Supreme Court dismisses appeal in hotel room rental case, rejecting arguments on evidence and procedural rules.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's final judgment regarding a hotel room rental dispute. The appellant argued that the lower court failed to properly evaluate evidence and violated procedural rules, but the court found these claims inadmissible and unsubstantiated. Consequently, the appeal was rejected, the costs were awarded to the respondent, and the original judgment stood.
Legislator headnote
AI generatedArticles 577, 559, 561 of the Code of Civil Procedure; An appeal challenging a judgment rendered under the special procedure for lease disputes is inadmissible if it attempts to re-evaluate evidence or attack the court's assessment of proof, which is not subject to appellate review.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 549 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 549/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Δεκεμβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "..." (... ΕΠΕ), που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Θεοδώρα Χατζηπαντελίδου.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φωτεινή Μαυρικάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-11-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 23/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 115/2017 του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου (Μεταβατική Έδρα Χίου). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8-12-2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Τζανακάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθεμία δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 8-12-2017 (αρ. κατ. 22/2017) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 115/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου - Μεταβατική έδρα Χίου, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρο 647 επ. ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν την τροποποίησή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015) έχει ασκηθεί νόμιμα, εμπρόθεσμα και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).
H μίσθωση των δωματίων ενός ξενοδοχείου, μπορεί να γίνει, είτε απ` ευθείας από τους ενδιαφερομένους μεμονωμένους πελάτες, είτε από ταξιδιωτικούς οργανισμούς ή τουριστικά γραφεία, που τα διαθέτουν στη συνέχεια, στους πελάτες τους (τουρίστες). Στην δεύτερη περίπτωση, που χαρακτηρίζεται, ως "χονδρική μίσθωση" θα πρόκειται για την ξενοδοχειακή μίσθωση...
Η χονδρική μίσθωση ξενοδοχειακών κλινών (δωματίων) μπορεί να πάρει ανάλογα με τον νόμο, την συμφωνία των μερών, αλλά και την συναλλακτική πρακτική κυρίως δύο ειδικότερες μορφές, χωρίς να αποκλείεται φυσικά εντός των ορίων της συμβατικής ελευθερίας η επιλογή και άλλων τύπων ή και ο συνδυασμός τους. Η πρώτη μορφή αποτελεί την λεγόμενη βέβαιη εγγυημένη κράτηση (quarantee) στο πεδίο λειτουργίας της οποίας ο ξενοδόχος αναλαμβάνει την υποχρέωση να παραχωρεί τον συμφωνηθέντα αριθμό κλινών (και να προσφέρει και τις συναφείς ξενοδοχειακές παροχές) για την προκαθορισμένη περίοδο στον αντισυμβαλλόμενό του (ακριβέστερα στους υπ` αυτού υποδειχθησόμενους τρίτους - πελάτες του), ο οποίος, με την σειρά του, οφείλει το συμφωνηθέν ολικό αντίτιμο μίσθωμα, ανεξάρτητα του εάν έκανε χρήση των μισθωθεισών κλινών, παραχωρώντας την (τη χρήση) στους δικούς τoυ πελάτες.
Η δεύτερη μορφή αποτελεί την λεγόμενη κράτηση allotment (κατά μερίδιο), που ρυθμίζεται από το άρθρο 11 της απόφασης του Γενικού Γραμματέα του Ε.Ο.Τ 503007/29.1.1976, στην οποία (απόφαση), το άρθρο 8 Ν. 1652/1986 έδωσε ισχύ τυπικού νόμου. Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό αυτής της συμφωνίας είναι ο συμβατικός προσδιορισμός δύο ακραίων ποσοτικών ορίων μισθωμένων κλινών, ενός ανώτατου και ενός κατώτατου, εντός μιας η περισσότερων χρονικών περιόδων.
Ο ξενοδόχος είναι υποχρεωμένος να διατηρεί δεσμευμένο για τον αντισυμβαλλόμενό του το ανώτατο όριο κλινών, υποχρεούμενος σε αντίθετη περίπτωση, σε αποζημίωσή του, ενώ ο μισθωτής των κλινών καταβάλει το μίσθωμα μόνο για όσες κλίνες χρησιμοποίησε χωρίς υποχρέωση καταβολής αποζημίωσης για τις μη χρησιμοποιηθείσες κλίνες.
Η ξενοδοχειακή, κατά τα άνω σύμβαση είναι μικτή σύμβαση προεχόντως μισθωτικού χαρακτήρα, πέρα από τα στοιχεία μίσθωσης υπηρεσιών, πώλησης, προμήθειας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 13 παρ. 1 της 503007/29-1-1976 απόφασης του Γενικού Γραμματέα του ΕΟΤ περί κανονισμού σχέσεων ξενοδόχων και πελατών αυτών, που όπως προεκτέθηκε, κυρώθηκε και απέκτησε ισχύ νόμου με το άρθρο 8 του Ν. 1652/1986, τουριστικό γραφείο ή ταξιδιωτικός οργανισμός δικαιούται να προβεί σε ακύρωση μέρους ή του συνόλου των συμφωνηθεισών κλινών χωρίς υποχρέωση καταβολής αποζημίωσης, εφόσον αποδεδειγμένα ειδοποιηθεί ο ξενοδόχος εικοσιμία ημέρες τουλάχιστον πριν από την άφιξη των πελατών.
