Supreme Court dismisses appeal against High Court ruling on usury claim due to insufficient reasoning and procedural defects.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the High Court's decision regarding a usury claim in a debt dispute. The court found the High Court's reasoning insufficient and noted that the appellant failed to properly submit evidence regarding prior court decisions. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(11) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible and baseless if the lower court's decision lacks sufficient and non-contradictory reasoning regarding the facts necessary for the legal rule applied, or if evidence is not submitted according to statutory requirements.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 54 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 54/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπύρο Πιτσινή.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Χριστίνα Αθανασά.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 9 Φεβρουαρίου 2001 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 235/2003 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 290/2005 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27 Μαΐου 2005 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής ανέγνωσε την από 19 Νοεμβρίου 2007 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη 65/27-5-2005 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 290/31-3-2005 απόφαση του Εφετείου Πατρών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα, επί της 0640/246/9-2-2001 ανακοπής της ήδη, αναιρεσείουσας εκδόθηκε, κατά μερική παραδοχή της, η 253/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, με την οποία ακυρώθηκε εν μέρει η 6493/2001 δήλωση συνεχίσεως του πλειστηριασμού του καθού η ανακοπή και ήδη αναιρεσιβλήτου, σε συνέπεια με την ουσιαστική παραδοχή της ότι από το επιτασσόμενο με την προσβαλλόμενη αναγκαστική εκτέλεση προς πληρωμή αρχικό ποσό κεφαλαίου 5.700,000 δρχ εκείνο των 2.100.000 δρχ εκάλυπτε παράνομους, τοκογλυφικούς τόκους.
Την πρωτοβάθμια αυτή απόφαση προσέλαβαν αμφότεροι οι διάδικοι με τις α) 401/4-7-2003 και β) 411/7-7-2003 αντίστοιχα εφέσεις, επί των οποίων, συνεκδικαζομένων, εκδόθηκε η 290/2005 απόφαση του Εφετείου Πατρών. Με την εν λόγω απόφαση η με στοιχ (α) έφεση απορρίφθηκε, λόγω της ερημοδικίας της κατά την δίκη εκείνη εκκαλούσης και ήδη αναιρεσείουσας.
Αντίθετα κατά παραδοχή της με στοιχ. (β) εφέσεως του ήδη αναιρεσιβλήτου εξαφανίσθηκε η προσβαλλόμενη δι' αυτής πρωτοβάθμια απόφαση και στη συνέχεια απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η ανακοπή της εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσείουσας, ερήμην της τελευταίας. Κατά της αποφάσεως αυτής εναντιώνεται η ηττηθείσα εκκαλούσα-εφεσίβλητη ανακόπτουσα με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνάται στη συνέχεια.
Ειδικότερα:
Ι) Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553 παρ. 1 στοιχ. β, 309 εδα, 321 και 495 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που είχε καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο ασκήσεως του εν λόγω ενδίκου μέσου, δηλαδή κατά το χρόνο καταθέσεως του οικείου δικογράφου στην γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, είναι δε τελεσίδικη η απόφαση, η οποία, απεκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει την δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής της ερημοδικίας και της εφέσεως. Εξάλλου, κατά την παρ 1 του άρθρου 503 Κ.Πολ.Δ, η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας είναι δέκα πέντε ημέρες, αν ο διάδικος που δικάσθηκε ερήμην διαμένει στην Ελλάδα και αρχίζει από την επίδοση της αποφάσεως.
Συνεπώς ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνο αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, είτε διότι παρήλθε η δεκαπενθήμερη, προς άσκηση αυτής, προθεσμία από την επίδοση της ερήμην αποφάσεως, είτε διότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής ερημοδικασθείς διάδικος παραιτήθηκε νομίμως ή από το ασκηθέν ένδικο μέσο της ανακοπής ή του δικαιώματος προς άσκηση αυτού διότι έκτοτε καθίσταται αυτή τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1β Κ.Πολ.Δ.
Περαιτέρω, ναι μεν η παραίτηση από το δικαίωμα ασκήσεως ανακοπής ερημοδικίας μπορεί να συνάγεται και σιωπηρώς εκ του ότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής ερημοδικασθείς άσκησε αναίρεση, χωρίς να ασκήσει ανακοπή ερημοδικίας, πλην όμως για το κύρος τέτοιας παραιτήσεως απαιτείται όπως ο υπογραφών την αίτηση αναιρέσεως δικηγόρος έχει ειδική προς τούτο πληρεξουσιότητα, σύμφωνα με το άρθρο 90εδαφ β Κ.Πολ.Δ η έλλειψη της οποίας εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, κατά το άρθρο 104 εδ.
τελευταίο Κ.Πολ.Δ, ,μπορεί δε να καλυφθεί εκ των υστέρων με έγκριση του ασκήσαντος την αναίρεση διαδίκου. Σε συνέπεια με τις νομικές αυτές παραδοχές παραδεκτά ασκείται η ένδικη αίτηση αναιρέσεως κατά της εκδοθείσης ερήμην της εκκαλούσης - εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσείουσας 290/2005 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών, μετά την έγκριση από την τελευταία της σιωπηράς από τον πληρεξούσιο αυτής δικηγόρο Α παραίτησή της από το δικαίωμα ασκήσεως ανακοπής ερημοδιίας, με τη συνταχθείσα προς τούτο .....
