Legislator Case Law & Legislation
54/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on Article 559 grounds, ruling factual findings are reviewable only if unsupported by evidence.

Case Number 54/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Athens Court of Appeal's decision. The appellant argued the lower court accepted unproven facts regarding the approval of a financial report without evidence. The court ruled that such factual findings are not subject to review unless they lack any evidentiary basis.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(10) and 562(1) of the Code of Civil Procedure: A cassation ground under Article 559(10) is inadmissible if the court of first instance made a factual finding based on an evaluation of evidence, even if erroneous, as such findings are not subject to appellate review.

Keywords

AI generated
Article 559 Code of Civil Procedure unproven facts cassation factual findings reviewability evidentiary basis requirement appellate court jurisdiction

Cited Legislation

AI generated
Articles 298, 299, 330(b), 914, 932 of the Civil Code
Article 559(10) of the Code of Civil Procedure
Article 562(1) of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 54 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 54/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη, Κυριάκο Οικονόμου και Αναστασία Περιστεράκη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ε. Λ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη - Διονύσιο Φιλιώτη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Κ. - Λ. του Ν., κατοίκου ... και 2) Β. Γ. Φ., συζύγου Ι. Κ. - Λ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Χαραλάμπη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-12-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4267/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 2630/2017 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18-10-2017 αίτησή του και τους από 17-11-2017 πρόσθετους αυτής λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των πρόσθετων αυτής λόγων, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Φέρονται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου,η από 18-10-2017 αίτηση αναίρεσης και οι με το από 17-11-2017 αυτοτελές δικόγραφο ασκηθέντες, παραδεκτώς πρόσθετοι λόγοι αυτής,τα δικόγραφα των οποίων πρέπει να συνεκδικαστούν λόγω της μεταξύ τους συνάφειας.

Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β', 914 και 932 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση ή (και) προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας ή (και) ηθικής βλάβης και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας.

Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξεως.

Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρεώσεως πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιΐκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας, υποχρεώσεως λήψεως ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή προκλήσεως ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων, όπως, ιδίως, επιβάλλεται, σύμφωνα με την καλή πίστη και την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, όταν ο υπαίτιος δημιούργησε ορισμένη επικίνδυνη κατάσταση, οπότε έχει υποχρέωση να λάβει κάθε ενδεικνυόμενο από τις περιστάσεις μέτρο, για την αποφυγή προκλήσεως ζημίας σε τρίτους από την κατάσταση αυτή.

Αμέλεια, ως μορφή υπαιτιότητας, υπάρχει όταν, εξαιτίας της παραλείψεως του δράστη να καταβάλει την επιμέλεια που αν κατέβαλλε -με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς εκπροσώπου του κύκλου δραστηριότητας του- θα ήταν δυνατή η αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος, αυτός (δράστης) είτε δεν προέβλεψε την επέλευση του εν λόγω αποτελέσματος, είτε προέβλεψε μεν το ενδεχόμενο επελεύσεώς του, ήλπιζε όμως ότι θα το αποφύγει.

Εξάλλου, βαριά αμέλεια μπορεί να θεωρηθεί ότι υφίσταται όταν η παρέκλιση από τη συμπεριφορά του μέσου επιμελούς ανθρώπου είναι σημαντική ασυνήθης, ιδιαιτέρως μεγάλη και φανερώνει πλήρη αδιαφορία του δράστη για τα παράνομα σε βάρος τρίτων αποτελέσματα της (ΑΠ 1668/2013). Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρ. 336 παρ. 4 ΚΠολΔ) η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως (άρθρ, 298 ΑΚ) ήταν επαρκώς ικανή (πρόσφορη) να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, το οποίο και επέφερε πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση(ΑΠ1398/2015).Περαιτέρω, κατά το άρθρο 71 ΑΚ: "Το νομικό πρόσωπο ευθύνεται για τις πράξεις ή τις παραλείψεις των οργάνων που το αντιπροσωπεύουν, εφόσον η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που τους είχαν ανατεθεί και δημιουργεί υποχρέωση αποζημίωσης, Το υπαίτιο πρόσωπο ευθύνεται επιπλέον εις ολόκληρον."Από την ανωτέρω διάταξη,σε συνδυασμό και με αυτές των διατάξεων των άρθρων 65παρ,1 και 67 του ΑΚ, σύμφωνα με τις οποίες, αντίστοιχα, "το νομικό πρόσωπο διοικείται από ένα ή περισσότερα πρόσωπα" και "όποιος έχει τη διοίκηση νομικού προσώπου φροντίζει τις υποθέσεις του και το αντιπροσωπεύει δικαστικά και εξώδικα.,.",σαφώς προκύπτουν τα ακόλουθα:

Α) Οι νόμιμες υποχρεώσεις γενικώς των νομικών προσώπων για πράξη ή παράλειψη ουσιαστικώς αφορούν τα διοικούντα και εκπροσωπούντα αυτά όργανα, ήτοι τα φυσικά πρόσωπα δια των οποίων διεξάγονται οι υποθέσεις τους και ενσαρκώνεται η βούλησή τους (ΑΠ' 641/2011)και Β)Εφόσον τα διοικούντα και εκπροσωπούντα το νομικό πρόσωπο όργανα, παραβιάσουν υπαιτίως με πράξη ή παράλειψη κανόνα που επιβάλλει επιταγή ή απαγόρευση στο νομικό πρόσωπο,τότε ευθύνονται και αυτά προσωπικά από αδικοπραξία.

Εξομοιώνεται δηλαδή η υπαίτια παράβαση από τα όργανα αυτά νόμιμης υποχρέωσης του νομικού προσώπου με υπαίτια παράβαση ίδιας νόμιμης υποχρέωσης. Κατά συνέπεια,τα διοικούντα και εκπρσσωπούντα το νομικό πρόσωπο όργανα φέρουν προσωπική αδικοπρακτική ευθύνη για τις παραβάσεις νομίμων υποχρεώσεων τόσο των ίδιων,όσο και.

των νομικών προσώπων(ΑΠ253/2013).Αν το νομικό πρόσωπο είναι ανώνυμη εταιρία,το όργανο εκπροσώπησης και διοίκησης αυτής, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων Ι8παρ.Ι και 22παρ.1εδ.α του κώδικα νόμων 2190/1920"περί ανωνύμων εταιριών" είναι το διοικητικό της συμβούλιο το οποίο δρα με συλλογικό τρόπο και είναι αρμόδιο να αποφασίζει για κάθε πράξη που αφορά στη διοίκηση της εταιρίας,στη διαχείριση της περιουσίας της και γενικά στην επιδίωξη του εταιρικού σκοπού.

Η διάκριση εξάλλου των μελών του διοικητικού συμβουλίου ανώνυμης εταιρίας σε εκτελεστικά και μη εκτελεστικά,η οποία εισήχθη με το άρθρο 3παρ,1εδ,1 και 2 του ν,3016/2002 για την εταιρική διακυβέρνηση,δεν αλλάζει τα ανωτέρω ειδικά ως προς την ευθύνη των 'μη εκτελεστικών μελών του διοικητικού της συμβουλίου έναντι των τρίτων.

Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη,"το διοικητικό συμβούλιο αποτελείται από εκτελεστικά και μη εκτελεστικά μέλη. Εκτελεστικά μέλη θεωρούνται αυτά που ασχολούνται με τα καθημερινά θέματα διοίκησης της εταιρίας,ενώ μη εκτελεστικά τα επιφορτισμένα με την προαγωγή όλων των εταιρικών ζητημάτων".Η ανωτέρω διάταξη, εξάλλου,ρυθμίζει προεχόντως την εσωτερική ευθύνη των οργάνων της ανώνυμης εταιρίας έναντι αυτής και των μετόχων και όχι την εξωτερική τους ευθύνη έναντι των τρίτων που ρυθμίζεται από τις εκάστοτε εφαρμοστέες γενικές ή ειδικές διατάξεις του αστικού δικαίου(ΑΠ472,370/2018).

