Legislator Case Law & Legislation
54/2012 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against insurance company's repeated violation of court order to cease business.

Case Number 54/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Groupama Phoenix Insurance Company's appeal against the Athens Court of Appeal's decision. The insurance company argued it was merely a mediator for a foreign insurer and had repeatedly violated a prior court order to cease operations. The court held that the lower courts correctly applied Article 947 of the Code of Civil Procedure, imposing a single fine for a continuous violation rather than cumulative penalties, and found the appeal arguments legally unfounded.

Legislator headnote

AI generated

Art. 947 para.1 K.Pol.D.; When multiple violations constitute a continuous act or a single physical unit of conduct, only one fine and detention penalty apply, not cumulative ones for each minor breach.

Keywords

AI generated
continuous violation single penalty rule insurance company liability court order breach civil procedure appeal cumulative fines prohibition mediator status defense

Cited Legislation

AI generated
Art. 947 para.1 K.Pol.D.
Art. 559 no. 1 K.Pol.D.
Art. 559 K.Pol.D. no. 19
Art. 1 para. 2 letter b Law 1569/1985
Decision 16173/1996 of the Monomelous First Instance Court of Thessaloniki

Cited Case Law

AI generated
AP 147/1993
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 54 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 54/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2 ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "GROUPAMA ΦΟΙΝΙΞ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", πρώην "ΦΟΙΝΙΞ ΜΕΤΡΟΛΑΪΦ-ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΕΑΕ" (και προηγουμένως "ΦΟΙΝΙΞ-ΓΕΝΙΚΑΙ ΑΣΦΑΛΕΙΑΙ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.") που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Γεωργόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "EXPRESS SERVICE", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ι. Ρ. του Π., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Γλάστρα και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/6/2004 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 318/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1807/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1/7/2010 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τρούσας ανέγνωσε την από 14/10/2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 947 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. "όταν ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να παραλείψει ή να ανεχθεί πράξη, το δικαστήριο, για την περίπτωση που παραβεί την υποχρέωση του, απειλεί για κάθε παράβαση χρηματική ποινή έως 5.900 ευρώ υπέρ του δανειστή και προσωπική κράτηση έως ένα έτος. Αν η απειλή της χρηματικής ποινής και της προσωπικής κράτησης δεν περιέχεται στην απόφαση που καταδικάζει τον οφειλέτη να παραλείψει ή να ανεχθεί πράξη, απαγγέλλεται από το μονομελές πρωτοδικείο.

Το δικαστήριο αυτό είναι αρμόδιο να βεβαιώσει την παράβαση και να καταδικάσει στη χρηματική ποινή και στην προσωπική κράτηση ...". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι σε περίπτωση περισσότερων παραβάσεων, οι οποίες διαπιστώνονται δικαστικώς, οφείλονται ισάριθμες χρηματικές ποινές και χωρεί καταδίκη σε προσωπική κράτηση για κάθε παράβαση.

Όταν όμως, κατά την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, μέσα σε ορισμένο χρονικό διάστημα συντρέξουν περισσότερες παραβάσεις που συνιστούν διαρκή ενέργεια ή συγκροτούν μία φυσική ενότητα ενέργειας, τότε επιβάλλεται μία μόνο ποινή και όχι αθροιστικά τόσες ποινές όσες και οι μερικότερες παραβάσεις.

Περαιτέρω από την ανωτέρω διάταξη, η οποία κατά το μέρος που προβλέπει ποινές έχει χαρακτήρα κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον με αυτή θεσπίζεται ενοχή από αδικοπραξία, προκύπτει ότι για την καταδίκη του οφειλέτη στην ποινή που απείλησε το δικαστήριο με προηγούμενη απόφαση του για την περίπτωση παραβάσεως των διατάξεων της, απαιτείται να έχει ο οφειλέτης πρόθεση να παραβεί τις διατάξεις της προηγούμενης αυτής απόφασης.

