Legislator Case Law & Legislation
54/2015 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for one judgment and rejects appeal arguments as unfounded.

Case Number 54/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeals' decision in a labor dispute. The appellant argued the lower court ignored specific evidence, including a handwriting analysis report and a sworn statement, but the court found these documents were already considered in the final judgment. Consequently, the appeal was rejected because the appellant failed to prove the lower court omitted critical evidence or acted arbitrarily.

Legislator headnote

AI generated

Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 577§3, 108, 110§2, 498§1, 568§§1, 2, 4, 576§§1, 3, 559 παρ.11 γ' of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if the original judgment is not submitted to the court registry, and appeal grounds are rejected if the appellate court confirms that the contested decision already considered all relevant evidence.

Keywords

AI generated
Labor Dispute Appeal Procedural Admissibility Evidence Consideration Handwriting Analysis Sworn Statement Code of Civil Procedure Supreme Court Review

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 of the Code of Civil Procedure
Article 577§3 of the Code of Civil Procedure
Articles 108, 110§2, 498§1, 568§§1, 2, 4, 576§§1, 3 of the Code of Civil Procedure
Article 559 paragraph 11 letter gamma of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AP 22/2005
OL AP 58/78
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 54 / 2015 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 54/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Μιχαήλ Αυγουλέα και Χρήστο Βρυνιώτη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ετερόρρυθμης εισαγωγικής εμπορικής εταιρείας με την επωνυμία "Μ.Μ. & ΣΙΑ Ε.Ε." που εδρεύει στην Πάτρα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Βγενόπουλο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Π. Γ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-12-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 260/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 373/2013 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14-3-2014 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χρήστος Βρυνιώτης, ανέγνωσε την από 4-11-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθμ. 373/2013 απόφαση του Εφετείου Πατρών, η οποία αφού δέχθηκε την έφεση της ήδη αναιρεσείουσας και εξαφάνισε την εκκαλούμενη 260/2010 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο, το ποσό των 9222,15 ευρώ.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι επομένως, παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ). Κατά το μέρος όμως που με την αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται και η υπ' αριθμ. 260/2010 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών (πρωτόδικη απόφαση), η αναίρεση είναι απαράδεκτη, καθόσον δεν προκύπτει ότι η αναίρεση ασκήθηκε με κατάθεση του πρωτοτύπου του δικογράφου της στη γραμματεία του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση και εν προκειμένω στη γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών.

Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110§2, 498§1, 568§§1, 2 και 4, 576§§1, 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί και δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή, κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως, ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτηση την επέσπευσε εγκύρως ο απολιπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδονται τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της αυτή, κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση.

Στην προκειμένη περίπτωση προκύπτει από την προσκομιζόμενη από την αναιρεσείουσα υπ' αριθμ. 9156Γ'/4-8-2014 έκθεση του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πατρών, Γ. Α., ότι η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, επισπεύθηκε με την φροντίδα της αναιρεσείουσας η οποία προς το σκοπό αυτό, επέδωσε νομότυπα, και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο ακριβές αντίγραφο του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης με πράξη κατάθεσής της, στη γραμματεία του δευτεροβάθμιο δικαστηρίου και προσδιορισμένο χρόνο συζήτησής της στο Β1 τμήμα του Αρείου Πάγου με αριθμό πινακίου 18, την αναφερομένη στην αρχή της απόφασης αυτής δικάσιμο της 18-11-2014, κατά την οποίο ο αναιρε4σίβλητος κλήθηκε να παραστεί (άρθρα 122§1, 123, 130§1, 230§2, 498§§1 κατά την εν λόγω δικάσιμο στο ακροατήριο του δικαστηρίου κατά τη νόμιμη εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, όπως αυτό προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου, γι' αυτό πρέπει να δικασθεί ερήμην, αλλά να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτός παρών (άρθρ. 576§2 ΚΠολΔ).

Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 648 και 652 ΑΚ και 6 του α.ν. 765/1943 που κυρώθηκε με την υπ' αριθμ. 324/1946 πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 Εισ.ΝΑΚ, συνάγεται ότι η σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν ο εργαζόμενος παρέχει την εργασία του με μισθό και υποβάλλεται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες, ως προς τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο παροχής της εργασίας και να ασκεί έλεγχο και εποπτεία για τη διαπίστωση της συμμόρφωσης του εργαζομένου ως προς αυτές, ασχέτως το αν ο εργοδότης ασκεί εμπράκτως το δικαίωμα αυτό ή αφήνει περιθώρια πρωτοβουλιών στον εργαζόμενο, εφόσον η άφεση αυτή δεν φθάνει μέχρι την κατάλυση της υποχρέωσης υπακοής στον εργοδότη και δημιουργίας αντιστοίχως δικαιώματος ελεύθερης από τον έλεγχο του τελευταίου υπηρεσιακής δράσης.

Η υποχρέωση μάλιστα του εργαζομένου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του σχετικά με τον τρόπο παροχής της εργασίας, αποτελεί το βασικό γνώρισμα της ως άνω εξάρτησης, η οποία μπορεί να είναι χαλαρότερη στις περιπτώσεις που ο εργαζόμενος αναπτύσσει πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας του, λόγω των επιστημονικών ή τεχνικών του γνώσεων, αλλά θα πρέπει να υπάρχει για να θεωρηθεί η εργασία του ως εξαρτημένη (ΟλΑΠ 28/2005).

Ο χαρακτήρας δε της εργασίας ως εξαρτημένης δεν επηρεάζεται από τον τρόπο προσδιορισμού και καταβολής της αμοιβής του εργαζομένου, ούτε από άλλα δευτερεύοντα στοιχεία, όπως είναι η έκδοση δελτίων παροχής υπηρεσιών και η ασφάλιση στο Ι.Κ.Α. Αντίθετα, μίσθωση ανεξαρτήτων υπηρεσιών, επί της οποίας δεν έχουν κατ' αρχήν εφαρμογή οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, υπάρχει όταν ο εργαζόμενος παρέχει αντί μισθού τις υπηρεσίες του, χωρίς να υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία του εργοδότη ή να είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται προς τις εντολές και οδηγίες αυτού, ιδίως ως προς τον τόπο και το χρόνο παροχής των υπηρεσιών του.

Και στη σύμβαση αυτή υπάρχει κάποια δέσμευση και εξάρτηση, όπως συμβαίνει σε κάθε περίπτωση που αναλαμβάνονται υποχρεώσεις με ενοχική σύμβαση και γι' αυτό ακριβώς η συμμόρφωση του εργαζομένου προς τους όρους της σύμβασής του, που έχουν σχέση με τον τόπο ή τα χρονικά πλαίσια παροχής της εργασίας, δεν υποδηλώνουν, χωρίς άλλο, εξάρτηση αυτού από τον εργοδότη με την προεκτεθείσα έννοια.

Οπωσδήποτε το δικαίωμα του εργοδότη να δίνει εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο, τον τόπο και το χρόνο παροχής της εργασίας και να ελέγχει την συμμόρφωση του εργαζομένου προς αυτές, καθώς και η έκταση των αντίστοιχων υποχρεώσεων του τελευταίου, αποτελούν ενδεικτικά στοιχεία της ύπαρξης εξάρτησης, η οποία όμως δεν εξαρτάται μόνο από το αν συντρέχουν όλα ή περισσότερα από τα στοιχεία αυτά.

Διότι εκείνο που διακρίνει την εξαρτημένη εργασία από την ανεξάρτητη δεν είναι το ποσοτικό στοιχείο, δηλαδή η σώρευση περισσότερων ενδείξεων δέσμευσης και εξάρτησης, αλλά το ποιοτικό, δηλαδή η ιδιαίτερη ποιότητα της δέσμευσης και εξάρτησης, η οποία έχει για τον υποβαλλόμενο σε αυτήν εργαζόμενο συνέπειες, που καθιστούν απαραίτητη την ιδιαίτερη ρύθμιση της σχέσης του με τον εργοδότη και δικαιολογούν την ειδική προστασία του από το εργατικό δίκαιο.

