Legislator Case Law & Legislation
549/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against debt restructuring ruling, upholding lower court's application of Law 3869/2010.

Case Number 549/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appeal filed by the Savings and Loan Fund against the lower court's decision to grant debt restructuring to the appellants. The court found the appeal procedurally admissible but substantively baseless, as the lower court correctly applied the law regarding permanent inability to pay and included the daughter in the protected family unit. Consequently, the appeal was dismissed without the award of court costs, as the specific provisions of the debt restructuring law exempted such expenses.

Legislator headnote

AI generated

Articles 577 §1, 577 §3 of the Code of Civil Procedure; Article 3, paragraph 6 of Law 3869/2010: The Supreme Court dismisses an appeal against a debt restructuring decision when the lower court correctly applied the statutory conditions for permanent inability to pay and the specific exemption from court costs provided by the restructuring law.

Keywords

AI generated
debt restructuring permanent inability to pay family unit protection court costs exemption appeal admissibility Savings and Loan Fund civil procedure appeal

Cited Legislation

AI generated
Articles 577 §1, 577 §3 of the Code of Civil Procedure
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 §1 of the Code of Civil Procedure
Article 3, paragraph 6 of Law 3869/2010
Article 8, paragraph 6, section 2 of Law 3869/2010
Article 746 of the Code of Civil Procedure
Article 25 of Law 3867/2010
Article 1, paragraph 1 of Law 3869/2010
Article 1486 et seq. of the Civil Code
Article 3, paragraph 2 of Law 3869/2010

Cited Case Law

AI generated
Case 951/2015 of the Supreme Court

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 549 / 2023 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 549/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Γεωργιάδη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ιωάννη Β. του Ζ. και 2) Ά. Κ. του Β., κατοίκων Τριλόφου Θεσσαλονίκης, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αικατερίνη Χλιούμη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-11-2015 αίτηση των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Βασιλικών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 30/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3466/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 3-3-2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αλεξάνδρα Αποστολάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επί της αιτήσεως των αναιρεσίβλητων, την οποία απηύθυναν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Βασιλικών κατά του αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ., με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ", με αίτημα τη ρύθμιση των προς αυτό χρεών τους κατά τις διατάξεις του ν. 3869/2010, εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας η υπ' αριθμ. 30/2016 απόφαση του ανωτέρω Ειρηνοδικείου, που την έκανε δεκτή. Μετά από έφεση του αναιρεσείοντος-καθ' ου η αίτηση εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων η υπ' αριθμ. 3466/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που απέρριψε την έφεση από ουσιαστική άποψη. Κατά της απόφασης αυτής το καθ' ου η αίτηση-εκκαλούν άσκησε την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, η οποία είναι παραδεκτή (άρθρα 577§1 ΚΠολΔ) διότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ) εντός της προβλεπόμενης από το άρθρο 564 παρ. 3 ΚΠολΔ (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015) διετούς (καταχρηστικής) προθεσμίας. Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577§3 ΚΠολΔ).

Με το Ν 3869/2010 δόθηκε η δυνατότητα σε υπερχρεωμένους πολίτες, που έχουν αποδεδειγμένη και μόνιμη αδυναμία να εξυπηρετήσουν τα χρέη τους, να ρυθμίσουν την εξόφλησή τους με ευνοϊκότερους όρους και να απαλλαγούν από αυτά, εφόσον εξυπηρετήσουν για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα με βάση το εισόδημά τους ένα μέρος των χρεών τους και ρευστοποιηθεί η περιουσία τους, πλην της κύριας κατοικίας τους, για τη διάσωση της οποίας επίσης πρέπει να καταβληθεί σημαντικό τίμημα, που προσεγγίζει την πραγματική της αξία.

Σύμφωνα δε με την αιτιολογική έκθεση του ανωτέρω νόμου: "Η δυνατότητα της ρύθμισης, για το φυσικό πρόσωπο, των χρεών του, με απαλλαγή από αυτά βρίσκει τη νομιμοποίησή της ευθέως στο ίδιο το κοινωνικό κράτος δικαίου που επιτάσσει να μην εγκαταλειφθεί ο πολίτης σε μία χωρίς διέξοδο και προοπτική κατάσταση, από την οποία, άλλωστε, και οι πιστωτές δεν μπορούν να αντλήσουν κανένα κέρδος.

Μία τέτοια απαλλαγή χρεών δεν παύει όμως να εξυπηρετεί και ευρύτερα το γενικό συμφέρον, καθώς οι πολίτες επανακτούν ουσιαστικά μέσω των εν λόγω διαδικασιών την αγοραστική τους δύναμη προάγοντας την οικονομική και κοινωνική δραστηριότητα. Η εν λόγω διαδικασία διαφέρει από την πτώχευση των εμπόρων όσον αφορά τον επιδιωκόμενο σκοπό".

Ενόψει τούτων, οι διατάξεις του Ν 3869/2010 θεσπίστηκαν για την προστασία του κοινωνικού και κατ' επέκταση του δημοσίου συμφέροντος και συνιστούν κατ' αρχήν αναγκαστικό δίκαιο (άρθρο 3 ΑΚ, ΑΠ 658/2022). Η δυνατότητα πιστωτών και οφειλέτη να διευθετήσουν τη διαφορά τους στο πλαίσιο της ιδιωτικής αυτονομίας επιτρέπεται υπό τους ορισμούς του ίδιου νόμου (προδικαστικός συμβιβασμός κατ' άρθρο 2 και δικαστικός συμβιβασμός κατ' άρθρο 7 του ν. 3869/2010), ενώ, επί μη επίτευξης συμφωνίας, ακολουθεί το στάδιο της δικαστικής ρύθμισης των οφειλών.