Με τη διάταξη αυτή ρυθμίζεται η εγγυημένη κράτηση, κατά την οποία ο ξενοδόχος αναλαμβάνει την υποχρέωση να παραχωρεί τον συμφωνηθέντα αριθμό κλινών για την προκαθορισμένη περίοδο στον αντισυμβαλλόμενό του (στους υπ' αυτού υποδειχθησόμενους τρίτους πελάτες του), ο οποίος οφείλει το συμφωνηθέν αντίτιμο, ανεξάρτητα αν έκανε χρήση των μισθωθεισών κλινών και αν οι πελάτες παρέμειναν οι ίδιοι ολόκληρη τη μισθωτική περίοδο ή εναλλάσονταν.
Στη σύμβαση δηλαδή αυτή τον επιχειρηματικό κίνδυνο να μη καλυφθούν οι συμφωνηθείσες κλίνες φέρει το τουριστικό γραφείο, το οποίο, βάσει της συμφωνίας, θα καταβάλει το συνολικό αντίτιμο (Ολ.ΑΠ 38/1997, ΑΠ 1207/2001, ΑΠ 292/2000).
Με το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Με τον συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 273/2018, ΑΠ 199/2018, ΑΠ 349/2014).
Με τον 1ο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1α' ΚΠολΔ για την ευθεία παραβίαση των ουσιαστικών κανόνων δικαίου διατάξεων των άρθρων 3, 11, 12 και 13 της υπ' αρ. 503007/29-2-1976 απόφασης του Γενικού Γραμματέα ΕΟΤ "περί κανονισμού σχέσεων ξενοδοχείων και πελατών αυτών", η οποία με το άρθρο 8 του Ν. 1652/1986 απέκτησε ισχύ τυπικού νόμου από τη δημοσίευσή της (ΦΕΚ Β'/166/9-2-1976), με την ειδικότερη αιτίαση, ότι το Εφετείο, με το να χαρακτηρίσει τις από 18-1-2008 και 12-12-2008 συμβάσεις, που η αναιρεσείουσα είχε καταρτίσει με την αναιρεσίβλητη εταιρεία εκμίσθωσης επιπλωμένων τουριστικών καταλυμάτων, ως δήθεν συμβάσεις εγγυημένης κράτησης (quarantee), ενώ, κατά την άποψη της αναιρεσείουσας, επρόκειτο για συμβάσεις υπό προειδοποίηση, αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί για την εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικών κανόνων δικαίου, διότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν πληρούσαν το πραγματικό των ανωτέρω κανόνων δικαίου, τους οποίους το Εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και υπαγωγή.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αρκούντως ορισμένος και πρέπει να απορριφθούν οι αντίθετοι ισχυρισμοί της αναιρεσίβλητης, διότι, αν και δεν αναφέρεται αριθμητικά η διάταξη του άρθρου 8 Ν. 1652/1986, με την οποία η ως άνω απόφαση του Γενικού Γραμματέα ΕΟΤ απέκτησε ισχύ τυπικού νόμου από τη δημοσίευσή της (ΦΕΚ Β'/166/9-2-1976), εντούτοις το πραγματικό της συνάγεται χωρίς αμφιβολία από το σύνολο του αναιρετηρίου (ΑΠ 147/2018, ΑΠ 565/2018).
Περαιτέρω από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) για τις ανάγκες του ερευνώμενου 1ου αναιρετικού λόγου, προκύπτει ότι η ήδη αναιρεσίβλητη άσκησε την από 7-11-2011 (αρ. κατ. 1757/2011) αγωγή, με την οποία ισχυρίστηκε ότι στο πλαίσιο των επαγγελματικών δραστηριοτήτων της, που έχουν ως αντικείμενο, μεταξύ άλλων, την εκμετάλλευση ενός συγκροτήματος ξενοδοχειακών καταλυμάτων στον ..., κατάρτισε με την εναγομένη αλλοδαπή εταιρεία με έδρα τη ….
η οποία είναι τουριστικός οργανισμός (tour operator) και εταιρεία ναυλωμένων πτήσεων, τρεις γραπτές συμβάσεις εγγυημένης μίσθωσης με αντικείμενο την αποστολή από την εναγομένη - αναιρεσείουσα, κατά την τουριστική περίοδο 2008 και 2009, εναλλασσόμενων ομάδων τουριστών, στους οποίους η ενάγουσα - αναιρεσίβλητη διέθετε τα καταλύματά της έναντι καθορισμένου μισθώματος και ότι, παρά το γεγονός ότι η ενάγουσα εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις της, η εναγομένη εξακολούθησε να της οφείλει νομιμότοκα 195.098 ευρώ ως υπόλοιπο του συμφωνημένου εγγυημένου μισθώματος.
Επί της αγωγής αυτής, που συζητήθηκε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ερήμην της εναγομένης - αναιρεσείουσας, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 23/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χίου, με την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών, η οποία δέχθηκε κατ' ουσίαν την αγωγή. Ακολούθως, η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα άσκησε την από 9-6-2015 (αρ.
κατ. 24/2015) έφεση και τους από 6-4-2016 (αρ. κατ. 7/2016) πρόσθετους λόγους αυτής, οι οποίοι σημειωτέον δεν αφορούν την αναιρετική δίκη. Ειδικότερα, με το εφετήριο και κατά το μέρος που αφορά την αναιρετική δίκη, η εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα ισχυρίστηκε ότι η 2η και 3η (κατά χρονολογική σειρά) σύμβαση που κατάρτισε με την εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσίβλητη ήταν συμβάσεις υπό προειδοποίηση (συμβάσεις allotment) και ότι με αυτές ρητά συμφωνήθηκε εκατέρωθεν το δικαίωμα της αποδέσμευσης.
