Legislator Case Law & Legislation
549/2026 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds, upholding lower court's rejection of appeal.

Case Number 549/2026
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Athens Court of Appeal's final judgment. The appellant argued that the lower court incorrectly applied the burden of proof regarding the revocation of a gift, but the Court found this reasoning inadmissible as it challenged a non-reviewable factual assessment. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the appellees' legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 286, 287, 291, 292 of the Code of Civil Procedure; The cassation appeal is inadmissible if it challenges the lower court's evaluation of factual circumstances or the application of the burden of proof regarding the revocation of a gift, as such determinations are not subject to cassation review.

Keywords

AI generated
cassation appeal inadmissibility burden of proof revocation of gift factual assessment legal costs non-reviewable

Cited Legislation

AI generated
Articles 286, 287, 291, 292 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 13 of the Code of Civil Procedure
Article 561, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 561, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 9, paragraph 2 of Law 3226/2004
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 191, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 549 / 2026 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 549 /2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευτύχιο Νικόπουλο - Εισηγητή, Βαρβάρα Πάπαρη, Μαρία Πετσάλη και Στυλιανή Μπλέτα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Δεκεμβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ. , για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας - καθ' ης η κλήση: Σ. Κ. του Ν. , κατοίκου ... , η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μάρκο Κουντουρούδα και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων - καλούντων: 1) Α. Λ. του Κ. , κατοίκου ... , ως εκ διαθήκης κληρονόμου της αποβιωσάσης αρχικά αναιρεσιβλήτου Ε. Μ. του Χ. , η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Δημητρίου Κρανιώτη και κατέθεσε προτάσεις, 2) Δ. Μ. του Π. , κατοίκου ... , ως εκ διαθήκης κληρονόμου της αποβιωσάσης αρχικά αναιρεσιβλήτου Ε. Μ. του Χ. , η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κρανιώτη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/2/2002 αγωγή της αποβιωσάσης αρχικά αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7203/2003 μη οριστική και 4096/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 2072/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα - καθ' ης η κλήση με την από 25/7/2012 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 95/2021 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφεραν προς συζήτηση οι ήδη αναιρεσίβλητες - καλούσες με την από 5/4/2021 κλήση τους. Ακολούθως εκδόθηκε η 1471/2021 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση εκ νέου απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφεραν προς συζήτηση οι ήδη αναιρεσίβλητες - καλούσες με την από 29/12/2021 κλήση τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ευτύχιος Νικόπουλος ανέγνωσε την από 28/2/2018 έκθεση της ήδη αποχωρήσασας από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Αγγελικής Τζαβάρα με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 29 Δεκεμβρίου 2021 κλήση των καλούντων-αναιρεσιβλήτων φέρεται για συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου η υπό κρίση από 25 Ιουλίου 2012 αίτηση αναίρεσης της αναιρεσείουσας και κατά της υπ' αριθμόν 2072/2012 τελεσίδικης απόφασης του (Τριμελούς) Εφετείου Αθηνών, μετά την έκδοση της υπ' αριθμόν 1471/2021 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης.

Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287, 291 και 292 του ΚΠολΔ, όπως η παρ.1 του άρθρου 287 αντικαταστάθηκε από την παρ. 2 του άρθρου δεύτερου του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται, αν μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.

Η ως άνω διακοπή της δίκης επέρχεται από τη γνωστοποίηση στον αντίδικο του λόγου της διακοπής, με επίδοση δικογράφου ή με τις προτάσεις ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης (ΑΠ 1283/2022, ΑΠ 628/2022). Η γνωστοποίηση γίνεται από εκείνον που έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που, μέχρι τη στιγμή του θανάτου του διαδίκου, ήταν πληρεξούσιός του.

Η επανάληψη μπορεί να γίνει εκουσίως από τους κληρονόμους του θανόντος, με δήλωσή τους στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης για συζήτηση, ακόμη και ταυτόχρονα με τη δήλωση διακοπής, εφόσον παρίσταται ο αντίδικος, αλλά και με την επίδοση ιδιαίτερου δικογράφου ή και με εξώδικη δήλωση, ακόμη και σιωπηρά με την κοινοποίηση κλήσης για συζήτηση της υπόθεσης (ΑΠ 715/2020, ΑΠ 372/2020, ΑΠ 1596/2018) και, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, δεν απαιτείται ιδιαίτερη συζήτηση περί της επανάληψης και η δίκη συνεχίζεται κανονικά (ΑΠ 906/2020, ΑΠ 335/2018, ΑΠ 807/2017).

Αν αντίθετα ο αντίδικος προβάλλει αντιρρήσεις, η κληρονομική ιδιότητα εξετάζεται από το Δικαστήριο παρεμπιπτόντως, με ελεύθερη απόδειξη (ΑΠ 1298/2022, ΑΠ 2014/2009, ΑΠ 1550/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των προσκομιζομένων, μετ' επικλήσεως και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, από τις καλούσες- αναιρεσίβλητες, ως κληρονόμων εκ διαθήκης της αποβιωσάσης στις 26.2.2013 αναιρεσίβλητης-ενάγουσας μετά την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, εγγράφων και συγκεκριμένα: α) από το από το από ...2019 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου της Ε. Μ. του Δήμου Ερέτριας Ευβοίας, β) από τα υπ' αριθμόν ...2013 πρακτικά συνεδριάσεως του Ειρηνοδικείου Νέας Ιωνίας, γ) το υπ' αριθμόν ...2020 πιστοποιητικό του Ειρηνοδικείου Νέας Ιωνίας περί μη αποποιήσεως και δ) το υπ' αριθμόν ...2020 πιστοποιητικό του Ειρηνοδικείου Χαλκίδας περί μη αποποιήσεως, οι καλούσε είναι οι μόνες εκ διαθήκης κληρονόμοι. Επομένως, και σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, οι ανωτέρω κληρονόμοι της αποβιωσάσης αναιρεσίβλητης, η κληρονομική ιδιότητα των οποίων δεν αμφισβητείται από την αναιρεσείουσα, παραδεκτά και νόμιμα γνωστοποίησαν με την επίδοση της ως άνω κλήσης τους προς την καθ' ης η κλήση - αναιρεσείουσα, τον θάνατο των προαναφερομένης αναιρεσίβλητης και την εκούσια στο όνομά τους επανάληψη της δίκης, που βιαίως διακόπηκε λόγω του θανάτου της ως άνω αναιρεσίβλητης και η οποία συνεχίζεται από τους προαναφερόμενους κληρονόμους αυτών.

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθμόν 2072/2012 τελεσίδικη απόφαση του (Τριμελούς) Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή τυπικά και κατ' ουσίαν η από 4.12.2008 έφεση της αρχικής αναιρεσίβλητης- ενάγουσας εξαφάνισε την υπ' αριθμόν 4096/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί η από 4.2.2002 αγωγή της κατά της αναιρεσείουσας ως ουσία αβάσιμη και αφού κράτησε και δίκασε αυτή, την δέχθηκε ως βάσιμη κατ' ουσίαν. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 505 του ΑΚ "ο δωρητής έχει δικαίωμα να ανακαλέσει τη δωρεά, αν ο δωρεοδόχος φάνηκε με βαρύ του παράπτωμα αχάριστος απέναντι στο δωρητή, στο σύζυγο ή σε στενό συγγενή του και ιδίως αν αθέτησε την υποχρέωσή του να διατρέφει το δωρητή". Ως αχαριστία, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η οποία δικαιολογεί την ανάκληση της δωρεάς, θεωρείται η βαριά αντικοινωνική συμπεριφορά ή διαγωγή του δωρεοδόχου, που αποτελεί παράβαση των κανόνων του δικαίου ή των αντιλήψεων περί ηθικής και ευπρέπειας, που επικρατούν στην κοινωνία και οφείλεται σε υπαιτιότητά του, και μπορεί να του καταλογιστεί, προσβάλλει δε, άμεσα αγαθά του δωρητή.

Το ζήτημα αν η συμπεριφορά ή διαγωγή του δωρεοδόχου, που καταδεικνύει την αχαριστία, συνιστά ή όχι βαρύ παράπτωμα αυτού, κρίνεται από το δικαστή, ο οποίος για την διαμόρφωση της κρίσης του εκτιμά τη συμπεριφορά αυτή με βάση αντικειμενικά κριτήρια, λαμβάνοντας υπόψη και τον βαθμό της υπαιτιότητας του δωρεοδόχου και τυχόν συντρέχον πταίσμα του δωρητού ή του συζύγου ή στενού συγγενούς του και αποφαίνεται, αν η υπ` αυτού γενόμενη δεκτή, ως εμπίπτουσα κατά αντικειμενική κρίση στις νομικές έννοιες του βαρέως παραπτώματος και της αχαριστίας, συμπεριφορά του δωρεοδόχου συνιστά στη συγκεκριμένη περίπτωση βαρύ παράπτωμα και αχαριστία.

Πρέπει, δηλαδή, ο δωρεοδόχος να εξέλθει από την παθητική απλώς κατάσταση της αγνωμοσύνης και να προβεί έναντι του δωρητή σε ενέργειες ένοχες, που συνιστούν βαρύ παράπτωμα έναντι αυτού και των λοιπών ως άνω προσώπων, η αντικοινωνική δε, συμπεριφορά ή διαγωγή του να προσβάλλει άμεσα αγαθά αυτών, ώστε να μαρτυρεί έναντι αυτού αχαριστία.