Η πρόθεση όμως, ως γνώση και θέληση του παραπάνω αποτελέσματος, δεν έχει ανάγκη εξειδικεύσεως των στοιχείων που τη συγκροτούν, αλλά αρκεί να αναφέρεται στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι ο οφειλέτης ενήργησε από πρόθεση ή να συνάγεται από τα εκτιθέμενα παραδοχή του δικαστηρίου περί υπάρξεως τέτοιας προθέσεως (ΑΠ 1664/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα περιστατικά: Ο ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι ασκούν επιχείρηση παροχής οδικής βοήθειας αυτοκινήτων, από το έτος 1972 η πρώτη και από το έτος 1975 ο δεύτερος αυτών, διαθέτοντας δίκτυο σταθμών σε όλη την Ελλάδα Το έτος 1992 η πρώτη των εναγόντων μετατράπηκε σε ασφαλιστική εταιρεία, με βάση τις διατάξεις της Οδηγίας 84/64 της ΕΟΚ και του Π.Δ. 103/1990, δια των οποίων υπήχθη στις δραστηριότητες πρωτασφάλισης και παροχής οδικής βοήθειας ή τουριστικής βοήθειας στον ασφαλισμένο δικαιούχο όταν λόγω τυχαίου γεγονότος βρίσκεται σε δυσχερή θέση κατά τη μετακίνηση ή την απουσία από την κατοικία του.

Μετά ταύτα ορισμένες από τις ασφαλιστικές εταιρείες που δραστηριοποιούνταν στην Ελλάδα, οι οποίες μέχρι τότε δεν ασχολούνταν με τον συγκεκριμένο κλάδο της παροχής οδικής βοήθειας, διαβλέποντας μία ευκαιρία ανάπτυξης των δραστηριοτήτων τους και επίτευξης μεγαλύτερου κέρδους με την προσέλκυση αυξημένης πελατείας, επικαλούμενες την εφαρμογή των προαναφερόμενων διατάξεων άρχισαν να παρέχουν στους ασφαλισμένους τους και υπηρεσίες οδικής βοήθειας.

Επειδή όμως, δεν διέθεταν τα απαιτούμενα προς τούτο μέσα, κατάρτιζαν συμφωνίες με άλλες εταιρείες με σκοπό την εξασφάλιση των μέσων αυτών και ακολούθως γνωστοποιούσαν στους ασφαλισμένους τους, αλλά και ευρύτερα στο κοινό, τη νέα αυτή δραστηριότητα τους, διαφημίζοντας την. Ενόψει της πιο πάνω διαμορφωθείσας κατάστασης οι ενάγοντες, επικαλούμενοι πράξεις αθέμιτου ανταγωνισμού σε βάρος τους, άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης την από 10-4-1996 αίτηση τους, στρεφόμενη, εκτός των άλλων, και κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας, με την οποία ζήτησαν, επικαλούμενοι επείγουσα περίπτωση, τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων για την προσωρινή ρύθμιση της κατάστασης, με την απειλή χρηματική ποινής για κάθε παράβαση της απόφασης που θα εκδοθεί.

Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η 16173/1996 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε δεκτή η αίτηση και απαγορεύθηκε προσωρινά στους καθ' ων, μεταξύ των οποίων ήταν και η εναγόμενη, με την απειλή χρηματικής ποινής 300.000 δραχμών για κάθε παράβαση: α) να συνάπτουν συμβάσεις με τρίτους, στις οποίες θα περιλαμβάνεται και ο όρος παροχής οδικής βοήθειας οχημάτων, καθώς και η προσφορά παρόμοιας βοήθειας και β) να δημοσιεύουν στον τύπο διαφημίσεις ότι παρέχουν κάλυψη οδικής βοήθειας.

