Legislator Case Law & Legislation
54/2011 AI generated

Supreme Court allows appeal against hospital cleaner's wage claim regarding overtime and bonus calculations.

Case Number 54/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appeal filed by a General Hospital against a lower court ruling in favor of a cleaner. The appellant argued that the lower court incorrectly calculated overtime pay and a specific bonus under the 1975 and 1980 laws. The court found the lower court violated these statutes by applying the bonus to total earnings rather than the base hourly wage and by misinterpreting the overtime provision, thus remanding the case for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Art. 2 para. 3 of Law 201/1975; Art. 2 para. 3 of Law 1057/1980: The court established that the supplementary hourly wage is a statutory part of remuneration for mandatory eight-hour shifts, not extra pay for overtime, and that the 30% bonus for emergency staff must be calculated on the base daily wage, not total earnings.

Keywords

AI generated
hospital staff wages overtime compensation bonus calculation statutory remuneration labor law dispute remand for retrial public sector employees

Cited Legislation

AI generated
Art. 2 para. 3 of Law 201/1975
Art. 2 para. 3 of Law 1057/1980
Art. 559 para. 1 no. 2 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 para. 1 no. 3 of the Code of Civil Procedure
Art. 580 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Art. 178 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 54 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 54/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του καθ' ου η κλήση - αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών ΙΠΠΟΚΡΑΤΕΙΟ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πέτρο Τσαντίλα, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της καλούσας - αναιρεσίβλητης: Μ.Γ. του Ν., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Ματθαίου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-1-1989 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1219/1989 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3008/1990 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον με την από 15-6-1990 αίτησή του. Μετά από αναβολή κατά την ορισθείσα πρώτη δικάσιμο, η συζήτηση ορίστηκε εκ νέου για την 21-11-1995, κατά την οποία ματαιώθηκε. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 22-3-2010 κλήση της καλούσας - αναιρεσίβλητης.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Ζιάκας διάβασε την από 6-3-1993 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Γεωργίου Σκαρλάτου, με την οποία εισηγήθηκε: α) την παραδοχή των λόγων της κρινόμενης αναιρέσεως, που κρίθηκαν βάσιμοι στο σκεπτικό και την αναίρεση της προσβαλλόμενης 3008/1990 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, αντιστοίχως και β) την απόρριψη των λοιπών λόγων της κρινόμενης αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 3 του ν. 201/1975, κατά την οποία "Από 1ης Ιανουαρίου 1976 εις το απασχολούμενον προσωπικόν των Νοσηλευτικών Ιδρυμάτων ν.δ. 2592/1953 επί οκτάωρον ημερησίως καταβάλλεται αμοιβή δια μίαν ώραν ημερησίως υπολογιζόμενη κατά τις διατάξεις του εδαφίου γ' της παραγράφου 3 του άρθρου 5 του ν.δ. 4548/1966 και από 1-1-1977 αμοιβή για δύο ώρας ημερησίως", προκύπτει, ότι η πρόσθετη αυτή αμοιβή καταβάλλεται ως κίνητρο για την προσέλευση μισθωτών σε θέσεις προσωπικού των νοσηλευτικών ιδρυμάτων, ενόψει της εξαιρετικά επίπονης εργασίας και του μικρού ύψους των αποδοχών, όπως αναφέρεται και στην εισηγητική έκθεση.

Η αμοιβή αυτή δεν αποτελεί αντάλλαγμα για απασχόληση πέραν του νομίμου ωραρίου, αλλά αποτελεί τμήμα των νομίμων αποδοχών του προσωπικού, το οποίο κατά την έναρξη ισχύος του ν. 201/1975 είχε νόμιμη υποχρέωση παροχής οκτάωρης ημερήσιας απασχολήσεως. Η μεταγενέστερη δια νόμου μείωση του νομίμου ωραρίου εργασίας δε συνεπάγεται την κατάργηση ή τη μείωση της εν λόγω πρόσθετης αμοιβής, διότι η οκτάωρη ημερήσια απασχόληση προβλέπεται από το νόμο για τον προσδιορισμό των εργαζομένων που δικαιούνται της αμοιβής και όχι ως ουσιαστική προϋπόθεση για την εκάστοτε καταβολή αυτής.