Επί της έφεσης (και των πρόσθετων λόγων αυτής) εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία εφαρμόζοντας τη διάταξη του άρθρου 528 ΚΠολΔ, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση στο σύνολό της και, αφού διακράτησε την υπόθεση, δίκασε την αγωγή από την πλευρά της νομικής και ουσιαστικής βασιμότητας αυτής. Στη συνέχεια, έκρινε την αγωγή νόμιμη σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 574 επ., 595-596 ΑΚ σε συνδ.
με τις διατάξεις των άρθρων 3, 11, 12 παρ. 2-4, 13 παρ. 1 της υπ' αρ. 503007/29-2-1976 απόφασης του Γενικού Γραμματέα ΕΟΤ, η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 8 Ν. 1652/1986 και απέκτησε ισχύ τυπικού νόμου. Επί της ουσίας το Εφετείο δέχθηκε ότι και οι τρεις συμβάσεις ήταν συμβάσεις εγγυημένης κράτησης και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη, μετά την παραδοχή της ένστασης εξόφλησης που είχε προβάλει η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα και την υποχρέωσε να καταβάλει στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη το ποσό των 160.510 ευρώ, ως υπόλοιπο συμφωνημένου εγγυημένου μισθώματος.
Πιο συγκεκριμένα, το Εφετείο κατά την ανέλεγκτη αναιρετική κρίση του δέχθηκε, ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των επίδικων (2ης και 3ης) συμβάσεων, τα ακόλουθα, κατ' ακριβή αντιγραφή της απόφασής του: "Η ενάγουσα ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στον ... και δραστηριοποιείται στον τομέα του τουρισμού, έχει την εκμετάλλευση ενός συγκροτήματος ξενοδοχειακών καταλυμάτων με ονομασία "...", που βρίσκεται στον ...
και αποτελείται από 15 δίχωρα και 2 μονόχωρα επιπλωμένα διαμερίσματα. Η εναγομένη, η οποία έχει τροποποιήσει την επωνυμία της από "... AS" σε "...", εδρεύει στη νορβηγική πόλη ..., και είναι εταιρία ταξιδιών, ταξιδιωτικός οργανισμός (tour operator) και εταιρία ναυλωμένων πτήσεων, με τουριστική δραστηριότητα στην ….. την …, την ….
και την ….. Στο πλαίσιο της δραστηριότητάς της αυτής συνήψε με την ενάγουσα από το έτος 2007 συμβάσεις, με τις οποίες αυτή (ενάγουσα) ανέλαβε την υποχρέωση να διαθέσει στην εναγομένη, για τους απ' αυτήν υποδειχθησόμενους τρίτους (εναλλασσόμενους πελάτες), οι οποίοι θα μετέβαιναν στη …. με ναυλωμένες πτήσεις μετ' επιστροφής, δωμάτια του παραπάνω ξενοδοχειακού συγκροτήματος, για προκαθορισμένη χρονική περίοδο και έναντι συμφωνηθέντος μισθώματος.
Ειδικότερα μεταξύ τους συνήφθησαν οι εξής γραπτές συμβάσεις: α) η από 2-10-2007 σύμβαση, δυνάμει της οποίας η ενάγουσα ανέλαβε την υποχρέωση να διαθέσει στην εναγομένη κατά τη διάρκεια της τουριστικής περιόδου 2008 (από 12-5-2008 ως 6-10-2008) 8 δίχωρα διαμερίσματα του παραπάνω ξενοδοχειακού συγκροτήματος, με μέγιστο αριθμό κλινών 32, δηλαδή οκτώ διαμερίσματα ενός υπνοδωματίου με δύο κλίνες και δύο επιπλέον κλίνες στο χώρο του καθιστικού, με πλήρη θέα στη θάλασσα (κωδικός δωματίου ...2H), προκειμένου η εναγομένη να τα διαθέσει σε πελάτες της προερχόμενους απ' τη …...
Το συνολικό μίσθωμα συμφωνήθηκε στο ποσό των 70.588 ευρώ, καταβλητέο τμηματικά σε μηνιαίες δόσεις και ειδικότερα ποσό 10.588 ευρώ την 1-4-2008, ποσό 12.000 ευρώ την 1-5-2008, ποσό 12.000 ευρώ την 1-6-2008, ποσό 12.000 την 1-7-2008, ποσό 12.000 ευρώ την 1-8-2008 και ποσό 12.000 ευρώ την 1-9-2008. Σύμφωνα με τους λοιπούς όρους της σύμβασης αυτής, οι δύο πλευρές παραιτήθηκαν από το δικαίωμα αποδέσμευσης, συμφωνώντας ότι σε περίπτωση ακύρωσης των κρατήσεων η εναγομένη δεν θα απαλλασσόταν από την υποχρέωση καταβολής των οφειλομένων.
Αντίστοιχα δε, η ενάγουσα, εάν επιθυμούσε να αποδεσμεύσει μερικά από τα διαμερίσματά της, θα όφειλε να αποζημιώσει την εναγομένη. Η παραπάνω σύμβαση έφερε το χαρακτήρα της σύμβασης εγγυημένης κράτησης, που αναφέρεται στην προπαρατεθείσα μείζονα σκέψη, δεδομένου μάλιστα ότι δεν περιλάμβανε πρόβλεψη ανώτατου και κατώτατου αριθμού κλινών, εντός ορισμένης χρονικής περιόδου.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα εκπλήρωσε τις συμβατικές της υποχρεώσεις, που απέρρεαν εκ της παραπάνω συμβάσεως, κατά την τουριστική περίοδο του 2008. Επομένως δικαιούνταν να αξιώσει το συμφωνηθέν μίσθωμα, ποσού 70.588 ευρώ, από την εναγόμενη, η οποία δεν αμφισβητεί την εκπλήρωση των υποχρεώσεων της ενάγουσας......