Ακολούθως, την 13-6-1996, οι ενάγοντες κοινοποίησαν στην εναγόμενη αντίγραφο της απόφασης αυτής, με επιταγή για συμμόρφωση προς το διατακτικό της, πλην όμως η τελευταία δε συμμορφώθηκε, αλλά παραβίασε με πρόθεση την παραπάνω απόφαση, αφού συνήψε έγγραφη συμφωνία με την αλλοδαπή (ισπανική) εταιρεία, με την επωνυμία "MAPFRE Asistencia Compania International de Seguros y Reaseguros", η οποία έχει έδρα στην Μαδρίτη της Ισπανίας και διατηρεί υποκατάστημα στην Ελλάδα, δυνάμει του από 22-7-1999 ιδιωτικού συμφωνητικού, με την οποία ανέλαβε την υποχρέωση να υποδεικνύει στην ασφαλίστρια εταιρεία πελάτες, οι οποίοι είχαν ασφαλίσει τα αυτοκίνητα τους στον κλάδο αστικής ευθύνης αυτής, προκειμένου να συνάψουν μαζί της σύμβαση παροχής οδικής βοήθειας.

Στα πλαίσια της συμφωνίας αυτής, η ως άνω αλλοδαπή εταιρεία κατά το χρονικό διάστημα από 14-4-2000 έως 16-10-2003, κατάρτισε τριάντα πέντε (35) συμβάσεις οδικής βοήθειας προς αντίστοιχους ασφαλισμένους της εναγομένης, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην απόφαση. Σε όλες τις προαναφερόμενες συμβάσεις παροχής οδικής βοήθειας, συνεχίζει το Εφετείο, φέρεται μεν συμβαλλόμενη ως ασφαλίστρια η προαναφερόμενη ισπανική εταιρεία, πλην όμως στην πραγματικότητα την ιδιότητα αυτή είχε η εναγόμενη, ενώ η εμφάνιση της τελευταίας ως διαμεσολαβούσας στην κατάρτιση των συμβάσεων αυτών ανάμεσα στην ως άνω αλλοδαπή εταιρεία και στους παραπάνω ασφαλισμένους της για την κάλυψη της αστικής ευθύνης, ήταν προσχηματική και αποκλειστικό σκοπό είχε την αποφυγή των συνεπειών από την απαγόρευση της παραπάνω απόφασης των ασφαλιστικών μέτρων.

Τούτο αποδεικνύεται από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στην αντίστοιχη θέση της παρούσας και κυρίως από το αναφερόμενο και παραπάνω από 22-7-1999 ιδιωτικό συμφωνητικό που καταρτίστηκε μεταξύ της εναγομένης και της ως άνω αλλοδαπής εταιρείας. Συγκεκριμένα, στο συμφωνητικό αυτό αναγράφονται κατά λέξη τα ακόλουθα:

α) στο κεφάλαιο "ΛΟΙΠΕΣ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΤΩΝ ΜΕΡΩΝ-ΑΣΦΑΛΙΣΤΡΑ" και στον όρο 1.1 αυτού "Η Συμβαλλομένη (εναγόμενη) αναλαμβάνει την υποχρέωση ... να εισπράττει από τους ασφαλισμένους για λογαριασμό του Ασφαλιστή (αλλοδαπή εταιρεία) τα ασφάλιστρα, εκδίδοντας για λογαριασμό του Ασφαλιστή τις αντίστοιχες αποδείξεις οι οποίες ενσωματώνονται στις βεβαιώσεις ασφάλισης οδικής βοήθειας", β) στον όρο 1.3 ότι "Η απόδοση στον Ασφαλιστή από τη Συμβαλλομένη των κατά τα ανωτέρω συμφωνηθέντων ασφαλίστρων γίνεται ...

δια καταβολής από αυτή κάθε μήνα του 1/12 του ετήσιου μικτού ασφαλίστρου για κάθε ένα όχημα" και τέλος στο κεφάλαιο με τον τίτλο "ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΙ" και στον όρο 3.1 ότι "... μετά το τέλος κάθε ημερολογιακού μήνα και μέσα στις πρώτες εργάσιμες ημέρες η Συμβαλλόμενη θα παραδίδει στον Ασφαλιστή σε ηλεκτρονικά μέσα α) αρχείο που θα περιέχει τα ασφαλισμένα οχήματα για οδική βοήθεια και β) αρχείο που θα περιέχει τις ακυρώσεις των συμβολαίων των οχημάτων των οποίων διεκόπη η κάλυψη της οδικής βοήθειας και τις τυχόν επιστροφές ασφαλίστρων".