συμβολαιογραφική πράξη της συμ/φου Πατρών Αργυρώς Θεοδώρου Τσάκα, και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια οι διατυπούμενοι δι' αυτής λόγοι αναιρέσως.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αρ 8 Κ.Πολ.Δ, επιτρέπεται αναίρεση όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και τείνουν στην θεμελίωση ή στην κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που έχει ασκηθεί με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση. Εξάλλου, κατά το άρθρο 524 παρ. 4 εδ. 1 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 16 του ν. 2915/2001, εφόσον η ενώπιον του Πρωτοβαθμίου συζήτηση της υποθέσεως έλαβε χώρα στις 5-11-2002, μετά τον χρόνο ενάρξεως της ισχύος του (1-1-2002 άρθρα 22 ν. 2915/2001 και 15 του ν. 2943/2001), σε περίπτωση ερημοδικίας του εφεσιβλήτου ως προς την έφεση η διαδικασία προχωρεί σαν να ήταν και αυτός παρών. Τούτο σημαίνει ότι αν ο απολιπόμενος εφεσίβλητος κατέθεσε προτάσεις, επιτρεπτώς λαμβάνονται υπόψη οι διατυπούμενοι δι' αυτών ισχυρισμοί του.
Με τον πρώτο κατά σειρά λόγο αναιρέσεως υποστηρίζεται, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ, εναντιούμενη η αναιρεσείουσα στην παραδοχή της εφέσεως του αναιρεσίβλητου ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τους διαλαμβανόμενους στο αναιρετήριο ισχυρισμούς της, που αποτελούν ακριβή αντιγραφή τμήματος των αιτιολογικών της πρωτοβάθμιας αποφάσεως, κατά τις παραδοχές της οποίας από το φερόμενο ως συνομολογηθέν δάνειο ποσού 5.100.000 δρχ.
ποσό 2.100.000 δρχ. αντιστοιχούσε σε παράνομους, τοκογλυφικούς τόκους έξι μηνών, παραμένοντος χρεωστικού υπολοίπου, μετά τις σημειούμενες ως γενόμενες από την αναιρεσείουσα καταβολές, 544.666 δρχ. (1.604,30 €), με το νόμιμο τόκο από 16-9-1996, πλέον δεδουλευμένων τόκων υπερημερίας ποσού 1.223.273 δρχ. (3.589,94 €) για το από 16-1-1995 έως 15-9-1996 χρονικό διάστημα, οφειλή προς ικανοποίηση της οποίας έγινε δεκτό ότι εγκύρως ο αναιρεσίβλητος επισπεύδει σε βάρος της αναιρεσείουσας αναγκαστική εκτέλεση με βάση την 6943/2001 δήλωσή του συνεχίσεως πλειστηριασμού.
Τα πραγματικά αυτά περιστατικά, ως θεμελιωτικά του αποτελούντος αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό σχετικού λόγου της ανακοπής της αναιρεσείουσας, λήφθηκαν υπόψη και αρνητικά αξιολογήθηκαν ως αβάσιμα κατά τον έλεγχο της βασιμότητας και την παραδοχή της εφέσεως του αναιρεσίβλητου, περί πραγμάτων κρίση του, αντίθετη με εκείνη της πρωτοβάθμιας αποφάσεως, στην οποία κατέληξε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφαση με βάση τις ακόλουθες και ενδιαφέρουσες το επίμαχο θέμα αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές του. "Με την ανακοπή της, η εφεσίβλητη ζήτησε την ακύρωση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτελέσεως, που επισπεύθηκε από τον εκκαλούντα σε βάρος της, δυνάμει της παραπάνω δήλωσης συνέχισης πλειστηριασμού, ισχυριζόμενη ότι από το χρηματικό ποσό των 4.700.000 δραχμών, για το οποίο εκδόθηκε η προαναφερόμενη διαταγή πληρωμής, μόνο το ποσό των 2.600.000 δραχμών, αντιστοιχεί στο δάνειο που συνήφθη μεταξύ τους, ενώ το υπόλοιπο ποσό των 2.100.000 δραχμών αφορά τοκογλυφικούς τόκους.
Προς απόδειξη του ανωτέρω ισχυρισμού της, η εφεσίβλητη προσκόμισε ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου την 285/1999 απόφαση του Β' Τριμελούς Πλημ/κείου Πατρών, με την οποία ο εκκαλών καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως δεκαπέντε (15) μηνών για το αδίκημα της τοκογλυφίας κατ7 επάγγελμα που τέλεσε σε βάρος της, καθώς και την 2020/2000 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, που εκδόθηκε κατόπιν εφέσεως του τελευταίου κατά της πρώτης αποφάσεως, με την οποία έπαυσε οριστικώς η ποινική δίωξη, λόγω εξαλείψεως του αξιοποίνου, γιατί το Εφετείο δέχθηκε ότι η ανωτέρω αξιόποινη πράξη δεν τελέστηκε κατ' επάγγελμα με σκοπό το βιοπορισμό και η σχετική έγκληση είχε υποβληθεί εκπροθέσμως.
