Supreme Court allows appeal against defamation judgment due to lack of malicious intent analysis and procedural errors.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against a second-instance defamation judgment. The lower court failed to examine whether the defendant acted for a legitimate interest or to execute legal duties before concluding there was no malicious intent. Consequently, the court found the reasoning insufficient and remanded the case for retrial with a new panel of judges.
Legislator headnote
AI generatedArticles 57, 59, 914, 932 of the Civil Code and Article 361 of the Penal Code; The court must verify the existence of a legitimate interest or legal duty before excluding malicious intent in defamation cases, and must provide adequate reasoning regarding the application of substantive law.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 549 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 549/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Βασίλειο Πέππα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ. συζ. Σ. Σ. το γένος Γ. Μ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τους πληρεξούσιους Δικηγόρους της Γεώργιο Γιαννόπουλο και Γεώργιο Νικολακόπουλο.
Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Γ. του Ρ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-3-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 94/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 1907/2013 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-12-2013 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Πέππας, ανέγνωσε την από 29-10-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν μερικώς δεκτοί οι 1ος, 2ος και 3ος λόγοι της αίτησης αναίρεσης, κατά το μέρος τους που αφορούν τις αναφερόμενες στο σκεπτικό πλημμέλειες από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ και να απορριφθεί κατά τα λοιπά η αίτηση.
Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, αν δε η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, από την 10.694Β'/1-9-2014 έκθεση του δικαστικού επιμελητή Χαλκιδικής ..., προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τη σχετική πράξη προσδιορισμού, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και της κλήσεως προς συζήτηση κατ' αυτήν, επιδόθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως στον αναιρεσίβλητο, με επιμέλεια της αναιρεσείουσας, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής. Επομένως, εφ' όσον αυτός δεν εμφανίσθηκε στην δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση από τη σειρά του πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου του, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ., πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του.
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Περαιτέρω, για να γεννηθεί αξίωση προστασίας από προσβολή της προσωπικότητας κατά τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 920 και 932 ΑΚ, του άρθρου μόνου παρ. 1 του Ν. 1178/1981 και 3 παρ. 1 στοιχ. β' και 4 παρ. 10 του Ν. 2328/1995, θα πρέπει η προσβολή να είναι παράνομη, να αντίκειται δηλαδή σε διάταξη που απαγορεύει συγκεκριμένη πράξη, με την οποία προσβάλλεται ορισμένη έκφανση αυτής, είναι δε αδιάφορο σε ποιό τμήμα του δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την προσβολή.
Έτσι, η προσβολή μπορεί να προέλθει και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως εξύβριση, απλή δυσφήμηση ή συκοφαντική δυσφήμηση που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 361,362 και 363 του Π.Κ. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 Π.Κ., όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλο γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφήμησης, και αν το γεγονός αυτό είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι τούτο είναι ψευδές τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης.
Συνεπώς, για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης αμφοτέρων των άνω εγκλημάτων απαιτείται ισχυρισμός ή διάδοση από τον υπαίτιο, με οποιονδήποτε τρόπο, ενώπιον τρίτου, για κάποιον άλλο γεγονότος που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του, ως στοιχεία της προσωπικότητας του. Εξάλλου, για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της δυσφήμησης, απαιτείται γνώση ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο ενώπιον τρίτου γεγονός είναι κατάλληλο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου και θέληση του δράστη να ισχυρισθεί ενώπιον τρίτου ή να διαδώσει το βλαπτικό γεγονός, ενώ για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως, απαιτείται επιπλέον και γνώση του δράστη ότι το γεγονός είναι ψευδές.