Έτσι αχαριστία μπορεί, κατά τις περιστάσεις, να αποτελεί και η χωρίς σοβαρό λόγο αδιαφορία του δωρεοδόχου γενικώς για την τύχη του δωρητή, όταν ο τελευταίος έχει ανάγκη από περίθαλψη ή ανάγκη εκδηλώσεων αγάπης και ενδιαφέροντος για ψυχολογική του στήριξη, λόγω της δύσκολης ψυχοσωματικής κατάστασης, στην οποία έχει περιέλθει λόγω γήρατος συνοδευόμενης από ασθένεια ή ένδεια.

Η αδιαφορία αυτή, λόγω των συνθηκών κάτω από τις οποίες ευρίσκεται ο δωρητής, είναι κοινωνικώς αποδοκιμαστέα, εις τρόπον ώστε, όταν συντρέχει, να δικαιούται ο δωρητής να ανακαλέσει τη δωρεά, έστω και αν ο δωρεοδόχος, που αδιαφορεί για την τύχη του, δεν ανέλαβε με τη σύμβαση της δωρεάς τέτοια υποχρέωση. Η κρίση του δικαστή της ουσίας για το αν τα γενόμενα δεκτά περιστατικά συνιστούν ή όχι αχάριστη συμπεριφορά του δωρεοδόχου και βαρύ παράπτωμα αυτού, ελέγχεται αναιρετικώς, όχι ως προς το εάν έλαβαν χώρα τα συνιστώντα το βαρύ παράπτωμα και την αχαριστία πραγματικά περιστατικά, αλλά ως προς την περαιτέρω αξιολόγηση αν τα περιστατικά, όπως τα δέχθηκε ο δικαστής της ουσίας ότι αποδείχθηκαν, πληρούν ή όχι το πραγματικό των νομικών εννοιών του βαρέως παραπτώματος και της αχαριστίας και κατά συνέπεια δικαιολογούν ή αποκλείουν την εφαρμογή του άρθρου 505 ΑΚ (ΑΠ 228/2024, ΑΠ 793/2024, ΑΠ 39/2021, ΑΠ 515/2020, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 1439/2017, ΑΠ 173/2017, ΑΠ 655/2014, ΑΠ 1429/2013).

Το δικαίωμα ανάκλησης της δωρεάς για την ως άνω αιτία, σύμφωνα με το άρθρο 509 του ΑΚ ασκείται με μονομερή δήλωση του δωρητή, απευθυντέα προς το δωρεοδόχο, η οποία είναι άτυπη, ακόμη και αν αφορά ακίνητο (ΑΠ 793/2024, ΑΠ 1608/2022, ΑΠ 1736/2022) η δε, δήλωση αυτή, που συνιστά άσκηση διαπλαστικού δικαιώματος του δωρητή, επιφέρει τα έννομα αποτελέσματά της από την περιέλευσή της στο δωρεοδόχο, εφόσον ο λόγος της ανάκλησης είναι αληθινός και μπορεί να δικαιολογήσει την ανάκληση (ΑΠ 793/2024, ΑΠ 867/2023, ΑΠ 41/2021).

Επιφέρει δε, η δήλωση ανάκλησης της δωρεάς τα νόμιμα αποτελέσματά της, από το χρόνο που περιέρχεται στο δωρεοδόχο, υπό την προϋπόθεση της απόδειξης της αλήθειας του επικαλούμενου στη δήλωση από το δωρητή ως άνω λόγου ανάκλησης (ΑΠ 5/2020, ΑΠ 1375/2014, ΑΠ 1832/2011).

Κατά συνέπεια, για την ευδοκίμηση της αγωγής περί ανακλήσεως της δωρεάς, πρέπει, αφενός ο λόγος αχαριστίας να υπάρχει κατά το χρόνο της ανάκλησης, αφετέρου να αποδείξει ο ενάγων την αλήθεια του αναφερόμενου στη δήλωση ανάκλησης λόγου και αν αυτός αφορά την επιδειχθείσα από το δωρεοδόχο αχαριστία, να αποδείξει το έναντί του βαρύ παράπτωμα, από το οποίο προήλθε αυτή (ΑΠ 402/2023, ΑΠ 35/2020, ΑΠ 1439/2017, ΑΠ 655/2014).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 512 ΑΚ "δωρεές που έγιναν από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον ή από λόγους ευπρέπειας δεν μπορούν να ανακληθούν". Δωρεές από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον, μη υποκείμενες σε ανάκληση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι εκείνες που αντικειμενικά, κατά τις επικρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις, ανταποκρίνονται σε κάποιο ιδιαίτερο ηθικό καθήκον του δωρητή, όπως οι σχέσεις συγγένειας ή φιλίας, ασχέτως προς τα ελατήρια της βούλησής του, ενώ δωρεές από λόγους ευπρέπειας είναι εκείνες που ανταποκρίνονται στις κοινωνικές συνήθειες ή απαιτήσεις της κοινής γνώμης ή γίνονται από κοινωνική υποχρέωση.

Το ηθικό καθήκον πρέπει να είναι ιδιαίτερο. Δεν αρκεί, δηλαδή, το κοινό ηθικό καθήκον το οποίο έχει κάθε άνθρωπος προς τους συνανθρώπους του, αλλά πρέπει να συνιστά επιπλέον ηθική επιταγή, θεμελιωμένη στην ιδιαίτερη σχέση του δωρητή προς τον δωρεοδόχο. Στις δωρεές αυτές εμπίπτει, κατά την έννοια της προηγουμένης διάταξης και η ανταποδοτική δωρεά, δηλαδή αυτή με την οποία ο δωρητής σκοπεί να ανταμείψει υπηρεσίες που του παρασχέθηκαν από τον δωρεοδόχο, ο οποίος δεν μπορούσε να αξιώσει εκ του νόμου αμοιβή από τον δωρητή για την παροχή τους.

Η φύση της συναπτόμενης σύμβασης δεν εξαρτάται από την ονομασία που δίνεται σ' αυτήν από τους συμβαλλόμενους, αλλά ο χαρακτηρισμός της αποτελεί έργο του δικαστηρίου, το οποίο σχηματίζει την κρίση του από το περιεχόμενο όσων έχουν συμφωνηθεί και καθορίζει τους προσιδιάζοντες στη σχέση κανόνες δικαίου, προσφεύγοντας, αν υπάρχει ανάγκη, και σε στοιχεία ευρισκόμενα έξω από τη σύμβαση, όταν αυτά συνδέονται με τα συμφωνηθέντα κατά τρόπο που επηρεάζει το αποτέλεσμα.

Έτσι, μόνες οι δηλώσεις στο συμβόλαιο της δωρεάς για παραίτηση του δωρητή από το δικαίωμα ανάκλησης της δωρεάς και αναγνώριση ότι η δωρεά έγινε από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον δεν είναι ικανές να αποτυπώσουν το νομικό χαρακτήρα της δωρεάς ή να παράσχουν πλήρη ως προς αυτόν τον χαρακτήρα απόδειξη, ώστε να αποκλείεται να διαταχθεί εμμάρτυρη απόδειξη, ως τάχα αντίθετη με το περιεχόμενο δημόσιου εγγράφου (ΑΠ 2013/2025, ΑΠ 1736/2022, ΑΠ 39/2021, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 85/2020).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 598/2025). Με το λόγο αυτό αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΑΠ 1132/2019).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013). Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1346/2023 ΑΠ 1009/2021, ΑΠ 123/2021, ΑΠ 1221/2020, ΑΠ 1210/2020).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του KΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α` του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση, πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος, από αυτή, λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται, καθόλου, πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 1346/2023, ΑΠ 367/2020).

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης και το δεύτερο λόγο κατά το πρώτο σκέλος του και το δεύτερο σκέλος του, αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε, ευθέως και εκ πλαγίου, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 505, 509 και 512 ΑΚ, καθόσον τα περιστατικά που δέχθηκε δεν πληρούσαν το πραγματικό των νομικών εννοιών του βαρέως παραπτώματος και της αχαριστίας, ούτε του ελευθέρως ανακλητού της δωρεάς, καθώς και ότι με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες απέρριψε τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας και την ένστασή της, ότι η ένδικη δωρεά έγινε από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον και ως εκ τούτου συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις περί αποκλεισμού της δυνατότητας ανάκλησης.

Από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που αναφέρει, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος τα εξής: ".. Η ενάγουσα, η οποία γεννήθηκε το έτος 1919, είναι άγαμη και δεν έχει αποκτήσει τέκνα.

Μετά την άσκηση της υπό κρίση αγωγής και την έκδοση της υπ' αριθμ. 7203/2003 μη οριστικής απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου υποβλήθηκε σε πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση και ήδη εκπροσωπείται νόμιμα από την ορισθείσα με την υπ' αριθμ. 4187/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως δικαστική συμπαραστάτη αυτής, Ε.

συζ. Ι. Χ. , το γένος Κ. Λ. , η οποία είναι ανιψιά της (κόρη της αδελφής της Μ. συζ. Κ. Λ.). Το έτος 2000, σε ηλικία 81 ετών, διέμενε μόνη, όπως και τα προηγούμενα έτη, σε ιδιόκτητο ισόγειο διαμέρισμα, διώροφης οικοδομής, την οποία είχε ανεγείρει σταδιακά με δαπάνες της, επί της οδού ... , στη ...

