Supreme Court allows partial appeal against property dispute verdict, remanding case for retrial by different judge.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appellant's appeal against a final judgment in a property ownership dispute. The court found that the lower court failed to explicitly address the appellant's specific argument regarding a sworn affidavit, creating uncertainty about whether this evidence was properly considered. Consequently, the decision was annulled regarding the primary claim and remanded for retrial before a different judge, while dismissing other appeal grounds.
Legislator headnote
AI generatedArticles 88, 552, 553, 556, 558, 577, 580, 176, 183 of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible if procedural requirements are met, but a judgment must be annulled if the appellate court cannot ascertain with certainty whether the lower court considered specific evidence or arguments raised by the appellant.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 54 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 54/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα, Ελένη Φραγκάκη και Ζαμπέτα Στράτα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Μαΐου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. Τ. - Μ., συζ. Α. Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Ανανιάδη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Χ. του Α., κατοίκου ... και 2) διαχειριστριών της πολυκατοικίας επί της οδού ...) α. Α. Β., κατοίκου ... και β. Μ. Μ., κατοίκου ..., ως εκπροσώπων των συνιδιοκτητών, εκ των οποίων η 1η παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Διαμαντή και οι υπό στοιχ. 2α, 2β εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπυρίδωνα Διαμαντή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-12-2009 αγωγή της ήδη 1ης των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 18-2-2011 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση της ήδη αναιρεσείουσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 792/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 890/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-3-2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ζαμπέτα Στράτα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Η κρινόμενη από 10-3-2018 (με αριθ. κατάθ. 235/16-3-2018) αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμ. 890/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμολία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, στις οποίες υπάγονται και οι διαφορές από οριζόντια ιδιοκτησία (άρθρ. 614 αρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), έχει ασκηθεί νομότυπα με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στην γραμματεία του ως άνω Δικαστηρίου (άρθρ. 495 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός τριάντα ημερών από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 564 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.). Ωσαύτως, έχει κατατεθεί από την αναιρεσείουσα το παράβολο ποσού τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ, που προβλέπεται από την παρ. 3 του άρθρου 495 Κ.Πολ.Δ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 33 του ν. 4446/2016 και ισχύει για τα ένδικα μέσα που ασκούνται από 23-1-2017 και εφεξής.
Συνεπώς, ενόψει και των διατάξεων των άρθρων 552, 553 παρ. 1β, 556, 558 και 577 Κ.Πολ.Δ., είναι παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.
II. Επειδή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 88 Κ.Πολ.Δ., βάση της κατά το άρθρο αυτό ασκούμενης υπό του εναγομένου προσεπικλήσεως και της ενωμένης σ' αυτή παρεμπίπτουσας αγωγής κατά του προσεπικαλουμένου τρίτου περί καταβολής στον προσεπικαλούντα κάθε ποσού, το οποίο σε περίπτωση ευδοκιμήσεως κατ' αυτού της κύριας αγωγής, ήθελε υποχρεωθεί να καταβάλει στον κυρίως ενάγοντα, δεν μπορεί να είναι παρά μόνο η τυχόν συνδέουσα τον προσεπικαλούντα και τον προσεπικαλούμενο έννομη ειδική σχέση, από την οποία απορρέει υποχρέωση του δευτέρου να καταβάλει στον πρώτο την αποζημίωση που αξιώνει από αυτόν (προσεπικαλούντα) ο κυρίως ενάγων.
Ως εκ τούτου στοιχείο απαραίτητο του νόμω βασίμου της προσεπικλήσεως και της ενωμένης σ' αυτή παρεμπίπτουσας αγωγής είναι η ύπαρξη της άνω ειδικής σχέσεως μεταξύ προσεπικαλούντος και προσεπικαλουμένου, ενώ, σε περίπτωση που η ιστορική βάση αυτής (προσεπικλήσεως) περιέχει μόνο τον ισχυρισμό ότι αποκλειστικά υπαίτιος της ζημίας του κυρίως ενάγοντος υπήρξε ο προσεπικαλούμενος τρίτος, τότε η προσεπίκληση (με την παρεμπίπτουσα αγωγή) είναι νόμω αβάσιμη, αφού η αλήθεια αυτού του αρνητικού της κύριας αγωγής ισχυρισμού του συνεπάγεται την απόρριψή της, αίρει ταυτόχρονα και τον νομικό λόγο της κατά το άρθρο 88 Κ.Πολ.Δ.
