιρεσειόντων κατά της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, ως απαράδεκτη, αφού δεν διατυπώνονται αιτιάσεις σε σχέση με την απόρριψη της έφεσης ως προς αυτήν, αλλά την προσβάλλουν μόνο κατά το μέρος που απέρριψε την πιο πάνω έφεση των αναιρεσειόντων, ως ουσία αβάσιμη ως προς την πρώτη των αναιρεσιβλήτων.

Επομένως, εφόσον οι προτεινόμενοι λόγοι αναίρεσης και οι περιεχόμενες σ' αυτούς πλημμέλειες δεν αφορούν στην άνω δεύτερη των αναιρεσιβλήτων για την απόρριψη της πιο πάνω έφεσης των αναιρεσειόντων κατ` αυτής, ούτε περιέχεται ως προς αυτήν άλλη αιτίαση, με την οποία να επιδιώκεται και να είναι δυνατή η αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, η κρινόμενη αίτηση απευθυνόμενη κατ` αυτής, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.

Από τη διάταξη του άρθρ. 559 αρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως (Ολ.

ΑΠ 10/2011, ΑΠ 348/2020, ΑΠ 191/2013). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 68 του ν. 3601/2007 (ήδη 145 ν. 4261/2014). "1. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του ν. 3458/2006 (Α' 94) και του άρθρου 63Ε: α) Πιστωτικό ίδρυμα δεν δύναται να κηρυχθεί σε πτώχευση ούτε είναι δυνατόν να ανοίξει επ' αυτού προπτωχευτική διαδικασία εξυγίανσης. β) Στην περίπτωση που ανακαλείται η άδεια λειτουργίας πιστωτικού ιδρύματος σύμφωνα με το άρθρο 8, αυτό τίθεται υποχρεωτικώς υπό ειδική εκκαθάριση με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος. ...

δ) Ο ειδικός εκκαθαριστής υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία της Τράπεζας της Ελλάδος, η οποία δύναται να τον αντικαθιστά κατά πάντα χρόνο. Ο έλεγχος και η εποπτεία αποσκοπούν ενδεικτικά: α) Στην αποτελεσματική διαχείριση και ρευστοποίηση των περιουσιακών στοιχείων της εκκαθάρισης στο πλαίσιο της στρατηγικής που έχει καταρτισθεί από τον ειδικό εκκαθαριστή και έχει εγκριθεί από την Τράπεζα τη Ελλάδος, ... 2.

Με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος μπορεί να εξειδικεύονται οι όροι εφαρμoγής του παρόντος άρθρου. Στην ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος εφαρμόζονται συμπληρωματικώς και στο μέτρο που δεν αντίκεινται στο παρόν άρθρο, όπως αυτό εξειδικεύεται με την ανωτέρω απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος, οι διατάξεις του Πτωχευτικού Κώδικα ...".

Εξάλλου, στην εκδοθείσα, δυνάμει της ως άνω ρητής εξουσιοδοτήσεως, απόφαση (Κανονισμό) της Τράπεζας της Ελλάδος, που λήφθηκε στην Συνεδρίαση 21/2/4.11.2011 και δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Β 2498/4-11-2011, ορίζεται ότι: "Με την παρούσα ασκείται η κανονιστική αρμοδιότητα της Τράπεζας της Ελλάδος εκ του άρ. 68 παρ. 2 ν. 3601/2007. Δεν καταστρώνεται αυτοδύναμη ρύθμιση για την ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος, που θα κάλυπτε τα οικεία ζητήματα χωρίς ανάγκη προσφυγής στον Πτωχευτικό Κώδικα.

Αντίθετα, εισάγονται ειδικότεροι κανόνες εκεί όπου απαιτείται, ενώ κατά τα λοιπά ισχύει βεβαίως η συμπληρωματική εφαρμογή του Πτωχευτικού Κώδικα. Η ειδική εκκαθάριση γίνεται αντιληπτή, διαφορετικά από ό,τι η πτώχευση, αποκλειστικά ως διαδικασία ρευστοποίησης της περιουσίας του πιστωτικού ιδρύματος.

Σχέδιο αναδιοργάνωσης με την έννοια των άρ. 107 επ. ΠτΚ δεν χωρεί, όπως δεν χωρεί άλλωστε ήδη κατά το άρ. 68 παρ. 1 στοιχ. α ν. 3601/2007 και η διαδικασία εξυγίανσης των άρ. 99 επ. ΠτΚ. ... Τα όργανα της ειδικής εκκαθάρισης καθορίζονται σύμφωνα με το άρ. 68 παρ. 1 στοιχ. γ-δ ν. 3601/2007 και σύμφωνα με την αντίληψη στο αρ. 68 παρ. 1 για την ειδική εκκαθάριση ως συλλογική διαδικασία διοικητικής φύσεως, κινούμενη από την εποπτική αρχή και όχι με πρωτοβουλία των πιστωτών και οδηγούσα οπωσδήποτε, και χωρίς δυνατότητα λήψης διαφορετικής απόφασης εντός της προβλεπομένης στην παρούσα πράξη διαδικασίας στην ρευστοποίηση της περιουσίας του πιστωτικού ιδρύματος".