Άλλωστε,όπως ευθέως αναφέρεται στο άρθρο 3 της εισηγητικής έκθεσης του ανωτέρω νόμου(3016/2002),το διοικητικό συμβούλιο της ανώνυμης εταιρίας εξακολουθεί να είναι ενιαίο συλλογικό όργανο και οι αποφάσεις του λαμβάνονται από όλα τα μέλη του,ανεξάρτητα της ιδιότητάς τους ως εκτελεστικών ή μη εκτελεστικών.

Από το σύνολο των ανωτέρω διατάξεων,σαφώς προκύπτει ότι όλα τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας, και τα μη εκτελεστικά (στα οποία άλλωστε ο προαναφερόμενος νόμος περί εταιρικής διακυβέρνησης έχει αναθέσει τις αποστολές,αφενός μεν της προαγωγής όλων των εταιρικών ζητημάτων στη χάραξη της επιχειρηματικής στρατηγικής της εταιρίας, με τη συμμετοχή τους στις οικείες συνεδριάσεις του διοικητικού της συμβουλίου, αφετέρου δε, κατ' άρθρο 7παρ.2 του ν3016/2002,την επόπτευση των εσωτερικών ελεγκτών της εταιρίας ), λαμβανομένου υπόψη ότι οι παρεχόμενες από αυτή ασφαλιστικές υπηρεσίες εμπίπτουν στην έννοια της υπηρεσίας όπως την εννοεί το άρθρο 8 του νόμου 2251/1994,περί προστασίας των καταναλωτών,(ΑΠ1101/2004) ενέχουν αδικοπρακτική ευθύνη σε περίπτωση πλημμελούς εκπλήρωσης των προβλεπομένων και από αυτόν (ν. 2251/1994) υποχρεώσεων πρόνοιας και ασφάλειας των συναλλασσομένων τρίτων προς τους οποίους παρέχει (η εταιρεία) τις ασφαλιστικές της υπηρεσίες και συνακόλουθα για τυχόν παραπλανητικές πράξεις του άρθρου 9δ του άνω νόμου (ΑΠ 535/2012).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559αριθμ.1ΚΠολΔ,αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου,στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί,ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές,καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται,είτε με ψευδή ερμηνεία,είτε με κακή εφαρμογή,δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ,ΑΠ10/2011,7/2006).Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ'ουσία την υπόθεση,η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παράβαση(ΑΠ24/2015).

Εξάλλου, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 εδαφ.

α' του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013). Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξ αιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1184/2015).

Συνεπώς, η έλλειψη νόμιμης βάσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες (άρθ. 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ) πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της αποφάσεως ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και βάσει των οποίων, ως αναγκαίων, το δικαστήριο κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απορρίψεως της αγωγής, της ενστάσεως ή της αντενστάσεως (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν κατά τα ήδη προεκτεθέντα στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης (ΟλΑΠ 27/1998).

Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου( ΑΠ 319/2017).

Ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υποθέσεως, αφού η έλλειψη νόμιμης βάσης προϋποθέτει ότι υπάρχουν ελλείψεις στην περιγραφή της εμπειρικής πραγματικότητας. Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν ιδρεύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως αόριστη ή μη νόμιμη(ΑΠ1909/2014).

Με τον πρώτο λόγο και το ένα σκέλος του δεύτερου λόγου της αίτησης αναίρεσης,ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση για παράβαση του άρθρου 559 αρ 1 και 19ΚΠοΛΔ αναφορικά με την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 65,67,71β,914,922,926και 932 ΑΚ και των άρθρων 8,9α και9δν2251/1994 καθώς και αυτών των άρθρων 18 Ι και

ΙΙΙ,20 22 Ι και ΙΙΙ του κωδ ν 2190/1929 με βάση τις οποίες έκρινε ότι αυτός ευθύνεται ως μέλος της διοικήσεως της ..., επιπλέον δε λόγω του ότι αυτή (προσβαλλομένη απόφαση)στερείται νομίμου βάσεως.

Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει την αναιρετική διαδικασία τα ακόλουθα: "Με την με αρ 15273/21.9.2009 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης (ΕΠ.Ε.Ι.Α) (Β'2028/21.9.2009), ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας της πρώτης εναγομένης ελληνικής ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "..." (μη διαδίκου στην προκειμένη δίκη).

Με την 125/2/29.7.2008 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της ως άνω Επιτροπής (ΕΠ.Ε.Ι.Α), επιβλήθηκε στην ανωτέρω ασφαλιστική επιχείρηση η οποία παρείχε, δυνάμει της 49239/4.9.1941 αποφάσεως του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας (Φ.Ε.Κ., Δελτίο Ανωνύμων Εταιρειών 279/9.9.1941), ασφαλιστικές υπηρεσίες διαφόρων κλάδων ασφαλίσεως, απαγόρευση της ελεύθερης διαθέσεως του συνόλου των περιουσιακών της στοιχείων, περιλαμβανομένων και των διατεθέντων σε ασφαλιστική τοποθέτηση......, ενώ, με την 141/31.3.2009 όμοια απόφασή της, η Επιτροπή επέβαλε στην πρώτη εναγομένη πρόστιμο ύψους 600.000 ευρώ, λόγω της μη συμμορφώσεώς της με τα οριζόμενα στην ως άνω απόφαση, της αρνήσεώς της να συνεργασθεί με τις αρχές και της εν γένει παραβατικής της συμπεριφοράς.

Ακολούθησε η διενέργεια χρηματοοικονομικού ελέγχου της πρώτης εναγομένης- επιχείρησης από τις αρμόδιες εποπτικές αρχές, μετά την ολοκλήρωση του οποίου συντάχθηκε σχετική έκθεση ελέγχου (7870/19.5.2009 έκθεση της Διευθύνσεως Χρηματοοικονομικής Εποπτείας της ΕΠ.Ε.Ι.Α.). Σύμφωνα με την έκθεση αυτή, η εταιρεία δεν διέθετε, κατά το οικονομικό έτος 2008, το απαιτούμενο περιθώριο φερεγγυότητας και το αντίστοιχο εγγυητικό κεφάλαιο, γεγονός που, κατά την εκτίμηση των αρμόδιων αρχών, εξέθετε σε σοβαρούς κινδύνους τα συμφέροντα των ασφαλισμένων και την εύρυθμη λειτουργία της ασφαλιστικής αγοράς.

Για το λόγο αυτό, με την 145/21.5.2009 απόφασή του (Β' 1027), το Δ.Σ. της ΕΠ.Ε.Ι.Α. προέβη στην εκ νέου δέσμευση του συνόλου τόσο των τεθέντων σε ασφαλιστική τοποθέτηση περιουσιακών της στοιχείων όσο και των ελεύθερων παγίων και χρηματοπιστωτικών της μέσων, καθώς και στη διατήρηση, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 17γ του ν.δ. 400/1970, της επιβληθείσης, με την 125/2/29.7.2008 προγενέστερη απόφασή του, απαγορεύσεως διαθέσεως των από 29.7.2008 πιστωτικών υπολοίπων των τραπεζικών της λογαριασμών.