προσεπικλήσεως και της ενωμένης σ' αυτή παρεμπίπτουσας αγωγής, ο οποίος είναι η ικανοποίηση του ηττηθέντος κυρίου διαδίκου σε μια και την αυτή δίκη, προς εξοικονόμηση χρόνου και δαπάνης.
Εν προκειμένω, η ενάγουσα Ε. Χ. (πρώτη αναιρεσίβλητη) με την ένδικη από 23-12-2009 αγωγή της κατά της εναγομένης Α. Τ. - Μ. (αναιρεσείουσας) εξέθετε ότι είναι συνιδιοκτήτρια της πολυκατοικίας επί της συμβολής των οδών ...), η οποία διέπεται από τους όρους του ν. 3741/1929, τα άρθρα 1002 και 1117 του Α.Κ. και τους όρους της με αριθμό .../1973 πράξεως συστάσεως οριζοντίων ιδιοκτησιών και κανονισμού πολυκατοικίας της συμβολαιογράφου Αθηνών Μ.
Ι. - Ν. και ειδικότερα ότι είναι κυρία του με στοιχ. Ε1 διαμερίσματος του πέμπτου ορόφου της άνω πολυκατοικίας, η δε εναγομένη είναι κυρία του με στοιχεία Ζ1 διαμερίσματος του έκτου ορόφου της ίδιας πολυκατοικίας, στο οποίο ανήκει και η βεράντα επιφανείας 80,25 τ.μ., η οποία είναι ανοικτή και αποτελεί την επέκταση του δαπέδου του διαμερίσματός της μέχρι το κατακόρυφο επίπεδο των όψεων της πολυκατοικίας, συγχρόνως δε αποτελεί και την πλάκα οροφής του διαμερίσματος της ενάγουσας, ότι εξαιτίας της πλημμελούς συντήρησης της βεράντας της εναγομένης τα όμβρια ύδατα εισέρχονται μέσω αυτής κατά τη διάρκεια των βροχοπτώσεων στο υποκείμενο διαμέρισμά της (ενάγουσας), με αποτέλεσμα να προκαλούνται σημαντικές ζημίες σ' αυτό και να καθίσταται αδύνατη η χρήση του, ότι η εναγομένη, καίτοι οχλήθηκε επανειλημμένα να επισκευάσει την υγρομόνωση της βεράντας της, επέδειξε παντελή αδιαφορία, γι' αυτό ζήτησε, πλην άλλων, να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποκαταστήσει την υγρομόνωση της βεράντας της, αλλιώς να επιτραπεί σ' αυτήν (ενάγουσα) να προβεί σε εργασίες αποκατάστασης της στεγανότητας της βεράντας της εναγομένης με δαπάνες αυτής (ενάγουσας).
Εξάλλου, με την από 18-2-2011 προσεπίκληση και την ενωμένη σ' αυτή παρεμπίπτουσα αγωγή, η εναγόμενη της κύριας αγωγής ιστορεί ότι ασκήθηκε εναντίον της η πιο πάνω αγωγή, το περιεχόμενο της οποίας παραθέτει αυτούσιο και εκθέτει περαιτέρω ότι αποκλειστικά υπαίτιος των ζημιών του διαμερίσματος της κυρίως ενάγουσας (πρώτης αναιρεσίβλητης) είναι ο κατασκευαστής της πολυκατοικίας Α.
Χ., πατέρας της και δικαιοπάροχος του άνω διαμερίσματος, καθόσον αυτός παρέλειψε να κατασκευάσει αγωγούς των ομβρίων υδάτων, που θα οδηγούσαν τα όμβρια ύδατα από τους κοινόχρηστους χώρους του δώματος και της στέγης της πολυκατοικίας στους δημοτικούς αγωγούς των ομβρίων υδάτων ή στους υπονόμους των ομβρίων ή στα ρείθρα των πεζοδρομίων, με αποτέλεσμα τα όμβρια ύδατα να οδηγούνται και να συσσωρεύονται στη βεράντα του 6ου ορόφου επιφανείας 80,25 τετρ.
μέτρων, ότι οι εν λόγω αγωγοί - υδρορροές των ομβρίων υδάτων αποτελούν κοινόκτητα και κοινόχρηστα πράγματα της πολυκατοικίας και στην τοποθέτησή τους έχουν υποχρέωση να προβούν μόνο οι συνιδιοκτήτες αυτής από κοινού και με κοινές δαπάνες, διαμέσου των εκάστοτε διαχειριστών της πολυκατοικίας, οι οποίοι ευθύνονται και υποχρεούνται να εκτελέσουν οποιαδήποτε εργασία που ενδεχομένως επιβληθεί σ' αυτήν προς αποκατάσταση της υγρομόνωσης της βεράντας της, άλλως να καταβάλουν σ' αυτήν οποιοδήποτε ποσό που ενδεχομένως υποχρεωθεί αυτή να καταβάλει στην κυρίως ενάγουσα.