Περί τα τέλη Ιουλίου 2000 την επισκέφθηκε η εναγομένη, η οποία ήταν τότε ηλικίας 46 ετών, μόνιμη κάτοικος ... και διαζευγμένη, και της ζήτησε να την φιλοξενήσει προσωρινά, διότι, όπως της είπε, δεν είχε πού να μείνει και ήταν σε δυσχερή οικονομική κατάσταση, μέχρι να βρει κάποια εργασία και δική της οικία. Οι διάδικοι κατάγονται από το ίδιο χωριό (Μοσιά Κορινθίας) και μεταξύ τους υφίσταται μακρινή συγγένεια, την οποία, όμως, και οι ίδιες αδυνατούν να προσδιορίσουν ακριβώς ούτε προκύπτει αυτή με σαφήνεια (η μεν ενάγουσα στο υπ' αριθμ. ...2000 επίδικο συμβόλαιο δωρεάς εν ζωή δήλωσε ότι η εναγομένη και δωρεοδόχος είναι τέκνο του πρώτου εξαδέλφου της, Ν.

Κ. , ενώ στην από 24.3.2001 υποβληθείσα από την ίδια μήνυση κατά της εναγομένης και στην από 22.1.2000 αρχική αγωγή της, έγγραφα που θα αναφερθούν στη συνέχεια, δήλωσε ότι η εναγομένη είναι τέκνο δεύτερου εξαδέλφου της, η δε εναγομένη στις από 4.6.2001 προτάσεις ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, κατά τη συζήτηση της αρχικής αγωγής της ενάγουσας δήλωσε ότι η ενάγουσα είναι πρώτη εξαδέλφη του πατέρα της, ενώ μετέπειτα δήλωσε ότι οι διάδικοι είναι δεύτερα εξαδέλφια).

Γνωρίζονταν από το έτος 1980 περίπου, ενώ διατηρούσαν αραιή επικοινωνία και σε ορισμένες αφίξεις της από την Αυστραλία για διακοπές η εναγομένη επισκεπτόταν την ενάγουσα. Η ενάγουσα δέχθηκε το αίτημα της εναγόμενης να την φιλοξενήσει στην οικία της προσωρινά, αν και ο πατέρας της εναγομένης διέμενε ασθενής στον τόπο καταγωγής τους (Μοσιά Κορινθίας) και η εναγομένη είχε και άλλα αδέλφια, στα οποία μπορούσε να απευθυνθεί.

Η εναγομένη επεδείκνυε καλή συμπεριφορά προς την ενάγουσα και επιμελήθηκε την οικία της, χωρίς, όμως, η ενάγουσα να έχει κατά την περίοδο εκείνη ανάγκη φροντίδας από τρίτο πρόσωπο, εφόσον ήδη έμενε μόνη της, διεκπεραίωνε τις βασικές συναλλαγές της και διαχειριζόταν τα χρήματα της, δηλαδή τη σύνταξη που ελάμβανε μετά τη συνταξιοδότηση της από την εργασία της ως νοσηλεύτρια.

Όμως, λόγω της ηλικίας της, δεν ήταν δυνατό να ανταποκριθεί με επιτυχία σε όλες τις οικιακές ανάγκες της, όπως ο καθαρισμός της οικίας της αλλά και λόγω των γραμματικών γνώσεων της, επιπέδου Δημοτικού σχολείου, να προβαίνει σε πιο περίπλοκες συναλλαγές. Οι δαπάνες διαβίωσης των δύο γυναικών καλύπτονταν από τη σύνταξη της ενάγουσας, καθώς δεν αποδείχθηκε ότι η εναγομένη συνέβαλε οικονομικά στα καθημερινά έξοδα, είχε, μάλιστα, επικαλεστεί οικονομική δυσχέρεια όταν ζήτησε αρχικά να φιλοξενηθεί από την ενάγουσα.

Τον Οκτώβριο 2000 μετά από επανειλημμένες προτροπές εκ μέρους της εναγόμενης και μετά και την υπόσχεση εκ μέρους της τελευταίας ότι θα φροντίζει και θα περιποιείται στο μέλλον την ενάγουσα, όταν η ίδια δεν θα μπορεί να φροντίζει τον εαυτό της, η τελευταία αποδέχθηκε να της μεταβιβάσει κατά ψιλή κυριότητα το ισόγειο διαμέρισμα της οικοδομής, στο οποίο διέμενε και το οποίο είχε υπαχθεί στις διατάξεις του ν. 3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 Α.Κ.

και ειδικότερα την οριζόντια ιδιοκτησία του ισογείου ορόφου, επιφάνειας 93 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 349/1000 εξ αδιαιρέτου, καθώς και το δικαίωμα υψούν απεριορίστως πάνω από το δεύτερο όροφο, της διώροφης οικοδομής επί της οδού ... στη ... , στο 62 οικοδομικό τετράγωνο, που συνορεύει, ........., παρακρατώντας ισοβίως για την ίδια την επικαρπία.

Η αξία των δωρηθέντων ανέρχεται σε 117.388 ευρώ. Για το σκοπό αυτό συνετάγη το υπ' αριθμ. ...2000 συμβόλαιο δωρεάς εν ζωή του συμβολαιογράφου … Γ. Π. , που μεταγράφηκε νόμιμα. Η εναγομένη ζήτησε από την ενάγουσα να μην ανακοινώσει στους συγγενείς της τη δωρεά αυτή και η ενάγουσα το δέχτηκε. Αμέσως μετά, όμως, από τη δωρεά η εναγομένη εγκαταστάθηκε οριστικά στο διαμέρισμα της ενάγουσας και μετέβαλε συμπεριφορά.

Αγνοώντας τη βούληση της ενάγουσας και την επιθυμία αυτής να συνεχίζουν να διαμένουν στο ημιυπόγειο διαμέρισμα της οικοδομής, ο Αλβανός υπήκοος Α. Μ. με τη σύζυγο και τα τρία τέκνα του, στους οποίους η ενάγουσα είχε παραχωρήσει χωρίς αντάλλαγμα, για φιλανθρωπικούς λόγους, το χώρο αυτό από το 1996, όταν τα μέλη της οικογένειας ήρθαν στην Ελλάδα από την Αλβανία ως οικονομικοί μετανάστες αναζητώντας στέγη, λόγω και του ότι η ενάγουσα ήταν βαθιά θρησκευόμενο άτομο με ανεπτυγμένο το αίσθημα της προσφοράς στο συνάνθρωπο, διατηρώντας άριστες σχέσεις μαζί τους, αρνούμενη να λαμβάνει μίσθωμα παρά το ότι ο Α.

Μ. της το είχε προτείνει, αφού με την πάροδο των ετών τα μέλη της οικογένειας είχαν ενταχθεί στην ελληνική κοινωνία και είχαν ανεύρει εργασία, η εναγομένη πήγαινε συνεχώς στο διαμέρισμα του Μ. και πίεζε την οικογένεια να αποχωρήσει από αυτό, λέγοντας τους "να τα μαζέψετε και να φύγετε" και ότι τώρα το σπίτι είναι δικό της και αν δεν φύγουν θα καλέσει την αστυνομία.

Η συμπεριφορά αυτή της εναγομένης ήταν αντίθετη με την επιθυμία της ενάγουσας, η οποία, σε συνομιλία με τον Μ. δήλωσε ότι η ίδια ήθελε να παραμείνουν στο διαμέρισμα. Όμως, την επόμενη ήμερα η εναγομένη πήγε και πάλι στο διαμέρισμα του Μ. φωνάζοντας ότι δεν έχουν κανένα δικαίωμα να μένουν στο σπίτι της και παρά την παρουσία της ενάγουσας, που της είπε ότι εκείνη επιθυμούσε να παραμείνουν στο χώρο, εκείνη επέμενε να τους εκδιώξει.

Με τον τρόπο αυτό η εναγομένη πέτυχε, αγνοώντας την αντίθετη επιθυμία της ενάγουσας και ενεργώντας ενάντια στη θέληση της, εκμεταλλευόμενη τον φιλήσυχο και αδύναμο χαρακτήρα της, να αποχωρήσουν οι φίλοι της ενάγουσας αλλοδαποί από τον παραχωρηθέντα χώρο της ενάγουσας, η οποία τους δήλωσε, όταν έφευγαν, ότι είχε στενοχωρηθεί πολύ με τη συμπεριφορά της εναγομένης.

Επίσης, η εναγομένη επεδίωκε να πείσει την ενάγουσα, επικαλούμενη την προχωρημένη ηλικία της, να της επιτρέπει να διαχειρίζεται την περιουσία της και ιδιαίτερα τα χρήματα που είχε κατατεθειμένα σε Τράπεζες με σύνταξη και υπογραφή πληρεξουσίου εγγράφου. Έτσι, αφού η ενάγουσα συμφώνησε να πάνε στην Εθνική Τράπεζα, όπου ετηρείτο ο υπ' αριθμ. ...

