Supreme Court dismisses appeal against debt restructuring ruling under specific insolvency law provisions.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appeal filed by the Debtors' Fund against the First Instance Court's ruling on debt restructuring. The court found the debtor's financial situation met the statutory requirements for the special insolvency procedure despite the absence of overdue debts. Consequently, the appeal was dismissed without awarding legal costs due to the specific cost provisions of the relevant insolvency law.
Legislator headnote
AI generatedArticles 739-741 of the Code of Civil Procedure; Article 15 of Law 3869/2010: The special insolvency procedure for over-indebted natural persons applies when income fails to cover living expenses and creditor demands, regardless of the absence of overdue debts, and legal costs are not awarded in appeal proceedings under this law.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 549 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 549/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Γεωργιάδη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Η. Γ. του Π., κατοίκου ... Αλεξανδρούπολης, 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) Ι. Χ. του Α., κατοίκου ... Αλεξανδρούπολης, εκ των οποίων οι 1ος και 3η εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Βασιλική Οικονομοπούλου, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 12-1-2022 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται, ενώ η 2η δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-9-2014 αίτηση του ήδη 1ου των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αλεξανδρούπολης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 282/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 237/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 21-11-2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο το αναιρεσείον και οι 1ος και 3η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των 1ου και 3ης των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη, από 21-11-2019 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 12/2019, αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η 237/2019 απόφαση του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, η οποία εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ. του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με άρθρο 15 του ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων"), ερήμην της εκ των εφεσιβλήτων δεύτερης, ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας, με την επωνυμία " ... ΑΕ". Παρά, όμως την ανωτέρω ερημοδικία, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι τελεσίδικη και η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως απευθύνεται παραδεκτά και εναντίον της δεύτερης αναιρεσίβλητης, ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας, με την επωνυμία "... ΑΕ", διότι, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακολούθως, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής ασκήσεως των ενδίκων μέσων, σύμφωνα με την οποία η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (ΑΠ 67/2020, ΑΠ 153/2017).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωσή προχωρεί στην συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, από την με αριθμό 7349/3-6-2020 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Αθηνών Δ.
Κ., που προσκομίζει και επικαλείται το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων", το οποίο επισπεύδει τη συζήτηση της υποθέσεως, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της, από 21-11-2019 (αριθμ. καταθ. 12/2019), αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την δικάσιμο της 2-4-2021, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην δεύτερη αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρία, με την επωνυμία "...
ΑΕ". Η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά την προαναφερόμενη δικάσιμο, ματαιώθηκε, λόγω της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής λειτουργίας των Δικαστηρίων στο πλαίσιο λήψης μέτρων για την αντιμετώπιση της πανδημίας του κορωνοϊού COVID-19[άρθρ. 83 παρ. 1 του ν. 4790/2021 (ΦΕΚ 48/Α/31-3-2021)] και επαναπροσδιορίστηκε, αυτεπαγγέλτως, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, με πράξη της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος και γράφτηκε στο οικείο πινάκιο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 83 παρ. 2 και 3 του ν. 4760/2021.
Κατά συνέπεια, αφού η ως άνω δεύτερη αναιρεσίβλητη, δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με την σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ., που εφαρμόζεται, κατά την διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στην διαδικασία της αναιρετικής δίκης και εφ' όσον για τη σημερινή δικάσιμο δεν ήταν απαραίτητη η ιδιαίτερη κλήτευσή της, δεδομένου ότι η εγγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο έγινε από το γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, κατ' άρθρο 83 παρ. 2 του ν. 4790/2021, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της (άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ).
Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 "Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων...", όπως το άρθρο αυτό ίσχυε και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ Α' 94/14-8-2015) που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ.
Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, ορίζεται ότι " φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας υπό την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3588/2007 και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση για τη ρύθμιση των οφειλών τους κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου.
Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής''. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για να δικαιούται ο οφειλέτης να υπαχθεί στις διατάξεις του νόμου για τη ρύθμιση των οφειλών του και απαλλαγή από το υπόλοιπο αυτών, πρέπει να βρίσκεται σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών, που πρέπει να την περιγράψει στην αίτησή του και, ακολούθως, να αποδείξει και που δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου), πάντως, η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή.
Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας έλλειψης ρευστότητας, δηλαδή έλλειψης όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα χρέη του που καθίστανται ληξιπρόθεσμα και απαιτητά (όταν επέλθει ο χρόνος εκπλήρωσής τους, όπως αυτός καθορίζεται από τη δικαιοπραξία ή από τις περιστάσεις ή από τη φύση της ενοχικής σχέσης, κατ` άρθρ. 323 και 340 ΑΚ), έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.
Δεν χρειάζεται να είναι όλες οι απαιτήσεις ληξιπρόθεσμες κατά τη στιγμή της αδυναμίας των πληρωμών. Αρκεί να είναι έστω και μία, ως προϋπόθεση για την έναρξη της διαδικασίας του ν. 3869/2010, με την εξαίρεση που θα αναπτυχθεί στη συνέχεια, εφόσον, βέβαια, συντρέχει και η άλλη πιο πάνω προϋπόθεση της μόνιμης και γενικής αδυναμίας πληρωμών, αλλιώς, ο οφειλέτης ασκεί πρόωρα το δικαίωμά του και η αίτησή του θα απορριφθεί.
Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα του οφειλέτη. Ειδικότερα, η αδυναμία του οφειλέτη να αντεπεξέλθει στις οφειλές του κρίνεται συνολικά με βάση τη σχέση ρευστότητάς του προς τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του και αφού ληφθούν υπόψη, εφόσον το ορίζει ο νόμος, οι απαιτούμενες δαπάνες για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ίδιου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του.
Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για την αξιολόγηση της σχέσης ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη όσο και αυτή που διαμορφώνεται κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων (ΑΠ 257/2020, ΑΠ 882/2019, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018).
Επισημαίνεται ότι η εν λόγω αδυναμία πληρωμών πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα της αξιοπρεπούς διαβίωσης του οφειλέτη και της οικογένειάς του, δηλαδή η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών πρέπει να συνδυάζεται με τη βασική προστασία της προσωπικής αξιοπρέπειας και, συνακόλουθα, τη διατήρηση - εξασφάλιση ενός στοιχειώδους επιπέδου διαβίωσης του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του (ΑΠ 257/2020, ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 1208/2017).
Περαιτέρω, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της κατάθεσης της αίτησης και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και τη συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια, όπως απόλυση από την εργασία, μείωση μισθού ή σύνταξης, σοβαρό πρόβλημα υγείας κ.λπ. (ΑΠ 882/2019, ΑΠ 551/2018).
Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από τη συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από τη συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον. Πράξεις που φανερώνουν μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη για την αντιμετώπιση ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του μπορούν ενδεικτικά να αποτελέσουν διαμαρτυρικά συναλλαγματικών για τη μη πληρωμή, επιταγές που δεν πληρώθηκαν κατά την εμπρόθεσμη εμφάνισή τους προς πληρωμή, διαταγές πληρωμής πιστωτικών τίτλων, τελεσίδικες καταψηφιστικές δικαστικές αποφάσεις, αιτήματα του οφειλέτη που διατυπώνονται σε επιστολές προς δανειστές για φιλικό διακανονισμό κ.λπ. (ΑΠ 1208/2017, ΑΠ 951/2015).
Εξάλλου, ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 62 του ν. 2214/1994 "Αντικειμενικό σύστημα φορολογίας εισοδήματος και άλλες διατάξεις" ότι για την εξυπηρέτηση και ασφάλιση των τοκοχρεολυτικών δανείων που χορηγούνται από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (εφεξής ΤΠΔ) για την απόκτηση πρώτης κατοικίας από δημόσιους υπαλλήλους, συνταξιούχους και λοιπούς δικαιούμενους, κατά την κείμενη νομοθεσία, κάθε δανειζόμενος υποχρεούται να εκχωρήσει υπέρ του δανειστή:
α) μέχρι τα 6/10 όλων γενικά των τακτικών μηνιαίων απολαβών του (μισθός, επιδόματα, μηνιαία αναλογία δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα, ΔΙ BEET κ.λπ.), β) μέχρι τα 6/10 της κύριας και επικουρικής σύνταξής του και όλων γενικά των μερισμάτων και άλλων παροχών που τακτικά λαμβάνει από τα ασφαλιστικά του ταμεία (τα ποσοστά αυτά των εδαφίων α' και β' μειώθηκαν σε 3/10 σύμφωνα με την ΥΑ2/19843/0094 που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 677/Β/7-3-2012), γ) τα 3/4 από το εφάπαξ βοήθημα που χορηγείται σ' αυτόν από οποιοδήποτε ασφαλιστικό του φορέα ή από την οριζόμενη από την εργατική νομοθεσία αποζημίωση λόγω λύσης της εργασιακής σχέσεως (παρ. 1).