Ωστόσο, σε περίπτωση που ο δράστης ανυπαιτίως δεν γνώριζε το ψευδές του γεγονότος που ισχυρίσθηκε ή διέδωσε ή είχε αμφιβολίες γι' αυτό, ή το γεγονός είναι αληθινό, δεν στοιχειοθετείται το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης, παραμένει όμως η απλή δυσφήμηση, ως προσβάλλουσα, επίσης, την προσωπικότητα σε βαθμό μη ανεκτό, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες από το άρθρο 367 παρ. 1 ΠΚ περιπτώσεις, οι οποίες αίρουν τον άδικο χαρακτήρα της πράξης.
Έτσι, σύμφωνα με την παρ. 1, περ. α'-δ' του άρθρου 367 ΠΚ, το άδικο των προβλεπόμενων στα άρθρα 361 επ. του ίδιου Κώδικα πράξεων αίρεται, μεταξύ των άλλων περιπτώσεων που προβλέπονται στο άρθρο αυτό, και όταν πρόκειται για εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή σε ανάλογες περιπτώσεις (περ.
γ' και δ'). Η τελευταία αυτή διάταξη για την ενότητα της έννομης τάξης εφαρμόζεται αναλογικά και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 57-59 και 914 επ. ΑΚ. Επομένως, αιρομένου του άδικου χαρακτήρα των προαναφερθεισών αξιόποινων πράξεων (με την επιφύλαξη της ΠΚ 367 παρ.2), αποκλείεται και το στοιχείο του παρανόμου της επιζήμιας συμπεριφοράς ως όρου της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου.
Η προβολή περίπτωσης του άρθρου 367 παρ.1 του ΠΚ αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό καταλυτικό της αγωγής του προσβληθέντος, λόγω άρσης του παρανόμου της προσβολής. Όμως, ο άδικος χαρακτήρας ως προς τις εξυβριστικές ή δυσφημιστικές εκφράσεις δεν αίρεται λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος κλπ. και συνεπώς παραμένει η ποινική ευθύνη των κατά το νόμο υπευθύνων, άρα και η υποχρέωση τους προς αποζημίωση κατά το αστικό δίκαιο, όταν συντρέχει μία από τις περιπτώσεις της ΠΚ 367 παρ.2, δηλαδή, όταν οι επίμαχες κρίσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης των άρθρων 363-362 ΠΚ, ή όταν από τον τρόπο εκδήλωσης, ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξύβρισης, δηλαδή πρόθεση που κατευθύνεται ειδικά στην προσβολή της τιμής του άλλου.
Η προβολή δε από τον προσβληθέντα περίπτωσης από την ΠΚ 367 παρ. 2 αποτελεί αντένσταση κατά της εκ της ΠΚ 367 παρ. 1 ένστασης. Τέτοιος τρόπος για την απόδειξη του σκοπού εξύβρισης, συντρέχει ιδίως, όταν αυτός δεν είναι αντικειμενικά αναγκαίος για την απόδοση της σκέψης εκείνου που φέρεται ότι ενεργεί από δικαιολογημένο ενδιαφέρον, ο οποίος παρά ταύτα χρησιμοποίησε τον τρόπο αυτό για να προσβάλλει την τιμή του άλλου.
Το ζήτημα, εάν οι εκδηλώσεις που προαναφέρθηκαν, ήταν πρόσφορες και αναγκαίες αντικειμενικά για τη διαφύλαξη του δικαιώματος του εναγομένου και περί του κατά πόσο οι εκδηλώσεις αυτές υπερέβησαν τελικά το αναγκαίο μέτρο για τη διαφύλαξη του ίδιου δικαιώματος, αποτελεί νομική έννοια υποκείμενη στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
Νόμιμο καθήκον στο πλαίσιο εφαρμογής της προαναφερθείσας διάταξης του άρθρου 367 παρ. 1 του ΠΚ, είναι εκείνο που πηγάζει από τον νόμο και παρέχει δικαίωμα στον φορέα να ενεργήσει, εντός όμως των προδιαγεγραμμένων ορίων. Στο πλαίσιο εφαρμογής της πιο πάνω διάταξης του άρθρου 367 παρ. 1 του ΠΚ το δικαστήριο υποχρεούται να ελέγχει κατά προτεραιότητα τον χαρακτηρισμό των φράσεων ως συκοφαντικών, απλώς δυσφημιστικών ή ότι ενέχουν σκοπό εξύβρισης.