Με νεότερη απόφασή του (147/2/11.6.2009), το Δ.Σ. της ΕΠ.Ε.Ι.Α. διαπίστωσε ότι η αποτίμηση των περιουσιακών στοιχείων που ελήφθησαν υπόψη για τον υπολογισμό του περιθωρίου φερεγγυότητας της εταιρείας για την οικονομική χρήση 2008 είχε γίνει κατά παρέκκλιση του άρθρου 8 του ν.δ. 400/1970 και συγκεκριμένα, κατ' εσφαλμένο υπολογισμό της υπεραξίας ακινήτων, των χρεωγράφων, των εισηγμένων σε χρηματιστήρια της Ευρωπαϊκής Ενώσεως μετοχών, των μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων και των οργανισμών συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες, καθώς και των κρατικών ομολόγων που αποτελούσαν στοιχεία του περιθωρίου φερεγγυότητας της εταιρείας.

Ύστερα από αυτά, με την 148/8/25.6.2009 απόφαση του Δ.Σ. της ΕΠ.Ε.Ι.Α. η πρώτη εναγομένη εκλήθη να υποβάλει πρόγραμμα βραχυπρόθεσμης χρηματοδοτήσεως και οικονομικής ανασυγκροτήσεως, το οποίο υποχρεωτικώς θα περιελάμβανε πρόσθετη χρηματοδότηση ύψους 237.216.328 ευρώ, ποσό το οποίο, κατά τους υπολογισμούς των αρμόδιων εποπτικών οργάνων, αντιστοιχούσε στα ποσά που απαιτούντο για τη βραχυπρόθεσμη χρηματοδότηση (215.956.1 10 ευρώ) και την οικονομική ανασυγκρότηση της εταιρείας (21.260.217 ευρώ).

Σε υλοποίηση της αποφάσεως αυτής, η πρώτη εναγομένη υπέβαλε, τελικώς, την 15.7.2009 πρόγραμμα βραχυπρόθεσμης χρηματοδοτήσεως και οικονομικής ανασυγκροτήσεως, το ποσό του οποίου ανήλθε, ωστόσο, σε 150.000.000 ευρώ αντί του, κατά τα ανωτέρω, απαιτούμενου ποσού των 237.216.328 ευρώ ....... Μετά από νέα αποτίμηση της αξίας των μετοχών του χαρτοφυλακίου της πρώτης εναγομένης, η οποία προσδιορίσθηκε στο ποσό των 14.794.232 ευρώ, και τον συνυπολογισμό στο περιθώριο φερεγγυότητας στοιχείων της ακίνητης περιουσίας της, συνολικής αξίας 18.824.477 ευρώ (ενέργειες στις οποίες προέβη η ΕΠ.Ε.Ι.Α.

κατ' αποδοχήν υποβληθέντος από την εταιρεία αιτήματος παρεκκλίσεως του άρθρου 6 του ν.δ. 400/1970), εκδόθηκε η 152/2/30.7.2009 απόφαση του Δ.Σ. της ΕΠ.Ε.Ι.Α., με την οποία επανακαθορίσθηκε το ποσό που απαιτείτο για τη συμπλήρωση του απαιτούμενου περιθωρίου φερεγγυότητας στα 203.597.619 ευρώ. Με την απόφαση αυτή αντιθέτως δεν εγκρίθηκε, το αναπροσαρμοσμένο πρόγραμμα βραχυπρόθεσμης χρηματοδοτήσεως και οικονομικής ανασυγκροτήσεως της εταιρείας, το οποίο προέβλεπε αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου σε ποσό κατώτερο του αντιστοιχούντος στην, κατά τα ανωτέρω, υστέρηση του περιθωρίου φερεγγυότητάς της (203.597.619 ευρώ).

Με την ίδια απόφαση, απορρίφθηκε, επίσης, αίτημα της εταιρείας για παράταση της προθεσμίας υλοποιήσεως του υποβληθέντος προγράμματος, διότι, όπως κρίθηκε η ύπαρξη ελλείμματος είχε γνωστοποιηθεί στην εταιρεία ήδη από το έτος 2008 και παρά ταύτα η τελευταία δεν προέβη σε συγκεκριμένες ενέργειες για την κάλυψή του, ενώ τυχόν παράταση της προθεσμίας συμμορφώσέώς της εταιρείας θα απέβαινε σε βάρος των ασφαλισμένων και θα διατηρούσε τους υφιστάμενους συστημικούς κινδύνους για την ασφαλιστική αγορά.

Κατόπιν τούτων, το διοικητικό συμβούλιο της πρώτης εναγομένης αποφάσισε στη συνεδρίαση του στις 31/7/2009 τη σύγκληση έκτακτης γενικής συνελεύσεως προγραμματισμένη στις 28/8/2009 για την αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου, ενώ ετάχθη υπέρ της άμεσης υλοποιήσεως του εγκριθέντος προγράμματος βραχυπρόθεσμης χρηματοδοτήσεως και οικονομικής ανασυγκροτήσεως έως την επιτασσόμενη προθεσμία της 15ης/9/2009, με την κατάθεση των απαιτούμενων ποσών σε ειδικούς λογαριασμούς, τηρούμενους στην ….

και στην …. υπέρ της αυξήσεως του μετοχικού της κεφαλαίου. Κατά την έκτακτη γενική συνέλευση των μετόχων της πρώτης εναγομένης, η οποία έλαβε χώρα την 28.8.2009, αποφασίσθηκε "η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου κατά το ποσό των 143.500.000 ευρώ με καταβολή μετρητών από τους μετόχους και έκδοση 205.000.000 νέων κοινών ονομαστικών μετοχών μετά ψήφου ονομαστικής αξίας 0,70 ευρώ και τιμή διαθέσεως ενός (1) ευρώ εκάστης".

Οι ενέργειες, ωστόσο, αυτές κρίθηκαν από το Δ.Σ. της ΕΠ.Ε.Ι.Α. ανεπαρκείς, με την αιτιολογία ότι η, κατά τα ανωτέρω, αύξησή του μετοχικού κεφαλαίου της πρώτης εναγομένης, δεν .αποτελούσε πλήρη συμμόρφωση προς τις προγενέστερες αποφάσεις της αρχής, διότι, κατά παράβαση των κανόνων περί αξιολογήσεως της καταλληλότητας των προσώπων που προτίθενται να συμμετάσχουν στο μετοχικό κεφάλαιο ασφαλιστικής επιχειρήσεως...., από την ως άνω απόφαση της γενικής συνελεύσεως δεν προέκυπτε η ταυτότητα των προσώπων που θα αναλάμβαναν την κάλυψη του ποσού της αυξήσεως, ιδίως, μετά την παραίτηση ορισμένων μετόχων της από τα δικαιώματα προτιμήσεως αφετέρου δε, διότι από την απόφαση αυτή δεν προέκυπτε σαφώς η πρόθεση της εταιρείας να υλοποιήσει τα προγράμματα βραχυπρόθεσμης χρηματοδοτήσεως και οικονομικής ανασυγκροτήσεις με την προτεινόμενη αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου εντός της ταχθείσης προθεσμίας, ήτοι μέχρι την 15.9.2009.

Μετά τις εξελίξεις αυτές, το Δ.Σ. της ΕΠ.Ε.Ι.Α. προέβη, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 9 του ν.δ. 400/1970, σε δέσμευση του συνόλου των τραπεζικών λογαριασμών της πρώτης εναγομένης, προς το σκοπό της διασφαλίσεως των συμφερόντων των ασφαλισμένων της (154/5Β/31.8.2009 απόφαση του Δ.Σ. της ΕΠ.Ε.Ι.Α.), ενώ, με την προαναφερθείσα 15273/21.9.2009 (Β' 2028) απόφασή του, ανακάλεσε οριστικώς, για όλους τους κλάδους ασφαλίσεως, την άδεια συστάσεως και λειτουργίας τής εταιρείας το σύνολο των περιουσιακών στοιχείων της οποίας χαρακτηρίσθηκε ως ασφαλιστική τοποθέτηση και δεσμεύθηκε.