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, πέραν της παραπάνω υπό στοιχείο α' συμβάσεως, μεταξύ των διαδίκων συνήφθησαν ακόμη και οι εξής συμβάσεις: β) η από 18-1-2008 σύμβαση, η οποία αφορούσε επίσης την τουριστική περίοδο του 2008, δυνάμει της οποίας η ενάγουσα ανέλαβε την υποχρέωση να εκμισθώσει στην εναγομένη έξι επιπλέον δίχωρα επιπλωμένα διαμερίσματα, με μέγιστο αριθμό κλινών 24, ήτοι έξι διαμερίσματα ενός υπνοδωματίου με δύο κλίνες και δύο επιπλέον κλίνες στο χώρο του καθιστικού, με πλήρη θέα στη θάλασσα (κωδικός δωματίου ...2H), προκειμένου η εναγομένη να τα διαθέσει σε πελάτες της προερχόμενους απ' τη ....
Η εγγυημένη τιμή του δωματίου ανά διανυκτέρευση συμφωνήθηκε στο ποσό των 62 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 12-5-2008 ως 26-5-2008 και από 30-9-2008 ως 6-10-2008, στο ποσό των 82 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 27-5-2008 ως 30-6-2008 και από 2-9-2008 ως 29-9-2008 και στο ποσό των 135 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1-7-2008 έως 1-9-2008. Το μίσθωμα συμφωνήθηκε να καταβάλλεται τμηματικά, εντός 15 ημερών από την έκδοση του κάθε τιμολογίου.
Τα μέρη συμφώνησαν επίσης ότι η εναγομένη θα μπορούσε να αποδεσμευτεί από την σύμβαση, χωρίς καταβολή αποζημιώσεως, με ειδοποίηση προ 7 ημερών από τη συμφωνηθείσα ημερομηνία άφιξης πελατών για την μέση και χαμηλή περίοδο, και προ 14 ημερών για την υψηλή περίοδο, καθώς και ότι η ενάγουσα θα μπορούσε να αποδεσμεύσει δωμάτια με τη συναίνεση της εναγομένης και ανάλογη αποζημίωση αυτής, γ) η από 12-12-2008 σύμβαση, η οποία αφορούσε την τουριστική περίοδο του 2009, δυνάμει της οποίας η ενάγουσα ανέλαβε την υποχρέωση να εκμισθώσει στην εναγομένη δέκα δίχωρα επιπλωμένα διαμερίσματα, με μέγιστο αριθμό κλινών 40, ήτοι δέκα διαμερίσματα ενός υπνοδωματίου με δύο κλίνες και δύο επιπλέον κλίνες στο χώρο του καθιστικού, με πλήρη θέα στη θάλασσα (κωδικός δωματίου ...2H), προκειμένου η εναγομένη να τα διαθέσει σε πελάτες της προερχόμενους απ' τη ...
κατά την περίοδο από 12-5-2009 ως 14-10-2009. Η εγγυημένη τιμή του δωματίου ανά διανυκτέρευση συμφωνήθηκε στο ποσό των 62 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 12-5-2009 ως 9-6-2009 και από 28-9-2009 ως 13-10-2009, στο ποσό των 82 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 10-6-2009 ως 30-6-2009 και από 31-8-2009 ως 27-9- 2009 και στο ποσό των 135 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1-7-2009 έως 30-8-2009.
Το μίσθωμα συμφωνήθηκε να καταβάλλεται τμηματικά, εντός 15 ημερών από την έκδοση του κάθε τιμολογίου. Τα μέρη συμφώνησαν επίσης ότι η εναγομένη θα μπορούσε να αποδεσμευτεί από την σύμβαση, χωρίς καταβολή αποζημιώσεως, με ειδοποίηση προ 7 ημερών από τη συμφωνηθείσα ημερομηνία άφιξης πελατών για την μέση και χαμηλή περίοδο, και προ 21 ημερών για την υψηλή περίοδο, καθώς και ότι η ενάγουσα θα μπορούσε να αποδεσμεύσει δωμάτια με τη συναίνεση της εναγομένης και ανάλογη αποζημίωση αυτής.
Οι παραπάνω δύο συμβάσεις δεν περιέχουν συμβατικό προσδιορισμό δύο ακραίων ποσοτικών ορίων μισθωμένων κλινών, ενός ανώτατου και ενός κατωτάτου εντός μιας η περισσότερων χρονικών περιόδων. Το στοιχείο αυτό αποτελεί αναγκαίο όρο προκειμένου να χαρακτηριστεί η σύμβαση ως σύμβαση κράτησης υπό προειδοποίηση (allotment), όπως αναφέρεται στην παραπάνω μείζονα σκέψη.
Επομένως και οι συμβάσεις αυτές, παρά τις επιμέρους διαφορές τους από την υπό στοιχ. α' σύμβαση, έχουν το χαρακτήρα της σύμβασης εγγυημένης κράτησης. Το γεγονός ότι σ' αυτές προβλέφθηκε δικαίωμα αποδέσμευσης με προειδοποίηση, προ συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος, δεν αρκεί για να τους προσδώσει το χαρακτήρα της συμβάσεως υπό προειδοποίηση, αφού για να υπάρχει αυτή πρέπει να καθορίζονται τα προαναφερόμενα ανώτατα και κατώτατα σημεία αριθμού διανυκτερεύσεων, βάσει των οποίων θα μπορεί να προσδιοριστεί, σε περίπτωση ακύρωσης χωρίς εμπρόθεσμη προειδοποίηση από τον ταξιδιωτικό οργανισμό, το ποσό της αποζημιώσεως που δικαιούται ο ξενοδόχος, που καθορίζεται στο μισό του ακάλυπτου κατώτατου ορίου κλινών.