λογαριασμός στο όνομα της με συνδικαιούχο την ανιψιά της ενάγουσας και ήδη δικαστική συμπαραστάτη αυτής, Ε. Λ. , προκειμένου, όπως της είχε πει η εναγομένη, να υπογράψει έγγραφο, με το οποίο η εναγομένη θα διαχειρίζεται τα χρήματα για λογαριασμό της, ώστε να μην ταλαιπωρείται, λόγω της ηλικίας της, μετέβησαν στις 22.12.2000 σε υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας, όπου η ενάγουσα κάθησε σε μία καρέκλα, με προτροπή της εναγομένης, για να μην κουράζεται και η τελευταία με το βιβλιάριο και την ταυτότητα της ενάγουσας συνομίλησε με τον υπάλληλο της Τράπεζας, στον οποίο δήλωσε ότι η ενάγουσα, την οποία υπέδειξε, επιθυμεί να κάνει ανάληψη του υπολοίπου του λογαριασμού, συνομιλία που η ενάγουσα δεν μπορούσε να ακούσει λόγω της απόστασης, και στη συνέχεια της έφερε να υπογράψει το έντυπο ανάληψης χρημάτων, ποσού 897.913 δραχμών, λέγοντας της ότι πρόκειται για έγγραφο με το οποίο και η εναγομένη θα μπορεί να συναλλάσσεται για λογαριασμό της.

Η ενάγουσα, η οποία δεν είχε λόγο να αμφισβητήσει την αλήθεια των όσων της έλεγε η εναγομένη ενόψει και της εμπιστοσύνης που της είχε, αλλά και της ευπιστίας της, υπέγραψε, θεωρώντας ότι υπογράφει έγγραφο με το πιο πάνω περιεχόμενο και όχι ένταλμα πληρωμής χρημάτων, τα οποία στη συνέχεια ανέλαβε η εναγομένη κρατώντας το βιβλιάριο και την ταυτότητα της ενάγουσας.

Στις 28.12.2000 και αφού τις προηγούμενες ήμερες η ενάγουσα είχε εισπράξει από τα ΕΛ.ΤΑ. τη σύνταξη της και το δώρο των Χριστουγέννων, συνολικού ποσού 300.000 δραχμών, τα οποία φύλασσε στο συρτάρι της, εμφανίσθηκε αναστατωμένη στους Α. Σ. και τη σύζυγο του, Β. Σ. , οι οποίοι διαμένουν στον πρώτο όροφο της ίδιας οικοδομής, με τους οποίους γνωρίζεται επί σειρά ετών, ο δε Α.

Σ. της παρείχε τη συνδρομή του κατά καιρούς σε διάφορες υποθέσεις της με δημόσιες υπηρεσίες όπως η συμπλήρωση της φορολογικής της δήλωσης, και τους δήλωσε ότι δεν βρίσκει τα χρήματα που είχε στο σπίτι, την ταυτότητα, το βιβλιάριο της Τράπεζας και ότι δεν της είχε μείνει δραχμή. Ειδοποιήθηκαν τότε η αδελφή της, Μ.

Λ. , οι κόρες της και ανιψιές της ενάγουσας, Ε. Λ. και Α. Λ. , με τους συζύγους τους, Ι. Χ. και Π. Μ. , οι οποίοι έφθασαν την ίδια ήμερα και αφού ερευνήθηκε ο χώρος της οικίας διαπιστώθηκε ότι έλειπαν διάφορα έγγραφα, όπως το βιβλιάριο της Τράπεζας, το δελτίο αστυνομικής ταυτότητας της ενάγουσας και το συμβόλαιο της οικίας της.

Όταν επέστρεψε στην οικία η εναγομένη, διαπληκτίστηκε με τους συγγενείς της ενάγουσας, οι οποίοι της ζητούσαν να αποδώσει στην ενάγουσα τα έγγραφα της, που θεωρούσαν, όπως και η ενάγουσα, ότι τα είχε πάρει εκείνη, ενώ η εναγομένη φώναζε στην ενάγουσα να τους διώξει. Ακολούθησε έντονη λογομαχία, ενώ στο ίδιο περιστατικό η εναγόμενη τραυματίστηκε, διακομίστηκε αμέσως στο Ασκληπιείο Βούλας, όπου διαπιστώθηκε ότι υπέστη θλαστικό τραύμα παλαμιαίας επιφάνειας δεξιάς πηχεοκαρπικής, συρραφέν, από τεμάχιο γυαλιού που έσπασε και θλάση οσφύος, χωρίς άλλα ευρήματα, αν και η εναγομένη ισχυρίστηκε ότι δέχθηκε γροθιές από όλους σε όλο της το σώμα (βλ.

και το υπ' αριθμ. πρωτ. ...2001 πιστοποιητικό νοσηλείας του ιατρού ορθοπεδικής κλινικής του νοσοκομείου, καθώς και την υπ' αριθμ. ...2001 ιατροδικαστική έκθεση του ιατροδικαστή Φ. Κ. , όπου γίνεται λόγος για ελαφρά σωματική βλάβη). Για το περιστατικό αυτό η εναγομένη υπέβαλε την από 10.1.2001 μήνυση κατά των ως άνω συγγενών της ενάγουσας, πλην της Α.

Λ. , ισχυριζόμενη σ' αυτή ότι όλοι οι μηνυόμενοι χειροδίκησαν εναντίον της με γροθιές και κτυπήματα και την έριξαν πάνω στο γυάλινο παράθυρο της πόρτας της κουζίνας, παρεμποδίζοντας την να φύγει από την οικία, ζητώντας επίμονα απ' αυτή να επιστρέφει "τα χαρτιά" της ενάγουσας, δελτίο ταυτότητας, βιβλιάρια καταθέσεων και συμβόλαια, ενώ οι μηνυόμενοι, οι οποίοι υπέβαλαν εναντίον της μήνυση για συκοφαντική δυσφήμηση ισχυρίσθηκαν ότι η ίδια παραπάτησε και προσπαθώντας να στηριχθεί έπεσε στο γυάλινο παράθυρο της πόρτας, εκμεταλλεύθηκε δε το περιστατικό αυτό για να φωνάζει ότι τη σκοτώνουν.

Επί της μηνύσεως της εναγομένης ασκήθηκε εναντίον τους ποινική δίωξη για επικίνδυνη σωματική βλάβη από κοινού, εξύβριση, απειλή, βλασφημία, παράνομη Κατακράτηση, ενώ με την υπ' αριθμ. 52096/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, όπου, κατά την εκδίκαση της υπόθεσης, η εναγομένη- μηνύτρια δήλωσε ότι επρόκειτο για παρεξήγηση και ανακαλεί την έγκληση της για τις αξιόποινες πράξεις που ανακαλούνται, κρίθηκε ότι η σωματική βλάβη ήταν απλή, οι κατηγορούμενοι κηρύχθηκαν αθώοι της παράνομης κατακράτησης και έπαυσε η δίωξη για τις λοιπές πράξεις λόγω της ανάκλησης και αποδοχής ως προς τη σωματική βλάβη και για τις λοιπές πράξεις κατ' εφαρμογή του ν. 3346/2005.

Την ημέρα του επεισοδίου, στις 28.12.2000, προσήχθησαν δύο φορές οι ανωτέρω και οι διάδικοι στο Α.Τ. Βούλας, όπου, σύμφωνα με το προσκομιζόμενο απόσπασμα, οι εμπλεκόμενοι επιφυλάχθηκαν για υποβολή εγκλήσεων και οι Π. Μ. και Ι. Χ. "εξέφρασαν παράπονα κατά της Κ. Σ. για αστικής κληρονομικής φύσεως διαφορές", ενώ η ενάγουσα δήλωσε ότι η εναγομένη διαμένει με τη συναίνεση της στην οικία της μετά την εκφρασθείσα στο αστυνομικό τμήμα διαμαρτυρία των συγγενών για τη διαμονή της εναγομένης στην οικία, διότι δεν γνώριζαν μέχρι τότε τη γενομένη δωρεά.

Την επομένη ημέρα, στις 29.12.2000, η εναγομένη επέστρεψε στην ενάγουσα το δελτίο ταυτότητας και το βιβλιάριο της Εθνικής Τράπεζας, οπότε διαπιστώθηκε από την ενάγουσα ότι ο λογαριασμός είχε μηδενισθεί με την ανάληψη του υπολοίπου των 897.913 δραχμών στις 22.12.2000. Για το γεγονός αυτό η ενάγουσα συνομίλησε και στις 30.12.2000 με την γνωστή της στην περιοχή Σ.

Σ. , στην οποία επίσης ανέφερε ότι έχασε τα χρήματα της και ότι ποσό περίπου 1.000.000 δρχ. πήρε η εναγομένη. Κατόπιν αυτών, όταν διαπιστώθηκε από την ενάγουσα ότι είχε γίνει ανάληψη όλων των χρημάτων από το λογαριασμό της στην Εθνική Τράπεζα χωρίς τη θέληση της, αφού δεν είχε λόγο να προβεί σ' αυτή την ενέργεια, οι σχέσεις των διαδίκων κλονίσθηκαν σοβαρά, η ενάγουσα δήλωσε στην εναγομένη ότι ανακαλεί τη δωρεά λόγω της συμπεριφοράς που επέδειξε απέναντι της και μετέβη για λίγες ήμερες στην οικία της ανιψιάς της, Α.