Τέλος, κατά τη διάταξη 25 του Πτωχευτικού Κώδικος (ΠτΚ) "1. Με επιφύλαξη της διάταξης του άρθρου 26, από την κήρυξη της πτώχευσης αναστέλλονται αυτοδικαίως όλα τα ατομικά καταδιωκτικά μέτρα των πιστωτών κατά του οφειλέτη προς ικανοποίηση ή εκπλήρωση πτωχευτικών απαιτήσεών τους. Ιδίως απαγορεύεται η έναρξη ή συνέχιση της αναγκαστικής εκτέλεσης, η άσκηση αναγνωριστικών ή καταψηφιστικών αγωγών, η συνέχιση των δικών επ' αυτών, η άσκηση ή εκδίκαση ένδικων μέσων, η έκδοση πράξεων διοικητικής ή φορολογικής φύσεως, ή η εκτέλεσή τους σε στοιχεία της πτωχευτικής περιουσίας. 2.

Πράξεις κατά παράβαση της κατά την παράγραφο 1 αναστολής είναι απολύτως άκυρες". Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι, τα πιστωτικά ιδρύματα, όπως η πρώτη αναιρεσίβλητη, δεν κηρύσσονται σε πτώχευση αλλά μπορεί να τεθούν σε κατάσταση ειδικής εκκαθάρισης η οποία, αντιθέτως με ότι συμβαίνει στην πτώχευση, γίνεται αντιληπτή αποκλειστικά ως συλλογική διαδικασία διοικητικής φύσεως, που κινείται από την εποπτεύουσα αρχή και όχι με πρωτοβουλία των πιστωτών και οδηγεί στη ρευστοποίηση της περιουσίας του πιστωτικού ιδρύματος.

Λόγω δε του διαφορετικού σκοπού ο οποίος επιδιώκεται με καθένα από τους παραπάνω θεσμούς της ειδικής εκκαθαρίσεως και της πτωχεύσεως συνισταμένου, επί μεν της πρώτης στην, με επίσπευση της εποπτεύουσας αρχής, ικανοποίηση, αποκλειστικώς δια της ρευστοποίησης της περιουσίας του πιστωτικού ιδρύματος, των πιστωτών ανάλογα με το ύψος των κατά του τελευταίου υφισταμένων απαιτήσεών τους, επί δε της δεύτερης στην, με πρωτοβουλία των πιστωτών, ικανοποίηση, όχι μόνο με τη ρευστοποίηση της περιουσίας του πτωχού αλλά και με άλλα μέσα (σχέδιο αναδιοργάνωσης, σχέδιο εξυγίανσης αρ. 107 και 99 ΠτΚ) ικανοποίηση αυτών, είναι δυνατή η συμπληρωματική, ευθεία και όχι αναλογική εφαρμογή επί της ειδικής εκκαθαρίσεως του άρθρου 68 ν. 3601/07 μόνο των διατάξεων εκείνων του πτωχευτικού κώδικα οι οποίες δεν αντίκειται στον επιδιωκόμενο με αυτή (ειδική εκκαθάριση) σκοπό, όπως αυτός, διαγραφόμενος από το άρθρο 68 ν.3601/2007, εξειδικεύεται με τον, κατά τη σχετική εξουσιοδότηση της τελευταίας, εγκριθέντα κανονισμό της Τράπεζας της Ελλάδας, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η διάταξη του άρθρου 25 ΠτΚ, η οποία προβλέπει την αυτοδίκαιη αναστολή, από την κήρυξη της πτωχεύσεως, όλων των ατομικών καταδιωκτικών μέτρων των πιστωτών κατά του οφειλέτη προς εκπλήρωση ή ικανοποίηση των πτωχευτικών απαιτήσεών τους (έναρξη, συνέχιση αναγκαστικής εκτέλεσης, άσκηση εκδίκαση ενδίκων μέσων κλπ), απαγγελλομένης της απολύτου ακυρότητας των κατά παράβαση της παραπάνω αναστολής επιχειρηθεισών πράξεων.

Κατ' ακολουθίαν αυτών θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι, στο πλαίσιο της εκκαθάρισης της τραπεζικής εταιρείας, η συζήτηση κάθε είδους ασκηθεισών, αναγνωριστικού ή καταψηφιστικού περιεχομένου, αγωγών των πιστωτών της εκκαθάρισης κηρύσσεται ως απαράδεκτη, η δε συνέχιση εκκρεμών δικών επί αγωγών αντίστοιχου χαρακτήρα αναστέλλεται αυτοδικαίως.

Σε περίπτωση που, παρά την απαγόρευση, ασκηθούν αγωγές, ένδικα μέσα ή άλλου είδους έννομα βοηθήματα, το δικαστήριο που επιλαμβάνεται αυτών οφείλει να εκδώσει σχετική οριστική απόφαση και να κηρύξει απαράδεκτη την συνέχιση της ανοιγείσας με την κρινόμενη αγωγή διαδικασίας. Αντιστοίχως άκυρες κρίνονται και όλες οι διενεργούμενες, παρά τη θέση του ιδρύματος σε εκκαθάριση, διαδικαστικές πράξεις.