Περαιτέρω, με τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 1 του Ν 3869/2010, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 1 της ΥΠΟΠΑΡ.Α.4 του άρθρου 2 του Ν 4336/2015 (ΦΕΚ Α 94/14-8-2015), και καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ.Α.4 του άρθρου 2 του Ν 4336/2015, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, δηλαδή μετά την υπογραφή από τα συμβαλλόμενα μέρη της Σύμβασης Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης της παραγράφου Β' του άρθρου 3 του Ν 4336/2015 και εφαρμόζεται στην ένδικη υπόθεση, ως εκ του χρόνου κατάθεσης, στις 13-11-2015, της ένδικης, από 13-11-2015 αίτησης του άρθρ. 4 παρ. 1 ν.3869/2010, ορίζεται ότι "1.

Φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας υπό την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3588/2007 και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση για την ρύθμιση των οφειλών τους κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου.

Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για να δικαιούται ο οφειλέτης να υπαχθεί στις διατάξεις του νόμου για τη ρύθμιση των οφειλών του και απαλλαγή από το υπόλοιπο αυτών, πρέπει να βρίσκεται σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών, που πρέπει να την περιγράψει στην αίτησή του και, ακολούθως, να αποδείξει και που δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου), πάντως, η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή.

Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας έλλειψης ρευστότητας, δηλαδή έλλειψης όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα χρέη του που καθίστανται ληξιπρόθεσμα και απαιτητά (όταν επέλθει ο χρόνος εκπλήρωσής τους, όπως αυτός καθορίζεται από τη δικαιοπραξία ή από τις περιστάσεις ή από τη φύση της ενοχικής σχέσης, κατ' άρθρ.323 και 340 ΑΚ), έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.

Δεν χρειάζεται να είναι όλες οι απαιτήσεις ληξιπρόθεσμες κατά τη στιγμή της αδυναμίας των πληρωμών. Αρκεί να είναι έστω και μία, ως προϋπόθεση για την έναρξη της διαδικασίας του ν.3869/2010, με την εξαίρεση που θα αναπτυχθεί στη συνέχεια, εφόσον, βέβαια, συντρέχει και η άλλη πιο πάνω προϋπόθεση της μόνιμης και γενικής αδυναμίας πληρωμών, αλλιώς, ο οφειλέτης ασκεί πρόωρα το δικαίωμά του και η αίτησή του θα απορριφθεί.

Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα του οφειλέτη. Ειδικότερα, η αδυναμία του οφειλέτη να αντεπεξέλθει στις οφειλές του κρίνεται συνολικά με βάση τη σχέση ρευστότητάς του προς τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του και αφού ληφθούν υπόψη, εφόσον το ορίζει ο νόμος, οι απαιτούμενες δαπάνες για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ίδιου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του.

Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για την αξιολόγηση της σχέσης ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη όσο και αυτή που διαμορφώνεται κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων (ΑΠ 882/2019, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018).

Επισημαίνεται ότι η εν λόγω αδυναμία πληρωμών πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα της αξιοπρεπούς διαβίωσης του οφειλέτη και της οικογένειάς του, δηλαδή η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών πρέπει να συνδυάζεται με τη βασική προστασία της προσωπικής αξιοπρέπειας και, συνακόλουθα, τη διατήρηση - εξασφάλιση ενός στοιχειώδους επιπέδου διαβίωσης του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του (ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 1208/2017).

Με τις διατάξεις του οικογενειακού δικαίου του Αστικού Κώδικα ορίζονται τα προστατευόμενα μέλη, δηλαδή ποια πρόσωπα έχουν εκ του νόμου δικαίωμα διατροφής έναντι του οφειλέτη. Στην έννοια του προστατευόμενου οικογενειακού μέλους κατ' ουσίαν πρέπει να ενταχθεί κάθε πρόσωπο που έχει αξίωση διατροφής από τον οφειλέτη και εξ αυτού του γεγονότος ο οφειλέτης επιβαρύνεται.

Κατά το άρθρο 1486 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα δικαίωμα διατροφής έχει, μεταξύ άλλων, και το ενήλικο τέκνο, που δεν μπορεί να διατρέφει τον εαυτό του από την περιουσία του ή από εργασία κατάλληλη για την ηλικία του, την κατάσταση της υγείας του και τις λοιπές βιοτικές του συνθήκες ενόψει και των τυχόν αναγκών της εκπαίδευσής του.

Περαιτέρω, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της κατάθεσης της αίτησης και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και τη συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια, όπως απόλυση από την εργασία, μείωση μισθού ή σύνταξης, σοβαρό πρόβλημα υγείας κ.λπ. (ΑΠ 882/2019, ΑΠ 551/2018).

Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από τη συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από τη συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον (ΑΠ 1208/2017, ΑΠ 951/2015). Εξάλλου, ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 62 του Ν 2214/1994 "Αντικειμενικό σύστημα φορολογίας εισοδήματος και άλλες διατάξεις" ότι για την εξυπηρέτηση και ασφάλιση των τοκοχρεολυτικών δανείων που χορηγούνται από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (εφεξής ΤΠΔ) για την απόκτηση πρώτης κατοικίας από δημόσιους υπαλλήλους, συνταξιούχους και λοιπούς δικαιούμενους, κατά την κείμενη νομοθεσία, κάθε δανειζόμενος υποχρεούται να εκχωρήσει υπέρ του δανειστή:

α) μέχρι τα 6/10 όλων γενικά των τακτικών μηνιαίων απολαβών του (μισθός, επιδόματα, μηνιαία αναλογία δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα, ΔΙΒΕΕΤ κ.λπ.), β) μέχρι τα 6/10 της κύριας και επικουρικής σύνταξής του και όλων γενικά των μερισμάτων και άλλων παροχών που τακτικά λαμβάνει από τα ασφαλιστικά του ταμεία (τα ποσοστά αυτά των εδαφίων α' και β' μειώθηκαν σε 3/10 σύμφωνα με την ΥΑ 2/19843/0094 που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 677/Β/7-3-2012), γ) τα 3/4 από το εφάπαξ βοήθημα που χορηγείται σ' αυτόν από οποιοδήποτε ασφαλιστικό του φορέα ή από την οριζόμενη από την εργατική νομοθεσία αποζημίωση λόγω λύσης της εργασιακής σχέσεως (παρ. 1).

Οι εκχωρήσεις αυτές είναι ισχυρές, ενώ καταργείται κάθε αντίθετη γενική ή ειδική διάταξη (παρ. 2). Τροποποιήσεις και συμπληρώσεις του άρθρου 62 του ν. 2214/1994 επέφεραν οι νόμοι 2592/1998, 3453/2006, 3867/2010 και 4038/2012. Επίσης, κατά το άρθρο 25 παρ. 6 του Ν 3867/2010, με αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου του ΤΠΔ, μπορούν, ύστερα από αίτηση του υπόχρεου, να καθορίζονται όροι εξυπηρέτησης, επιμέρους συμφωνίες των δανειακών συμβάσεων και η διευθέτηση των τόκων υπερημερίας των μη κανονικά εξυπηρετούμενων, οποιουδήποτε είδους, δανειακών συμβάσεων που έχει χορηγήσει προς φυσικά πρόσωπα το ΤΠΔ.

Από όλες τις προπαρατιθέμενες διατάξεις προκύπτει, ότι στη ρύθμιση του Ν 3869/2010 υπάγονται και οφειλές από στεγαστικά δάνεια, τα οποία το ΤΠΔ χορήγησε σε υπαλλήλους που συγκεντρώνουν τις προϋποθέσεις της κείμενης νομοθεσίας και τα οποία οι δανειολήπτες εξοφλούν με επιτρεπόμενη, κατά νόμο, (προ)εκχώρηση του οριζόμενου ποσοστού των μηνιαίων απολαβών τους.

Στην περίπτωση που ο νόμος ήθελε να εξαιρέσει από τη ρύθμιση αυτή τις οφειλές από δάνεια προς το παραπάνω πιστωτικό ίδρυμα θα το είχε πράξει ρητά, όπως έπραξε με την προσθήκη της γ' περίπτωσης στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν 3869/2010 με το άρθρο 20 παρ. 15 του Ν 4019/2011, όπου προβλέφθηκε εξαίρεση από την προκείμενη ρύθμιση των χορηγούμενων δανείων σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 15 και 16 του Ν 3586/2007, ενώ, ούτε στις προβλεπόμενες εξαιρέσεις του τροποποιημένου, κατά τα προαναφερόμενα, άρθρου 1 παρ. 4 του ίδιου Ν 3869/2010, συμπεριλαμβάνεται η οφειλή προς το ΤΠΔ.

Εξάλλου, δεν προκύπτει εξαίρεση ούτε από τη ρύθμιση του άρθρου 25 παρ. 6 του Ν 3867/2010, με την οποία παρέχεται η δυνατότητα στον δανειολήπτη να ζητήσει - επιτύχει με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του ΤΠΔ ευνοϊκότερους όρους εξυπηρέτησης των δανειακών συμβάσεων (ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 1031/2015). Σε κάθε περίπτωση, η εξαίρεση των δανείων του ΤΠΔ από τη ρύθμιση του Ν 3869/2010 θα προσέκρουε στην αρχή της ισότητας, που προβλέπεται από το άρθρο 4 του Συντάγματος, γι' αυτό οι δανειολήπτες του εν λόγω Ταμείου, σε σχέση με τους δανειολήπτες των υπόλοιπων πιστωτικών ιδρυμάτων, θα στερούνταν των ευνοϊκών διατάξεων του Ν 3869/2010, δεδομένου ότι από το Ν 3867/2010 δεν προκύπτουν ευνοϊκές διατάξεις ανάλογες του Ν 3869/2010, καθώς το άρθρο 25 παρ. 6 του Ν 3867/2010, όπως προεκτέθηκε, προβλέπει όρους διευκόλυνσης και εξυπηρέτησης των δανείων, όχι όμως και απαλλαγή, όπως προβλέπει ο Ν 3869/2010.

Με βάση όσα αναπτύχθηκαν, προκύπτει ότι στην περίπτωση οφειλών από στεγαστικά δάνεια που το ΤΠΔ χορήγησε σε υπαλλήλους και που οι δανειολήπτες εξοφλούν με εκχώρηση υπέρ του δανειστή ποσοστού των μηνιαίων απολαβών τους, η αδυναμία πληρωμών του οφειλέτη δεν αναιρείται, όταν η εξόφληση του εν λόγω πιστωτή γίνεται σε βάρος των στοιχειωδών αναγκών του ίδιου του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του.

Και τούτο, γιατί η προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας επιβάλλει να χαρακτηριστεί ως αδυναμία πληρωμών η περίπτωση του οφειλέτη που ικανοποιεί το σύνολο των οφειλών του, αν διαθέτει για το σκοπό αυτόν ένα μεγάλο μέρος των εισοδημάτων του, αλλά χωρίς να εξασφαλίζει το στοιχειώδες επίπεδο διαβίωσης για τον ίδιο και την οικογένειά του.