Λ. Επέστρεψε κατόπιν στην οικία της συνεχίζοντας να διαμένει μόνη, ενώ η εναγομένη εγκαταστάθηκε αρχικά σε ξενοδοχείο και στη συνέχεια μετέβη στην Αυστραλία. Ακολούθησε η άσκηση της από 22.1.2001 (αρ. εκθ. κατ. .../2001) αγωγής της ενάγουσας περί ανακλήσεως της δωρεάς, η οποία επιδόθηκε στην εναγομένη στις 24.1.2001 (υπ' αριθμ. ...2001 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Πρωτοδικείου Αθηνών Ε.

Α.), ενώ στις 8.6.2001 η ενάγουσα μετέβη στο γραφείο της συμβολαιογράφου … Μ. Κ. , συζ. Ν. Κ. , όπου συνετάγη το υπ' αριθμ. ...2001 πληρεξούσιο προς τις δικηγόρους Φωτεινή Φωτεινού και Παρασκευή Κανδύλη, με το οποίο παρέσχε πληρεξουσιότητα μεταξύ άλλων και για την υποστήριξη της γενομένης αγωγής της.

Στη συνέχεια εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 6929/2001 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που απέρριψε την αγωγή ως αόριστη. Η απόφαση επιδόθηκε στην εναγομένη στις 12.11.2001 (βλ. και προσκομιζόμενο από την εναγομένη αντίγραφο με επισημείωση του δικαστικού επιμελητή Αθηνών Ε. Α.) και μετά την τελεσιδικία αυτής, εφόσον δεν ασκήθηκε κατ' αυτής ένδικο μέσο (υπ' αριθμ. ...2001 πιστοποιητικό του γραμματέα πολιτικών ενδίκων μέσων του Πρωτοδικείου Αθηνών), ασκήθηκε, εντός της προθεσμίας του άρθρου 263 Α.Κ., η υπό κρίση αγωγή, υπογεγραμμένη και από την ενάγουσα, με επίδοση στις 5.3.2002 (βλ. την υπ' αριθμ. ...2002 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ε. Α.) στον ορισθέντα από την εναγομένη, που ήταν τότε κάτοικος ..., πληρεξούσιο δικηγόρο και παρασταθέντα στην πρώτη συζήτηση της αγωγής Χ. Ν. , δυνάμει του υπ' αριθμ. ...2001 πληρεξουσίου συνταχθέντος στο Γενικό Προξενείο της Ελλάδος στο Σίδνεϋ Αυστραλίας, που επιδόθηκε στην ενάγουσα με την από 29.1.2001 εξώδικη δήλωση της εναγομένης την 1.2.2002 (βλ. την από 1.2.2002 επισημείωση του δικαστικού επιμελητή Σ. Γ.), στην οποία γνωστοποιείται η νέα κατοικία της στην Αυστραλία και ο διορισμός του άνω δικηγόρου ως αντικλήτου για την επίδοση δικογράφων.

Συνεπώς, η οριζομένη με το άρθρο 510 Α.Κ. ετήσια αποσβεστική προθεσμία της ανάκλησης έχει διακοπεί με την αρχική, από 22.1.2001, αγωγή, εφόσον η υπό κρίση αγωγή ασκήθηκε εντός εξαμήνου από την τελεσιδικία της υπ' αριθμ. 6929/2001 απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και τα αντίθετα υποστηριζόμενα από την εναγομένη- εφεσίβλητη, που επαναφέρει τον πρωτοδίκως υποβληθέντα ισχυρισμό της περί αποκλεισμού της ανάκλησης της δωρεάς για το λόγο αυτό είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.

Επίσης, παράλληλα με την αγωγή, η ενάγουσα υπέβαλε και την από 24.3.2001 μήνυση κατά της εναγομένης με τα ίδια ως άνω περιστατικά για την αφαίρεση του ποσού των 897.913 δρχ. και του ποσού των 300.000 δρχ. Εναντίον της εναγομένης ασκήθηκε ποινική δίωξη για απάτη και κλοπή. Επ' αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 65045/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ήδη αμετάκλητη, με την οποία η εναγόμενη αθωώθηκε, λόγω αμφιβολιών, για την τέλεση των αδικημάτων.

Η απόφαση επικεντρώθηκε ιδίως στην από 11.3.2002 προανακριτική κατάθεση της ενάγουσας, στην οποία δεν κάνει λόγο για την ανάληψη του ποσού των 897.913 δρχ., αλλά μόνο για το ποσό των 300.000 δρχ. με διαφορετικά περιστατικά απώλειας από εκείνα της αγωγής και της μήνυσης. Η κατάθεση αυτή δεν αποτελεί ασφαλή πηγή πληροφοριών και απόδειξης, διότι η ενάγουσα περιγράφει μεν το περιστατικό της λογομαχίας των συγγενών της με την εναγομένη στις 28.12.2000 με αναφορά στο ότι η εναγομένη, την οποία, όπως κατέθεσε, φιλοξενούσε προσωρινά, σκόνταψε σε σκαμπό και έπεσε στη γυάλινη πόρτα της κουζίνας και τραυματίστηκε, όμως από το περιεχόμενο αυτής προκύπτει ότι κατά το χρόνο της κατάθεσης υπήρχε πρόβλημα μνήμης στην ενάγουσα, αφού δήλωσε εκεί ότι δεν είχε προβεί σε καμία δωρεά στην εναγομένη, παρ' όλο που η επίδικη είχε λάβει χώρα στις 9.10.2000.

Στη συνέχεια, μάλιστα, τον Φεβρουάριο 2004, η ενάγουσα υπέστη αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο, για την αντιμετώπιση του οποίου νοσηλεύθηκε στο Ασκληπιείο Βούλας και στη συνέχεια διαγνώσθηκε ότι πάσχει από άνοια τύπου Αλτσχάιμερ, με συνέπεια τη θέση της σε πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση το έτος 2005, όπως προαναφέρθηκε, η δε δικαστική συμπαραστάτης, ανιψιό της, Ε.

Λ. , έχει αναλάβει την περίθαλψη της. Η εναγομένη, η οποία αρνείται ότι είχε παρακρατήσει το ποσό των 897.913 δρχ. από τον τραπεζικό λογαριασμό της ενάγουσας, επικαλείται και προσκομίζει επικυρωμένο από τον αξιωματικό υπηρεσίας του Α.Τ. Βούλας της 11.12.2001 από το εις χείρας της Ε. Μ. πρωτότυπο, αντίγραφο βιβλιαρίου ταμιευτηρίου του υπ' αριθμ. ...

λογαριασμού της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος, με συνδικαιούχους την ενάγουσα και την ανιψιά της, Ε. Λ. , ισχυριζόμενη ότι η ενάγουσα ανεύρε στην οικία της το απολεσθέν ποσό και έσπευσε να καταθέσει στις 11.12.2001 συνολικό ποσό 3.492,30 ευρώ. Ο ισχυρισμός αυτός δεν αποδείχθηκε βάσιμος. Εξάλλου, δεν εξηγεί η εναγομένη, αφού δεν ήλθε, όπως ισχυρίζεται, σε προσωπική επικοινωνία με την ενάγουσα παρά μόνο την 29.9.2010 κατόπιν εισαγγελικής παραγγελίας, πώς περιήλθε στην κατοχή της το επικυρωμένο αντίγραφο του βιβλιαρίου κατάθεσης της ενάγουσας με τελευταία καταγραφή της κατάθεσης του άνω ποσού στις 11.12.2001 και επικύρωση την ίδια ημέρα.

Όπως αποδείχθηκε, μετά την άσκηση της πρώτης αγωγής, που συζητήθηκε στις 8.6.2001 και την υποβολή της μήνυσής εκ μέρους της ενάγουσας, για την οποία είχε ενημερωθεί η εναγομένη με εξώδικο της ενάγουσας, η εναγομένη, η οποία επέστρεψε από την Αυστραλία, επισκέφθηκε την ενάγουσα, η οποία διέμενε μόνη στην οικία της, στις 11.12.2001 και της παρέδωσε το ποσό των 1.190.000 δραχμών, παρότρυνε δε την ενάγουσα να το καταθέσει στην Τράπεζα.

Η ενάγουσα, η οποία δεν ήθελε να φυλάσσει μεγάλα ποσά στην οικία της, πήγε την ίδια ήμερα στην Αγροτική Τράπεζα, όπου είχε ανοίξει τον προαναφερόμενο τραπεζικό λογαριασμό, συνοδευόμενη από την εναγομένη και κατέθεσε το ποσό που προαναφέρθηκε. Στη συνέχεια η εναγομένη της ζήτησε να λάβει αντίγραφο του βιβλιαρίου και να μεταβούν στο Αστυνομικό Τμήμα Βούλας, προκειμένου να επικυρωθεί αυτό.

Η ενάγουσα, χωρίς να έχει μεταβάλει γνώμη για την εναγομένη αλλά ανυποψίαστη, δέχθηκε και με τον τρόπο αυτό περιήλθε στην εναγομένη επικυρωμένο αντίγραφο του βιβλιαρίου. Εάν η ενάγουσα είχε ανεύρει τα χρήματα στην οικία της μετά από ένα έτος σχεδόν από το περιστατικό, και τα κατέθετε στην Τράπεζα, δεν υπήρχε λόγος να μεταβεί στη συνέχεια μόνη στο Αστυνομικό Τμήμα την ίδια ημέρα της κατάθεσης για να επικυρώσει αντίγραφο του βιβλιαρίου.