Με την ίδια απόφαση, η πρώτη εναγομένη τέθηκε υπό καθεστώς ασφαλιστικής εκκαθαρίσεως διορίσθηκε ο επόπτης εκκαθαρίσεως και ο αναπληρωτής του, οι οποίοι ανέλαβαν την υποχρέωση να προβούν εντός σύντομης προθεσμίας στις ενέργειες που απαιτούνταν για το διορισμό εκκαθαριστή ....... Όπως επίσης προκύπτει από το προοίμιο της ανακλητικής αυτής αποφάσεως, η συνέχιση λειτουργίας της εταιρείας έθετε σε κίνδυνο τα συμφέροντα των ασφαλισμένων και δικαιούχων ασφαλίσματος, η διαφύλαξη των οποίων αποτελεί βασική προϋπόθεση για τη λειτουργία της ασφαλιστικής αγοράς, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 3, 3 παρ. 2 και 3 και 44 περ.

β' του ν.δ. 400/1970. Αυτοτελή αιτιολογικά ερείσματα της ανακλήσεως αποτέλεσαν αφενός μεν η παράλειψη συμμορφώσεως της εταιρείας προς τις απορρέουσες από την ασφαλιστική νομοθεσία υποχρεώσεις της και, ιδίως, προς εκείνες που αφορούσαν την τήρηση του ελάχιστου απαιτούμενου περιθωρίου φερεγγυότητας, οι οποίες οδήγησαν σε εκ των υστέρων έκλειψη των προϋποθέσεων νομίμου λειτουργίας της ....., αφετέρου δε η άρνησή της να υλοποιήσει εντός της ταχθείσης προς τούτο προθεσμίας τα προγράμματα βραχυπρόθεσμης χρηματοδοτήσεως και οικονομικής ανασυγκροτήσεως που, κατά τα ήδη εκτεθέντα, είχαν εγκριθεί με τις 148/8/25.6.2009 και 152/2/3.7.2009 αποφάσεις της ΕΠ.Ε.Ι.Α.........

Πρόσθετο έρεισμα για την ανάκληση της άδειας λειτουργίας της εταιρείας αποτέλεσε η πλαστότητα της εγγυητικής επιστολής που είχε προσκομίσει στην ΕΠ.Ε.Ι.Α. ο πρώτος (στην πραγματικότητα δεύτερος) εναγόμενος, πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας, (μη διάδικος επίσης στην παρούσας δίκη), προκειμένου να καλύψει το έλλειμμα του περιθωρίου φερεγγυότητας της εταιρείας, όπως προέκυπτε από το 5185/18.9.2009 έγγραφο της Τράπεζας της Ελλάδος γεγονός που, σε συνδυασμό με την εν γένει παραβατική της συμπεριφορά, έθετε σοβαρά ζητήματα αξιοπιστίας της και ενίσχυε την εν γένει αφερεγγυότητά της.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το τελευταίο Διοικητικό Συμβούλιο της πρώτης εναγομένης με θητεία από της εκλογής του κατά τη Γενική Συνέλευση της 25ης/6/2007 μέχρι την 21/9/2009, οπότε και ανακλήθηκε οριστικά η άδεια λειτουργίας της πρώτης εναγομένης, είχε την ακόλουθη συγκρότηση: ......... 3ος εναγόμενος, οι Ε. Κ. Λ.) (ήδη αναιρεσείων), δικηγόρος ήταν αντιπρόεδρος, μη εκτελεστικό μέλος από 25.6.2007 μέχρι της παραιτήσεως του την 29.7.2009 κατά τη συνεδρίαση δε της 30ης/3/2009 είχε εγκρίνει ως μέλος του ανωτέρω ΔΣ την ετήσια οικονομική έκθεση της πρώτης εναγομένης για την χρήση 1/1/-31/12 του 2008...................

Αποδείχθηκε ότι ότι οι ενάγοντες (ήδη αναιρεσίβλητοι) με τις από 30-3-2009 αιτήσεις τους αιτήθηκαν την σύναψη ασφαλιστηρίων συμβολαίων ζωής για το αποταμιευτικό πρόγραμμα "…..". Ακολούθως εκδόθηκε το υπ' αριθμ. …..81/31-3-2009 Ασφαλιστήριο συμβόλαιο, με λήπτη και ασφαλισμένο τον πρώτο ενάγοντα και δικαιούχο ασφαλίσματος σε περίπτωση θανάτου του την δεύτερη ενάγουσα, σύζυγό του και το υπ' αριθμ.

…..80/31-3-2009 Ασφαλιστήριο συμβόλαιο με λήπτρια και ασφαλισμένη τη δεύτερη ενάγουσα και δικαιούχο ασφαλίσματος σε περίπτωση θανάτου της τον πρώτο ενάγοντα, με ημερομηνία έναρξης την 30-3-2009, ημερομηνία λήξης την 30-3-2019, εφ άπαξ καταβαλόμενο καθαρό ασφάλιστρο ύψους 108.300 ευρώ, για το κάθε συμβόλαιο εγγυημένη ετήσια απόδοση ποσοστού 3% και δικαίωμα εξαγοράς μετά τριετία ενώ το πραγματικό ασφάλιστρο που καταβλήθηκε για τα ως άνω συμβόλαια ανέρχεται στο ποσό των 100.000 ευρώ από τον κάθε ενάγοντα.

Για τη σύναψη των ένδικων ασφαλιστηρίων συμβολαίων διαμεσολάβησε ο προστηθείς από την πρώτη εναγομένη Ν. Ζ. στα πλαίσια πολιτικής προώθησης των ανωτέρω προϊόντων της υπό την αιγίδα και τις οδηγίες της. Στην προσυμβατική πληροφόρηση, που ήταν καθοριστικής σημασίας για τη διαμόρφωση της δικαιοπρακτικής βούλησης των εναγόντων να συμβληθούν και κατά την παρουσίαση και διαπραγμάτευση των ένδικων ασφαλίσεων, περαιτέρω δε και κατά την προκαταβολή εφάπαξ των αντίστοιχων ασφαλίστρων εκ μέρους των εναγόντων ούτε ο ανωτέρω διαμεσολαβητής, ούτε άλλος εκπρόσωπος της πρώτης εναγομένης ενημέρωσε τους ενάγοντες για την προ του έτους 2008 υφιστάμενη δυσχερή οικονομική κατάσταση της πρώτης εναγομένης ενώ ήταν γνωστή η απαγόρευση της ελεύθερης διαθέσεως του συνόλου των περιουσιακών της στοιχείων με την 125/2/29.7.2008 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΠ.Ε.Ι.Α.

γεγονότα που, όπως ήδη αναφέρθηκε, κατά την εκτίμηση των τίρμόδιων αρχών, εξέθεταν σε σοβαρούς κινδύνους τα συμφέροντα των ασφαλισμένων και την εύρυθμη λειτουργία της ασφαλιστικής αγοράς. Αντιθέτως, παρουσιάστηκε η πρώτη εναγομένη ως οικονομικά εύρωστη και ανθηρή και η προφορική προσυμβατική πληροφόρηση συνοδεύτηκε από πληροφοριακά έγγραφα των ασφαλιστικών προϊόντων της, τα οποία επέδειξε ο παραπάνω διαμεσολαβητής στα πλαίσια των τεχνικών προώθησης των προγραμμάτων αυτών, ακολουθώντας τη στρατηγική προβολής και παρουσίασης, που υιοθέτησε η πρώτη εναγομένη διά του εκφράζοντος τη βούλησή της οργάνου, ήτοι του ΔΣ αυτής, με έμφαση στην οικονομική της ακμαιότητα.