Και το πρόσωπο αυτό βρίσκεται σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών, ενώ η μοναδική οφειλή του προς το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων από το στεγαστικό δάνειο μπορεί να υπαχθεί στην έννοια της ληξιπρόθεσμης οφειλής του άρθρου 1 Ν 3869/2010 (ΑΠ 544/2022, ΑΠ 311/2021, ΑΠ 897/2020). Διαφορετική αντιμετώπιση θα προέτασσε την ικανοποίηση των πιστωτών σε βάρος της ανθρώπινης αξιοπρέπειας του οφειλέτη, ακόμη και της επιβίωσής του, κατάσταση που δεν γίνεται αποδεκτή από το γράμμα και το σκοπό του Ν 3869/2010 (ΑΠ 1379/2019).

Μάλιστα, στην περίπτωση αυτή, δηλαδή της οφειλής προς το ΤΠΔ από παροχή στεγαστικού δανείου με την παράλληλη, από το νόμο, υποχρέωση του δανειολήπτη να συνάψει με το ΤΠΔ σύμβαση εκχώρησης, ανακύπτει ανάγκη ο τελευταίος, έστω και αν το δάνειό του φέρεται να εξυπηρετείται κανονικά, λόγω της εκχώρησης του μισθού του κ.λπ., να επιδιώξει και επιτύχει ένταξη και υπαγωγή στη ρύθμιση του Ν 3869/2010, αν έχει υποστεί σημαντική μείωση του μισθού ή της σύνταξής του, καθόσον η εκχώρηση που έγινε στο παρελθόν παραμένει, αναλογικά, σε υψηλό ποσό, αφού αυτή υπολογίστηκε στο αρχικό αυξημένο ποσό του μισθού ή της σύνταξης του δανειολήπτη - οφειλέτη (ΑΠ 1050/2021, ΑΠ 883/2020, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 1379/2019).

Ακολούθως, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε, τόσο πριν, όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 31/2009, ΑΠ 757/2015).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 849/2007). Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του ίδιου Κώδικα, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν 4335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016, μεταξύ άλλων και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού) και εφαρμόζεται, εν προκειμένω, ως εκ του χρόνου κατάθεσης της ένδικης αίτησης αναίρεσης (04-03-2020), η οποία είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔικ, κατά των προαναφερομένων αποφάσεων (των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων), αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου, που δεν προβλεπόταν μεταξύ των περιοριστικά αναφερόμενων στο πιο πάνω άρθρο λόγων, όπως τούτο ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το Ν 4335/2015 και αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, που δεν εφαρμόσθηκε.

Ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της (ΑΠ 59/2021, 71/2020). Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος, για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 151/2014, ΑΠ 1942/2013, ΑΠ 2075/2007, ΑΠ 44/2003).

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Συνακολούθως, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1361/2013, ΑΠ 1266/2011).

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, το οποίο δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), τα εξής περιστατικά: "Ο πρώτος των αιτούντων γεννηθείς το έτος 1966 είναι δημόσιος υπάλληλος και έγγαμος μετά της δεύτερης των αιτούντων, η οποία γεννήθηκε το 1967 και είναι άνεργη.

Από το γάμο τους δε αυτό οι αιτούντες έχουν αποκτήσει δύο τέκνα, την Θ., η οποία είναι 25 ετών και τον Ζ., o οποίος είναι 18 ετών, τα οποία διαμένουν με τους αιτούντες και το πρώτο εξ αυτών εργάζεται ως ιδιωτική υπάλληλος μερικής απασχόλησης, ενώ το δεύτερο εξ αυτών δεν εργάζεται. Ο πρώτος των αιτούντων ανήκει στο διοικητικό προσωπικό του ΑΧΕΠΑ και ο μηνιαίος μισθός του έχει διαμορφωθεί τον μήνα Δεκέμβριο του 2017 στο ποσό των 1.004,88 ευρώ.

Μέχρι την έκδοση δε της προσωρινής διαταγής επί της υπό κρίση αιτήσεως από το μισθό του αιτούντος που το μήνα Ιούνιο του έτους 2016 ανερχόταν στα 1.011,74 ευρώ παρακρατείτο το ποσό των 263,32 ευρώ από το καθ' ου η αίτηση, και επομένως το καθαρό ποσό που αποδίδονταν στον αιτούντα ανερχόταν στα 748,42 ευρώ (βλ. απόδειξη μηνός Ιουνίου 2016).

Η δεύτερη των αιτούντων παλαιότερα και μέχρι το έτος 2013 εργαζόταν ως πωλήτρια σε αρτοζαχαροπλαστείο με μηνιαίο μισθό περί τα 700 ευρώ, πλην όμως το έτος 2013 έπαψε να εργάζεται και έκτοτε είναι άνεργη (βλ. από 28-06-2016 βεβαίωση του ΟΑΕΔ). Από τα προσκομισθέντα από τους αιτούντες εκκαθαριστικά σημειώματα των οικονομικών ετών 2012-2016 προκύπτει το συνεχώς μειούμενο εισόδημά τους, χωρίς αντίθετα