Οι εκχωρήσεις αυτές είναι ισχυρές, ενώ καταργείται κάθε αντίθετη γενική ή ειδική διάταξη (παρ. 2). Τροποποιήσεις και συμπληρώσεις του άρθρου 62 του ν. 2214/1994 επέφεραν οι νόμοι 2592/1998, 3453/2006, 3867/2010 και 4038/2012. Επίσης, κατά to άρθρο 25 παρ. 6 του ν. 3867/2010, με αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου του ΤΠΔ, μπορούν, ύστερα από αίτηση του υπόχρεου, να καθορίζονται όροι εξυπηρέτησης, επιμέρους συμφωνίες των δανειακών συμβάσεων και η διευθέτηση των τόκων υπερημερίας των μη κανονικά εξυπηρετούμενων, οποιουδήποτε είδους, δανειακών συμβάσεων που έχει χορηγήσει προς φυσικά πρόσωπα το ΤΠΔ.
Από όλες τις προπαρατιθέμενες διατάξεις προκύπτει ότι στη ρύθμιση του ν. 3869/2010 υπάγονται και οφειλές από στεγαστικά δάνεια, τα οποία το ΤΠΔ χορήγησε σε υπαλλήλους που συγκεντρώνουν τις προϋποθέσεις της κείμενης νομοθεσίας και τα οποία οι δανειολήπτες εξοφλούν με επιτρεπόμενη, κατά νόμο, (προ)εκχώρηση του οριζόμενου ποσοστού των μηνιαίων απολαβών τους.
Στην περίπτωση που ο νόμος ήθελε να εξαιρέσει από τη ρύθμιση αυτή τις οφειλές από δάνεια προς το παραπάνω πιστωτικό ίδρυμα θα το είχε πράξει ρητά, όπως έπραξε με την προσθήκη της γ' περίπτωσης στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν.3869/2010 με το άρθρο 20 παρ. 15 του ν. 4019/2011, όπου προβλέφθηκε εξαίρεση από την προκείμενη ρύθμιση των χορηγούμενων δανείων σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 15 και 16 του ν. 3586/2007, ενώ, ούτε στις προβλεπόμενες εξαιρέσεις του τροποποιημένου, κατά τα προαναφερόμενα, άρθρου 1 παρ. 4 του ίδιου ν. 3869/2010, συμπεριλαμβάνεται η οφειλή προς το ΤΠΔ.
Εξάλλου, δεν προκύπτει εξαίρεση ούτε από τη ρύθμιση του άρθρου 25 παρ. 6 του ν. 3867/2010, με την οποία παρέχεται η δυνατότητα στον δανειολήπτη να ζητήσει - επιτύχει με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του ΤΠΔ ευνοϊκότερους όρους εξυπηρέτησης των δανειακών συμβάσεων (ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 1031/2015). Σε κάθε περίπτωση, η εξαίρεση των δανείων του ΤΠΔ από τη ρύθμιση του ν. 3869/2010 θα προσέκρουε στην αρχή της ισότητας, που προβλέπεται από το άρθρο 4 του Συντάγματος, γι' αυτό οι δανειολήπτες του εν λόγω Ταμείου, σε σχέση με τους δανειολήπτες των υπόλοιπων πιστωτικών ιδρυμάτων, θα στερούνταν των ευνοϊκών διατάξεων του ν. 3869/2010, δεδομένου ότι από το ν. 3867/2010 δεν προκύπτουν ευνοϊκές διατάξεις ανάλογες του ν. 3869/2010, καθώς το άρθρο 25 παρ. 6 του ν. 3867/2010, όπως προεκτέθηκε, προβλέπει όρους διευκόλυνσης και εξυπηρέτησης των δανείων, όχι όμως και απαλλαγή, όπως προβλέπει ο ν. 3869/2010.