Κατά την ορθότερη άποψη, το δικαστήριο οφείλει να ενεργήσει αυτεπαγγέλτως, εφαρμόζοντας το άρθρο 25 ΠτΚ και κηρύσσοντας απαράδεκτη είτε την συνέχιση της διαδικασίας είτε την συζήτηση των εισαγωγικών δικογράφων και ενδίκων μέσων (ΑΠ 1261/2022).

Συνεπώς, δεν υποχρεούται ο ειδικός εκκαθαριστής να συμπεριλάβει σχετικό ισχυρισμό περί του απαραδέκτου της διαδικασίας και της συνέχισης της δίκης. Εσφαλμένη εφαρμογή της διατάξεως αυτής καθιστά αναιρετέα την απόφαση του δικαστηρίου με βάση τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1410/2022, ΑΠ 1101/2021, ΑΠ 348/2020, ΑΠ 822/2015).

Εξάλλου, οι πιστωτές της εκκαθαρίσεως ταυτίζονται με τους πιστωτές της πτωχεύσεως, όπως αυτοί ορίζονται στην επίσης εφαρμοζόμενη επί της εκκαθαρίσεως πιστωτικού ιδρύματος διάταξη του άρθρου 21 ΠτΚ, και επομένως ως τέτοιοι (πιστωτές της εκκαθαρίσεως) θεωρούνται εκείνοι που διατηρούν κατά το χρόνο θέσεως του ιδρύματος στη διαδικασία της εκκαθαρίσεως, υπαρκτή, γεννημένη, δικαστικά επιδιώξιμη, ληξιπρόθεσμη ή μη απαίτηση σε βάρος του υπό εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος.

Από τη σαφή (γραμματική) διατύπωση των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι στις ρυθμίσεις αυτών εμπίπτουν μόνο οι πιστωτές (της εκκαθαρίσεως, εν προκειμένω), όχι, όμως και οι οφειλέτες αυτής, οι οποίοι και σε περίπτωση, που επιδιώκουν με αγωγή την αναγνώριση ανυπαρξίας ή μειωμένης οφειλής τους προς το υπό εκκαθάριση πιστωτικό ίδρυμα, δεν καθίστανται, εξ αυτού του γεγονότος, πιστωτές, από οφειλέτες του, αφού δεν μεταβάλλεται, εξ αιτίας αυτού, η έννομη, συμβατική, σχέση, που τους συνδέει με το υπό εκκαθάριση πιστωτικό ίδρυμα, ήτοι της δανειακής σύμβασης, με την οποίαν αυτοί έχουν συμβληθεί ως δανειολήπτες - οφειλέτες του (ΑΠ 1101/2021, ΑΠ 348/2020, ΑΠ 22/2020).

Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 223 του ΚΠολΔ, όταν επέλθει η εκκρεμοδικία είναι απαράδεκτη η μεταβολή του αιτήματος της αγωγής. Κατ` εξαίρεση μπορεί ο ενάγων με τις προτάσεις του εωσότου περατωθεί η δίκη στον πρώτο βαθμό να περιορίσει το αίτημα της αγωγής. Με τη διάταξη αυτή, επιτρέπεται, μεταξύ των άλλων η ολική ή μερική παραίτηση του ενάγοντος από το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής και, έτσι, περιορίζεται η αγωγή στο αναγνωριστικό του δικαιώματος αίτημα, το οποίο υποκρύπτεται στο καταψηφιστικό.

Στην περίπτωση αυτή, ο περιορισμός του αιτήματος αν και, κατά τη διάταξη του άρθρου 295 παρ. 1 εδ. β` του ΚΠολΔ, θεωρείται μερική παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής (ΟλΑΠ 6/1997 και 5/1997), δεν κρίνεται κατά τις διατάξεις που αφορούν στην παραίτηση από το δικόγραφο (άρθρο 297 ΚΠολΔ), αλλά εφαρμόζονται οι διατάξεις, που προβλέπουν ειδικά τη θεμιτή μεταβολή του αιτήματος της αγωγής, με συνέπεια να μην υπόκειται στον διαγραφόμενο από το άρθρο 297 ΚΠολΔ τύπο.

Κατά συνέπεια, ο περιορισμός του αιτήματος γίνεται με βάση τη διάταξη του άρθρου 223 του ΚΠολΔ, η οποία είναι ειδική σε σχέση με εκείνη του άρθρου 297 του ίδιου κώδικα, δηλαδή γίνεται με τις προτάσεις ή όπου δεν είναι υποχρεωτική η υποβολή αυτών, με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, άλλως θεωρείται ανίσχυρος και δεν λαμβάνεται υπ` όψη.