Η εναγομένη, όμως, με την άνω κίνηση, απέκτησε αποδεικτικό στοιχείο της κατάθεσης από την ενάγουσα, το οποίο δεν θα μπορούσε να λάβει από την τράπεζα χωρίς την παρουσία της ενάγουσας.

Περαιτέρω, η απώλεια από υπαιτιότητα της εναγομένης των 300.000 δρχ, που αποτελούσε την σύνταξη και το δώρο Χριστουγέννων, ανέλαβε από τα Ε.Λ.ΤΑ. η ενάγουσα το Δεκέμβριο 2000, δεν επιβεβαιώθηκε από τις αποδείξεις. Από τα ανωτέρω περιστατικά προκύπτει, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ότι η ενάγουσα προέβη στην ανάκληση της δωρεάς, διότι η εναγομένη φάνηκε με βαριά παραπτώματα (αποβολή οικογένειας μεταναστών από ακίνητο που παραχώρησε η δωρήτρια, παρακράτηση ποσού 900.000 δρχ και εγγράφων της ενάγουσας) αχάριστη προς την δωρήτρια, κατά την έννοια του νόμου, εκδηλώνοντας εμπράκτως υπαίτια και καταλογιστέα στην εναγομένη αντικοινωνική συμπεριφορά, αξιόμεπτο αίσθημα έλλειψης ευγνωμοσύνης προς την δωρήτρια, ενώ αγνόησε τις επιθυμίες της εκμεταλλευόμενη το ήπιο και αδύναμο χαρακτήρα της, προκειμένου να της επιβάλλει τη δική της βούληση αλλά και να οικειοποιηθεί περιουσιακά της στοιχεία, κατά τρόπου που αντιβαίνει στις κρατούσες αντιλήψεις περί ηθικής και ευπρέπειας.

Ειδικότερα ως προς την ανάληψη του ποσού των 897.913 δραχμών από τον τραπεζικό λογαριασμό της ενάγουσας στην Εθνική Τράπεζα, που η εναγομένη παρακράτησε χωρίς να της αποδώσει, δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα είχε κάποιο συγκεκριμένο άλλο λόγο να προβεί σε ανάληψη όλου του ποσού, που αποτελούσε τις οικονομίες της, ενώ και από την προγενέστερη κίνηση του λογαριασμού, που αποτυπώνεται στο προσκομιζόμενο αντίγραφο βιβλιαρίου, προκύπτει ότι οι συναλλαγές και ιδίως οι αναλήψεις, που μέχρι τότε πραγματοποιούσε, αφορούσαν μικρά ποσά.

Συνεπώς, μετά τη δήλωση ανάκλησης που έγινε προς την εναγομένη δωρεοδόχο προφορικά τον Ιανουάριο 2001 αλλά και που σε κάθε περίπτωση περιελήφθη στην από 22.1.2001 αγωγή που της επιδόθηκε στις 24.1.2001, η δωρήτρια δικαιούται να αναζητήσει τη γενομένη παροχή σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού (άρθ. 509 Α.Κ.). Στο εν λόγω δωρητήριο συμβόλαιο αναφέρεται ότι η δωρεά γίνεται από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον της ενάγουσας προς την εναγομένη και για λόγους ευπρεπείας.

Στην προκειμένη περίπτωση το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο των συμφωνηθέντων με το ως άνω δωρητήριο συμβόλαιο και τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, που ανάγονται στο προ της συνάψεως της συμβάσεως χρονικό διάστημα, καθώς και την περιουσιακή κατάσταση της δωρήτριας, την κοινωνική της θέση και τις προσωπικές της σχέσεις με την δωρεοδόχο, κρίνει ότι η εν λόγω δωρεά έγινε από την ενάγουσα χωρίς να υπάρχει εκ μέρους της ιδιαίτερο ηθικό καθήκον. Και τούτο, διότι η εν λόγω δωρεά, αντικειμενικά, κατά τις κρατούσες αντιλήψεις και άσχετα από τα ελατήρια που οδήγησαν τη δωρήτρια, δεν υποδεικνύεται ως επιβεβλημένη από τις επιταγές της ηθικής. Η δωρεοδόχος είχε πριν τη δωρεά ελάχιστη επικοινωνία με τη δωρήτρια τα παρελθόντα έτη, μόνη δε η διαμονή της στην οικία της ενάγουσας επί τρίμηνο (Αύγουστος - Οκτώβριος 2000) δεν αρκεί για να δικαιολογήσει τη δωρεά από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον. Ούτε, με βάση τα ως άνω αποδειχθέντα, η εν λόγω δωρεά ανταποκρίνεται στις κοινωνικές συνήθειες ή τις απαιτήσεις της κοινής γνώμης, ενώ δεν έγινε από κοινωνική υποχρέωση.

Εξάλλου, η ίδια η εναγομένη, αποκρούοντας τα περιστατικά της αγωγής, ισχυρίστηκε ότι είχε τα αναγκαία έσοδα και από την εργασία της στην Αυστραλία, την οποία βέβαια δεν διευκρινίζει ούτε αυτή αποδεικνύεται, ώστε να μην χρειάζεται να εξαρτάται από την ενάγουσα και τη σύνταξη της. Επομένως, δεν υπήρχε θέμα βοήθειας στην αποκατάσταση της εναγομένης, όπως η ίδια εκθέτει για να θεμελιώσει το ιδιαίτερο ηθικό καθήκον.

Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι η δωρήτρια διαβιούσε μεν μόνη, όμως διατηρούσε επαφές και καλές σχέσεις με τους συγγενείς της, την αδελφή της Μ. Λ. και τις κόρες της τελευταίας και ανιψιές της ενάγουσας, Ε. Λ. και Α. Λ. , οι οποίες είχαν δημιουργήσει τις δικές τους οικογένειες και δεν μπορούσαν να έχουν τακτική επικοινωνία μαζί της για πρακτικούς λόγους (η αδελφή της ήταν επίσης προχωρημένης ηλικίας και διέμενε στη Μοσιά Κορινθίας και η Ε.

Λ. , η οποία, σημειωτέον ήταν και συνδικαιούχος στους τραπεζικούς λογαριασμούς της ενάγουσας, διέμενε στην Εύβοια). Με την ανιψιά της ειδικότερα, Ε. Λ. , η οποία διορίστηκε στη συνέχεια δικαστική συμπαραστάτης και περιθάλπει την ενάγουσα, η τελευταία επικοινωνούσε πιο συχνά, καθ' όσον της είχε μεταβιβάσει το διαμέρισμα στον πρώτο όροφο της ίδιας οικοδομής (...), η τελευταία το είχε εκμισθώσει και ερχόταν τουλάχιστον κάθε μήνα να εισπράξει το μίσθωμα.

Κατόπιν αυτών, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 512 Α.Κ. ούτε στο δωρητήριο συμβόλαιο η δωρήτρια επικαλείται περιστατικά που δικαιολογούν τη δωρεά από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον και λόγους ευπρεπείας.... ώστε η ως άνω παροχή να μπορεί να ανακληθεί, παρά τα αντίθετα αβάσιμα υποστηριζόμενα από την εναγομένη- εφεσίβλητη, η οποία επαναφέρει τον πρωτοδίκως προταθέντα ισχυρισμό - ένσταση- περί αποκλεισμού της δυνατότητας ανάκλησης λόγω συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 512 Α.Κ.

Επίσης, η εκ των προτέρων παραίτηση της δωρήτριας από το δικαίωμα ανάκλησης στο δωρητήριο συμβόλαιο δεν ασκεί επιρροή (άρθ. 511 Α.Κ.) και ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός της εναγομένης είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος. Αποδείχθηκε, επίσης, ότι η εναγομένη, παρά τη νομοτύπως γενομένη ανάκληση της δωρεάς προς αυτή, αρνείται να αναμεταβιβάσει συμβολαιογραφικώς την ψιλή κυριότητα του ως άνω περιγραφόμενου διαμερίσματος και του δικαιώματος υψούν στην ενάγουσα, αφού μετά την ανάκληση έχει καταστεί πλουσιότερη χωρίς νόμιμη αιτία και δη για αιτία που έληξε και πρέπει να καταδικασθεί σε σχετική δήλωση βουλήσεως, η οποία θεωρείται ότι έγινε με την τελεσίδικη απόφαση (άρθ. 949 ΚΠολΔ).

Το αίτημα της εκκαλούσας-ενάγουσας, όπως

νόμιμα αντιπροσωπεύεται για αυτοπρόσωπη εμφάνιση των διαδίκων προς παροχή διασαφήσεων, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο, διότι, ενόψει των επαρκών αποδεικτικών στοιχείων που προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, δεν κρίνεται από το Δικαστήριο αναγκαία η εμφάνιση τους ενώπιόν του για την παροχή διασαφήσεων.

Κατά συνέπεια, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και την εφαρμογή του νόμου, κατά τον βάσιμο περί τούτου πρώτο λόγο της έφεσης. Πρέπει, επομένως, η έφεση να γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν και να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση.