Με βάση τα παραπάνω προκύπτει ότι στην περίπτωση οφειλών από στεγαστικά δάνεια που το ΤΠΔ χορήγησε σε υπαλλήλους και που οι δανειολήπτες εξοφλούν με εκχώρηση υπέρ του δανειστή ποσοστού των μηνιαίων απολαβών τους, η αδυναμία πληρωμών του οφειλέτη δεν αναιρείται, όταν η εξόφληση του εν λόγω πιστωτή γίνεται σε βάρος των στοιχειωδών αναγκών του ίδιου του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του.
Και τούτο, γιατί, η προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας επιβάλλει να χαρακτηριστεί ως αδυναμία πληρωμών η περίπτωση του οφειλέτη που ικανοποιεί το σύνολο των οφειλών του, αν διαθέτει για το σκοπό αυτόν ένα μεγάλο μέρος των εισοδημάτων του, αλλά χωρίς να εξασφαλίζει το στοιχειώδες επίπεδο διαβίωσης για τον ίδιο και την οικογένειά του.
Και το πρόσωπο αυτό βρίσκεται σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών. Διαφορετική αντιμετώπιση θα προέτασσε την ικανοποίηση των πιστωτών σε βάρος της ανθρώπινης αξιοπρέπειας του οφειλέτη, ακόμη και της επιβίωσής του, κατάσταση που δεν γίνεται αποδεκτή από το γράμμα και το σκοπό του ν. 3869/2010 (ΑΠ 257/2020, ΑΠ 1379/2019).
Μάλιστα, στην περίπτωση αυτή, δηλαδή της οφειλής προς το ΤΠΔ από παροχή στεγαστικού δανείου με την παράλληλη, από το νόμο, υποχρέωση του δανειολήπτη να συνάψει με το ΤΠΔ σύμβαση εκχώρησης, ανακύπτει ανάγκη ο τελευταίος, έστω και αν το δάνειό του φέρεται να εξυπηρετείται κανονικά, λόγω της εκχώρησης του μισθού του κ.λπ., να επιδιώξει και επιτύχει ένταξη και υπαγωγή στη ρύθμιση του ν. 3869/2010, αν έχει υποστεί σημαντική μείωση του μισθού ή της σύνταξής του, καθόσον η εκχώρηση που έγινε στο παρελθόν παραμένει, αναλογικά, σε υψηλό ποσό, αφού αυτή υπολογίστηκε στο αρχικό αυξημένο ποσό του μισθού ή της σύνταξης του δανειολήπτη - οφειλέτη (ΑΠ 257/2020, ΑΠ 883/2020, ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 1031/2015).
Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και σε αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 560 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Έτσι, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 εδάφ. α` του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 31/2009, ΑΠ 59/2021).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 257/2020, ΑΠ 508/2020, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018). Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016, μεταξύ των άλλων, και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού), όπως είναι η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ο λόγος αυτός δεν προβλεπόταν μεταξύ των περιοριστικά αναφερόμενων στο παραπάνω άρθρο λόγων, όπως τούτο ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το ν. 4335/2015. Από την διάταξη αυτή, που αποτελεί, όπως και εκείνη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ίδιου Κώδικα, κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ` αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1353/2021, ΑΠ 883/2020).
Στην ερευνώμενη υπόθεση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης, που δίκασε ως Εφετείο, κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 3 εδάφ. β'του ν. 3869/2010, 739 επ. ΚΠολΔ), την από 16-8-2018 έφεση του αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων" κατά της 282/2018 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αλεξανδρούπολης, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με την υπαγωγή του αναιρεσιβλήτου στην ρύθμιση του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 των υφισταμένων, έναντι του αναιρεσείοντος, χρεών, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), κρίση του, τα ακόλουθα: ''.........