Από την ίδια ως άνω διάταξη του άρθρου 223 του ΚΠολΔ, κατά τη σαφή λεκτική της διατύπωση, σε συνδυασμό και με το άρθρο 526 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο περιορισμός του αγωγικού αιτήματος μπορεί να γίνει έως την περάτωση της δίκης στον πρώτο βαθμό και επομένως αυτός αποκλείεται στην κατ` έφεση δίκη, στην οποία αποκρούεται, και αυτεπαγγέλτως, ως απαράδεκτος, έστω και αν συναινεί ο αντίδικος (ΑΠ 538/2019, ΑΠ 1485/2018, ΑΠ 368/2016, ΑΠ 1572/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, οι αναιρεσείοντες άσκησαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων την από 5.4.2011 αγωγή τους κατά της πρώτης των αναιρεσιβλήτων ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", η οποία δεν είχε τεθεί τότε σε ειδική εκκαθάριση, με την οποία εξέθεταν ότι είναι αγρότες και ότι για την εξυπηρέτηση των αγροτικών δραστηριοτήτων τους κατήρτισαν από το έτος 1977 και εφεξής με την εναγόμενη Αγροτική Τράπεζα τις αναφερόμενες συμβάσεις μεσοπρόθεσμων και βραχυπρόθεσμων δανείων, βάσει των οποίων τους χορηγήθηκαν συνολικά τα ποσά των 34.808,43 και 120.398,31 ευρώ.

Ότι την αποπληρωμή των ανωτέρω δανείων ρύθμισαν με τις αναφερόμενες συμβάσεις ρύθμισης οφειλών που κατήρτισαν με την εναγόμενη κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1982 έως το έτος 1999, δυνάμει των οποίων κατέβαλαν σ' αυτήν το συνολικό ποσό των 463.088,05 ευρώ. Ότι η εναγόμενη κατόπιν αιτήσεώς τους για τον επαναπροσδιορισμό της οφειλής τους σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 39 του Ν. 3259/2004, τους γνωστοποίησε με την από 30.12.2004 επιστολή της ότι το υπόλοιπο της οφειλής τους ήταν χρεωστικό ανερχόμενο στο ποσό των 364.913,09 ευρώ, ενώ στην πραγματικότητα τούτο ήταν πιστωτικό κατά 152.674,57 ευρώ και η οφειλή τους έχει εξοφληθεί.

Ότι ακόμη η εναγομένη, με απειλή λήψεως μέτρων εκτέλεσης, τους υποχρέωσε να της καταβάλουν αχρεωστήτως το ποσό των 15.866,81 ευρώ. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησαν: 1) Να αναγνωριστεί ότι η οφειλή τους προς την εναγομένη, λόγω της αγροτικής ιδιότητας τους από τις στο ιστορικό της αγωγής αναφερόμενες συμβάσεις δανείων, υπάγεται στη διάταξη του άρθρου 39 παρ. 5 του ν. 3259/2004. 2) Να αναγνωριστεί ότι οι λογαριασμοί των συναφθεισών μεταξύ αυτών και της εναγόμενης τράπεζας συμβάσεων με τους αναφερόμενους στην αγωγή αριθμούς είναι απλοί δοσοληπτικοί και όχι αλληλόχρεοι και ότι πλέον των άνω συμβάσεων δεν υπάρχει καμία άλλη μεταξύ αυτών και της τράπεζας. 3) Να αναγνωριστεί ότι οι χορηγήσεις της εναγόμενης προς αυτούς από τις μεταξύ τους συμβάσεις ανέρχονται στο ποσό των 52.886.697 δρχ ή 155.206,74 ευρώ, οι καταβολές τους ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 136.255.470 δρχ ή 463.088,05 ευρώ (όπως παραδεκτά διορθώθηκε με τις προτάσεις τους), τα οποία κατέβαλαν μέχρι την 4.8.2004 και μετά την υπαγωγή στον τρόπο υπολογισμού που καθορίζει η διάταξη της παραγράφου 5 του άρθρου 39 του ν. 3259/2004 η απαίτηση της αντιδίκου τράπεζας εναντίον τους έχει εξοφληθεί πλήρως και ολοσχερώς, με αποτέλεσμα να μη υφίσταται καμία οφειλή τους προς την αντίδικο τους και ότι παράλληλα διαμορφώνεται υπέρ αυτών (των εναγόντων) πιστωτικό υπόλοιπο ποσού 152.674,57 ευρώ (όπως παραδεκτά διορθώθηκε) αντί του ποσού των 364.913,09 ευρώ που ισχυρίζεται η εναγομένη ότι οφείλουν. 4) Να υποχρεωθεί η εναγόμενη να τους καταβάλει το ποσό των 15.866,81 ευρώ, το οποίο, με απειλή λήψης μέτρων εκτέλεσης από την εναγόμενη υποχρεώθηκαν και κατέβαλαν όπως αναλυτικά αναφέρουν, όλως αχρεωστήτως, και μάλιστα εντόκως, από την επομένη των άνω ημερομηνιών, για το κάθε ξεχωριστό ποσό, άλλως από της επιδόσεως της αγωγής μέχρι εξοφλήσεως, κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, καθόσον η τράπεζα κατέστη αδικαιολογήτως πλουσιώτερη εις βάρος τους κατά το ποσό αυτό.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθ. 28/2013 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως απαράδεκτη, λόγω του ότι η εναγόμενη τέθηκε από την 27.7.2012 σε ειδική εκκαθάριση και η επίδικη οφειλή περιλαμβάνεται στα μη μεταβιβαζόμενα σε άλλο πιστωτικό ίδρυμα περιουσιακά στοιχεία της, με συνέπεια την αναστολή των ατομικών καταδιωκτικών μέτρων κατά του υπό ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος.

Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν οι ενάγοντες την από 31.1.2014 έφεση, παραπονούμενοι για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και στρέφοντας αυτήν τόσο κατά της εναγόμενης Αγροτικής Τράπεζας, όσο και κατά της Τράπεζας Πειραιώς, ισχυριζόμενοι ότι η τελευταία νομιμοποιείται πλέον παθητικά, ιδίως όσον αφορά το καταψηφιστικό αίτημά τους για την επιστροφή των αδικαιολογήτως καταβληθέντων μετά την 4.8.2004 ποσών.

Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε η ήδη πληττόμενη με αριθ. 46/2018 οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση και δη κατά μεν της Τράπεζας Πειραιώς ως απαράδεκτη, όπως προαναφέρθηκε, κατά δε της Αγροτικής Τράπεζας ως ουσία αβάσιμη, με τις εξής σκέψεις: "Με το παράρτημα στην απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος 27-7-2012, (αποφ.

ΦΕΚ Β 2209/27-7-2012): Εντολή μεταβίβ. Μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων του υπό ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία "Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε." στην "Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε." ορίστηκαν τα εξής: 1. Στο πιστωτικό ίδρυμα με την επωνυμία "Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε." (εφεξής: "η Πειραιώς") μεταβιβάζονται όλες οι συμβατικές σχέσεις του υπό ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία "Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε." (εφεξής: "η Αγροτική") με τρίτους, στις οποίες υποκαθίσταται πλέον πλήρως η "Πειραιώς", καθώς και το σύνολο του ενεργητικού και παθητικού της "Αγροτική" (δικαιώματα, αξιώσεις, υποχρεώσεις και βάρη κάθε είδους), εκτός από τις συμβατικές σχέσεις και τα περιουσιακά στοιχεία που περιγράφονται στη συνέχεια στον αριθμό 2 υπό στοιχεία α" έως και ιστ), που αναφέρονται εφεξής συνολικά ως "μη μεταβιβαζόμενα στοιχεία".

Στα περιουσιακά στοιχεία (συμβατικές σχέσεις, ενεργητικό και παθητικό) που θα μεταβιβασθούν στην "Π." συγκαταλέγονται, εκτός αν περιλαμβάνονται στα μη μεταβιβαζόμενα στοιχεία, ιδίως τα ακόλουθα: α) Τα ταμειακά διαθέσιμα της "Αγροτική", β) γ) δ) ε) στ) Οι έννομες σχέσεις της "Αγροτική" έναντι πελατών της που πηγάζουν ή σχετίζονται με δανειακές ή άλλου είδους πιστοδοτικές συμβάσεις με αυτούς, συμπεριλαμβανομένων και αναγωγικών δικαιωμάτων της "Αγροτική" κατά πελατών της από την έκδοση εγγυητικών επιστολών ή από άλλου είδους εγγυοδοτικές συμβάσεις της "Αγροτική" με τρίτους.

Από τη μεταβίβαση εξαιρούνται έννομες σχέσεις οι οποίες πηγάζουν ή σχετίζονται με δανειακές ή άλλου είδους πιστοδοτικές συμβάσεις με πελάτες της "Αγροτική" που περιλαμβάνονται στα μη μεταβιβαζόμενα στοιχεία, ζ) η) θ)_ι) ία) ιβ) ιγ) ιδ) ιε) ιστ) ιζ) ιη) ιθ) κ) κα). Οι αξιώσεις της "Αγροτική" για αποζημίωση, ανεξαρτήτως αιτίας και θεμελίωσης (ενδοσυμβατική ή άλλη), συμπεριλαμβανομένων και αξιώσεων της ...

Από τη μεταβίβαση εξαιρούνται αξιώσεις που συνδέονται με μη μεταβιβαζόμενα στοιχεία, κβ) ... 2. Δεν μεταβιβάζονται στην "Πειραιώς" τα περιουσιακά στοιχεία (ενεργητικό, παθητικό και έννομες σχέσεις από συμβάσεις) που περιγράφονται αμέσως παρακάτω υπό τα στοιχεία α` έως και ιστ` (μη μεταβιβαζόμενα στοιχεία).