Αφού δε διακρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο και ερευνηθεί η αγωγή (άρθ. 535 παρ.1 ΚΠολΔ), πρέπει αυτή να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν, να αναγνωριστεί ότι η επίδικη δωρεά έχει ανακληθεί, να καταδικαστεί η εναγομένη σε δήλωση βουλήσεως προς αναμεταβίβαση της ψιλής κυριότητας του ακινήτου και του δικαιώματος υψούν στην ενάγουσα, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό, αρνούμενης δε να προβεί στην εν λόγω δήλωση θεωρείται ότι η δήλωση βουλήσεως ολοκληρώθηκε με την παρούσα τελεσίδικη απόφαση..." Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 505, 509 και 512 του ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε.

Τούτο διότι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα, ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, πληρούν το πραγματικό των νομικών εννοιών του βαρέως παραπτώματος και της αχαριστίας της αναιρεσείουσας (δικαιοδόχου) έναντι της αναιρεσίβλητης (δωρήτριας) και κατά συνέπεια, δικαιολογούν την εφαρμογή τους, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τις ουσιαστικές αυτές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης:

α) η αναιρεσίβλητη μακρινή συγγενής της αναιρεσείουσας (κόρη πρώτου ή δευτέρου εξαδέλφου της), προέβη το έτος 2000 σε δωρεά προς αυτήν κατά ψιλή κυριότητα, μιας οριζόντιας ιδιοκτησίας του ισογείου ορόφου επιφάνειας 93 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 349/1000 εξ αδιαιρέτου, καθώς και το δικαίωμα υψούν απεριορίστως πάνω από το δεύτερο όροφο, της διώροφης οικοδομής επί της οδού ...

στη ... , παρακρατώντας ισοβίως για την ίδια την επικαρπία, συνολικής αξίας 117.388 ευρώ , β) ότι αμέσως μετά η αναιρεσείουσα μετέβαλε την συμπεριφορά της και αγνοώντας τη βούληση και την επιθυμία της αναιρεσίβλητης (δωρήτριας), ώστε τα μέλη της οικογένειας των οικονομικών μεταναστών να συνεχίζουν να διαμένουν στο ημιυπόγειο διαμέρισμα της οικοδομής, το οποίο τους είχε παραχωρήσει χωρίς αντάλλαγμα, από το 1996, για φιλανθρωπικούς λόγους, με συνεχείς πιέσεις της επέμενε να τους εκδιώξει και τελικά το πέτυχε αγνοώντας την αντίθετη επιθυμία της αναιρεσίβλητης και ενεργώντας ενάντια στη θέληση της, η οποία τους δήλωσε, όταν έφευγαν, ότι είχε στενοχωρηθεί πολύ με τη συμπεριφορά της αναιρεσείουσας , γ) ότι η αναιρεσείουσα παρακράτησε το ποσό των 897.913 δραχμών και έγγραφα της αναιρεσίβλητης, καθώς και ότι η ίδια υπήρξε αχάριστη προς την δωρήτρια, εκδηλώνοντας εμπράκτως υπαίτια και καταλογιστέα αντικοινωνική συμπεριφορά, αξιόμεπτο αίσθημα έλλειψης ευγνωμοσύνης προς αυτήν, ενώ αγνόησε τις επιθυμίες της εκμεταλλευόμενη τον ήπιο και αδύναμο χαρακτήρα της, προκειμένου να της επιβάλλει τη δική της βούληση, αλλά και να οικειοποιηθεί περιουσιακά της στοιχεία, κατά τρόπο που αντιβαίνει στις κρατούσες αντιλήψεις περί ηθικής και ευπρέπειας , δ) ότι η δωρεά δεν έγινε από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον , ε) ότι η μεταξύ τους συγγενική σχέση είναι μακρινή και ότι η δωρεοδόχος είχε ελάχιστη επικοινωνία με την δωρήτρια πριν το διάστημα που η δωρήτρια για λίγους μήνες την φιλοξένησε.

Κατά ορθή δε, ερμηνεία και εφαρμογή των άνω διατάξεων κρίθηκε ότι η εξακολουθητική αυτή συμπεριφορά της αναιρεσείουσας, αντικειμενικά κρινόμενη, ενόψει των συνθηκών και του τρόπου που τελέστηκε, συνιστούσε υπαίτια, βαρειά, αντικοινωνική και καταλογιστή συμπεριφορά σε βάρος της αναιρεσίβλητης, αντίθετη στις κρατούσες περί ευπρέπειας και ηθικής κοινωνικές αντιλήψεις, και αχαριστία προς την τελευταία, ώστε από τις περιστάσεις αυτές, να δικαιολογείται η γενομένη από την τελευταία ανάκληση της ένδικης δωρεάς, καθώς και ότι η συγκατοίκησή τους για λίγους μήνες, δεν επαρκούσε, κατά τις κρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις να θεμελιώσει ιδιαίτερο ηθικό καθήκον ή λόγο ευπρέπειας που να επιβάλουν στην αναιρεσίβλητη υποχρέωση να προβεί σε ανταποδοτική δωρεά προς την αναιρεσείουσα, και τούτο παρά την ρητή δήλωση παραίτησης από το δικαίωμα ανάκλησης που περιλαμβάνεται στο υπόψη δωρητήριο συμβόλαιο, η οποία δεν επαρκεί ώστε να καταστήσει ανίσχυρη την ανακλητική δήλωση.

Εξάλλου, με τις προεκτεθείσες παραδοχές του το Εφετείο, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσης καθόσον διέλαβε σ' αυτή την επιβαλλόμενη αιτιολογία που καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, τις οποίες έτσι, δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, δεδομένου ότι αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, ότι δηλαδή η αναιρεσείουσα με βαρύ παράπτωμά της, φάνηκε αχάριστη απέναντι στην δωρήτρια αναιρεσίβλητη, ώστε υπό τις περιστάσεις αυτές, να δικαιολογείται η ανάκληση της επίμαχης δωρεάς. Κατά τα λοιπά, οι προβαλλόμενες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, κρίνονται απαράδεκτες, καθόσον με την επίκλησή τους πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων. Επομένως, οι ως άνω λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία την θεμελιώνουν κατά νόμο και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.

Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των αναγκαίων για τη θεμελίωση του δικαιώματος πραγματικών περιστατικών, του οποίου η προστασία ζητείται και των οποίων πρέπει να γίνεται αναφορά με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως που θεμελιώνεται επ' αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση (ΑΠ 1005/2022, ΑΠ 1424/2017, ΑΠ 597/2015).

Το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη την ιστορική βάση της αγωγής και το υποβαλλόμενο αίτημα και εφαρμόζοντας αυτεπαγγέλτως τον νόμο, προσδίδει στα περιστατικά, που αναφέρονται σε αυτή, τον κατάλληλο νομικό χαρακτηρισμό και υπάγει τον προβαλλόμενο ισχυρισμό στην, κατά την κρίση του, εφαρμοστέα διάταξη, για να διαγνώσει την ύπαρξη ή μη της επίδικης έννομης σχέσης ή έννομης συνέπειας (δικαιώματος-υποχρέωσης).

Ως ιστορική βάση της αγωγής, κατά το άρθρο 216 παρ. 1α ΚΠολΔ, νοείται το σύνολο των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν την αγωγή και χωρίς την επίκληση των οποίων δεν είναι εφικτή η διάγνωση της επίδικης έννομης σχέσης. Η πληρότητα ή μη του δικογράφου της αγωγής, ως προς την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση αυτής, εκτιμάται κυριαρχικώς από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1005/2022, ΑΠ 46/2020, ΑΠ 917/2017).

Ο Άρειος Πάγος ελέγχει την επάρκεια ή μη της θεμελίωσης της αγωγής, με βάση τις διακρίσεις της νομικής αοριστίας, της ποιοτικής αοριστίας και της ποσοτικής αοριστίας. Η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.

Ο προβλεπόμενος στη διάταξη αυτή αναιρετικός λόγος αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα μόνο από το δικονομικό δίκαιο, (ΟλΑΠ 1/2019, ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 1383/2021), ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται μέσω του λόγου από τον αριθμό 1 του άρθρου 599 ΚΠολΔ. (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 1656/2022, ΑΠ 1608/2022).

Ειδικότερα, με τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την παραβίαση διάταξης δικονομικής φύσης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 151/2025, ΑΠ 532/2020, ΑΠ 480/2020, ΑΠ 175/2019).

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το απαράδεκτο αφορά μόνο στις "επιτευκτικές" διαδικαστικές πράξεις, δηλαδή εκείνες που τείνουν στη δημιουργία των αναγκαίων όρων για την έκδοση συγκεκριμένης απόφασης, ώστε η κατ` αποτέλεσμα ενέργειά τους να εκδηλώνεται με την απόφαση και μόνο δυνάμει αυτής (ΑΠ 927/2019). Έτσι, με τον ανωτέρω, από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αναιρετικό λόγο ελέγχονται, πλην άλλων, το παραδεκτό της ασκήσεως των ενδίκων μέσων (ΑΠ 371/2008), των προσθέτων λόγων εφέσεως, της αντεφέσεως, των ανακοπών (άρθρα 583 επ. 632, 933 ΚΠολΔ) και των προσθέτων λόγων αυτών, καθώς και το παραδεκτό της προβολής των ισχυρισμών (ΑΠ 1206/2019, ΑΠ 2081/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης κατά το τρίτο σκέλος του, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι και από τον αριθμό 1 του ιδίου άρθρου), με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρέλειψε, παρά το νόμο, να απορρίψει ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, την αγωγή, όπως η ίδια είχε ισχυρισθεί ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και επαναφέρει νόμιμα ενώπιον αυτού ως δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, επικαλούμενη ότι στην αγωγή δεν προκύπτει σαφώς η ταυτότητα του δωρηθέντος ακινήτου και ως προς την αναφερόμενη στην αγωγή προφορική δήλωση ανάκλησης της δωρεάς, δεν προσδιορίζει πότε έλαβε χώρα η ανάκληση αυτή, για ποιους συγκεκριμένους λόγους, εάν και κατά ποιο τρόπο περιήλθε η δήλωση αυτή στην αναιρεσείουσα.