Τα ασφαλιστήρια συμβόλαια συνοδεύονταν από έντυπο το οποίο υπογραφόταν από τον δεύτερο εναγόμενο, από τον πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο της πρώτης εναγομένης εταιρείας, στο οποίο αναγραφόταν ότι "η ….. τα τελευταία χρόνια εξελίχθηκε σ' έναν από τους ισχυρότερους ασφαλιστικούς και χρηματοοικονομικούς ομίλους της χώρας μας.

Πιστεύω ότι η επιλογή σας θα δικαιώσει τις προσδοκίες σας. Ο … με εξειδικευμένες εταιρείες προσφέρει ένα ευρύ φάσμα ασφαλιστικών, τραπεζικών και επενδυτικών υπηρεσιών". Οι παραπάνω πληροφορίες και το έντυπο ενημερωτικό υλικό που τις συνόδευε παρεμπόδισαν τους ενάγοντες να λάβουν με ορθοκρισία μια τεκμηριωμένη απόφαση συναλλαγής καθώς η κατ' αυτόν τον τρόπο προώθηση των παραπάνω ασφαλιστικών προγραμμάτων, ήταν ικανή να στρεβλώσει και πράγματι εν προκειμένω στρέβλωσε την οικονομική τους συμπεριφορά ως υποψήφιων ασφαλισμένων-καταναλωτών.

Έτσι όμως η πρώτη εναγομένη δεν χειρίστηκε δίκαια και θεμιτά τους ενάγοντες ως καταναλωτές κατά την προσυμβατική πληροφόρηση...., με αποτέλεσμα να υποστούν οι ενάγοντες ζημία ανερχόμενη στο ως άνω προκαταβληθέν από τον καθένα τους ποσό ασφαλίστρου. Αποδείχθηκε πλήρως ότι η, ελλιπής και παραπλανητική προσυμβατική πληροφόρηση των εναγόντων, είχε ως αποτέλεσμα να τους οδηγήσει σε μια απόφαση που διαφορετικά δεν θα είχαν λάβει και στη συνέχεια λίγους μήνες μετά να αιφνιδιαστούν από την εξέλιξη της συναλλακτικής σχέσης με την ανάκληση της άδειας λειτουργίας της πρώτης εναγομένης υφιστάμενοι την προαναφερόμενη ζημία, που τελεί σε άμεσο και πρόσφορο αιτιώδη αντικειμενικό σύνδεσμο με την πλημμελή παροχή των ασφαλιστικών υπηρεσιών εκ μέρους της πρώτης εναγομένης κατά παράβαση του άρθρου 8 του ν 2251/1994 στο πεδίο εφαρμογής του οποίου εμπίπτουν και οι ασφαλιστικές υπηρεσίες......

Για τη ζημία αυτή των εναγόντων ευθύνονται εις ολόκληρον οι ως άνω εκκαλούντες- εναγόμενοι μέλη του συλλογικού οργάνου ήτοι του ΔΣ της πρώτης εναγομένης (μεταξύ των οποίων και ο ήδη αναιρεσείων), καθώς η παράλειψη συμμορφώσεως της εταιρείας, προς τις απορρέουσες από την ασφαλιστική νομοθεσία υποχρεώσεις της και δη από το ν.δ. 400/1970, που σκοπεί στην προστασία και εξασφάλιση των συμφερόντων των ασφαλισμένων.......

ήδη από το έτος 2008 δημιούργησε μη αναστρέψιμη επικίνδυνη κατάσταση για τους υποψήφιους ασφαλισμένους θέτοντας σε κίνδυνο την ασφαλιστική και καταναλωτική πίστη με διακύβευμα την ανάκληση της άδειας λειτουργίας της πρώτης, όπως και έγινε. Οι ίδιοι, αποτελώντας το συλλογικό όργανο της πρώτης εναγόμενης, ανεξάρτητα από την ιδιότητά τους ως εκτελεστικών ή μη εκτελεστικών μελών του ΔΣ, ήταν επιφορτισμένοι εκ του νόμου με τη λήψη αποφάσεων που αφορούσαν το μέλλον και τη νόμιμη βιωσιμότητα της πρώτης εναγομένης αλλά και την προάσπιση της ασφαλιστικής πίστης, καθήκοντα δηλαδή που παραβίασαν με τη μαζική διάθεση ασφαλιστικών προγραμμάτων στο καταναλωτικό κοινό, όπως τα επίδικα προγράμματα που εξέρχονταν από την "οικονομική αντοχή" της πρώτης και με την προπεριγραφόμενη τεχνική προώθησης-με έμφαση δηλαδή στην οικονομική ευρωστία και δύναμη της πρώτης εναγομένης-, ενέργειες από τις οποίες όφειλαν να απέχουν ως μέλη του ανωτέρω οργάνου (ΔΣ) έχοντας συλλογική ευθύνη δράσης, η οποία ουδόλως παραλλάσει από την διάκριση του άρθρου 3 του Ν 3016/2002......Και τούτο διότι στο πεδίο εφαρμογής του υπάγονται τόσο τα εκτελεστικά όσο και τα μη εκτελεστικά μέλη όταν πρόκειται για τον πυρήνα των εταιρικών ζητημάτων, όπως εν προκειμένω η νόμιμη βιωσιμότητα της πρώτης εναγομένης και η σύννομη δράση της με τη διάθεση υγιών ασφαλιστικών προγραμμάτων στο καταναλωτικό κοινό στα πλαίσια φερεγγυότητάς της.

Οι υποχρεώσεις αυτές απορρέουν τόσο από το νδ 400/1970 περί ιδιωτικής επιχειρήσεως ασφαλίσεως που επιβάλει στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις σειρά ειδικών υποχρεώσεων, προς εξυπηρέτηση του σκοπού της προστασίας και εξασφαλίσεως των συμφερόντων των ασφαλισμένων ....... όσο και από τις διατάξεις των άρθρων 8 και 9Α δ του ν 2251/1994 "περί προστασίας καταναλωτών" αλλά και από τα χρηστά συναλλακτικά ήθη, όπως τα όρια αυτών προκύπτουν από τα άρθ. 5 του Συντάγματος 1975, 200, 281 και 288 ΑΚ αφού σύμφωνα με αυτά και τη γενική επιταγή-σύννομης δράσης δημιουργείται για τους μετερχόμενους επικίνδυνες δραστηριότητες, (όπως εν προκειμένω η διάθεση των ένδικων ελαττωματικών ασφαλιστικών προγραμμάτων χωρίς εγγυήσεις φερεγγυότητας), γενική υποχρέωση πρόνοιας, δηλαδή λήψης όλων των κατάλληλων μέτρων για την προστασία των έννομων αγαθών των τρίτων, που εύλογα εμπιστεύονται την άσκηση της δραστηριότητος (αρχή της εμπιστοσύνης).

Τέτοια κατάλληλα μέτρα εν προκειμένω ήταν η έγκαιρη από το έτος 2008 διακοπή της μαζικής διάθεσης ασφαλιστικών προγραμμάτων, όπως τα επίδικα, λαμβανομένης υπόψη της με αρ 125/2/29.7.2008 απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΠ.Ε.Ι.Α, με την οποία επιβλήθηκε στην πρώτη εναγομένη ασφαλιστική επιχείρηση η απαγόρευση της ελεύθερης διαθέσεως του συνόλου των περιουσιακών της στοιχείων, περιλαμβανομένων και των διατεθέντων σε ασφαλιστική τοποθέτηση .......