Τις αποφάσεις αυτές έλαβε υπόψη του το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και δέχθηκε τον παραπάνω ισχυρισμό της εφεσίβλητης περί του ότι το ποσό των2.100.000 δραχμών αφορά τοκογλυφικούς τόκους.
Ειδικότερα, στην εκκαλούμενη απόφαση αναφέρεται ότι"με την ανωτέρω εφετειακή ποινική απόφαση κρίθηκε ότιυπάρχουν στο πρόσωπο του εκκαλούντος οι αντικειμενικοίκαι υποκειμενικοί όροι του αδικήματος της τοκογλυφίας.
Τα ως άνω όμως αποδεικτικά στοιχεία, δεν προσκομίζονται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, σε τρόπο ώστε να αξιολογηθούν αυτά και να κριθεί εάν όντως συντρέχει περίπτωση τοκογλυφίας ως προς το ένδικο ποσό των 2.100.000 δραχμών, αφού η εφεσίβλητη, που είχε τέτοιο έννομο συμφέρον, ερημοδίκησε στην παρούσα δίκη.
Από το υπόλοιπο αποδεικτικό υλικό, δεν αποδείχθηκε ο παραπάνω ισχυρισμός της, δεδομένου και ότι αυτή δεν εξέτασε κανέναν μάρτυρα κατά τη, συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Αντιθέτως, αποδείχτηκε, ότι η εφεσίβλητη, λόγω των οικονομικών προβλημάτων, που αντιμετώπιζε την εποχή εκείνη, έλαβε δάνεια και από άλλους συμπολίτες της και η τακτική της ήταν να τους καταγγέλει για τοκογλυφία, όταν αδυνατούσε να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της, όπως συνέβη και με τους δανειστές της ....., ....., .....
και ..... . Μάλιστα αυτή (εφεσίβλητη), κατά του 160/1998 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πατρών, που επικύρωσε το 524/1997 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πατρών, το οποίο αποφάνθηκε ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία κατά των δύο τελευταίων δανειστών της για τοκογλυφία κατ' επάγγελμα, άσκησε την από 27-7-1998 αίτηση αναιρέσεως, που απορρίφθηκε με την 1107/99 απόφαση του Αρείου Πάγου", Επομένως ο λόγος αυτός αναιρέσεως ελέγχεται ως αβάσιμος.
Όμοια αρνητικά αξιολογείται η αποδιδόμενη αναιρετική αιτίαση του άρθρου 559 αρ 11 Κ.Πολ.Δ, με την έννοια ότι παρά τον νόμο δεν λήφθηκε υπόψη η αμέσως αναφερόμενη παραπάνω 2029/2000 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, με την αιτιολογία ότι δεν προσκομίσθηκε για να αξιολογηθεί. Και τούτο για το λόγο ότι προϋπόθεση για να ληφθεί υπόψη αποδεικτικό μέσο είναι η νομότυπη επίκλησή του και, η προσκομιδή του (Κ.Πολ.Δ 559 αρ. 11), έλλειψη η οποία δεν ,μπορεί να καλυφθεί από τις σχετικές αιτιολογίες της πρωτοβάθμιας αποφάσεως, που δεν αποτελεί αποδεικτικό έγγραφο κατά την έννοια των άρθρων 432 επ Κ.Πολ.Δ κατά τον αναιρετικό έλεγχο με βάση το άρθρο 559 αρ. 11 Κ.Πολ.Δ.
ΙΙΙ. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο επαρκή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε, σε αντιδιαστολή με τις υπάρχουσες ελλείψεις, αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το εξ αυτών πόρισμα εκτίθεται σαφώς. Από το περιεχόμενο των αμέσως παραπάνω αναφερομένων ανέλεγκτων ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι με πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογεί την κρίση της για το κατ' ουσίαν αβάσιμο του λόγου της ανακοπής με το οποίο προβάλλεται ο ισχυρισμός περί τοκογλυφικών τόκων, με άμεση δικονομική συνέπεια η προβαλλόμενη με τον απομένοντα προς έρευνα τρίτο κατά σειρά λόγο αναιρετική εκτίμηση από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, με την έννοια της εκ πλαγίου παραβιάσεως των παραληφθέντων να αναφερθούν άρθρων 293, 294 ΑΚ, αξιολογείται προεχόντως ως αόριστη και άρα απαράδεκτη και σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμη. Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αναίρεση, με παράλληλη καταδίκη της αναιρεσείουσας στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 1.800,00 ευρώ (ΚΠολΔ 183).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 65/27-5-2005 αίτηση για αναίρεση της 290/31-3-2005 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800,00) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Ιανουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