Ο αιτών, ηλικίας 61 ετών κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, απασχολούταν ως πολιτικό προσωπικό με την ειδικότητα του ελαιοχρωματιστή στο 4° ΤΕΦ Κομοτηνής και είναι πλέον συνταξιούχος από το έτος 2015, λαμβάνοντας ως προσωρινή σύνταξη ποσό 6.801,84 ευρώ ετησίως (που αναλογεί σε 566,82 ευρώ μηνιαίως), έγγαμος με την Ι.
Χ., με την οποία από τον γάμο τους απέκτησαν δύο τέκνα, εκ των οποίων εν ζωή βρίσκεται μόνο η Μαρίνα, ηλικίας 26 ετών. Το έτος 2013 ο αιτών υπέστη κάταγμα άνω δεξιού άκρου με μετατραυματικές αλλοιώσεις και αντιμετωπίζει δυσχέρεια στην κίνηση βαδίζοντας με βακτηρία, ενώ πάσχει από σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2, υποβαλλόμενος σε συστηματική λήψη ινσουλίνης.
Η σύζυγός του διατηρούσε κατάστημα ψιλικών από το έτος 2004 ως και το 2012, οπότε έπαυσε τη λειτουργία του, απασχολούμενη ακολούθως ως και το έτος 2014 ως καθαρίστρια στο δημοτικό σχολείο και νηπιαγωγείο ... με μηνιαίες αποδοχές 70 ευρώ, ενώ από το 2014 και επέκεινα είναι άνεργη, εγγεγραμμένη στα οικεία μητρώα του ΟΑΕΔ.
Το έτος 2015 παρουσίασε κακοήθες μελάνωμα αριστερής ρινικής θαλάμης και υποβάλλεται σε συστηματική φαρμακευτική αγωγή και επανεξέταση ανά τρίμηνο. Η θυγατέρα του αιτούντος σπούδασε στο ΕΠΑΛ βοηθός μικροβιολόγου, αλλά είναι άνεργη. Τα εισοδήματα του αιτούντος και της συζύγου του ήταν: το έτος 2013 ύψους 12.898,52 ευρώ, το 2014 (οικονομικό έτος) ύψους 12.642,47 ευρώ του πρώτου και 514,44 της δεύτερης, το 2015 (φορολογικό έτος) ύψους 12.742,47 ευρώ και 811,67 αντίστοιχα, το 2016 ύψους 13.742,47 ευρώ και 0,34 αντίστοιχα.
Ο αιτών είναι αποκλειστικός κύριος ισόγειας κατοικίας εμβαδού 127,57 τμ....... Το περιγραφόμενο ακίνητο αποτελεί την κύρια κατοικία του αιτούντος και της οικογένειάς του .......Σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της αίτησης, γεγονός που δεν αμφισβητήθηκε ειδικά, ο αιτών ανέλαβε από τους αναφερθέντες πιστωτές του τα ακόλουθα δάνεια, τα οποία κατ' άρθρο 6§3 του ν. 3869/2010 θεωρούνται με την κοινοποίηση της αίτησης ληξιπρόθεσμα και η απαίτηση του καθ' ου - εκκαλούντος που είναι εξασφαλισμένη με εμπράγματο δικαίωμα συνεχίζει να εκτοκίζεται με επιτόκιο ενήμερης οφειλής μέχρι τον χρόνο έκδοσης της απόφασης.
Ειδικότερα οφείλει: 1] στο νπδδ με την επωνυμία "Ταμείο Παρακαταθηκών & Δανείων", δυνάμει της με αριθμό 11/16017/16.10.2002 σύμβασης χορήγησης στεγαστικού δανείου, ποσό 77.790,03 ευρώ, απαίτηση για την εξασφάλιση της οποίας έχει εγγραφεί α' υποθήκη στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Αλεξανδρούπολης (τ.209, α/α 34), η οποία σημειωτέον δεν προκύπτει ληξιπρόθεσμη λόγω παρακράτησης των οφειλόμενων δόσεων από τις μηνιαίες αποδοχές του διαδίκου, δίχως βέβαια να αναιρείται για το λόγο αυτό η ένταξή του στη ρύθμιση, εφόσον προκύπτει ότι αδυνατεί να καλύψει τις βασικές ανάγκες διαβίωσής του, 2] στην ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "...