να έχει μειωθεί αναλογικά, το μηνιαίο κόστος διαβίωσης, το οποίο συνεχώς αυξάνεται, με βάση την παρούσα οικονομική συγκυρία και τα διδάγματα κοινής πείρας (έκτακτη φορολογία, αύξηση τιμών ειδών πρώτης ανάγκης, πετρελαίου κλπ.). Ειδικότερα ενώ το οικονομικό έτος 2012 το ετήσιο εισόδημα του αιτούντος ανερχόταν στο ποσό των 16.430,17 ευρώ και της αιτούσας στο ποσό των 10.645,02, το οικονομικό έτος 2013, ανήλθε για τον αιτούντα στο ποσό των 13.395,24 ευρώ και για την αιτούσα στο ποσό των 10.481,02 ευρώ, ενώ το έτος 2014, ανήλθε για τον αιτούντα στο ποσό 12.963,20 ευρώ και για την αιτούσα στο ποσό των 4.459,20 ευρώ (από επίδομα ανεργίας), το 2015 για τον αιτούντα ανήλθε στο ποσό των 12.854,20 ευρώ και για την αιτούσα ήταν μηδενικό και το έτος 2016 για τον αιτούντα ανήλθε στο ποσό των 14.005,67 ευρώ και για την αιτούσα ήταν μηδενικό.

Επιπλέον η αιτούσα αντιμετωπίζει τα τελευταία έτη και σοβαρό πρόβλημα υγείας καθώς διαγνώσθηκε τον Απρίλιο του 2015 με καρκίνο στον δεξιό μαστό, υποβλήθηκε σε μερική μαστεκτομή και σε ακτινοθεραπείες και μέχρι σήμερα υποβάλλεται σε ενδοκρινή αγωγή, ενώ για το λόγο αυτό είναι δύσκολο και να εργαστεί. Οι αιτούντες διαθέτουν τα εξής περιουσιακά στοιχεία: 1) κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου έκαστος εξ αυτών μία διώροφη κατοικία αποτελούμενη από ισόγειο εμβαδού 49,61 τ.μ, και πρώτο όροφο εμβαδού 39,72 τ.μ., που βρίσκεται στη συνοικία "Παναγία" του χωρίου Τρίλοφος του Δήμου Μίκρας, και αποτελεί την οικογενειακή στέγη των αιτούντων.

Επίσης ο αιτών έχει στην κυριότητά του ένα ΙΧΕ αυτοκίνητο εργοστασίου κατασκευής ΤΟΥΟΤΑ τύπου CARINA, 1587 CC, έτους κατασκευής 1995, και η αιτούσα είναι κυρία ποσοστού 50 % εξ αδιαιρέτου α) σε τεμάχιο οικοπέδου εμβαδού 822 τ.μ, στη θέση "Μεγάλες πέτρες" Πετριτσίου Σερρών με την επ' αυτού κατοικία εμβαδού 132 τ,μ. και β) σε τεμάχιο οικοπέδου εμβαδού 81 τ.μ.

στην ίδια ως άνω τοποθεσία και διαθέτει ένα ΙΧΕ αυτοκίνητο κατασκευής FIAT ΑUTΟ SPA τύπου FIAT PANDA, 1242 c.c., έτους κατασκευής 2005. Δεν αποδείχθηκε ότι οι αιτούντες διαθέτουν άλλα περιουσιακά στοιχεία ή εισοδήματα από οποιαδήποτε άλλη πηγή, ενώ και τα ανωτέρω περιουσιακά στοιχεία δεν κρίνονται ικανά να αποφέρουν επιπλέον εισόδημα στους αιτούντες.

Η ύπαρξη δε δύο οχημάτων χαμηλής μάλιστα εμπορικής αξίας, στην οικογένεια των αιτούντων κρίνεται απαραίτητη λόγω της τοποθεσίας στην οποία βρίσκεται η κατοικία τους, που είναι απομακρυσμένη από τον τόπο εργασίας του αιτούντος και χωρίς επαρκή διασύνδεση με το αστικό κέντρο μέσων μαζικής μεταφοράς. Σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της αίτησης ο αιτών ως πρωτοφειλέτης, η δε αιτούσα ως εκ τρίτου συμβαλλομένη, ανέλαβαν το παρακάτω αναφερόμενο εμπραγμάτως ασφαλισμένο χρέος προς το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, που αποτελεί τον μοναδικό πιστωτή τους, το οποίο (χρέος) θεωρείται κατά πλάσμα του νόμου, σύμφωνα με το 6 παρ. 3 v. 3869/2010, ληξιπρόθεσμο με την κοινοποίηση της αίτησης, υπολογίζεται δε με την τρέχουσα αξία του κατά το χρόνο αυτό και ο εκτοκισμός του συνεχίζεται με το επιτόκιο ενήμερης οφειλής μέχρι τον χρόνο έκδοσης της εκκαλουμένης, σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 3 ν. 3869/2010 και ειδικότερα οφείλει στο ανωτέρω πιστωτικό ίδρυμα δυνάμει της υπ' αριθμ. 01/96109/2003 σύμβασης στεγαστικού δανείου, που καταρτίσθηκε μεταξύ τους, το ποσό των 46.696,96 ευρώ μαζί με τους τόκους και έξοδα (μέχρι τις 30-06-2015).

Η ανωτέρω απαίτηση είναι εξασφαλισμένη με προσημείωση υποθήκης α σειράς επί της ανωτέρω κατοικίας, συγκυριότητας των αιτούντων. Για την εξυπηρέτηση δε του παραπάνω δανείου ο α αιτών εκχώρησε, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 62 παρ.1 του ν. 2214/1994 μέχρι τα 6/10 όλων γενικά των τακτικών μηνιαίων απολαβών του.