Εξάλλου, ο χαρακτηρισμός της συμβατικής σχέσης που συνδέει, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, τους συμβαλλομένους αποτελεί ζήτημα πραγματικό και γίνεται από το δικαστήριο, με βάση τους όρους της εκάστοτε σύμβασης και μετά από εκτίμηση όλων των πραγματικών περιστατικών και των περιστάσεων κάτω από τις οποίες αυτή καταρτίστηκε και λειτούργησε και ερμηνεύοντας το περιεχόμενό της, όπως απαιτεί η καλή πίστη και τα χρηστά συναλλακτικά ήθη, χωρίς να δεσμεύεται από το νομικό χαρακτηρισμό που έδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη στη συμβατική τους σχέση (ΑΠ 1153/2012 δημοσ.

ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1327/2010 ΔΕΕ 2011, 714, ΑΠ 1435/2006 δημοσ. ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω από τις ίδιες ως άνω διατάξεις των άρθρων 648 και 652 ΑΚ προκύπτει ότι ο παραγωγός πωλήσεων (πλασιέ) μπορεί να συνδέεται με αυτόν που τον προσλαμβάνει εργοδότη με σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας, η οποία υπάρχει όταν ο παρέχων την εργασία του με μισθό, αδιαφόρως του τρόπου κατά τον οποίον αυτός καθορίζεται και καταβάλλεται, υποβάλλεται έναντι του εργοδότη σε νομική εξάρτηση που εκδηλώνεται με το δικαίωμα αυτού να ασκεί έλεγχο και εποπτεία ως προς τον τρόπο, το τόπο και το χρόνο παροχής της εργασίας και της εν γένει επιμελούς εκτέλεσης αυτής, δίδοντας τις αναγκαίες εντολές και οδηγίες προς τις οποίες είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται αυτός (ΑΠ 940/2011 ΕλλΔ 2011, 1629, ΑΠ 319/2010 δημοσ.

ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Πατρών, κρίνοντας επί αγωγής του αναιρεσιβλήτου κατά της αναιρεσείουσας, με την προσβαλλόμενη 373/2013 απόφασή του και όπως απ' αυτή προκύπτει δέχθηκε τα ακόλουθα σε σχέση με τους ερευνόμενους αναιρετικούς λόγους: Η εναγομένη διατηρεί στην Πάτρα επιχείρηση εισαγωγής και εμπορίας προϊόντων καφέ, χαρτικών, απορρυπαντικών και ειδών εξοπλισμού καταστημάτων και κέντρων εστίασης.

Στα πλαίσια προώθησης των προϊόντων αυτών την 1-5-2006 καταρτίσθηκε προφορικά μεταξύ της εναγομένης και του ενάγοντος σύμβαση με βάση την οποία ο τελευταίος ανέλαβε την υποχρέωση να προσφέρει τις υπηρεσίες του στην εναγομένη ως περιοδεύων πωλητής τούτων (πλασιέ). Ειδικότερα οι υπηρεσίες τις οποίες συμφωνήθηκε να προσφέρει ο ενάγων συνίσταντο σε πωλήσεις των προϊόντων της εναγομένης μέσα στην πόλη της Πάτρας, στην ευρύτερη περιοχή της Αχαΐας και σε γειτονικούς νομούς, σε ήδη υπάρχοντες πελάτες της, αλλά και να προσεγγίζει νέους πελάτες στην περιοχή που δραστηριοποιείται αυτή, ενώ όφειλε να την ενημερώνει σε ημερήσια βάση για τις ενέργειές του, να τηρεί το ωράριο λειτουργίας της και την εκάστοτε πολιτική της επί των πιστώσεων και των πωλήσεων, να παρακολουθεί και να την ενημερώνει για τον ανταγωνισμό στην αγορά, να ενημερώνεται αυτός για τα προϊόντα, τις συσκευασίες, τα χαρακτηριστικά, τις ιδιότητες και τις τιμές τους και να παραδίδει προϊόντα και να εισπράττει για λογαριασμό της εναγομένης, τηρώντας τις απαραίτητες διαδικασίες αυτής, όπως διαλαμβάνονται οι υποχρεώσεις του ενάγοντος στο από 20-5-2006 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ των διαδίκων με τίτλο: "ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΣΥΜΦΩΝΗΤΙΚΟ ΣΥΜΒΑΣΗ ΕΡΓΟΥ ΠΑΡΟΧΗΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ", όπως αποκάλεσαν αυτοί την ένδικη σύμβαση.