ΑΕ", το ποσό των 4.669,24 ευρώ.
Συνεπώς, το μηνιαίο εισόδημα του αιτούντος από την σύνταξή του προέκυψε ότι αντιστοιχεί στο ποσό των 566,82 ευρώ περίπου και δεν αναμένεται βελτίωσή του (τουλάχιστον ικανή να μετατρέψει την παρούσα κατάσταση), ενώ η σύζυγός του δεν έχει εισόδημα (όπως βέβαια και η θυγατέρα του), ούτε όμως αναμένεται αυτή λόγω έλλειψης κάποιας γνώσης ή κάποιας τέχνης ή εξειδίκευσης να ανεύρει, αλλά και λόγω της ηλικίας (60 ετών, γεννήθηκε το έτος 1958) και με τις υπάρχουσες συνθήκες της αγοράς, δεν αναμένεται να ανεύρει πλέον απασχόληση ούτε ως ανειδίκευτη εργάτρια.
Ο αιτών, όπως προεκτέθηκε, κατοικεί με τον σύζυγο και την θυγατέρα του σε ιδιόκτητη κατοικία και δεν βαρύνεται με την καταβολή μισθώματος, αλλά με τα λειτουργικά έξοδα της κατοικίας (ηλεκτρική ενέργεια, υδροδότηση, θέρμανση, κοινόχρηστα, έξοδα καθαριότητας συντήρησης), ανερχόμενα, κατά μέσο όρο, σε 250 ευρώ περίπου ανά μήνα (για αυτόν και τη σύζυγο του).
Οι αναγκαίες δαπάνες διαβίωσής του, αναλυόμενες στη βασική διατροφή, ένδυση και υπόδηση αυτού και της συζύγου του (καθώς η θυγατέρα του είναι ενήλικη και υγιής και δεν υφίσταται άλλος λόγος ώστε να μπορεί να θεωρηθεί προστατευόμενο μέλος), υπολογίζονται, κατά μέσο όρο, σε 350 ευρώ ανά μήνα, στα οποία θα πρέπει να προστεθούν έξοδα μετακίνησης, ιατρικές και φαρμακευτικές δαπάνες (τακτικές ή έκτακτες) στο μέτρο που δεν καλύπτονται από τον ασφαλιστικό του φορέα, που ανέρχονται σε 150 ευρώ περίπου.
Δηλαδή, οι συνολικές ανάγκες του αιτούντος υπολογίζονται ότι δεν μπορούν να υπολείπονται κατά μέσο όρο των 750 ευρώ κάθε μήνα, λαμβάνοντας κυρίως υπόψη ότι ζητώντας την υπαγωγή του στις ευεργετικές διατάξεις του ν. 3869/2010 πρέπει και αυτός να μειώσει στο ελάχιστο εύλογο ύψος τις δαπάνες του, ενώ σημειώνεται ότι οι εύλογες δαπάνες κατά το ν. 4336/2015 καθορίζονται, σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ (χωρίς να είναι δεσμευτικές αλλά αξιολογούμενες από το δικαστήριο) για δύο ενήλικες, στο μηνιαίο ποσό των 906 ως 1.160 ευρώ.
Το ύψος της μηνιαίας δόσης του στεγαστικού δανείου προς το εκκαλούν Τ.Π.Δ. που παρακρατείται από τον αιτούντα ανέρχεται σε 450,88 ευρώ. Αντίθετα, κατά την ανάληψη των αναφερόμενων υποχρεώσεών του, κυρίως κατά το έτος 2002, ο διάδικος είχε μεγαλύτερα εισοδήματα από τον μισθό του, καθώς και την οικονομική συνεισφορά της συζύγου του, από όσα αποκόμιζε από την επιχείρηση ψιλικών που διατηρούσε.