Εάν αποφανθεί αρνητικά, αναφορικά με την συκοφαντική δυσφήμιση, η οποία υπάγεται στην παρ. 2 του άρθρου 367 ΠΚ, αφού, η συκοφαντική δυσφήμιση, ως προσβάλλουσα την προσωπικότητα σε βαθμό μη ανεκτό, δεν εξοβελίζεται έναντι της κριτικής ή νομίμων καθηκόντων, θα προχωρήσει περαιτέρω και θα σταθμίσει τα προβαλλόμενα ως απλή δυσφήμιση ή εξύβριση.
Δικαιολογημένο δε ενδιαφέρον, που πηγάζει από την συνταγματικά κατοχυρωμένη ελευθερία και την κοινωνική αποστολή του τύπου, έντυπου και ηλεκτρονικού, με βάση και τις προαναφερθείσες διατάξεις του άρθρου 14 παρ.1-2 του Συντάγματος και του άρθρου 10 παρ.1 εδ. α' και β' της ΕΣΔΑ, έχουν και τα πρόσωπα που συνδέονται με τη λειτουργία του, για τη δημοσίευση και προβολή δημοσιοποίηση ειδήσεων και σχολίων σχετικών με τις πράξεις και τη συμπεριφορά φυσικών ή νομικών προσώπων ή ομάδων προσώπων, που παρουσιάζουν ενδιαφέρον για το κοινωνικό σύνολο.
Γι' αυτό μπορούν να δημοσιευθούν ειδήσεις και σχόλια για τη σχετική πληροφόρηση και ενημέρωση του κοινού και με οξεία ακόμη κριτική ή δυσμενείς χαρακτηρισμούς σε βάρος πολιτικού προσώπου ατομικά, με την προϋπόθεση όμως τα σχόλια και οι ειδήσεις αφορούν επίσης ατομικά το ίδιο πολιτικό πρόσωπο, και όχι συνολικά τον πολιτικό φορέα στον οποίο ανήκει, και δεν συντρέχει μία από τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις του άρθρου 367 παρ.2 του ΠΚ, δηλαδή όταν οι επίμαχες κρίσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμισης των άρθρων 363-362 ΠΚ ή όταν από τον τρόπο εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη προκύπτει σκοπός εξύβρισης, δηλαδή πρόθεση που κατευθύνεται ειδικά στην προσβολή της τιμής του άλλου.
Στην ένδικη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Με την 3637/1961 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης αναγνωρίστηκε το πολιτιστικό σωματείο με την επωνυμία "Σύλλογος των εκ Τρίγλιας Μικράς Ασίας Θεσσαλονικέων", που είχε ως σκοπό, μεταξύ άλλων, τη λειτουργία πολιτιστικού κέντρου και λαογραφικού μουσείου στη Νέα Τριγλιά Χαλκιδικής, αργότερα δε με τροποποίηση του καταστατικού του, που εγκρίθηκε με την 10837/1999 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, μετονομάστηκε σε "Σύλλογο των Απανταχού Τριγλιανών", διατηρώντας την έδρα του στην πόλη της Θεσσαλονίκης.
Η λειτουργία του πολιτιστικού κέντρου του συλλόγου επιτεύχθηκε με τη ίδρυση παραρτήματος που αναγνωρίστηκε με την 1060/1975 απόφαση του ίδιου πάντοτε δικαστηρίου, είχε έδρα την Νέα Τριγλιά και διοίκηση από επταμελή διοικούσα επιτροπή που εκλεγόταν από την τοπική γενική συνέλευση των μελών του παραρτήματος και είχε δικό του ταμείο, το οποίο ήταν μέρος του ταμείου του σωματείου και το διαχειριζόταν η διοικούσα επιτροπή.