Δυνάμει δε της σύμβασης αυτής (σύμβασης εκχώρησης) το παραπάνω νομικό πρόσωπο παρακρατούσε από το μηνιαίο μισθό του αιτούντος αρχικά το ποσό των 369,42 ευρώ το οποίο κατόπιν αιτήσεως του οφειλέτη και σύμφωνα με το άρθρο 25 ν.3867/2010 ανήλθε σε 262,32 ευρώ, μέχρι και το χρόνο δημοσίευσης της προσωρινής διαταγής (22-6-2016) που εκδόθηκε κατά τις διατάξεις του άρθ. 5 παρ. 2 ν. 3869/2010 επί της κυρίας αιτήσεως, ώστε το καθαρό ποσό που αποδίδονταν στον αιτούντα μέχρι την υπαγωγή του στις διατάξεις του N.3869/2010, ανερχόταν στα 748,42 ευρώ.

Μέχρι δε τον ανωτέρω χρόνο έκδοσης της προσωρινής διαταγής, προκειμένου να ανταπεξέλθουν οι αιτούντες στα έξοδά τους, συνέδραμε οικονομικά ο πατέρας της αιτούσας. Με βάση τα ανωτέρω οι μηνιαίες δαπάνες διαβίωσης αμφοτέρων των αιτούντων, στις οποίες περιλαμβάνονται τα στοιχειώδη έξοδα για κατοικία, τροφή, ηλεκτροφωτισμό, ύδρευση και ιατροφαρμακευτική περίθαλψη των ίδιων και των τέκνων τους, που διαμένουν μαζί τους, ανέρχονται στο ποσό τουλάχιστον των 910 ευρώ, ήτοι αυτό είναι υπέρτερο των καθαρών αποδοχών του αιτούντος (αφαιρουμένου του εκχωρημένου προς το καθ' ου η αίτηση ποσού του μισθού του), που αποτελεί και το μοναδικό εισόδημα αμφοτέρων των αιτούντων.

Επομένως, δεδομένης της εκχώρησης ποσοστού του μισθού του πρώτου αιτούντος προς το καθ'ου η αίτηση, είναι γεγονός ότι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής των αιτούντων δεν μπόρεσε πρακτικώς να εξωτερικευθεί, δεδομένου ότι το καθ'ου η αίτηση, σε πάγια μηνιαία βάση ελάμβανε αυτομάτως τα προαναφερθέντα ποσά από τον αιτούντα.

Πλην όμως, τούτο δεν σημαίνει ότι δεν συντρέχει στην προκειμένη υπόθεση, εκ του λόγου αυτού και μόνο, περίπτωση μόνιμης αδυναμίας πληρωμής των αιτούντων. Ήτοι, το γεγονός ότι o πιστωτής του αιτούντος έχει δυνάμει ειδικής συμφωνίας το δικαίωμα να παρακρατεί ποσό του μισθού του οφειλέτη, δεν σημαίνει ότι για λόγο αυτόν μόνο ελλείπει η προϋπόθεση της μόνιμης αδυναμίας πληρωμής, εξεταζομένων των λοιπών στοιχείων και κυρίως των δαπανών διαβίωσης του οφειλέτη, μπορεί τούτος να υπαχθεί στο ν. 3869/2010, εφόσον το ποσό, που του καταλείπεται λόγω των δανειακών υποχρεώσεών του σε σχέση με τα εισοδήματά του δεν του φθάνουν, ώστε να καλύπτει τις βασικές δαπάνες διαβίωσής του.

Συνεπώς, αμφότεροι οι αιτούντες βρισκόταν πράγματι σε αδυναμία πληρωμής του χρέους τους, όπως ορθά δέχτηκε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και ο σχετικός λόγος έφεσης του εκκαλούντος που υποστηρίζει τα αντίθετα πρέπει να απορριφθεί. [...] Με το δεύτερο λόγο της έφεσής του, όπως αυτός συμπληρώθηκε από το δεύτερο πρόσθετο λόγο έφεσης και τη δέουσα εκτίμηση του περιεχομένου του, το εκκαλούν ΝΠΔΔ υποστηρίζει ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και δέχθηκε ότι η απαίτησή του έναντι των αιτούντων και ήδη εφεσιβλήτων υπάγεται στις διατάξεις του v. 3869/2010, ενώ έπρεπε να απορρίψει την αίτησή τους κατά το μέρος που απευθύνεται κατά του ίδιου ως μη νόμιμη και να δεχτεί ότι οι οφειλές προς το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων εξαιρούνται από τη ρύθμιση και εφαρμογή του νόμου και ότι σε κάθε περίπτωση το ποσό των τακτικών μηνιαίων απολαβών του πρώτου των αιτούντων, που ο ίδιος είχε εκχωρήσει στο Ταμείο, έχει εξέλθει από την περιουσία του και δεν μπορεί να υπαχθεί στη ρύθμιση των διατάξεων του ν. 3869/2010.

Ωστόσο, κατά τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, στη ρύθμιση του ν. 3869/2010 υπάγεται και η οφειλή του ανωτέρω δανειολήπτη προς το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, η οποία δεν συμπεριλαμβάνεται στις εξαιρούμενες οφειλές του άρθρου 1 παρ. 2 του ν. 3869/2010, αφού από την ερμηνεία των διατάξεων που προαναφέρθηκαν, δεν προκύπτει κάποιος λόγος, για τον οποίο πρέπει να εξαιρεθεί η απαίτηση του Ταμείου από την υπαγωγή της στο ν. 3869/2010.