Τα μη μεταβιβαζόμενα στοιχεία διατηρούνται υπό τη δικαιοκτησία (ενεργητικό) της "Αγροτική" ή συνεχίζουν να βαρύνουν (παθητικό) την "Αγροτική". Εφόσον στα μη μεταβιβαζόμενα στοιχεία περιλαμβάνονται συμβατικές σχέσεις, σ' αυτές συμβαλλόμενη παραμένει η "Αγροτική". Τα μη μεταβιβαζόμενα στοιχεία είναι τα ακόλουθα:

α) Οι έννομες σχέσεις της "Αγροτική" με τρίτους που πηγάζουν ή σχετίζονται με συμβάσεις εργασίας .... β) γ) δ) ε) στ) ζ) Όλες οι αξιώσεις και υποχρεώσεις της "Αγροτική" έναντι τρίτων, περιλαμβανομένων και των υπαλλήλων της "Αγροτική", για καταβολή αποζημίωσης από οποιαδήποτε (συμβατική ή εξωσυμβατική) αιτία, για καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, καθώς και για απόδοση αδικαιολόγητου πλουτισμού, εφόσον συνδέονται με τα μη μεταβιβαζόμενα στοιχεία, η) θ) ι) ια) ιβ) ιγ) ιδ) Οι έννομες σχέσεις της "Αγροτική" έναντι πελατών της από δανειακές ή άλλου είδους πιστοδοτικές συμβάσεις της "Αγροτική", συμπεριλαμβανομένων και αναγωγικών δικαιωμάτων της από την έκδοση εγγυητικών επιστολών ή από άλλου είδους εγγυοδοτικές συμβάσεις της "Αγροτική" με τρίτους, οι οποίες αφορούν:

ί) οφειλές που αφορούν την αγορά ή την επισκευή ακινήτου που .... ιι) οφειλές για τις οποίες οι πιστούχοι έχουν προβεί σε ρύθμιση των οφειλών τους, είτε δικαστικά είτε εξωδικαστικά, iii) οφειλές οι οποίες πληρούν σωρευτικά τις ακόλουθες προϋποθέσεις: - θεμελιώνονται σε δανειακή ή άλλου είδους πιστοδοτική σύμβαση η οποία αποσκοπεί στη χρηματοδότηση της δραστηριότητας του πιστούχου στους κλάδους της γεωργίας, της κτηνοτροφίας, της αλιείας, των δασών ή του λοιπού αγροτικού τομέα, - ο πιστούχος δεν έχει υποχρέωση τήρησης βιβλίων κατηγορίας Γ- ο πιστούχος βρίσκεται σε υπερημερία άνω των τριακοσίων εξήντα πέντε (360) ημερών όσον αφορά την καταβολή οποιουδήποτε χρηματικού ποσού, ίν) οφειλές που δεν εμπίπτουν στις ανωτέρω κατηγορίες, εφόσον ο πιστούχος βρίσκεται σε υπερημερία άνω των ενενήντα (90) ημερών όσον αφορά την καταβολή οποιουδήποτε χρηματικού ποσού, ιε) ιστ) ....

Από τις προαναφερθείσες διατάξεις προκύπτει ότι στα μη μεταβιβαζόμενα στοιχεία περιλαμβάνονται συνολικά οι έννομες σχέσεις της "Αγροτική" έναντι πελατών της από δανειακές ή άλλου είδους πιστοδοτικές συμβάσεις της "Αγροτική", που αφορούν οφειλές που θεμελιώνονται σε δανειακή ή άλλου είδους πιστοδοτική σύμβαση η οποία αποσκοπεί στη χρηματοδότηση της δραστηριότητας του πιστούχου στους κλάδους της γεωργίας, της κτηνοτροφίας, της αλιείας, των δασών ή του λοιπού αγροτικού τομέα, με τις ειδικότερες προϋποθέσεις που αναφέρει η διάταξη.

Προκύπτει ακόμη ότι οι οφειλές αυτές είναι οφειλές με οφειλέτες - πιστούχους γεωργούς, κτηνοτρόφους και ότι οι αξιώσεις που απορρέουν από τις ως άνω συμβάσεις είτε της Αγροτικής είτε των πιστούχων γεωργών - κτηνοτρόφων κλπ. δεν μεταβιβάζονται στην Τράπεζα Πειραιώς. Διαφορετική εκδοχή θα οδηγούσε στο άτοπο οι οφειλές των ως άνω πιστούχων να παραμένουν στην Αγροτική ενώ, αν προέκυπτε οφειλή της τελευταίας προς τους πιστούχους να μεταβιβάζεται στην Τράπεζα Πειραιώς.

Με τον δεύτερο λόγο της έφεσης τους, οι ενάγοντες ήδη εκκαλούντες, ισχυρίζονται ότι και αν ακόμη ήθελε θεωρηθεί ότι παθητικά νομιμοποιείται η τελούσα σε ειδική εκκαθάριση Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος, η προσβαλλόμενη έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή κανόνα δικαίου, δεχόμενη ότι η δίκη αναστέλλεται, διότι η υπό κρίση αγωγή δεν εμπίπτει στις απαριθμούμενες στο άρθρο 25 του Πτωχευτικού Κώδικα περιπτώσεις αναστολής δίκης, διότι οι δίκες που αναστέλλονται σε περίπτωση θέσης πιστωτικού ιδρύματος σε ειδική εκκαθάριση δεν είναι όλες ανεξαιρέτως οι δίκες κατά του σε ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος, από οποιονδήποτε ενάγοντα υπό οποιαδήποτε ιδιότητα του τελευταίου και με οποιοδήποτε αντικείμενο, αλλά αποκλειστικά και μόνο οι δίκες που αποτελούν καταδιωκτικά μέτρα κατά του πιστωτικού ιδρύματος σε περιπτώσεις που αυτό εμφανίζεται ως οφειλέτης και σε υποθέσεις των οποίων το αντικείμενο αποσκοπεί στην ικανοποίηση του ενάγοντος υπό την ιδιότητα του ως δανειστή του εναγόμενου - ως οφειλέτη υπό ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος, ενώ στην προκείμενη δίκη, το σε ειδική εκκαθάριση πιστωτικό ίδρυμα, δεν ενάγεται ως οφειλέτης, ώστε να χωρεί αναστολή της δίκης κατ` αναλογική εφαρμογή του άρθρου 25 του Πτωχευτικού Κώδικα, ώστε να μπορεί να θεωρηθεί ότι η παρούσα δίκη αποτελεί απαγορευμένο από το νόμο καταδιωκτικό μέτρο κατά της τελούσας σε ειδική εκκαθάριση Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος.