Συμφωνήθηκε ακόμα μεταξύ των διαδίκων ότι ο ενάγων θα αμείβεται για τις υπηρεσίες που θα προσφέρει με το ποσό των 810 ευρώ το μήνα και σε περίπτωση που θα πραγματοποιούσε πωλήσεις ύψους 5.500 ευρώ μηνιαίως θα ελάμβανε ανά τρίμηνο προμήθεια (bonus) 4,5% επί του τζίρου για προϊόντα ESPRESSO, 1,5% επί του τζίρου εξοπλισμού, 2,5% επί του υπόλοιπου συνολικού τζίρου (πλην NESCAFE).

Έκτοτε ο ενάγων προσέφερε τις υπηρεσίες του στην εναγομένη συνεχώς έως 24-10-2007 και συγκεκριμένα μετέβαινε κάθε πρωί στα γραφεία της, όπου χρησιμοποιούσε τις εγκαταστάσεις της και την υλικοτεχνική υποδομή της, την ενημέρωνε για τις ενέργειές του, κανόνιζε τις συναντήσεις με πελάτες και στη συνέχεια αναχωρούσε για συνάντηση με αυτούς με αυτοκίνητο που του είχε διαθέσει η εναγόμενη για τις μετακινήσεις του, η οποία τον είχε εφοδιάσει και με κινητό τηλέφωνο.

Για τις υπηρεσίες του αυτές ελάμβανε ως αμοιβή το ποσό των 810 ευρώ μηνιαίως και από τον Ιούλιο του έτους 2007 και εξής το ποσό των 900 ευρώ, όπως αποδεικνύεται από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από την εναγόμενη καρτέλα αντιπροσώπου που αφορά τον ενάγοντα και επιπλέον προμήθεια επί των πωλήσεων. Σύμφωνα με τα δεδομένα αυτά ενόψει του ότι ο ενάγων υποβαλλόταν στον έλεγχο και την εποπτεία της εναγομένης κατά τη διάρκεια της παροχής των υπηρεσιών του προς την τελευταία ως προς το χρόνο, τον τρόπο και τον τόπο εκτέλεσης αυτών, οι δε παρεχόμενες οδηγίες και εντολές της ήταν δεσμευτικές γι' αυτόν και συνεπώς τελούσε σε νομική εξάρτηση από την εναγόμενη, η σχέση που συνέδεε τους διαδίκους ήταν αυτή της εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, στην παροχή της οποίας διαρκώς απέβλεψαν οι διάδικοι και όχι της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας ή παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών, όπως ισχυρίστηκε η εναγόμενη.

Δεν μπορεί δε να συνταχθεί αντίθετη κρίση από το γεγονός ότι ο ενάγων διατηρούσε καφενείο στην Πάτρα και από το ότι ο ίδιος με την από 8-5-2006 υπεύθυνη δήλωση του ν.1599/1986 προς την εναγόμενη δήλωσε ότι συνεργαζόταν με αυτήν ως εμπορικός αντιπρόσωπος (εξωτερικές πωλήσεις) με ελεύθερη σχέση συνεργασίας και ότι τα χρήματα που θα αφορούσαν την προμήθειά του θα τα λάμβανε από την εναγόμενη με τιμολόγια παροχής υπηρεσιών και τούτο γιατί ο χαρακτηρισμός της συμβατικής σχέσης που συνέδεε τους διαδίκους γίνεται από το δικαστήριο σύμφωνα με τα αποδειχθέντα ως άνω περιστατικά και με τα αναφερόμενα στην προεκτεθείσα νομική σκέψη.