Εξάλλου σύμφωνα με το περιεχόμενο των παραπάνω συμβάσεων είναι καθορισμένος και σαφής ο αριθμός των δωματίων και των κλινών που αυτά διαθέτουν, αντίθετα με όσα η εναγομένη ισχυρίζεται. Η διαφοροποίηση (σε σχέση με την πρώτη σύμβαση), ως προς τον τρόπο καταβολής του οφειλόμενου ποσού, το οποίο δεν καθορίζεται εξ αρχής αλλά συνάγεται από τις καθορισθείσες τιμές, είναι ευνόητη, αφού στις δύο παραπάνω συμβάσεις επεφύλαξαν τα μέρη δικαίωμα αποδέσμευσης ενώ στην πρώτη σύμβαση όχι.
Επομένως το τελικό ποσό δεν θα μπορούσε να προσδιοριστεί εξαρχής, παρά μόνο μετά την πάροδο της κάθε περιόδου και την έκδοση των επιμέρους τιμολογίων με βάση τις πραγματοποιηθείσες διανυκτερεύσεις. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι παρά το γεγονός ότι η ενάγουσα εκπλήρωσε τις συμβατικές της υποχρεώσεις και έθεσε στη διάθεση της εναγομένης όλα τα παραπάνω διαμερίσματα, η τελευταία ούτε προέβη σε εμπρόθεσμη ακύρωση (πλην της περιπτώσεως που θα αναφερθεί παρακάτω), όπως θα μπορούσε, ούτε κατέβαλε τα οφειλόμενα εκ των συμβάσεων ποσά.
Εξάλλου, ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι θα μπορούσε η ενάγουσα να ασκήσει η ίδια το δικαίωμα αποδέσμευσης, για όσα διαμερίσματα δεν είχε αποσταλεί voucher, τυγχάνει αλυσιτελής δεδομένου ότι η μη άσκηση δικαιώματος της ενάγουσας δεν απαλλάσσει την εναγομένη από τις δικές της συμβατικές υποχρεώσεις. Η εναγομένη ακόμη ισχυρίζεται ότι στο πλαίσιο των δύο παραπάνω συμβάσεων απέστειλε στην ενάγουσα λίστες δωματίων, οι οποίες αποτελούσαν την οριστική επιβεβαίωση της κράτησης για τα διαμερίσματα που αυτές αφορούσαν ενώ αντίστοιχα για τα υπόλοιπα, που δεν επιβεβαιώθηκε η κράτησή τους, η μη αποστολή λίστας δωματίων, σήμαινε άσκηση του δικαιώματος αποδέσμευσής της.
Ειδικότερα επικαλείται τις εξής περιπτώσεις αποστολής λίστας δωματίων: α) αποστολή λίστας δωματίων στις αρχές Ιουλίου 2008 για δύο δίκλινα δωμάτια, για χρονικό διάστημα από 7-7-2008 ως 14-7-2008, έναντι ποσού 300 ευρώ, το οποίο εξοφλήθη εκδοθείσης της υπ' αριθ. 548/2008 απόδειξης παροχής υπηρεσιών, β) αποστολή λίστας δωματίων στις 10-7-2008 για τέσσερα δίκλινα δωμάτια, για χρονικό διάστημα από 14-7-2008 ως 28-7-2008, έναντι ποσού 1.470 ευρώ, το οποίο εξοφλήθη εκδοθείσης της υπ' αριθ. 549/2008 απόδειξης παροχής υπηρεσιών, γ) αποστολή λίστας δωματίων στα μέσα Ιουλίου 2008 για ένα δίκλινο δωμάτιο, για χρονικό διάστημα από 21-7-2008 ως 28-7-2008, έναντι ποσού 245 ευρώ, το οποίο εξοφλήθη εκδοθείσης της υπ' αριθ. 555/2008 απόδειξης παροχής υπηρεσιών, δ) αποστολή λίστας δωματίων στα μέσα Ιουλίου 2008 για ένα δίκλινο δωμάτιο, για χρονικό διάστημα από 28-7-2008 ως 4-8-2008, έναντι ποσού 245 ευρώ, το οποίο εξοφλήθη εκδοθείσης της υπ' αριθ. 561/2008 απόδειξης παροχής υπηρεσιών, ε) αποστολή λίστας δωματίων στις 7-5-2009 για ένα δίκλινο δωμάτιο, για χρονικό διάστημα από 18-5-2009 ως 25-5-2009, έναντι ποσού 390,60 ευρώ, το οποίο εξοφλήθη εκδοθείσης της υπ' αριθ. 606/2009 απόδειξης παροχής υπηρεσιών.
Όπως όμως αποδείχθηκε οι παραπάνω κρατήσεις δεν έγιναν στο πλαίσιο των δύο παραπάνω συμβάσεων, αλλά αποτελούσαν μεμονωμένες κρατήσεις δωματίων κατώτερης κατηγορίας και πολύ φθηνότερων των δωματίων που περιλαμβάνονται στις δύο συμβάσεις. Οι κρατήσεις αυτές που χαρακτηρίζονται ως unspecified, είναι συνήθως κρατήσεις της τελευταίας στιγμής, χωρίς συμφωνηθείσες προδιαγραφές.