Την 17.6.2001 πραγματοποιήθηκε στη Νέα Τριγλιά γενική συνέλευση των μελών του παραρτήματος και αποφασίστηκε η απόσχισή του από το σωματείο και η δημιουργία νέου σωματείου με την επωνυμία "Σύλλογος Τριγλιανών" και έδρα την Νέα Τριγλιά, με μέλη, αρχές και σκοπούς αυτούς του παραρτήματος. Στην ίδια συνέλευση αποφασίστηκε να περιέλθει στο νεοϊδρυθέν σωματείο η περιουσία του παραρτήματος.
Η αναγνώρισή του νέου σωματείου έγινε με την 244/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής και την εγγραφή του στα βιβλία του Πρωτοδικείου με αριθμό 40/2001. Πρόεδρος της προσωρινής διοικούσας επιτροπής του σωματείου εξελέγη η ενάγουσα, η οποία ήταν η πρόεδρος της διοικούσας επιτροπής του παραρτήματος, ενώ ταυτόχρονα ήταν νομαρχιακή σύμβουλος Χαλκιδικής και πρόεδρος του Κέντρου Πρόληψης Ναρκωτικών Χαλκιδικής "ΠΝΟΗ", ήταν δηλαδή πρόσωπο δημόσιο και ευρέως γνωστό στην περιοχή του νομού Χαλκιδικής.
Η απόσχιση του παραρτήματος, η μεταφορά της περιουσίας του στο νέο σωματείο, αλλά και η εγκατάστασή του στο κτίριο που στέγαζε το παράρτημα δημιούργησε δικαστικές διενέξεις με το μητρικό σωματείο που με αίτησή του πέτυχε την έκδοση της 28/2001 απόφασης του Ειρηνοδικείου Μουδανιών, η οποία επικυρώθηκε με την 100/2002 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής και με την οποία ο Σύλλογος των Απανταχού Τριγλιανών αναγνωρίστηκε προσωρινός νομέας της στέγης του παραρτήματος, ενώ διατάχθηκε να αποβληθεί από το κτίριο ο Σύλλογος Τριγλιανών.
Παράλληλα με την 92/1994 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής έγινε δεκτό ότι η ενάγουσα, με την ιδιότητά της προέδρου της διοικούσας επιτροπής του Συλλόγου Τριγλιανών ιδιοποιήθηκε παράνομα τα χρήματα του ταμείου του παραρτήματος, ποσού 4.954.299 δραχμών για λογαριασμό του νεοϊδρυθέντος σωματείου και τα χρησιμοποίησε για τις δαπάνες ίδρυσης και λειτουργίας του τελευταίου.
Με την ίδια απόφαση υποχρεώθηκαν ο Σύλλογος Τριγλιανών, αλλά και η ενάγουσα που ενεργούσε ως καταστατικό του όργανο, να καταβάλουν, ο καθένας εις ολόκληρον, στο Σύλλογο των Απανταχού Τριγλιανών το ποσό των 6.298,57 ευρώ ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση. Σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά από το δικαστήριο, όταν ο Σύλλογος των Απανταχού Τριγλιανών επανεγκαταστάθηκε στη νομή και κατοχή της στέγης του παραρτήματος, βρήκε ότι έλλειπαν από αυτήν το βιβλιάριο καταθέσεων των χρημάτων του συλλόγου, το βιβλίο του ταμείου του, μια βιντεοκάμερα και μια φωτογραφική μηχανή.
Τα παραπάνω κινητά επέστρεψε στο σύλλογο η ενάγουσα την 12.11.2001, όμως από τα χρήματα που έφθαναν στο ποσό των 4.954.299 δραχμών, όταν αποσχίστηκε το παράρτημα, είχαν απομείνει 2.289.274 δραχμές ή 5.298,57 ευρώ, τα περισσότερα από τα οποία είχαν διατεθεί σε αμοιβές δικηγόρων, λόγω της μεταξύ των δυο σωματείων αντιδικίας.