Με βάση τα γενόμενα ως άνω δεκτά, το Εφετείο Πατρών με την προσβαλλόμενη απόφασή του, με το να δεχθεί ειδικότερα ότι ο ενάγων υποβαλλόταν στον έλεγχο και την εποπτεία της εναγομένης κατά τη διάρκεια της παροχής των υπηρεσιών του προς την τελευταία, ως προς το χρόνο, τον τρόπο και τον τόπο εκτέλεσης αυτών, οι δε παρεχόμενες οδηγίες και εντολές της ήταν δεσμευτικές γι' αυτόν και συνεπώς τελούσε σε νομική εξάρτηση από την εναγομένη η σχέση που συνέδεε τον αναιρεσίβλητο με την αναιρεσείουσα ήταν αυτή της εξαρτημένης εργασίας και όχι της παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών, με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 648, 652 ΑΚ και το άρθρου 6 του α.ν. 765/43 και οι από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 αντίστοιχοι λόγοι της αναίρεσης (3ος και 4ος), είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 774/1996 Ελλ. Δνη 1996, 1597) προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρισίμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.

ΑΠ 42/2002 Ελλ Δνη 2003, 375), εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο) κατά τις παραπάνω διακρίσεις. Για την ίδρυση πάντως του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του (ΑΠ 1134/1993 Ελλ Δνη 1995, 328).

Ωστόσο στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθησαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 22/2005 Ελλ Δνη 2005, 746).

Για τη πληρότητα όμως του ίδιου λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο εκείνο προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρισίμου κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας.

Περαιτέρω, οι γνωμοδοτήσεις προσώπων με ειδικές γνώσεις δεν συνιστούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο αλλά έγγραφο, με ειδική ρύθμιση από το νόμο που εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, χωρίς να απαιτείται να αντιδιαστέλλεται από τα άλλα έγγραφα και να μνημονεύεται, ειδικά χρησιμεύει δε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Τέλος ο εκ του άρθρου 559 παρ.11 γ' αναιρετικός λόγος ιδρύεται και όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που είχε προσκομίσει και ο αντίδικος του αναιρεσείοντος (κοινό αποδεικτικό μέσο - Ολ. ΑΠ 58/78), εφόσον ο αναιρεσείων είχε επικαλεσθεί νομίμως το προσκομισθέν και αναφέρθηκε στο περιεχόμενό του προς απόδειξη δικού του ισχυρισμού ή ανταπόδειξη ισχυρισμού του αντιδίκου του.

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τους υπ' αριθμ. 1 και 2 αναιρετικούς λόγους προβάλλει τις αιτιάσεις, α)ότι η προσβαλλομένη απόφαση παρέλειψε να λάβει υπ' όψη της αποδεικτικό μέσο και συγκεκριμένα την έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, η μη λήψη υπόψη της οποίας ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αναφορικά με την κρίση της προσβαλλομένης περί του είδους της ένδικης σύμβασης και β) παρέλειψε να λάβει υπόψη της ως αποδεικτικό μέσο και συγκεκριμένα την από 5-8-2006 υπεύθυνη δήλωση του αντιδίκου της που έφερε τη μη αμφισβητηθείσα υπογραφή του και στην οποία (υπεύθυνη δήλωση) πιστοποιείται η σχέση της ένδικης σύμβασης.

Οι παραπάνω αναιρετικοί λόγοι (με αριθμ. 1 και 2) εκ του άρθρου 11γ' του ΚΠολΔ, είναι απορριπτέοι διότι, σύμφωνα με όσα αναφερθήκαν το Εφετείο, την εκ της ουσίας κρίση του σχημάτισε με βάση τα λεπτομερώς αναφερόμενα εκεί αποδεικτικά μέσα και δη τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι και συνεπώς και την αναφερόμενη στον πρώτο λόγο της αναίρεσης γραφολογική εξέταση και την από 5-8-2006 υπεύθυνη δήλωση των αναιρεσιβλήτων όπως τούτο καθίσταται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης παρά την μη ειδική μνεία των προαναφερομένων εγγράφων στην προσβαλλόμενη απόφαση και συνεπώς οι από το άρθρο 559 παρ.11 γ' πρώτος και δεύτερος λόγοι της αναίρεσης με τις αντίθετες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14-3-2014 αίτηση της ετερόρρυθμης εισαγωγικής και εμπορικής εταιρείας με την επωνυμία: "Μ.Μ. και ΣΙΑ ΕΕ" για αναίρεση της 373/2013 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Οκτωβρίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Ιανουαρίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