Άλλωστε, κατά τα εκτιθέμενα στην ίδια μείζονα σκέψη: α) η αποδυνάμωση των (ενοχικών) δικαιωμάτων του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος, β) η προνομιακή μεταχείριση του ανωτέρω πιστωτικού ιδρύματος έναντι των υπολοίπων πιστωτών (ανωνύμων τραπεζικών εταιριών) δεν είναι ανεκτή δικαιοπολιτικά, διότι ο νομοθέτης με το ν. 3869/2010 θέλησε να υπαχθούν στις ρυθμίσεις του οι χρηματικές οφειλές από δάνεια προς όλους τους πιστωτές και δεν εξαίρεσε ρητά (όπως μπορούσε να πράξει) από τη ρύθμιση του νόμου τις οφειλές προς το ανωτέρω πιστωτικό ίδρυμα και γ) η εξαίρεση της απαίτησης του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων από την υπαγωγή της στο v. 3869/2010 θα προσέκρουε στην αρχή της ισότητας, που προβλέπεται στο άρθρο 4 του Συντάγματος, διότι οι δανειολήπτες του εν λόγω Ταμείου θα στερούνταν αναιτιολόγητα των ευνοϊκών διατάξεων του ν. 3869/2010 σε σχέση με τους δανειολήπτες των υπολοίπων πιστωτικών ιδρυμάτων.

Εξάλλου, η εκχώρηση μέρους των τακτικών μηνιαίων απολαβών του δανειολήπτη προς το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων δεν αποκλείει τη ρύθμιση του v. 3869/2010, η οποία εξακολουθεί να ισχύει, αλλά απλά μεταβάλλεται το ποσοστό των απολαβών του, το οποίο θα παρακρατείται και θα βρίσκεται προφανώς εντός του νομίμου ποσοστού των 6/10, καθόσον ο δανειολήπτης, ευρισκόμενος σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των οφειλών του και φέροντας στο Δικαστήριο προς ρύθμιση τα χρέη του, συμπεριλαμβανομένης και της οφειλής του προς το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, θα αιτείται και σε περίπτωση ευόδωσης της αίτησης, θα καθορίζεται ποσοστό μικρότερο των 6/10 των μηνιαίων τακτικών απολαβών του.

Επομένως το δικαίωμα, που έχει αποκτήσει το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, είναι δυνατό να αλλοιώνεται και να περιορίζεται κατά το μέτρο που υπαγορεύουν οι ανάγκες της ρύθμισης των οφειλών του δανειολήπτη. Επιπλέον δεν τίθεται εν αμφιβολία η εγκυρότητα της σύμβασης εκχώρησης ούτε λαμβάνει χώρα καταγγελία της από τον εκχωρητή, αλλά πρόκειται για εφαρμογή διατάξεων αναγκαστικού δικαίου (του ν. 3869/2010), οι οποίες λόγω της φύσης τους επιδρούν στη συναφθείσα ενοχική σύμβαση και ματαιώνουν την ολοσχερή ικανοποίηση της απαίτησης του Ταμείου, η οποία επιδιώχθηκε με την εκχώρηση της απαίτησης του δανειολήπτη επί τμήματος των αποδοχών του.

Τέλος, η ειδική ρύθμιση του άρθρου 25 παρ. 6 που v. 3867/2010, που διέπει τις συναλλακτικές σχέσεις των δανειοδοτούμενων με το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, δεν αποκλείει τη ρύθμιση του ν. 3869/2010, διότι με την πρώτη προβλέπεται μία ρύθμιση - εξυπηρέτηση των μελών του Ταμείου με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του τελευταίου, ενώ η ρύθμιση του ν. 3869/2010 είναι απότοκος δικαστικής απόφασης και μπορεί να αναφέρεται σε μια συνολική ρύθμιση όλων των πιστωτών.

Ενόψει των ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση δέχθηκε ότι η οφειλή των αιτούντων- προς το καθ' ου η αίτηση και ήδη εκκαλούν υπάγεται στις διατάξεις του v. 3869/2010 και έκρινε ότι το ποσό που είχε εκχωρήσει από το μισθό του o πρώτος των αιτούντων σε αυτό πρέπει να συμπεριληφθεί στο εισόδημά του, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερθείσες διατάξεις και γι' αυτό είναι απορριπτέοι οι αντίθετοι ισχυρισμοί του εκκαλούντος, οι οποίοι προβλήθηκαν με τον ανωτέρω λόγο έφεσης...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την από 06-12-2016 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης υπ' αριθμ. 30/2016 απόφασης του Ειρηνοδικείου Βασιλικών, που είχε δεχθεί την ένδικη, από 13-11-2015 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 182/13-11-2015, αίτηση των αναιρεσίβλητων για ρύθμιση των οφειλών τους κατά τις διατάξεις του Ν 3869/2010.

Κρίνοντας, το ως Εφετείο δικάσαν ως άνω Δικαστήριο, ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής των αναιρεσίβλητων-αιτούντων στις ευεργετικές διατάξεις του Ν 3869/2010, οι οποίες ως αναγκαστικού δικαίου υπερισχύουν της σύμβασης εκχώρησης της απαίτησης του αναιρεσείοντος επί τμήματος των αποδοχών του πρώτου αναιρεσίβλητου και είναι εφαρμοστέες στην ένδικη περίπτωση της δικαστικής ρύθμισης του ενδίκου χρέους, δεν παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, αυτές τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις.

Τούτο διότι, η δικαστική ρύθμιση των οφειλών του υπερχρεωμένου δανειολήπτη, κατά τις διατάξεις του Ν 3869/2010, αποσκοπεί στην αντιμετώπιση των σοβαρών οικονομικών και κοινωνικών προβλημάτων, στα οποία οδήγησε η υπερχρέωση των φυσικών προσώπων ακόμη και στο μη εμπορικό τομέα της οικονομίας, αφού η απαλλαγή των χρεών του υπερχρεωμένου δανειολήπτη εξυπηρετεί ευρύτερα το γενικό συμφέρον, καθώς οι πολίτες με την προβλεπόμενη από το νόμο ρύθμιση και απαλλαγή από τα χρέη τους επανακτούν ουσιαστικά μέσω των εν λόγω διαδικασιών την αγοραστική τους δύναμη, προάγοντας την οικονομική και κοινωνική δραστηριότητα, καθώς και την επανένταξή τους στο κοινωνικό σύνολο.