Τα δωμάτια δε που αφορούσαν οι παραπάνω κρατήσεις είχαν πολύ χαμηλότερη τιμή και δη 35 ευρώ τη βραδιά, ενώ τα δωμάτια των παραπάνω συμβάσεων κυμαίνονταν από 62 μέχρι 135 ευρώ τη βραδιά, όπως αναφέρεται πιο πάνω. Επομένως απορριπτέοι ως αβάσιμοι κρίνονται οι παραπάνω ισχυρισμοί της εναγομένης. Περαιτέρω λόγω της μη άσκησης του δικαιώματος αποδέσμευσής της, η εναγομένη οφείλει τα συμφωνηθέντα μισθώματα στην ενάγουσα...".
Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς τη νομική φύση της 2ης και 3ης σύμβασης, ως συμβάσεις εγγυημένης κράτησης, ορθά ερμήνευσε τις διατάξεις της απόφασης 503007/29-2-1976 του Γενικού Γραμματέα ΕΟΤ, για την ευθεία παραβίαση των οποίων αιτιάται η αναιρεσείουσα, με τον 1ο αναιρετικό λόγο, διότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν αρκούσαν για να πληρωθεί το πραγματικό των εφαρμοσθεισών ως άνω διατάξεων.
Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), ότι η 2η και η 3η σύμβαση δεν ήταν σύμβαση υπό προειδοποίηση - allotment, διότι ελλείπει σ' αυτές το στοιχείο του συμβατικού προσδιορισμού ενός ανώτατου και ενός κατώτατου ορίου μισθωμένων κλινών, εντός μιας ή περισσοτέρων χρονικών περιόδων, προϋπόθεση που είναι ο αναγκαίος όρος (αναγκαίο στοιχείο), προκειμένου να χαρακτηρισθεί η σύμβαση, ως σύμβαση κράτησης υπό προειδοποίηση - allotment, ενώ αντέκρουσε τους αντίθετους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, με τις παραδοχές, ότι το γεγονός ότι οι συμβαλλόμενοι προέβλεψαν το δικαίωμα αποδέσμευσης με προειδοποίηση (που είναι επιτρεπτό σύμφωνα με την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων κατ' άρθρ. 361 ΑΚ) δεν αρκεί από μόνο του για να προσδώσει στις ένδικες συμβάσεις τον χαρακτήρα allotment, εφόσον ελλείπει ο ανωτέρω αναγκαίος όρος, δηλαδή ένας ανώτατος και κατώτατος αριθμός διανυκτερεύσεων.
Επίσης, σύμφωνα με τις παραδοχές, είναι σαφής ο αριθμός των δωματίων και των κλινών, που αυτά διαθέτουν, στοιχείο, που προσιδιάζει στην εγγυημένη κράτηση και ότι η αναιρεσείουσα tour operator δεν άσκησε εμπρόθεσμα το δικαίωμα αποδέσμευσης, ούτε κατέβαλε τα οφειλόμενα για τις δύο συμβάσεις από αυτήν εγγυημένα μισθώματα, παρά το γεγονός, ότι η αναιρεσίβλητη ξενοδόχος παραχώρησε τον συμφωνημένο αριθμό κλινών και πρόσφερε τις συναφείς ξενοδοχειακές παροχές για την προκαθορισμένη περίοδο στην αναιρεσείουσα, η οποία, αντίστοιχα, οφείλει το συμφωνημένο ολικό αντίτιμο του εγγυημένου μισθώματος, ανεξάρτητα, δηλαδή, εάν έκανε χρήση των μισθωμένων κλινών.
Τα ανωτέρω ανελέγκτως αποδειχθέντα περιστατικά πληρούν το πραγματικό των ουσιαστικών διατάξεων της σύμβασης εγγυημένης κράτησης - quarantee. Συνακόλουθα, ο 1ος λόγος της αίτησης αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δ., "αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο".
Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ιδίου Κώδικος προκύπτει, ότι ως απαράδεκτο, του οποίου η από το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξη ή μη κήρυξη ιδρύει λόγο αναιρέσεως, νοείται εκείνο που είναι συνέπεια παραβιάσεως δικονομικών διατάξεων, οι οποίες θέτουν ορισμένες προϋποθέσεις ως προς τη διαδικαστική πράξη, ή μη τήρηση των οποίων αποκλείει εκ των προτέρων την πράξη (Ολ.ΑΠ 96/1985, ΑΠ 452/2018, ΑΠ 1021/2017, ΑΠ 1620/2017).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 422 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά τον Ν. 4335/2015 από 1-1-2016) ορίζεται ότι "ο διάδικος που επιδιώκει τη λήψη ένορκης βεβαίωσης... επιδίδει δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από την βεβαίωση στον αντίδικο κλήση, η οποία αναφέρει την αγωγή, το ένδικο βοήθημα ή μέσο, που αφορά η βεβαίωση, τόπο, ημέρα και ώρα που θα δοθεί, το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και τη διεύθυνση της κατοικίας του μάρτυρα".
Περαιτέρω, από την διάταξη του άρθρου 533 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., σύμφωνα με την οποία το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εφαρμόζει το νόμο που ίσχυε όταν δημοσιεύθηκε η πρωτόδικη απόφαση, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, προκειμένου να κρίνει την ορθότητα της εκκληθείσας πρωτόδικης αποφάσεως, εφαρμόζει το νόμο που ίσχυε κατά το χρόνο της δημοσίευσης της πρωτόδικης απόφασης και όχι τον ισχύοντα κατά την κατ' έφεση δίκη νεώτερο νόμο, εκτός αν με αυτόν ορίζεται διαφορετικά ως προς την αναδρομική έναρξη της ισχύος του. Από τις διατάξεις όμως των άρθρων 533 παρ. 2, 535 παρ. 1 και 536 παρ. 1 και 2 του Κ.Πολ.Δικ., προκύπτει, ότι αν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κρίνοντας βάσιμο κάποιο λόγο έφεσης, εξαφανίσει την πρωτόδικη οριστική απόφαση και προβεί στην εκδίκαση της υπόθεσης κατ' ουσίαν, υποχρεούται να εφαρμόσει για την διάγνωση της νομικής και ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής το νόμο που ισχύει κατά τον χρόνο δημοσίευσης της απόφασής του, είτε έχει αναδρομική δύναμη, είτε δεν έχει αναδρομική δύναμη, εφόσον όμως στην τελευταία περίπτωση καταλαμβάνει (χρονικά) την επίδικη έννομη σχέση (Ολ.ΑΠ 7/2011, ΑΠ 957/2017, ΑΠ 1025/ 2015).