καθώς η συνέχιση της μαζικής διάθεσής τους εγκυμονούσε κινδύνους για αόριστο αριθμό ατόμων, που έπρεπε η πρώτη ως προμηθεύτρια να αποφύγει. Αντιθέτως αυτή με την ως άνω προβολή των προϊόντων της εμπέδωσε την εμπιστοσύνη των εναγόντων-συναλλασομένων της και δημιούργησε δεσμό πίστεως, επί τη βάσει του οποίας οικοδομήθηκαν οι επίδικες συμβάσεις.

Αποδείχθηκε όμως ότι τα επίδικα ασφαλιστικά προγράμματα ως συμβατικές υποχρεώσεις της προμηθεύτριας - πρώτης εναγομένης ήταν απότοκος έκνομης οργάνωσης της δραστηριότητάς της κατά παραβαση της ασφαλιστικής νομοθεσίας και η προώθησή τους δεν έγινε με τρόπο που να εξυπηρετείται η γενική υποχρέωση πρόνοιας, μέσω κυρίως του ελέγχου των επίδικων ασφαλιστικών προγραμμάτων και της διάθεσής τους.......

Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής, που είχε ως συνέπεια την διάθεση ελαττωματικών προϊόντων, δηλαδή προϊόντων που έθεσαν σε κίνδυνο ήδη από το 2008 έννομα αγαθά απροσδιόριστου αριθμού καταναλωτών, ελέγχεται ως συμπεριφορά που εξέρχεται από τα όρια της θεμιτής δράσης των εκκαλούντων-εναγομένων ως οργάνων της βούλησης της 1ης εναγομένης που επέδειξαν βαριά αμέλεια ο 3ος,......

των εναγομένων-εκκαλούντων-εφεσίβλητων (μη εκτελεστικά μέλη) .... κατά την ενάσκηση των καθηκόντων τους ως μέλη του ΔΣ της πρώτης και διαψεύδει την εμπιστοσύνη των συναλλασομένων, ως προς το προσδοκώμενο όριο ασφαλείας των επίδικων ασφαλιστικών συμβάσεων αποτελεί δε παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά (αρθ. 330 εδ' β ΑΚ) δηλαδή αδικοπρακτική συμπεριφορά (914 ΑΚ) που δικαιολογεί την επίδικη αξίωση αποζημίωσης για υλικές ζημιές και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης......

Η κρίση αυτή δεν διαφοροποιείται από τη διαμεσολάβηση του Ν. Ζ. στη σύναψη των ένδικων συμβάσεων διότι η προώθηση των προγραμμάτων αυτών εντάσσονταν στις υιοθετούμενες από την πρώτη εναγομένη τεχνικές με τη συνοδεία των ενημερωτικών φυλλαδίων εκπόνησής της.... Ούτε η απαλλακτική κρίση των με αρ 665/2016 και 422/2017 βουλευμάτων για τα μη εκτελεστικά μέλη, ασκούν επιρροή στην ένδικη αδικοπραξία λαμβανομένου υπόψη ότι η αστική αδικοπραξία είναι έννοια ευρύτερη της ποινικά άδικης πράξης.

Περαιτέρω οι παρασταθέντες 3ος,...... εναγόμενοι, με τις προτάσεις τους στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο αρκέστηκαν στην άρνηση της ευθύνης τους από την επίδικη αδικοπραξία και, δεν προέβαλαν ούτε προβάλλουν κατ' ένσταση με δόκιμο δικονομικά τρόπο δηλαδή με τη μορφή ένστασης κατά το άρθρ. 262§ 1 ΚΠολΔ κάποιο νόμιμο λόγο απαλλαγής τους και αίτημα απόρριψης της αγωγής των αντιδίκων τους εξ αυτού του λόγου, όπως δηλαδή προδιαγράφει η διάταξη του άρθρου 262 ΚΠολΔ........

Αόριστα δε κάνουν λόγο για έλλειψη ευθύνης τους είτε λόγω της ιδιότητάς τους ως μη εκτελεστικά μέλη, είτε διότι κατά τους ισχυρισμούς τους δεν ενέπιπτε στο πεδίο της ευθύνης τους ο έλεγχος των οικονομικών της πρώτης εναγομένης είτε διότι δεν συνέταξαν οι ίδιοι τις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις και αδυνατούσαν να ελέγξουν την οικονομική διαχείριση χωρίς ωστόσο να εξειδικεύουν με ποιόν τρόπο και κάτω από ποιες ειδικότερες συνθήκες εμποδίστηκαν να ασκήσουν τις νόμιμες εξουσίες τους ως μέλη του ΔΣ της πρώτης εναγομένης.

Σε κάθε δε περίπτωση όλοι, όπως ήδη προαναφέρθηκε κατά τη συνεδρίαση της 30ης/3/2009 είχαν εγκρίνει ως μέλη του ανωτέρω ΔΣ την ετήσια Οικονομική έκθεση της πρώτης εναγομένης για τη χρήση 1/1/-3 1/12 του 2008...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την από 24/3/2014 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που τον υποχρέωσε να καταβάλει σε καθένα των αναιρεσίβλητων (εις ολόκληρου με τους άλλους εναγομένους με την ιδιότητα τους ως μελών του διοικητικού συμβουλίου της επίσης εναγομένης ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας), το ποσό των 110000 ευρώ (συμπεριλαμβανομένου του ποσού των 10000 ευρώ,ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής τους βλάβης )νομιμότοκα από την επιδοση της αγωγής .

Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 65,67,71β,914,926και 932ΑΚ,καθώς και αυτές των άρθρων 8 και 9 δ του νόμου 22.51/1994, 3 ν. 3016/2002, 18 και 22 του κωδ ν2190/1920 και 55νδ400/1970, που έχουν στην προκειμένη περίπτωση εφαρμογή ως προς την ευθύνη από αδικοπραξία του αναιρεσείοντος του άρθρου 922 ΑΚ αναφερόμενο στην ευθύνη της πρώτης εναγομένης ...

και του άρθρου 20 ν2190/1920 αναφερομένου στην σύγκληση του ΔΣ της τελευταίας,στο οποίο δεν στήριξε το νόμω βάσιμο της αγωγής η προσβαλλομένη απόφαση .Ειδικότερα,με τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα με την προσβαλλόμενη απόφαση πραγματικά περιστατικά, ότι ο αναιρεσείων,ως μέλος του διοικητικού συμβουλίου της αναφερόμενης ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα και επιφορτισμένος εκ του νόμου με την λήψη αποφάσεων που αφορούσαν το μέλλον και τη νόμιμη βιωσιμότητα της, αλλά και την προάσπιση της ασφαλιστικής πίστης, καίτοι γνώριζε ότι η τελευταία,από το έτος 2008 είχε περιέλθει σε μη αναστρέψιμη και επικίνδυνη για τους υποψήφιους ασφαλισμένους οικονομική κατάσταση,λόγω μη διάθεσης του απαιτούμενού περιθωρίου φερεγγυότητας και του αντίστοιχου εγγυητικού κεφαλαίου και ότι με την 125/2/29-7-2008 απόφαση της ΕΠΕ.Ι.Α, είχε επιβληθεί στην ανωτέρω εταιρία απαγόρευση ελεύθερης διάθεσης του συνόλου των περιουσιακών της στοιχείων, περιλαμβανομένων και των διατεθέντων σε ασφαλιστική τοποθέτηση, δεν φρόντισε από βαριά αμέλεια, ώστε να διακοπεί η μαζική διάθεση ασφαλιστικών προγραμμάτων, όπως τα επίδικα που τέθηκαν υπόψη των αναιρεσιβλήτων στο στάδιο της προσυμβατικής τους πληροφόρησης και ήταν καθοριστικής σημασίας για τη διαμόρφωση της δικαιοπρακτικής τους βούλησης να συνάψουν στις 31-3- 2009 τις ασφαλιστικές συμβάσεις, δηλαδή μόλις λίγους μήνες πριν την οριστική ανάκληση της άδειας σύστασης και λειτουργίας της ασφαλιστικής εταιρίας και της δέσμευσης του συνόλου των περιουσιακών της στοιχείων,η οποία πραγματοποιήθηκε στις 21-9-2009, καταφάσκεται η ευθύνη του αναιρεσείοντος από αδικοπραξία.