Πιο συγκεκριμένα, πρόκειται, για διατάξεις, οι οποίες προστατεύουν το κοινωνικό και, κατ' επέκταση το δημόσιο συμφέρον και, ως εκ τούτου, δικαιολογείται ο περιορισμός του δικαιώματος των δανειστών να ικανοποιήσουν πλήρως τις χρηματικές απαιτήσεις τους, έστω και αν για την ικανοποίηση αυτή χρησιμοποιείται ως νομικό εργαλείο η σύμβαση της εκχώρησης απαιτήσεων και δη τμήματος των αποδοχών (μισθών ή συντάξεων) των οφειλετών σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη.

Επίσης, με το να δεχθεί το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ότι οι αναιρεσίβλητοι, έστω και αν το μοναδικό δάνειό τους προς το ΤΠΔ είναι ενήμερο, εξυπηρετούμενο κανονικά, λόγω της εκχώρησης ποσοστού από το μισθό του πρώτου εξ αυτών και δεν έχει καμία ληξιπρόθεσμη οφειλή προς αυτό ή σε άλλον πιστωτή (ιδιώτη ή μη), μπορούν να υπαχθούν στις ευεργετικές διατάξεις του Ν 3869/2010, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 του ίδιου νόμου, καθόσον, η εξόφληση των πιστωτών δεν αναιρεί την αδυναμία πληρωμών του οφειλέτη, όταν η εξόφληση γίνεται σε βάρος των στοιχειωδών αναγκών του ιδίου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του, όταν δηλαδή αδυνατεί να ικανοποιήσει τις βιοτικές του ανάγκες και να εξασφαλίσει ένα στοιχειώδες επίπεδο διαβίωσης για τον ίδιο και τα προστατευόμενα μέλη της οικογένειάς του.

Το γεγονός ότι το ΤΠΔ παρακρατεί, με βάση τη μεταξύ αυτού και των δανειοληπτών - αναιρεσίβλητων σύμβαση εκχώρησης ποσοστού του μισθού του πρώτου εξ αυτών, ποσό από το μισθό του, δεν σημαίνει ότι για το λόγο αυτόν και μόνο ελλείπει η προϋπόθεση της μόνιμης αδυναμίας πληρωμής και της υπαγωγής τους στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του N 3869/2010, εφόσον, μετά από έρευνα των βιοτικών αναγκών των οφειλετών και της οικογένειάς τους, διαπιστωθεί ότι τα εισοδήματά τους δεν επαρκούν για την κάλυψη των δαπανών για τις βιοτικές ανάγκες τους, παράλληλα με την ικανοποίηση των απαιτήσεων των δανειστών.

Εξάλλου, ούτε η διάταξη του άρθρου 25 του N 3867/2010, που προβλέπει τη δυνατότητα του δανειολήπτη να ζητήσει από το Δ.Σ. του ΤΠΔ και να επιτύχει εξωδικαστική ρύθμιση του χρέους του, δεν αναιρεί οποιαδήποτε άλλη διαδικασία δικαστική, όπως η προκείμενη του N 3869/2010, καθώς με τις διατάξεις του νόμου αυτού προβλέπονται ευνοϊκότερες ρυθμίσεις για τους δανειολήπτες από εκείνες του άρθρου 25 του N 3867/2010 και, επομένως, δεν μπορεί να στερηθεί τις ευνοϊκές αυτές ρυθμίσεις, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν.

Κατά συνέπεια, είναι αβάσιμοι οι σχετικοί, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, πρώτος και τρίτος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα. Περαιτέρω, με την κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι στα προστατευόμενα μέλη της οικογένειας των αιτούντων και ήδη αναιρεσίβλητων συμπεριλαμβάνεται η κόρη τους Θ., ηλικίας 25 ετών, η οποία διαμένει μαζί τους και εργάζεται ως ιδιωτική υπάλληλος μερικής απασχόλησης, δεν παραβιάζονται ευθέως οι διατάξεις των άρθρων 1486 επ.

του ΑΚ σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, οι οποίες είναι εφαρμοστέες, καθόσον με βάση τις παραδοχές της το ανωτέρω ενήλικο τέκνο των αναιρεσίβλητων δεν είχε τη δυνατότητα αυτοσυντήρησης λόγω του μειωμένου ωραρίου της εργασίας, την οποία μπόρεσε να εξασφαλίσει, και, κατ' επέκταση, εξαιτίας των μειωμένων αποδοχών, που προσποριζόταν από αυτήν (εργασία).

Εξάλλου, το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση του, δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθ' όσον διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς λογικά κενά αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθότητας των διατάξεων που εφαρμόστηκαν και, συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης.

Επομένως, είναι απορριπτέος ο δεύτερος λόγος αναίρεσης ως αβάσιμος στο σύνολό του.

Μετά από αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος για έρευνα, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί, χωρίς να περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3 εδάφ. β' του ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδάφ. β' του πιο πάνω ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 951/2015).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 03-03-2020 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 459/04-03-2020, αίτηση για αναίρεση της 3466/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως Εφετείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Φεβρουαρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Απριλίου 2023.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