Με βάση το ιστορικό αυτό ανακοίνωσε τη δίκη στις παρεμπτιπτόντως εναγόμενες - διαχειρίστριες της πολυκατοικίας (δεύτερη και τρίτη αναιρεσίβλητη) και τις προσεπικάλεσε στην ανοιγείσα δίκη μεταξύ αυτής και της ενάγουσας, με την παρεμπίπτουσα δε αγωγή ζήτησε να υποχρεωθούν οι παρεμπιπτόντως εναγόμενες να εκτελέσουν οτιδήποτε ήθελε ενδεχομένως επιβληθεί σε βάρος της, άλλως να την αποζημιώσουν για οποιοδήποτε ποσό που ήθελε ενδεχομένως επιβληθεί σε βάρος της κατά παραδοχή της κυρίας αγωγής.
Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η προσεπίκληση και η ενωμένη στο ίδιο δικόγραφο παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημιώσεως, σύμφωνα με τα προεκτεθένα στη μείζονα πρόταση αυτού του συλλογισμού, είναι νόμω αβάσιμη, καθόσον η προσεπικαλούσα ισχυρίζεται ότι αποκλειστικά υπαίτιοι για τη ζημία της κυρίως ενάγουσας υπήρξαν ο κατασκευαστής, μη διάδικος, της πολυκατοικίας και οι προσεπικαλούμενες τρίτες, υπό την ιδιότητά τους ως διαχειρίστριες της συνιδιοκτησίας της πολυκατοικίας, χωρίς να δέχεται και δική της συνυπαιτιότητα.
Επομένως, το Εφετείο, κρίνοντας ως νόμω αβάσιμη την προσεπίκληση και την ανωτέρω παρεμπίπτουσα αγωγή (επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που είχε αποφανθεί ομοίως) δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 88 Κ.Πολ.Δ. και συνακόλουθα ο περί του αντιθέτου όγδοος από τον αριθ. 1 εδ. α' (και όχι από τον αριθ. 14 που από παραδρομή αναγράφεται) του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
λόγος αναιρέσεως είναι μη νόμιμος και απορριπτέος. Περαιτέρω, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης σχετικού με το ανωτέρω κεφάλαιο της προσβαλλόμενης απόφασης, πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση ως προς τις δεύτερη και τρίτη αναιρεσίβλητες (διαχειρίστριες της πολυκατοικίας) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα αυτών (άρθρ. 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
III. Από το συνδυασμό της διατάξεων των άρθρων 1002 και 1117 του Α.Κ. και 1 παρ. 1, 3 παρ. 1, 5 και 13 του ν. 3741/1929, που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Α.Κ. με το άρθρο 54 του Εισαγωγικού του νόμου, προκύπτει ότι για να παρασχεθεί δικαστική προστασία στις μεταξύ οροφοκτητών σχέσεις απαιτείται προεχόντως να έχει συσταθεί νομίμως χωριστή κατ' ορόφους ή κατά διαμερίσματα ορόφου ιδιοκτησία, είτε διά συμφωνίας μεταξύ όλων των συνιδιοκτητών, είτε διά μονομερούς δικαιοπραξίας του κυρίου του όλου ακινήτου, είτε και διά πράξεως τελευταίας βουλήσεως αυτού και τήρηση των διατυπώσεων της μεταγραφής κατά πάσα περίπτωση.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παραγρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Τέλος, μόνη η εσφαλμένη αναφορά στο αναιρετήριο του αριθμού της διάταξης του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. δεν εμποδίζει τον Άρειο Πάγο, εκτιμώντας το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης, να υπαγάγει τις προβαλλόμενες αιτιάσεις στην ορθή διάταξη του ως άνω άρθρου, εφόσον εκτίθενται με πληρότητα όλα τα αναγκαία προς θεμελίωση του προβλεπόμενου από αυτήν λόγου αναίρεσης περιστατικά.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα είναι κυρία του υπό στοιχ. Ε1 διαμερίσματος του πέμπτου ορόφου μίας πολυκατοικίας, που βρίσκεται στην Αθήνα, στην οδό ... Η εναγόμενη είναι κυρία του υπό στοιχ. Ζ1 διαμερίσματος του έκτου ορόφου της ίδιας ως άνω πολυκατοικίας, η οποία έχει υπαχθεί στις διατάξεις του Ν. 3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 Α.Κ., δυνάμει της υπ' αριθμ. .../1973 Πράξης σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και Κανονισμού πολυκατοικίας της Συμβολαιογράφου Αθηνών Μ.