Από τα παραπάνω προκύπτει η ύπαρξη πρόθεσης εκ μέρους της εναγομένης για καταστρατήγηση του διατακτικού της ανωτέρω 16173/1996 απόφασης ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, αφού η ίδια η εναγόμενη εισέπραττε από τους ασφαλισμένους της αλλοδαπής εταιρείας, (που ήσαν δικοί της ασφαλισμένοι), τα ασφάλιστρα και εξέδιδε τις σχετικές αποδείξεις και τις αντίστοιχες βεβαιώσεις Ασφάλισης Οδικής Βοήθειας, ενώ από τα ασφάλιστρα που η ίδια είχε εισπράξει από αυτούς κατέβαλε στην φερόμενη ως ασφαλίστρια μόνον το 1/12 αυτών, παρακρατώντας για τον εαυτό της τα 11/12, δηλαδή, ποσοστό 90% αυτών, που βεβαίως δεν αντιστοιχεί σε υπηρεσίες απλής διαμεσολάβησης, όπως αβασίμως ισχυρίζεται η εναγόμενη.

Επίσης, η τελευταία ήταν εκείνη που διατηρούσε αρχείο των ασφαλισμένων στην ασφαλίστρια εταιρεία για παροχή οδικής βοήθειας, καθώς και αρχείο των συμβολαίων που είχαν για οποιοδήποτε λόγο ακυρωθεί, στοιχεία τα οποία με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας οφείλει να διατηρεί ο κυρίως συμβαλλόμενος ασφαλιστής και όχι ο διαμεσολαβητής, όπως και πάλι αβασίμως ισχυρίζεται ότι ήταν η εναγόμενη εταιρεία.

Η κρίση αυτή ενισχύεται και από το γεγονός ότι όλες οι προαναφερόμενες συμβάσεις παροχής οδικής βοήθειας καταρτίστηκαν ταυτόχρονα με την ασφάλιση αστικής ευθύνης στην εναγόμενη, ενώ στο αναφερόμενο και παραπάνω ιδιωτικό συμφωνητικό περιλαμβάνεται όρος, σύμφωνα με τον οποίο επέρχεται ακύρωση ή αναστολή της ασφάλισης παροχής οδικής βοήθειας από την ασφαλίστρια, σε περίπτωση ακύρωσης ή αναστολής του αντίστοιχου ασφαλιστηρίου συμβολαίου αστικής ευθύνης του κλάδου αυτοκινήτων που έχει συνάψει ο ασφαλισμένος με την εναγόμενη, δηλαδή οι δύο συμβάσεις ήσαν απόλυτα συνδεδεμένες μεταξύ τους σαν να ήταν ασφαλίστρια η ίδια εταιρεία.