Η συμπεριφορά αυτή του αναιρεσείοντος να παραβεί το απορρέον από την καταστατική του ιδιότητα καθήκον εποπτείας και ελέγχου της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας μη φροντίζοντας να λάβει τα απαιτούμενα μέτρα,που θα εξασφάλιζαν την ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια των συναλλαγέντων αναιρεσιβλήτων, αποσύροντας τα ανωτέρω ασφαλιστικά προγράμματα με το παραπλανητικό περιεχόμενο, είναι παράνομη, αφού αντίκειται τόσο στις διατάξεις του νομού 2251/1994 περί προστασίας των καταναλωτών, και αυτές του ισχύοντος στην ένδικη υπόθεση, ν,δ/τος 400/1970.που επιβάλλουν την προστασία και εξασφάλιση των συμφερόντων των ασφαλισμένων καταναλωτών όσο και στο γενικότερο πνέυμα του δικάιου και ειδικότερα στο γενικό καθήκον "του μη ζημιούν άλλον υπαιτίως".Επομένως, οι δυο πρώτοι κύριοι λόγοι της κρινόμενης αίτησης,με τους οποίους ο αναιρεσείων επικαλείται αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559αριθμ.1ΚΠολΔ,λόγω εσφαλμένης εφαρμογής, αντίστοιχα, α) των άρθρων 8 και 9δ του ν.2251/1994.επειδή αυτά εφαρμόζονται στην ασφαλιστική εταιρία όχι όμως και σ' αυτόν που ήταν απλό μη εκτελεστικό μέλος του ΔΣ αυτής, β ) των άρθρων 914,926,932 και 71 ΑΚ ως μη εφαρμοζόμενα τα ανωτέρω στα μέλη πολυμελούς ΔΣ νομικού προσώπου αν το ίδιο το μέλος του ΔΣ δεν τέλεσε αδικοπραξία,γ) των άρθρων 914,922,926,63παρ1,65,67ΑΚ, ως μη θεμελιούντα ατομική ευθύνη των μελών του ΔΣ νομικού προσώπου και δ) των άρθρων65,67,71,914,926και932 ΑΚ 18 Ι και

ΙΙ,20και22 Ι και ΙΙΙ του κωδ ν2190/1920,κατά το μέρος που το εφετείο έκρινε ότι ο ίδιος και τα λοιπά μέλη του ΔΣ της πρώτης εναγομένης διέπραξαν την αδικοπραξία της απατηλής πληροφόρησης, της μαζικής διάθεσης ασφαλιστικών προγραμμάτων στο καταναλωτικό κοινό, όπως τα επίδικα, και τη μη λήψη κατάλληλων μέτρων για την έγκαιρη διακοπή της μαζικής διάθεσης ασφαλιστικών προγραμμάτων όπως τα επίδικα, διαθέτοντας ελαττωματικά προϊόντα (ασφαλιστήρια) και θέτοντας σε κίνδυνο απεριόριστο αριθμό καταναλωτών, επιδεικνύοντας βαριά αμέλεια κατά την ενάσκηση των καθηκόντων τους ως μέλη του ΔΣ και διάψευση των συναλλασσομένων ως προς το προσδοκώμενο όριο ασφαλείας,καθόσον δεν γίνεται επίκληση σχετικής απόφασης του ΔΣ της πρώτης εναγομένης στην οποία ο ίδιος να μετείχε, είναι αβάσιμοι.

Επισημαίνεται .ότι κατά τα αναφερόμενα και στην αρχή της παρούσας,οι απορρέουσες από το νόμο 2251/1994 περί προστασίας των καταναλωτών υποχρεώσεις της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας της οποίας μέλος του διοικητικού συμβουλίου ήταν και ο αναιρεσείων, αποτελούν και δικές του υποχρεώσεις, η παράβαση των οποίων,με την μη άσκηση του επιβαλλόμενου καθήκοντος εποπτείας και ελέγχου της δράσης της, προκειμένου να αποτραπούν έκνομες δραστηριότητες δημιουργεί και για τον τελευταίο αδικοπρακτική ευθύνη,ενώ η ιδιότητά του ως μη εκτελεστικού μέλους δεν τον διαφοροποιεί ως προς την ευθύνη του για τη λήψη αποφάσεων για τα εταιρικά ζητήματα, ούτε καθιστά τον ρόλο του απλώς συμβουλευτικό,πολύ περισσότερο που είναι επιφορτισμένος με την προαγωγή όλων των εταιρικών ζητημάτων και με την εποπτεία των εσωτερικών ελεγκτών της εταιρία.

Εξάλλου η νομική βασιμότητα της ένδικης αγωγής στις διατάξεις πέραν των άρθρων που ρυθμίζουν την ευθύνη των εκπροσωπούντων το νομικό πρόσωπο και δη στο άρθρο 922 ΑΚ, αφορά την ευθύνη της πρώτης εναγομένης από τις ενέργειες των προστηθέντων από αυτήν προσώπων και όχι τον αναιρεσείοντα μέλος του ΔΣ αυτής,του οποίου η ευθύνη στηρίζεται στις λοιπές διατάξεις, ενώ το άρθρο 20 ν2190/1920 αφορά τα της σύγκλησης ΔΣ ανώνημης εταιρίας .Περαιτέρω το εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε στο προαναφερθέν αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος και της αιτιώδους συνάφειας της στην πρόκληση της επιδικασθείσας στους αναιρεσιβλήτους αποζημίωσης, επαρκείς,σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των αναφερομένων στην αρχή της παρούσας διατάξεων Τα όσα δε αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με σχετικό λόγο αναιρέσεως είναι αβάσιμα.

Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπ' όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 94/2008), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε η λήψη υπ' όψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στο δικόγραφο της αγωγής κλπ., εφ' όσον δεν επέρχεται μεταβολή της ιστορικής της βάσεως, (ΑΠ 1530/2008, ΑΠ 559/2008).

Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 388/2018). Επιπλέον, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπ' όψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 841/2017, ΑΠ 118/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση με το έτερο σκέλος του δεύτερου λόγου της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην πληττομένη απόφαση η αιτίαση ότι έλαβε υπόψη πράγματα (ισχυρισμούς) που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αλλά δεν προτάθηκαν από τους αναιρεσίβλητους με την αγωγή τους, και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι η αδικοπραξία που διέπραξε αυτός ως μέλος του ΔΣ της πρώτης εναγομένης συνίσταται στο ότι κατά παράβαση των καθηκόντων και των υποχρεώσεών του υπό την άνω ιδιότητα παρανόμως και υπαιτίως προέβη στη μαζική διάθεση των επιδίκων ασφαλιστικών προγραμμάτων και στην προώθηση αυτών με έμφαση στην οικονομική ευρωστία και δύναμη της ...