Ι. - Ν.. Μέρος της οροφής του διαμερίσματος της ενάγουσας αποτελεί η βεράντα του διαμερίσματος της εναγόμενης, που είναι στρωμένη με μάρμαρα, των οποίων όμως οι αρμοί και η υποκείμενη υγρομόνωση έχουν υποστεί βλάβες λόγω παλαιότητας της πολυκατοικίας (περίπου σαράντα ετών). Εκ του λόγου αυτού υπάρχει διαρροή των ομβρίων υδάτων σε πολλαπλά σημεία του διαμερίσματος του πέμπτου ορόφου (της ενάγουσας), που έχει προκαλέσει ζημιές σ' αυτό, και συγκεκριμένα διάβρωση των σοβάδων οροφής, καταστροφή του χρωματισμού της οροφής και των τοίχων, όπως και καταστροφή των δρύινων πατωμάτων, αλλά και μέρους της ηλεκτρικής εγκατάστασης συνεπεία προκληθέντος βραχυκυκλώματος.
Η εναγόμενη οροφοκτήτρια αρνείται να επισκευάσει (στεγανοποιήσει) και να συντηρεί την υγρομόνωση της εν λόγω βεράντας, μολονότι κατά τα προεκτεθέντα έχει την προς τούτο υποχρέωση, με αποτέλεσμα να παραβλάπτεται η χρήση του κάτω από αυτή διαμερίσματος, της ενάγουσας. Ο ισχυρισμός της περί του ότι η καταστροφή της υγρομόνωσης της βεράντας της και η εντεύθεν διαρροή των υδάτων στο διαμέρισμα της ενάγουσας οφείλεται στην έλλειψη συστήματος απορροής όμβριων υδάτων στην πολυκατοικία, δεν ασκεί έννομη επιρροή ως προς την προς επισκευή υποχρέωση, που έχει αυτή έναντι της βλαπτομένης ιδιοκτήτριας του κάτω διαμερίσματος, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα.
Ο ισχυρισμός της περί του ότι οι ζημιές στο διαμέρισμα της εναγόμενης οφείλονται σε βλάβη του συστήματος κεντρικής θέρμανσης (των κοινοχρήστων σωληνώσεων του καλοριφέρ), και αν ήθελε κριθεί ότι παραδεκτώς προβάλλεται το πρώτον ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ως οψιγενής, δεν αποδείχθηκε βάσιμος... Με βάση τα παραπάνω η εναγόμενη οφείλει να αποκαταστήσει την υγρομόνωση της παραπάνω ιδιοκτησίας της και ειδικότερα της βεράντας της συνεχόμενης του διαμερίσματός της με τρόπο σύμφωνο με τους σύγχρονους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, άλλως να επιτραπεί στην ενάγουσα να προβεί με δικές της ενέργειες και δαπάνες της εναγομένης στην αποκατάσταση του προβλήματος...
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη έκανε δεκτή την αγωγή, κατά το εν λόγω αίτημά της, κατ' αποτέλεσμα δεν έσφαλε και τα όσα αντίθετα υποστηρίζονται από την εκκαλούσα κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και η υπό κρίση έφεση στο σύνολό της". Έτσι που έκρινε το Εφετείο στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης με ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της συστάσεως νομίμως σχέσης χωριστής κατ' ορόφους ή κατά διαμερίσματα ορόφου ιδιοκτησίας επί της επίδικης πολυκατοικίας, η οποία αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για τη σύσταση της εν λόγω πράξης (από το οποίο εξαρτάται η νομική βασιμότητα της ένδικης αγωγής), καθόσον δεν αναφέρει ότι για την ως άνω πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας έχουν τηρηθεί οι διατυπώσεις της μεταγραφής.
Συνεπώς, ο πρώτος από τον αριθ. 19 (και όχι από αυτόν του αρ. 1, που από παραδρομή αναγράφεται στο αναιρετήριο) του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ως άνω αναιρετική πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς το ζήτημα της νόμιμης σύστασης χωριστής κατ' ορόφους ή κατά διαμερίσματα ορόφου ιδιοκτησίας, πρέπει να γίνει δεκτός γιατί είναι βάσιμος.
Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ. 11 περίπτωση γ' ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 346 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 2/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον υπό στοιχ. Ε' λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην ανωτέρω πλημμέλεια, διότι δεν προκύπτει απ' αυτή ότι έλαβε υπόψη, άλλως δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι έλαβε υπόψη την προσκομισθείσα παραδεκτώς με επίκληση με τις προτάσεις της αναιρεσείουσας και τότε εκκαλούσας ενώπιον του Εφετείου προσκομιζόμενη και ενώπιον του Αρείου Πάγου υπ' αριθμ. 24818/ 16.2.2015 ένορκη βεβαίωση στη Συμβολαιογράφο Αθηνών Φ.
Φ. - Ψ. του αναφερόμενου μάρτυρα Β. Γ., η οποία έλαβε χώρα μετά από νόμιμη κλήτευση σύμφωνα με τις επικαλούμενες εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Αθηνών Ι. Μ., των αντιδίκων της εφεσιβλήτων, όπως βεβαιώνεται από την Συμβολαιογράφο στην ανωτέρω ένορκη βεβαίωση, την οποία προσκόμισε προς απόδειξη του πραγματικού ισχυρισμού της που γεννήθηκε μετά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και προβλήθηκε παραδεκτά στο Εφετείο, σύμφωνα με τον οποίο ισχυρισμό προέκυψε κατά τα ανωτέρω μετά την πρωτοβάθμια συζήτηση, ότι οι διαρροές στο διαμέρισμα της ενάγουσας οφείλονταν σε βλάβη των κοινοχρήστων σωληνώσεων του συστήματος κεντρικής θερμάνσεως, ο οποίος, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμος και την οποία, αν είχε λάβει υπόψη, το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης θα ήταν διαφορετικό κατά τούτο.
Και ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος, αφού, από τη βεβαίωση που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, σύμφωνα με την οποία το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα, της ανώμοτης κατάθεσης της δεύτερης καθ' ης η προσεπίκληση - παρεμπιπτόντως εναγομένης, ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασής του, των ληφθεισών κατόπιν νομότυπης και εμπρόθεσμης κλήτευσης της αντίδικης πλευράς ενόρκων βεβαιώσεων υπ' αριθ. .../2011 ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών και .../2012 ενώπιον της συμβ/φου Αθηνών Φ.
Φ., και όλων των νομότυπα και επικαλούμενων και προσκομιζόμενων εγγράφων (σημειούμενου ότι, παρά τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από την εκκαλούσα, δεν απαιτείται να προκύπτει κλήτευση της αντίδικης πλευράς για τις ένορκες βεβαιώσεις που συντάχθηκαν για άλλη δίκη και λαμβάνονται υπόψη ως δικαστικά τεκμήρια, ούτε βεβαίως για τη σύνταξη τεχνικών εκθέσεων ιδιωτών ή και εκθέσεων αυτοψίας δημοσίων υπηρεσιών, προκειμένου να ληφθούν υπόψη ως προσκομιζόμενα έγγραφα), σε συνδυασμό με το προαναφερόμενο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, στο οποίο, μεταξύ των ληφθέντων υπόψη από το Εφετείο αποδεικτικών μέσων, δεν περιλαμβάνεται και η ως άνω ένορκη βεβαίωση, και στο οποίο αναφορικά με τον πιο πάνω ισχυρισμό αναφέρεται ότι δεν αποδείχθηκε βάσιμος, χωρίς οποιαδήποτε άλλη αναφορά, δεν προκύπτει με βεβαιότητα ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση της κρίσης του ως προς τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, έλαβε υπόψη και την ως άνω ένορκη βεβαίωση.
Μετά ταύτα, παρελκουσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την κυρία αγωγή και ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από δικαστή άλλον, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.), να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στην καταθέσασα τούτο αναιρεσείουσα (άρθρ. 495 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικαστεί η πρώτη αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ) όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την αίτηση για αναίρεση της 890/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς τις δεύτερη και τρίτη αναιρεσίβλητες.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των άνω αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Δέχεται την ως άνω αίτηση κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιο, ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη.
Αναιρεί την 890/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά το ως άνω κεφάλαιο.
Παραπέμπει αντιστοίχως την υπόθεση για νέα εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην καταθέσασα τούτο αναιρεσείουσα. Και
Καταδικάζει την πρώτη αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 22 Νοεμβρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιανουαρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