Επιπρόσθετα πρέπει να σημειωθεί ότι πάγια τακτική της ως άνω αλλοδαπής εταιρείας ήταν η κατάρτιση συμβάσεων οδικής βοήθειας με ασφαλιστικές εταιρείες και αντιπροσωπείες αυτοκινήτων που αναλαμβάνουν αυτές να πωλούν την οδική βοήθεια μέσα από τα δικά τους προϊόντα, όπως προκύπτει από το από 5-4-2000 δελτίο τύπου της θυγατρικής της ως άνω αλλοδαπής εταιρείας MAPFRE Asistencia Compania, που εδρεύει στην Ελλάδα και όχι η κατάρτιση συμβάσεων με μεμονωμένους ασφαλισμένους, όπως συνέβη στην επίδικη περίπτωση Επομένως από τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά αποδεικνύεται ότι στην πραγματικότητα ασφαλίστρια στις επίδικες συμβάσεις οδικής βοήθειας ήταν η εναγόμενη εταιρεία, η οποία ενήργησε με τον συγκεκριμένο τρόπο από πρόθεση για παραβίαση του ουσιαστικού περιεχομένου των απαγορευτικών διατάξεων της ως άνω 16173 /1996 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Από το γεγονός δε ότι στις βεβαιώσεις οδικής βοήθειας που η εναγόμενη παρέδιδε στους ασφαλισμένους της, καθώς και σε όλο το σχετικό έντυπο υλικό, φαίνεται να βεβαιώνεται ότι την οδική βοήθεια στους ασφαλισμένους αυτούς για τα οχήματα τους, την παρέχει η ως άνω αλλοδαπή εταιρεία, δεν αναιρείται το προαναφερόμενο συμπέρασμα, αλλά αντίθετα αποδεικνύεται από αυτό, ενόψει των παραπάνω περιστατικών που αποδείχτηκαν, ο προσχηματικός χαρακτήρας της ιδιότητας της εναγομένης ως διαμεσολαβούσας στην κατάρτιση των επίδικων συμβάσεων παροχής οδικής βοήθειας.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος κατ' ουσία ο ισχυρισμός τον οποίο παραδεκτά πρόβαλε η εναγόμενη ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με τις πρωτόδικες προτάσεις της και τον οποίο επαναφέρει προς κρίση και ενώπιον του παρόντος, ως αυτοτελή (πρώτο) λόγο της κρινόμενης έφεσης της, ισχυριζόμενη ότι ασφαλίστρια εταιρεία στις επίδικες συμβάσεις αυτές είναι η αλλοδαπή (ισπανική) εταιρεία, με την επωνυμία "MAPFRE Asistencia Compania International de Seguros y Reaseguros", στην οποία η ίδια (εναγόμενη) τοποθέτησε σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 εδ.

β' Κωδ. Νόμου 1569/1985, μέρος των ασφαλιστικών εργασιών της, στα πλαίσια των οποίων απλά διαμεσολάβησε μεταξύ αυτής και των αντισυμβαλλομένων της στις προαναφερόμενες συμβάσεις. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία αφού είχε κρίνει ομοίως, είχε δεχθεί την αγωγή των αναιρεσιβλήτων και είχε υποχρεώσει την αναιρεσείουσα να καταβάλλει σε καθένα από τους αναιρεσίβλητους το ποσό των 30.814 ευρώ για την επανειλημμένη παραβίαση της προαναφερθείσας απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δεν παραβίασε την ως άνω διάταξη του άρθρου 947 παρ.1 Κ.Πολ.Δ, η οποία διάταξη (και μόνο αυτή, όπως εκτιμάται), φέρεται ότι παραβιάστηκε ευθέως, αφού, με την παραδοχή ότι η αναιρεσείουσα ήταν η ασφαλίστρια οδικής βοήθειας οχημάτων και από πρόθεση παραβίασε τις απαγορευτικές διατάξεις της ως άνω 16173 /1996 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, αποκλείστηκε η ευθεία παραβίαση (πρβλ ΑΠ 147/1993) της εν λόγω ουσιαστικής διατάξεως και επομένως ο περί του αντιθέτου εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω, το Εφετείο το μεν εξέθεσε με σαφήνεια στην απόφαση του το πόρισμα στο οποίο κατέληξε από την εκτίμηση των αποδείξεων, το δε περιέλαβε σ' αυτή σαφείς πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που καλύπτει την ένδικη υπόθεση και εφαρμόστηκε (άρθρο 947Κ.Πολ.Δ.).

Επομένως, ο περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 ΚΠολΔ αριθμός 19 δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1-7-2010 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "GROUPAMA ΦΟΙΝΙΞ Ανώνυμη Ελληνική Ασφαλιστική Εταιρεία", για αναίρεση της 1807/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Δεκεμβρίου 2011. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Ιανουαρίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