Αντίθετα, η υπό κρίση αγωγή, αμφισβητεί την ιδιότητα της εναγομένης ως δανείστριας τους ζητώντας να αναγνωριστεί ότι δεν είναι οφειλέτες.

Εν προκειμένω, οι ενάγοντες, άσκησαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, την από 5-4-2011, με αριθμό κατάθεσης 101/7-4-2011 αγωγή τους, στρεφομένην κατά της πρώτης εφεσίβλητης, ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΤΕ" η οποία τότε δεν είχε τεθεί σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης.

Η αγωγή αυτή συζητήθηκε στις 19 Νοεμβρίου 2012 δηλ. μετά την θέση της εναγομένης (27-7-2012) σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης. Κατά τη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο παραστάθηκε η εναγομένη, η οποία δια της πληρεξούσιας δικηγόρου της Θεοδώρας Ντέρη, προέβαλε την ένσταση απαραδέκτου της συζητήσεως της αγωγής, με δήλωσή της, που περιελήφθη στα πρακτικά και έγινε και με την προσθήκη στις προτάσεις της κατά την ημέρα της συζητήσεως (19-11-2012) ισχυρισθείσα, ότι η εναγομένη έχει τεθεί σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης και ότι η όποια απαίτηση των εναγόντων θα πρέπει να αναγγελθεί στον ειδικό εκκαθαριστή.

Σύμφωνα με τα προαναφερθέντα η αξίωση των εναγόντων στηρίζεται σε δανειακή σύμβαση προς γεωργούς, οι από την οποία αξιώσεις δεν μεταβιβάζονται στην Τράπεζα Πειραιώς, αλλά παραμένουν στην υπό ειδική εκκαθάριση τελούσα Αγροτική Τράπεζα ως προς την οποία η συζήτηση κάθε είδους ασκηθεισών, αναγνωριστικού ή καταψηφιστικού περιεχομένου, αγωγών των πιστωτών της εκκαθάρισης κηρύσσεται ως απαράδεκτη.

Η εκκαλουμένη που έκρινε όμοια, ορθά το νόμο εφάρμοσε και ο δεύτερος λόγος της έφεσης που υποστηρίζει τ' αντίθετα πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος... ". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, επικυρώνοντας έτσι την πρωτόδικη απόφαση.

Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν οι ενάγοντες την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, με τον πρώτο λόγο της οποίας, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ισχυρίζονται ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του παραβίασε το νόμο και δη το άρθρο 25 του Πτωχευτικού Κώδικα, δεχόμενο ότι δεν επιτρέπεται η συζήτηση της αγωγής τους, ενώ, αν ορθά εφάρμοζε το νόμο, έπρεπε να δεχθεί ότι η ένδικη αγωγή τους, από το καταψηφιστικό αίτημα της οποίας παραιτήθηκαν με τα προτάσεις τους ενώπιον του Εφετείου, δεν υπάγεται στις περιπτώσεις αναστολής των καταδιωκτικών μέτρων του άρθρου 25 του Πτωχευτικού Κώδικα, καθώς η αγωγή τους δεν αποτελεί, μετά την παραίτησή τους από το καταψηφιστικό αίτημά τους και από το αίτημα αναγνώρισης πιστωτικού υπολοίπου, καταδιωκτικό μέτρο.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον οι ενάγοντες με την ένδικη αγωγή τους δεν ζητούσαν μόνο να αναγνωρισθεί η ανυπαρξία της οφειλής τους προς την εναγόμενη Αγροτική Τράπεζα, οπότε και δεν θα ετίθετο πράγματι ζήτημα εφαρμογής του άρθρου 25 του Πτωχευτικού Κώδικα, αλλά ταυτόχρονα ζητούσαν αφενός μεν να αναγνωρισθεί ότι διαμορφώνεται υπέρ αυτών πιστωτικό υπόλοιπο ποσού 152.674,57 ευρώ, αφετέρου δε να υποχρεωθεί η εναγόμενη να τους καταβάλει το ποσό των 15.866,81 ευρώ το οποίο κατέβαλαν αχρεωστήτως, αιτήματα που συνδέονται με την ιδιότητά τους ως πιστωτών του εναγόμενου πιστωτικού ιδρύματος και όχι οφειλετών, με συνέπεια να τυγχάνει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 25 του Πτωχευτικού Κώδικα, που δεν επιτρέπει την συζήτηση της ασκηθείσας αγωγής τους, η συνέχιση της οποίας αναστέλλεται αυτοδικαίως.