Όμως λόγω και της πασίδηλης (άρθρο 361 §1 ΚΠολΔ) οικονομικής κρίσης που μεσολάβησε, μειώθηκαν σημαντικά τα παραπάνω εισοδήματά του και ιδίως της συζύγου του, που αναγκάστηκε να σταματήσει τη λειτουργία του καταστήματός της και τελικά έμεινε άνεργη, ενώ απότοκο της κρίσης, εκτός από την άμεση μείωση των εισοδημάτων του αιτούντος ήταν και η μείωση της αγοραστικής αξίας αυτών με την αύξηση άμεσης και έμμεσης φορολογίας (όπως η επιβολή ΕΝΦΙΑ και ΦΠΑ) και ανελαστικών δαπανών (θέρμανση, ρευματοδότηση κλπ).
Συνεπώς, ο αιτών περιήλθε δίχως δόλο σε μόνιμη οικονομική αδυναμία ανταπόκρισης στις ληξιπρόθεσμες χρηματικές οφειλές του, σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη, η οποία από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι μπορεί να βελτιωθεί στο εγγύς μέλλον. Ειδικότερα, δεν αποδείχθηκε από κανένα στοιχείο ότι προέβη σε παρουσίαση πλαστών ή αναληθών πληροφοριών και στοιχείων ή στην απόκρυψη τέτοιων, στους πιστωτές του, σχετικά με τα εισοδήματα, τις υποχρεώσεις του ή και γενικά με οποιοδήποτε άλλο δεδομένο που θα μπορούσε να αξιοποιηθεί από τα πιστωτικά ιδρύματα που συναλλάχθηκε, ούτε όμως προέκυψε ενδεχόμενος δόλος αυτού, με την αποδοχή απόλαυσης μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων και αντίστοιχης ανάληψης υποχρεώσεων, τις οποίες γνώριζε ότι, σε συνδυασμό με το περιορισμένο και αμετάβλητο του εισοδήματός του, θα τον οδηγήσουν σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών, αφού οι πιστώσεις που έλαβε αφορούν την απόκτηση πρώτης κατοικίας μέσης αξίας, ανάλογης με τις στεγαστικές ανάγκες του και δεν αποδείχθηκε κανένα άλλο δυσανάλογο με την οικονομική του κατάσταση έξοδο, ούτε όμως η συμπεριφορά του έρχεται σε αντίθεση με τα χρηστά ήθη και τον οικονομικό και κοινωνικό σκοπό του δικαιώματός του, ώστε να στοιχειοθετεί την κατάχρηση των δικαιωμάτων του, αλλά συμπλέει με το πνεύμα του ν. 3869/2010 όπως συνάγεται από την σχετική αιτιολογική έκθεση της ρύθμισης.
Από τα παραπάνω προέκυψε ότι συντρέχουν στο πρόσωπο του αιτούντος οι προϋποθέσεις υπαγωγής του στη ρύθμιση των άρθρων 8 §§2, 5 και 9 §§1,2 του ν. 3869/2010.......". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης, απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμη, την έφεση του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων" κατά της 237/2019 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αλεξανδρούπολης.
Κρίνοντας, έτσι, το, ως Εφετείο, δικάσαν ως άνω Δικαστήριο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής του πρώτου αναιρεσιβλήτου - αιτούντος στις διατάξεις του ν. 3869/2010, δεν παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, 323 και 340 του ΑΚ, που παρατέθηκαν στην μείζονα σκέψη.
Ειδικότερα, με το να δεχθεί ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος, έστω και αν το δάνειό του προς το "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων" είναι ενήμερο, εξυπηρετούμενο κανονικά, λόγω της εκχώρησης ποσοστού από το μισθό του και, ως εκ τούτου, δεν έχει καμία ληξιπρόθεσμη οφειλή ούτε έναντι αυτού ούτε έναντι οποιουδήποτε άλλου πιστωτή (ιδιώτη ή μη), αδυνατεί όμως να καλύψει τις βιοτικές του ανάγκες, μπορεί να υπαχθεί στις ευεργετικές διατάξεις του ν. 3869/2010, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις αυτές, καθόσον, όπως εκτέθηκε στη μείζονα σκέψη, η εξόφληση των πιστωτών δεν αναιρεί την αδυναμία πληρωμών του οφειλέτη, όταν η εξόφληση γίνεται σε βάρος των στοιχειωδών αναγκών του ιδίου και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του, όταν δηλαδή αδυνατεί να ικανοποιήσει τις βιοτικές του ανάγκες και να εξασφαλίσει ένα στοιχειώδες επίπεδο διαβίωσης για τον ίδιο και τα προστατευόμενα μέλη της οικογενείας του.