Επομένως, την πρόσθετη αυτή αμοιβή δικαιούνται όσοι απασχολούνται κατά πλήρες ωράριο σε θέσεις προσωπικού των νοσηλευτικών ιδρυμάτων, το οποίο κατά τον κρίσιμο χρόνο της ενάρξεως ισχύος του ν. 201/1975 είχε υποχρέωση οκτάωρης ημερήσιας απασχολήσεως. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, ότι η αναιρεσίβλητη, που εργαζόταν στο αναιρεσείον νοσηλευτικό ίδρυμα, το οποίο ήταν ν.π.δ.δ., ως καθαρίστρια από 17-6-1982, δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, εδικαιούτο να λάβει κατά το από 1-1-1985 μέχρι 31-12-1988 χρονικό διάστημα την προβλεπόμενη από το άρθρο 2 παρ. 3 του ν. 201/1975 πρόσθετη αμοιβή, αν και το νόμιμο ωράριό της υπολειπόταν των οκτώ ωρών ημερησίως, δεν παραβίασε την εν λόγω ουσιαστικού δικαίου διάταξη και γι' αυτό ο πρώτος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος του με το οποίο προσάπτει στο Εφετείο την σχετική πλημμέλεια, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατά την παρ. 28 της 42/1981 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Πειραιώς (ΥΑ 16170/1981), οι καθαρίστριες που απασχολούνται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στα νοσηλευτικά ιδρύματα, νοσοκομεία κλπ του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, λαμβάνουν ως ημερομίσθιο το εκάστοτε ισχύον κατώτατο όριο ημερομισθίου (ημερομίσθιο ασφαλείας) της εργατοτεχνίτριας για εξάωρη ημερήσια απασχόληση, αυξομειούμενο αναλόγως για απασχόληση μεγαλύτερη ή μικρότερη των έξι (6) ωρών.

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ.1 του Ν. 1057/1980 και 1 παρ. 8 της ΠΝΠ της 29/30-12-1980, που κυρώθηκε με το Ν. 1157/1981, προκύπτει ότι οι ώρες εργασίας του απασχολούμενου με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικού του Δημοσίου των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ μειώθηκαν αρχικά σε 42 και ακολούθως σε 39 ώρες την εβδομάδα ή 6,5 ώρες την ημέρα και συνεπώς το ημερομίσθιο των προαναφερόμενων καθαριστριών αυξήθηκε αναλόγως για τη μεγαλύτερη των 6 ωρών απασχόλησή τους σε 6,5/6 του ημερομισθίου ασφαλείας.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Αθηνών δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, που εργάζεται από 17-6-1982 στο αναιρεσείον νοσοκομείο, ως καθαρίστρια, με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, εδικαιούτο κατά το επίδικο χρονικό διάστημα (από 1-1-1985 έως 31-12-1988) να αμείβεται με ημερομίσθιο, υπολογιζόμενο βάσει οκτάωρης εργασίας ημερησίως (8/6 του κατώτατου ημερομισθίου εργατοτεχνίτριας), χωρίς να ασκεί επιρροή το γεγονός ότι με τις ανωτέρω διατάξεις του Ν. 1057/1980 και της ΠΝΠ της 29/30-12-1980 μειώθηκε το νόμιμο ωράριο και η ημερήσια απασχόληση της αναιρεσίβλητης.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε την ανωτέρω διάταξη της παρ. 28 της Δ.Α. 42/1981 και συνεπώς είναι βάσιμος ο από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αναιρέσεως κατά το μέρος που με αυτόν προβάλλεται η σχετική πλημμέλεια και πρέπει να γίνει δεκτός.

Κατά την παρ. 28 της 42/1981 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Πειραιώς που κηρύχθηκε εκτελεστή και υποχρεωτική με τις AΥE 16170/1981 και 18749/1981 αντιστοίχως, η οποία κατά το περιεχόμενό της είναι όμοια με την αντίστοιχη διάταξη της 41/1981 αποφάσεως του ίδιου ΔΔΔΔ, στους καθαριστές και στις καθαρίστριες νοσηλευτικών ιδρυμάτων του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ.

και των Ο.Τ.Α. χορηγείται και επίδομα "πολυετούς υπηρεσίας εκ ποσοστού 5% δι' εκάστην τριετίαν και μέχρις επτά τριετιών εν συνόλω", υπολογιζόμενο επί του ημερομισθίου που προκύπτει κατά την παράγραφο αυτή. Ως υπηρεσία δε των καθαριστών - καθαριστριών "νοείται πάσα εξαρτημένη εργασία παρ' οιωδήποτε εργοδότη, υφ' οιανδήποτε ειδικότητα, αποδεικνυομένη διά βεβαιώσεων των παρ' οις εργάσθησαν εργοδόται".

Εξάλλου, κατά την υπό το στοιχείο α' των γενικών ήδη όρων παράγραφο των παραπάνω διαιτητικών αποφάσεων "οι βασικοί μισθοί των παρ'ων η παρούσα ρύθμισις μισθωτών προσαυξάνονται δι' επιδόματος τριετιών εκ ποσοστού 10% δι' εκάστην τριετίαν πραγματικής υπηρεσίας ή προϋπηρεσίας και μέχρι πέντε (5) τριετιών. Του επιδόματος τριετιών δεν δικαιούνται οι μισθωτοί των οποίων αι κατ' ιδίαν ως άνω ειδικότεραι ρυθμίσεις προβλέπουν την χορήγησιν του επιδόματος αυτού.

Ως προϋπηρεσία διά την χορήγησιν του επιδόματος τριετιών λαμβάνεται υπόψιν η προαναφερθείσα υφ' οιανδήποτε ειδικότητα εις το Δημόσιον, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, προκειμένου δε περί διανυθείσης εις ΝΠΙΔ και εις ιδιώτας εν γένει και εις την αλλοδαπήν, εφόσον αύτη είναι συναφής και ομότιμος προς τα καθήκοντα της ειδικότητας που εκτελεί ο μισθωτός...".