Και ναι μεν οι ενάγοντες με τις από 9.3.2007 προτάσεις τους ενώπιον του Εφετείου παραιτήθηκαν από μέρος του αιτητικού της αγωγής τους και δη 1) ως προς το αίτημά τους περί αναγνώρισης υπέρ αυτών πιστωτικού υπολοίπου 152.674,57 ευρώ (δεύτερο σκέλος του υπ' αριθ. 3 αιτήματός τους) και 2) έναντι μόνο της πρώτης εφεσίβλητης Αγροτικής Τράπεζας ως προς το καταψηφιστικό τους αίτημα περί καταβολής σ' αυτούς του ποσού των 15.866,81 ευρώ (υπ' αριθ. 4 αίτημα), παραμενόντων όλων των υπολοίπων αιτημάτων τους ως έχουν, πλην όμως η μερική αυτή παραίτηση των εκκαλούντων από τα αγωγικά αιτήματά τους το πρώτον στην έκκλητη δίκη ήταν απαράδεκτη, καθόσον ο περιορισμός του αγωγικού αιτήματος μπορεί να γίνει έως την περάτωση της δίκης στον πρώτο βαθμό και επομένως αυτός αποκλείεται στην κατ` έφεση δίκη, στην οποία αποκρούεται, και αυτεπαγγέλτως, ως απαράδεκτος, έστω και αν συναινεί ο αντίδικος.

Επομένως, ορθά δέχθηκε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι η ασκούμενη δια της εν λόγω αγωγής αξίωση των εναγόντων (αναιρεσειόντων) εμπίπτει στην από τη διάταξη του άρθρου 25 ΠτΚ προβλεπόμενη αυτοδίκαιη, λόγω της θέσεως και της αναιρεσιβλήτου σε καθεστώς ειδικής εκκαθαρίσεως, αναστολή των ατομικών καταδιωκτικών μέτρων των πιστωτών κατ' αυτής προς εκπλήρωση των απαιτήσεων τους και όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες είναι αβάσιμα.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 περ. β' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την άνω διάταξη, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 3/1997).

Για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός, πρέπει ο ισχυρισμός να έχει προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, να είναι νόμιμος και να ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (λυσιτελής). Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (ΑΠ 1143/2015, ΑΠ 1795/2008).

Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (Ολ. ΑΠ 3/1997, ΑΠ 194/2021, ΑΠ 1437/2017). Επίσης δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 250/2014) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.

ΑΠ 11/1996) ή παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή, που δεν ασκούσε επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ. ΑΠ 2/1989, ΑΠ 1437/2017, ΑΠ 1143/15). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναιρέσεως, από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν από αυτούς και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δη ότι δεν έλαβε υπόψη του την περιεχόμενη στις από 9.3.2017 προτάσεις τους δήλωση παραίτησής τους από το καταψηφιστικό τους αίτημα και από το αναγνωριστικό του ύψους του πιστωτικού υπολοίπου αίτημά τους, με συνέπεια να οδηγηθεί σε λανθασμένη κρίση ως προς το παραδεκτό της συζήτησης της αγωγής τους.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, καθόσον ο άνω ισχυρισμός των αναιρεσειόντων δεν αποτελεί "πράγμα", κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 8 περ. β' ΚΠολΔ. Ειδικότερα, πράγματι οι αναιρεσείοντες με τις από 9.3.2017 προτάσεις τους ενώπιον του Εφετείου παραιτήθηκαν από μέρος του αιτητικού της αγωγής τους, πλην όμως, όπως προεκτέθηκε, η παραίτηση αυτή μπορούσε να γίνει έως την περάτωση της δίκης στον πρώτο βαθμό και όχι το πρώτον στην έκκλητη δίκη και άρα ήταν απαράδεκτη.

Ως εκ τούτου δεν είχε υποχρέωση και το Εφετείο να απαντήσει σε τέτοιο απαράδεκτο ισχυρισμό, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες, αφού αυτός δεν αποτελεί "πράγμα", κατά την άνω έννοια. Εφόσον δε ήθελε εκτιμηθεί ότι προβάλλεται αιτίαση από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις προδιαληφθείσες δικονομικές διατάξεις των άρθρων 223, 297 και 526 του Κ.Πολ.Δ.

και, ως εκ τούτου, δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο. Επομένως, σε κάθε περίπτωση, ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, είναι αβάσιμος. Κατόπιν όλων αυτών, και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος για έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Τέλος, οι αναιρεσείοντες, που χάνουν τη δίκη, πρέπει να καταδικαστούν και στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις και διατυπώνουν σχετικό αίτημα (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17 Φεβρουαρίου 2020 αίτηση των Β. Τ. και Α. Τ. για αναίρεση της με αριθ. 46/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα την 1η Δεκεμβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 16 Ιανουαρίου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