και παρέλειψε να διακόψει τη διάθεσή τους το 2008,καίτοι κάτι τέτοιο δεν αναφερόταν στην από 18-12-2010 αγωγή των εναγόντων -αναιρεσιβλήτων. Ο λόγος αυτός είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, καθ' όσον οι ως άνω αιτιάσεις συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση, και τούτο γιατί δεν προσάπτεται πλημμέλεια για λήψη υπ' όψη αυτοτελούς, κατά την προαναφερόμενη έννοια, ισχυρισμού αλλά το Εφετείο, κατόπιν εκτιμήσεως των περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, έστω και αν αυτά δεν διαλαμβάνονται ή δεν συμπίπτουν πλήρως προς τα εκτιθέμενα στην ιστορική βάση της ένδικης αγωγής, δέχθηκε τα προπαρατεθέντα, αναφορικώς προς την τέλεση αδικοπραξίας εκ μέρους του αναιρεσείοντος ως μη εκτελεστικού μέλους του ΔΣ της εταιρίας ...

σε βάρος των αναιρεσιβλήτων . Δηλαδή, τα περιστατικά αυτά, τα οποία το Εφετείο δέχθηκε ως αποδειχθέντα, αφορούν σε περαιτέρω διευκρίνιση και πληρέστερο προσδιορισμό των λεπτομερειών και συνθηκών της τέλεσης της αδικοπραξίας εκ μέρους του αναιρεσείοντος, που θεμελιώνουν την αξίωση των εναγόντων προς αποκατάσταση της ζημίας που υπέστησαν, έστω και αν τα εν λόγω περιστατικά δεν συμπίπτουν πλήρως προς τα εκτιθέμενα στους αγωγικούς ισχυρισμούς ενόψει του ότι, αφορούν στην υπό του δικαστηρίου αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ., η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάσθηκαν κανόνες δικαίου, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή αν υπάρχει λόγος αναίρεσης κατά το άρθρο 559 αρ. 19 και 20 του ίδιου Κώδικα.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 εδάφ. γ' του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νομίμως είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφ' όσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΟλΑΠ 23/2008).

Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, εάν προκύπτει από την απόφαση ότι ελήφθησαν υπ' όψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως εκάστου καθενός, εφ' όσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της αποφάσεως, προκύπτει αναμφιβόλως η λήψη υπ' όψη του αποδεικτικού μέσου.

Εξ άλλου, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται εάν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι έχει τούτο, εφ' όσον η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, συμφώνως προς την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ., στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 569/2017, ΑΠ 188/2017).

Εν προκειμένω, με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ. πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι δεν ελήφθησαν υπ' όψη από το Εφετείο νομίμως ενώπιόν του προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία αποδεικνύεται η βασιμότητα του ισχυρισμού τoυ αναιρεσείοντος περί αποκλεισμού διάπραξης εκ μέρους του της αποδοθείσας σ'αυτόν με την προσβαλλομένη απόφαση αδικοπραξίας .

Ειδικότερα ότι το εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα 665/2016 και 492/2017 απαλλακτικά βουλεύματα με τα οποία απαλλάχθηκε τόσον ο αναιρεσείων όσο και τα λοιπά μη εκτελεστικά μέλη του ΔΣ της ... σχετικά με τις παράνομες ενέργειες της εταιρίας αυτής . Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από τη ρητή βεβαίωση, που υπάρχει στο αιτιολογικό της προσβαλλομένης αποφάσεως - ότι ελήφθησαν υπ' όψη η ένορκη κατάθεση του μάρτυρα του 4ου εναγομένου στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η οποία περιέχεται στα πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του, η1013/31-1-2013 ένορκη βεβαίωση, του ...., καθώς και όλα τα νομίμως παρά των διαδίκων προσκομισθέντα έγγραφα, - αλλά και από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, και δη από τις σκέψεις και παραδοχές της, που αφορούν στους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, για την απόδειξη των οποίων επικαλείται τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπ' όψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, που διαλαμβάνονται στον κρινόμενο λόγο της αναιρέσεως, το πρώτο των οποίων μάλιστα ρητά το σχολιάζει, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός, καθορίζοντας τη βαρύτητά του ή την επιρροή του στα αποδεικτέα θέματα.

Εξ άλλου, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος που προβάλλεται η αιτίαση, ότι η εκτίμηση από το Εφετείο των ανωτέρω εγγράφων, οδηγεί σε αντίθετο αποδεικτικό πόρισμα, απ' αυτό που εδέχθη το εν λόγω δικαστήριο, είναι απαράδεκτος, καθ' όσον πρόκειται περί εκτιμήσεως πραγματικών γεγονότων, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια εκ του άρθρου 559αρ 8 του ΚΠολΔ και ειδικότερα ότι κάιτοι οι αναιρεσίβλητοι στις προτάσεις τους ενώπιον του εφετείου δεν επικαλέστηκαν ότι η Οικονομική Εκθεση της πρώτης εναγομένης για τη χρήση 1/1-31/12 2008 είχε εγκριθεί από το ΔΣ της πρώτης εναγομένης κατά τη συνεδρίαση της 31-3-2009,το δικαστήριο δέχθηκε ότι το ΔΣ στο οποίο μετείχε και ο 'ιδιος την είχε εγκρίνει κατά την συνεδρίαση της 31-3-2009, μολονότι ο ίδιος είχε αρνηθεί την συμμετοχή του στην έγκριση αυτής και δεν προσκομίστηκε πρακτικό συνεδριάσεως του ΔΣ της πρώτης εναγομένης κατά την άνω ημερομηνία.

O παρών λόγος είναι, πρωτίστως, απαράδεκτος διότι δεν αναφέρεται σε "πράγματα", κατά την έννοια που προεκτέθηκε, αλλά ανάγεται στην εκτίμηση των αποδείξεων, στην ανάλυση και στάθμισή τους και την αιτιολόγηση του εξαγόμενου απ' αυτές πορίσματος που διατυπώθηκε στην απόφαση σαφώς. Σε κάθε, όμως, περίπτωση, το Εφετείο έλαβε υπόψη του τους παραπάνω ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος και, εκ του πράγματος, τους απέρριψε.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την τροποποίηση του με το άρθρο 17 του ν. 2915/2001, συντρέχει λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο δέχθηκε ως αληθινά πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής καθιερώνεται ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι' αυτά (ΑΠ 379/2006).

Δεν ιδρύεται, όμως, ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο της ουσίας, μετά από την εκτίμηση προσκομισθέντων και αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, καταλήξει, έστω και σε εσφαλμένη περί των πραγμάτων κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, κατ' άρθρο 562 παρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 116/2018) ούτε απαιτείται να αξιολογούνται τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ούτε να αναφέρεται σε ποιο συγκεκριμένο μέσο στηρίζεται καθεμία από τις πραγματικές παραδοχές του (ΑΠ 259/2007).

Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο πρόσθετο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στο Εφετείο την πλημμέλεια από τον αριθμ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά, αναφορικά με το ότι ως μη εκτελεστικό μέλος του ΔΣ της ...

ενέκρινε δήθεν την Οικονομική έκθεση κατά τη συνεδρίασή του στις 30-3-2009,χωρίς να υπάρχει οποιαδήποτε απόδειξη για το ουσιώδες αυτό ζήτημα. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, μνημονεύονται όλα τα αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες, έγγραφα, ένορκη βεβαίωση) που το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, ανεξάρτητα από την ορθότητά του ή μη.

Κατόπιν τούτων πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (αρθ 495 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (αρθ 176,183 ΚΠολΔ)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18-10-2017 αίτηση αναίρεσης και τους από 17-11-2017 προσθέτους λόγους του Ε. Λ. κατά της 2630/2017 απόφασης του Εφετείου Αθηνών .

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά 'έξοδα των αναιρεσιβλήτων που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ .

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Νοεμβρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Ιανουαρίου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