Από τις ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι το επίδομα που προβλέπεται από αυτές και παρέχεται με κριτήρια την προϋπηρεσία του καθαριστή ή της καθαρίστριας στον ίδιο ή σε άλλο εργοδότη, φέρει και στις δύο περιπτώσεις χαρακτήρα επιδόματος πολυετίας, απλώς δε για λόγους συνδεόμενους με την ειδικότητα εκείνων προς τους οποίους παρέχεται διαφέρει ως προς το ύψος, το οποίο προσδιορίζεται στην πρώτη περίπτωση σε 5% για κάθε τριετία και μέχρις επτά τριετιών και σε δεύτερη περίπτωση σε 10% για κάθε τριετία και μέχρι πέντε τριετιών.

Συνεπώς οι καθαριστές και καθαρίστριες, στους οποίους χορηγείται με την ως άνω διάταξη της παρ. 28 επίδομα πολυετίας, δε δικαιούνται να λάβουν και το προβλεπόμενο από την άλλη διάταξη των γενικών όρων (στοιχείο α') επίδομα τριετιών. Η αντίθετη λύση που θα είχε ως αποτέλεσμα τη λήψη διπλού επιδόματος πολυετίας εκ μέρους των καθαριστών και καθαριστριών, θα απέληγε σε υπερβολικά ευνοϊκή μεταχείριση των μισθωτών αυτών έναντι μισθωτών άλλων ειδικοτήτων, η οποία ευρίσκεται εκτός του σκοπού της ρυθμίσεως που έγινε με τις διατάξεις αυτές για τον καθορισμό των αποδοχών των ως άνω μισθωτών.

Ενόψει τούτων, το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε ότι η απασχολούμενη στο αναιρεσείον νοσοκομείο ως καθαρίστρια αναιρεσίβλητη εδικαιούτο να λάβει κατά το επίδικο χρονικό διάστημα και το από την ως άνω διάταξη των γενικών όρων προβλεπόμενο επίδομα (τριετιών), παραβίασε τις πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και κατά συνέπεια ο δεύτερος από τον αριθμό 1 του άρθρου559 Κ.Πολ.Δ.

σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 3 του ν. 1057/1980, το βοηθητικό (όπως και οι καθαριστές και καθαρίστριες) προσωπικό που προσλαμβάνεται για την αντιμετώπιση κατεπειγουσών αναγκών λόγω κενώσεως θέσεων σε νοσηλευτικά ιδρύματα κ.λ.π., τα οποία λειτουργούν επί 24ώρου βάσεως "λαμβάνει τον μηνιαίον μισθόν του εισαγωγικού βαθμού της θέσεως εις την οποίαν προσλαμβάνεται, προσαυξημένον κατά 30% ή ημερομίσθιον ίσον προς το 1/25 του μισθού αυτού μετά της προσαυξήσεως αυτής".

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η εν λόγω προσαύξηση, προκειμένου για αμειβόμενο με ημερομίσθιο βοηθητικό προσωπικό, υπολογίζεται επί του προβλεπόμενου βασικού ημερομισθίου αυτού και όχι επί των συνολικών αποδοχών του. Με τα δεδομένα αυτά το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε ότι η οφειλόμενη στην αναιρεσίβλητη ως άνω προσαύξηση για το επίδικο χρονικό διάστημα ήταν υπολογιστέα επί των συνολικών αποδοχών της και όχι μόνο επί του βασικού ημερομισθίου της, παραβίασε την προαναφερθείσα διάταξη του ν. 1057/1980 και κατά συνέπεια, ο τρίτος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

σχετικός λόγος αναιτρέσεως, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Τέλος, ο τέταρτος και τελευταίος λόγος αναιρέσεως κατά τον οποίο η αναιρεσίβλητη έχει υπαχθεί από 1-7-1988 στο μισθολογικό καθεστώς του ν. 1505/1984, όπως τροποποιήθηκε με το ν. 1810/1988 και συνεπώς δε δικαιούται να λάβει τις αιτούμενες με την αγωγή της διαφορές αποδοχών του χρονικού διαστήματος από 1-7-1988 μέχρι 31-12-1988, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος, κατά τα διαλαμβανόμενα στο αναιρετήριο, δεν προβλήθηκε ως προς τα πραγματικά περιστατικά που τον θεμελιώνουν και επιπλέον δεν πρόκειται για σφάλμα που προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ούτε για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Μετά από τα παραπάνω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τα κεφάλαιά της που επλήγησαν επιτυχώς με τους προαναφερόμενους βάσιμους λόγους αναιρέσεως, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη σε μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος (άρθρα 178 και 183 Κ.Πολ.Δ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 3008/1990 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος αυτό για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη σε μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε χίλια (1000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Δεκεμβρίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Ιανουαρίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