Με τον 2ο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ με την αιτίαση, ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι η με αριθμό 615/14-4-2016 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρος της αναιρεσείουσας, A. M. M., η οποία δόθηκε ενώπιον του Προξενικού Γραφείου της Ελληνικής Πρεσβείας στο ... κατόπιν εμπρόθεσμης και νόμιμης κλήτευσης της αναιρεσίβλητης, με την από 8-4-2016 κλήση γνωστοποίησης μάρτυρα, που επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη με την υπ' αρ. ….67/11-4-2016 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Χίου, Σ. Κ. και η οποία προσκομίστηκε το πρώτον ενώπιον του Εφετείου ως ουσιώδες αποδεικτικό μέσο (ήταν η λογίστρια που διεκπεραίωσε την επικοινωνία των διαδίκων μερών), τυγχάνει δήθεν ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο, διότι δεν αναφέρει το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και τη διεύθυνση κατοικίας της μάρτυρα, όπως απαιτεί η διάταξη του άρθρου 422 ΚΠολΔ, όπως αυτή ισχύει μετά το Ν. 4335/2015, παρά το νόμο κήρυξε ακυρότητα διαδικαστικής πράξης (δικονομικό απαράδεκτο), καθόσον η ανωτέρω δικονομική διάταξη, κατά την άποψη της αναιρεσείουσας, δεν εφαρμόζεται στην ένδικη υπόθεση, εφόσον η ένδικη από 9-6-2015 έφεση κατατέθηκε στις 9-6-2015, δηλαδή πριν από το Ν. 4335/2015, ο οποίος ισχύει για τα ένδικα μέσα, που κατατέθηκαν μετά από 1-1-2016 κατά το άρθρο 9 παρ. 2 των μεταβατικών διατάξεων του Ν. 4335/2015.
Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο για το ερευνώμενο με τον 2ο αναιρετικό λόγο ζήτημα, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 422 του ΚΠολΔ. όπως αυτό τροποποιήθηκε από το Ν. 4335/2015, "Ο διάδικος που επιδιώκει τη λήψη ένορκης βεβαίωσης, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο προηγούμενο άρθρο, επιδίδει δύο (2) τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από την βεβαίωση στον αντίδικο κλήση, η οποία αναφέρει την αγωγή, το ένδικο βοήθημα ή μέσο, που αφορά η βεβαίωση, τόπο, ημέρα και ώρα που θα δοθεί, το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και τη διεύθυνση της κατοικίας του μάρτυρα".
Εξάλλου από τις μεταβατικές διατάξεις που περιέχονται στο άρθρο 9 του Ν. 4335/2015, ορίζεται, μεταξύ άλλων ότι "2. Οι διατάξεις για τα ένδικα μέσα και τις ειδικές διαδικασίες των άρθρων 591-645 εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από τις 1.1.2016 ένδικα μέσα και αγωγές.... 4. Κατά τα λοιπά, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά σε επιμέρους διατάξεις, η ισχύς του νόμου αυτού αρχίζει από 1.1.2016".
Από την ερμηνεία των παραπάνω διατάξεων συνάγεται ότι, ως προς τις διατάξεις που διέπουν την αποδεικτική διαδικασία, η έναρξη ισχύος των τροποποιηθεισών διατάξεων είναι η 1.1.2016, αφού δεν ορίζεται διαφορετικά σε ειδικότερη διάταξη. Επομένως στην περίπτωση που ερευνάται το παραδεκτό και νόμιμο αποδεικτικού μέσου, και δη ένορκης βεβαιώσεως, η οποία προσκομίζεται το πρώτον ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, και ελήφθη μετά την έναρξη ισχύος του παραπάνω νόμου, οι προϋποθέσεις του παραδεκτού της θα κριθούν σύμφωνα με τις νεώτερες διατάξεις, δηλαδή σύμφωνα με τα όσα ορίζει η διάταξη του άρθρου 422 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει από 1.1.2016 και όχι σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 270 παρ. 2 ΚΠολΔ, που ρύθμιζε τις προϋποθέσεις παραδεκτού και νόμιμου των ενόρκων βεβαιώσεων (και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατ' άρθρ. 524 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, προ της ισχύος του Ν. 4335/2015......
Εξάλλου η εκκαλούσα προσκόμισε ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού την υπ' αριθ. ….5/14-4-2016, ενώπιον του Προξενικού Γραφείου της Ελληνικής Πρεσβείας στο ….., ένορκη βεβαίωση της A. M. M.. Η γνωστοποίηση της εξέτασης της παραπάνω μάρτυρα και η κλήση της εφεσίβλητης να παραστεί κατ' αυτήν, έλαβε χώρα με την από 8-4-2016 κλήση - εξώδικη πρόσκληση - γνωστοποίηση μάρτυρα, που κοινοποιήθηκε στην εφεσίβλητη στις 11-4-2016 (βλ.