Από την παραδεκτή επισκόπηση της από 25-2-2002 αγωγής της αναιρεσίβλητης προκύπτει ότι αυτή ανέφερε, μεταξύ άλλων τα εξής: "... Με το υπ' αρ. ...2000 δωρητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου … Γ. Γ. Π. , που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Βούλας στον τόμο ... και με αριθμό ... , δώρησα στην εναγόμενη την ψιλή κυριότητα της ισόγειας οικίας μου με τα παρακολουθήματα και παραρτήματά της, καθώς και το δικαίωμα υψούν.

Το δικαίωμα δε της επικαρπίας παρακράτησα εγώ εφ' όρου ζωής. Η οριζόντια αυτή ιδιοκτησία μου είναι επιφανείας 93 τετραγωνικών μέτρων, ήτοι ισογείου της πολυκατοικίας κείμενης εντός οικοπέδου εκτάσεως 304 τ.μ. που βρίσκεται στην ... , μέσα στην περιφέρεια και στο εγκεκριμένο σχέδιο πόλης του Δήμου Βούλας, εντός του 62 οικοδομικού τετραγώνου και επί της οδού ...

Συνορεύει ανατολικά με ιδιοκτησία Μ. , δυτικά με ιδιοκτησία Σ. , Βόρεια εν μέρει με ιδιοκτησία Ν. και εν μέρει με ιδιοκτησία αγνώστου, Νότια σε πλευρά δέκα έξι μέτρων με οδό ... , όπως αναλυτικότερα αυτή περιγράφεται στο πιο πάνω αναφερόμενο δωρητήριο συμβόλαιο, η δε αξία των δωρηθέντων υπολογίζεται σήμερα στο ποσό των 40.000.000 δρχ.

περίπου (ή 117.388 ΕΥΡΩ). Ήδη με την παρούσα ζητώ την ανάκληση της ανωτέρω γενομένης δωρεάς, διότι η εναγομένη συμπεριφέρθηκε με αχαριστία προς εμένα, για τους λόγους που αναλυτικά αναφέρονται παρακάτω..". Επί πλέον μετά την παράθεση στην αγωγή των αναφερομένων λόγων αχαριστίας προς την αναιρεσίβλητη στην αγωγή γίνεται η ακόλουθη μνεία: "Επειδή....

δικαιούμαι να προβώ σε ανάκληση της δωρεάς λόγω αχαριστίας της εναγομένης που εκδηλώθηκε με τις ανωτέρω αναφερόμενες πράξεις της". Με βάση το παραπάνω περιεχόμενό της, η αγωγή της αναιρεσίβλητης είναι πλήρως ορισμένη ως προς την ταυτότητα του δωρηθέντος στην αναιρεσείουσα ακινήτου. Όσον αφορά την μνεία στην αγωγή ότι έγινε προφορική ανάκληση της δωρεάς, το γεγονός ότι δεν προσδιορίζεται ο χρόνος αυτής δεν ασκεί έννομη επιρροή για το ορισμένο της αγωγής, εφόσον πλέον με αυτήν ζητείται η ανάκλησή της.

Συνεπώς το Εφετείο, το οποίο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ορισμένη της αγωγή της αναιρεσίβλητης, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να την απορρίψει ως απαράδεκτη και συνεπώς είναι αβάσιμος, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το τρίτο σκέλος του, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 13 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου, αναφορικά με το ρυθμιζόμενο, από τη διάταξη του άρθρου 338 ΚΠολΔ, βάρος της απόδειξης, σύμφωνα με την οποία (διάταξη) κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του.

Το βάρος της απόδειξης διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό προσδιορίζει τον διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο με παρεμπίπτουσα περί αποδείξεως απόφαση θα επιβάλει την ευθύνη προσκομιδής των αποδεικτικών μέσων, προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό απόδειξης των θεμελιωτικών της αξίωσής του πραγματικών γεγονότων, ενώ το αντικειμενικό βάρος προσδιορίζει τον διάδικο που φέρει τις συνέπειες της μη πλήρους απόδειξης των κρίσιμων για τη θεμελίωση του ισχυρισμού του περιστατικών.

Ωστόσο, μετά την κατάργηση της προδικαστικής απόφασης (άρθρα 5 του ν. 2195/2001 και 12 του ν. 2915/2001), οπότε η έννοια του υποκειμενικού βάρους απόδειξης απώλεσε τη σημασία της, ο αναιρετικός έλεγχος από το άρθρο 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ, περιορίζεται πλέον μόνο όταν παραβιάζεται το αντικειμενικό βάρος απόδειξης (ΑΠ 579/2024, ΑΠ 1551/2022).

Ειδικότερα, εσφαλμένη επιβολή του αντικειμενικού βάρους υπάρχει όταν το δικαστήριο από τις προσαχθείσες αποδείξεις δεν σχηματίζει την δικανική πεποίθηση, που απαιτεί ο νόμος για την παραδοχή ορισμένου αιτήματος, δηλαδή, αμφιβάλλει για την ουσιαστική βασιμότητα κάποιου ισχυρισμού, που κατά νόμο θεμελιώνει το αίτημα της αγωγής, ενστάσεως κλπ και που οφείλει να αποδείξει ο υποβαλών το αίτημα διάδικος (ΑΠ 611/2021, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 1437/2019, ΑΠ 1693/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ.13 του ΚΠολΔ πλημμέλεια της εσφαλμένης εφαρμογής των ορισμών του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης, με την αιτίαση ότι προσέδωσε την ίδια αποδεικτική ισχύ των καταθέσεων των διαδίκων, δηλαδή της αναιρεσείουσας και εκείνης της δικαστικής συμπαραστάτριας της αναιρεσίβλητης.

Ο λόγος αυτός, με τον οποίο, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής του στην παραπάνω διάταξη του άρθρου 559 αρ. 13 ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση από το Εφετείο των πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) είναι απαράδεκτος. Σε κάθε περίπτωση όμως ο λόγος αυτός είναι και αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔικ) το Εφετείο έκρινε, ως ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή, επειδή αποδείχθηκε ότι πληρούνταν το πραγματικό των νομικών εννοιών του βαρέως παραπτώματος και της αχαριστίας της αναιρεσείουσας (δικαιοδόχου) έναντι της αναιρεσίβλητης (δωρήτριας) και ότι εγκύρως και νομίμως ανακλήθηκε η δωρεά εν ζωή από την αναιρεσείουσα και περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, στην κρίση της βασιμότητας της αγωγής, κατέληξε το Εφετείο μετά από επανεκτίμηση των προσκομισθέντων και επικληθέντων, από τους διαδίκους, αποδεικτικών μέσων και μετά τον σχηματισμό πλήρους δικανικής πεποίθησης.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν υπέπεσε στη νομική πλημμέλεια της εσφαλμένης επιβολής του αντικειμενικού βάρους της απόδειξης, κατά τα προεκτεθέντα.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Διάταξη για την τύχη του προβλεπόμενου παραβόλου για την παραδεκτή άσκηση της αναιρέσεως δεν περιλαμβάνεται στην απόφαση αυτή, διότι δεν καταβλήθηκε τέτοιο, εξαιτίας του ότι η αναιρεσείουσα έτυχε του ευεργήματος της παροχής νομικής βοήθειας (άρθρο 9 παρ. 2 του ν. 3226/2004), ενώ τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων που κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει κατά το σχετικό αίτημά τους να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ). Πρέπει δε να σημειωθεί ότι η παροχή του ευεργήματος της νομικής βοήθειας, θεσμός που προβλέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 4 και 9 του ν. 3226/2004 για τη "Νομική βοήθεια σε πολίτες χαμηλού εισοδήματος ..." δεν εμποδίζει το δικαστήριο σε περίπτωση ήττας εκείνου που έλαβε νομική βοήθεια, όπως η αναιρεσείουσα, να επιβάλλει εις βάρος του τα δικαστικά έξοδα των αντιδίκων της, η είσπραξη όμως αυτών δεν μπορεί να επιδιωχθεί με αναγκαστικά εκτέλεση, πριν παύσουν να υπάρχουν οι προϋποθέσεις για την παροχή τους ευεργήματος της νομικής βοήθειας και βεβαιωθεί τούτο με απόφαση του αρμόδιου δικαστή (ΑΠ 1401/2022, ΑΠ 424/2021, ΑΠ 399/2020, ΑΠ1484/2018).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25.7.2012 αίτηση αναίρεσης της Σ. Κ. του Ν. , κατά της 2072/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσείουσας τα δικαστικά έξοδα των ανιαρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Ιουνίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Απριλίου 2026.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