Το μη ληξιπρόθεσμο της οφειλής του αιτούντος προς το "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων", στην υπό κρίση περίπτωση, δεν ασκεί έννομη επιρροή, καθόσον πληρούται η προϋπόθεση του ληξιπροθέσμου της οφειλής του από την υφιστάμενη και προερχόμενη, εκ της αναγκαστικής εκπληρώσεως της παροχής του, αδυναμία του κάλυψης των βιοτικών του αναγκών.
Επομένως, μπορεί να υπαχθεί στο ν. 3869/2010 ο οφειλέτης ο οποίος έστω και χωρίς ληξιπρόθεσμη οφειλή ούτε έναντι του "Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων", ούτε έναντι οποιουδήποτε άλλου οφειλέτη, αδυνατεί να καλύψει τις βιοτικές του ανάγκες. Το γεγονός ότι το "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων" παρακρατεί, με βάση την μεταξύ αυτού και του δανειολήπτη-πρώτου αναιρεσιβλήτου σύμβαση εκχωρήσεως ποσοστού του μισθού του τελευταίου, ποσό από το μισθό του, δεν σημαίνει ότι για το λόγο αυτόν και μόνο ελλείπει η προϋπόθεση της μόνιμης αδυναμίας πληρωμής και της υπαγωγής του στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010, εφόσον, μετά από έρευνα των βιοτικών αναγκών του οφειλέτη και της οικογενείας του, διαπιστωθεί ότι τα εισοδήματά του δεν επαρκούν για την κάλυψη των δαπανών για τις βιοτικές ανάγκες του, παράλληλα με την ικανοποίηση των απαιτήσεων των δανειστών, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν.
Άλλωστε, ούτε η διάταξη του άρθρου 25 του ν. 3867/2010, που προβλέπει τη δυνατότητα του δανειολήπτη να ζητήσει από το Δ.Σ. του "Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων" και να επιτύχει εξωδικαστική ρύθμιση του χρέους του, δεν αναιρεί οποιαδήποτε άλλη διαδικασία δικαστική, όπως η προκείμενη του ν. 3869/2010, καθώς με τις διατάξεις του νόμου αυτού προβλέπονται ευνοϊκότερες ρυθμίσεις για τους δανειολήπτες από εκείνες του άρθρου 25 του ν. 3867/2010 και, επομένως, δεν μπορεί να στερηθεί τις ευνοϊκές αυτές ρυθμίσεις, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν.
Εξ άλλου, το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση του, δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθ` όσον διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς λογικά κενά αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθότητας των διατάξεων που εφαρμόστηκαν και, συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσεως, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών για να αιτιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η συνδρομή της γενικής και μόνιμης αδυναμίας πληρωμής εκ μέρους του πρώτου αναιρεσιβλήτου των χρηματικών του οφειλών.
Κατά συνέπεια, είναι αβάσιμοι οι σχετικοί, από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, πρώτος και δεύτερος, αντίστοιχα, λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους το αναιρεσείον υποστηρίζει ότι: α)ο πρώτος αναιρεσίβλητος, δεν μπορεί να υπαχθεί στην ευνοϊκή ρύθμιση του ν. 3869/2010, επειδή δεν είχε ούτε μία ληξιπρόθεσμη οφειλή έναντι αυτού, ούτε έναντι οποιουδήποτε άλλου και ειδικότερα προς την δεύτερη αναιρεσίβλητη πιστώτρια και β)δεν αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος, κατά τον κρίσιμο χρόνο καταθέσεως της αιτήσεώς του, είχε έστω και μία ληξιπρόθεσμη οφειλή.
Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί, χωρίς να περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 του ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3 εδάφ. β` του ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ.6 εδάφ.
β` του πιο πάνω ν. 3869/2010, κατά το οποίο "..... Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 1400/2019).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει, την από 21-11-2019 (αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 12/2019), αίτηση, για αναίρεση της 237/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, που δίκασε ως Εφετείο, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Μαρτίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Απριλίου 2022.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