…..67/11-4-2016 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Χίου Σ. Κ.). Από το κείμενο της παραπάνω κλήσεως, όπως αυτό αντιγράφεται στην ως άνω έκθεση της δικαστικής επιμελήτριας, προκύπτει ότι η κλήση δεν έχει το αναγκαίο περιεχόμενο που προβλέπει το άρθρο 422 ΚΠολΔ, και συγκεκριμένα δεν αναφέρει το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και τη διεύθυνση κατοικίας της μάρτυρα που επρόκειτο να εξετασθεί.
Οι ελλείψεις αυτές στην κλήτευση, παραβιάζουν την σχετική διάταξη του άρθρου 422 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται από το παρόν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην παραπάνω μείζονα σκέψη και καθιστούν την παραπάνω ένορκη βεβαίωση ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο, που δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο αυτό...".
Σύμφωνα με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι η υπ' αρ. 615/14-4-2016 ένορκη βεβαίωση, που συντάχθηκε ενώπιον του Προξενικού Γραφείου της Ελληνικής Πρεσβείας στο ..., είναι ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 422 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως ισχύει από 1-1-2016 με τον Ν. 4335/2015, τον οποίο εφάρμοσε και δεν λαμβάνεται υπόψη (άρθρ. 424 Κ.Πολ.Δ), δεν κήρυξε παρά το νόμο δικονομικό απαράδεκτο, εφόσον, μετά από την εξαφάνιση, κατ' άρθρ. 528 ΚΠολΔ της εκκαλουμένης απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που είχε εκδοθεί ερήμην της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας, διακράτησε την υπόθεση και δίκασε την αγωγή εφαρμόζοντας το Ν. 4335/2015, που ίσχυε κατά το χρόνο δημοσίευσης της απόφασής του (30-10-2017), σύμφωνα και με όσα στην αμέσως προηγηθείσα νομική σκέψη διαλαμβάνονται.
Επομένως, δεν ιδρύεται η πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ και συνακόλουθα, ο 2ος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 περ. α` του Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι "αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη", προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποιά αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι` αυτά (ΑΠ 780/2018, ΑΠ 224/2015, ΑΠ 1479/ 2014).
Με τον 3ο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι οι κρατήσεις δωματίων, για τις οποίες η αναιρεσείουσα προσκόμισε με νόμιμη επίκληση λίστες δωματίων (rooming lists) στα πλαίσια των δύο συμβάσεων allotments (κατά την άποψη που υποστηρίζει), προκειμένου να επιβεβαιώσει οριστικά τις κρατήσεις μόνον των δωματίων αυτών, έχοντας έτσι τη δυνατότητα να ασκήσει το δικαίωμα της αποδέσμευσης από τα υπόλοιπα δωμάτια, συνιστούσαν δήθεν μεμονωμένες κρατήσεις κατώτερης κατηγορίας δωματίων (unspecified), δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη.
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι δεν ιδρύεται στις ειδικές διαδικασίες, όπως είναι η παρούσα ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών, κατά τις οποίες το Δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να διατάξει αποδείξεις, η δε συζήτηση ολοκληρώνεται κατά κανόνα σε μια συνεδρίαση στο ακροατήριο, όπου εξετάζονται μάρτυρες και προσκομίζονται τα λοιπά αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1543/2017, ΑΠ 1162/2017, ΑΠ 226/2014).
Άλλως, ο 3ος αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι το Εφετείο δεν κατέληξε στο πόρισμά του χωρίς απόδειξη, αλλά από όλα ανεξαιρέτως τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία συνεκτίμησε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του. Ειδικότερα, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης στις σελ. 11 και 12 αυτής προκύπτει ότι το Εφετείο αναφέρει τα αποδεικτικά μέσα, στα οποία στήριξε την δικανική του κρίση, δηλαδή, καταθέσεις μαρτύρων, ένορκες βεβαιώσεις, έγγραφα, είτε για άμεση, είτε για έμμεση απόδειξη, δικαστικά τεκμήρια.
Επί πλέον από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης (βλ. σελ. 19 και 20), όπως τούτο έχει προεκτεθεί προς αποφυγή άσκοπης επανάληψης, προκύπτει, ότι το Εφετείο, αν και δεν είχε τέτοια υποχρέωση, αξιολογεί τα ως άνω αποδεικτικά μέσα - λίστες δωματίων, για τα οποία αιτιάται η αναιρεσείουσα, με τον ερευνώμενο 3ο αναιρετικό λόγο και με ξεχωριστή αιτιολογία δέχεται ότι οι κρατήσεις για τις οποίες αιτιάται η αναιρεσείουσα αφορούσαν μεμονωμένες κρατήσεις δωματίων κατώτερης κατηγορίας (unspecified), που γίνονται την τελευταία συνήθως στιγμή, χωρίς τις συμφωνημένες προδιαγραφές, με πολύ χαμηλές τιμές σε σύγκριση με τις τιμές των δωματίων της 2ης και 3ης σύμβασης.
Όλως επικουρικά, ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι, υπό την επίφαση της πλημμέλειας εκ του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα επιχειρεί να πλήξει την κρίση του Δικαστηρίου ουσίας ως προς την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, που είναι αναιρετικά ανέλεκτη (άρθρο 561 αρ. 1 ΚΠολΔ).
Κατόπιν όλων αυτών και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 περ. Β'δ' ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, που ηττήθηκε (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά το νόμιμο αίτημα αυτής, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-12-2017 (αρ. κατ. 22/2017) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 115/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου - Μεταβατική έδρα Χίου, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Μαρτίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Μαΐου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