Η έφεση που ασκήθηκε εναντίον της απόφασης δεν συζητήθηκε, καθώς τα διάδικα μέρη συνέταξαν το από 11.7.2006 πρακτικό επίλυσης διαφορών με το οποίο αποφάσισαν να απορροφηθεί ο νέος σύλλογος από τον παλιό και την 3.8.2006 κατατέθηκε στη γραμματεία του Εφετείου Θεσσαλονίκης η από 2.8.2006 έγγραφη παραίτηση του Συλλόγου των Απανταχού Τριγλιανών από το δικόγραφο της αγωγής.
Στο μεταξύ όμως, την 18.12.2005 και ώρα 21.00, ο εναγόμενος, που είναι κατά κύριο επάγγελμα καθηγητής φυσικής αγωγής μέσης εκπαιδεύσεως, αλλά εργάζεται και ως παρουσιαστής ειδήσεων στο τηλεοπτικό σταθμό "...", ο οποίος εκπέμπει στο Νομό Χαλκιδικής, παρουσίασε στο κεντρικό δελτίο ειδήσεων του σταθμού, μεταξύ άλλων ειδήσεων, ρεπορτάζ για τη χριστουγεννιάτικη εκδήλωση του Συλλόγου των Απανταχού Τριγλιανών με συνεντεύξεις του προέδρου και του αντιπροέδρου του παρατήματος και, όταν αυτό ολοκληρώθηκε, ανέφερε επί λέξει: "Να πούμε ότι τα οικονομικά του Συλλόγου των Απανταχού Τριγλιανών θα βρίσκονται σε καλύτερη μοίρα από την επόμενη χρονιά καθώς η πρώην πρόεδρος και αποσχισθείσα με τον καινούριο σύλλογο κυρία Νομαρχιακή Σύμβουλος κ.
Σ. κλήθηκε από το δικαστήριο να καταβάλει 2,5 εκατομμύρια δραχμές, καθώς αυτά περίπου τα χρήματα είχε πάρει από το σύλλογο όταν ήταν πρόεδρος. Και σίγουρα αυτό θα γίνει εντός του νέου χρόνου". Στη συνέχεια και σε συζήτηση που έγινε, σε απευθείας μετάδοση, με την ενάγουσα που παρενέβη στην εκπομπή τηλεφωνικά, όταν αυτή τον ρώτησε από πού πήρε τις πληροφορίες του, της απήντησε ότι υπάρχει δικαστική απόφαση, όταν δε του παρατήρησε ότι η απόφαση δεν την αφορά προσωπικά, παρά αφορά μια διαμάχη δυο συλλόγων, της απήντησε ότι δεν την κατηγορεί προσωπικά αλλά ότι ανέφερε πως τα οικονομικά του συλλόγου θα γίνουν πιο ανθηρά, στη συνέχεια δε, όταν τού είπε να αναφέρει από πού έχει αυτές τις πληροφορίες, τής απήντησε "έχω τη δικαστική απόφαση σας κάνει;".
Η ενάγουσα ζήτησε τότε να μάθει ποιός του έδωσε τη δικαστική απόφαση αλλά της απήντησε ότι αυτό δεν ανακοινώνεται. Στη διαμαρτυρία της ότι πριν λήξει μια δικαστική ιστορία που δεν την αφορά προσωπικά, εκείνος βγαίνει και κάνει μια τέτοια δήλωση, η απάντησή του ήταν: "ε όχι και δεν σας αφορά προσωπικά". Ο διάλογος μεταξύ των διαδίκων, όπως διατυπώνεται στην απομαγνητοφώνηση της συνομιλίας από τον οπτικό δίσκο, στον οποίον καταγράφηκε, εξελίχθηκε, στη συνέχεια, ως εξής: "Ενάγουσα:
Προσωπικά, όχι βεβαίως, εγώ δεν έχω συνδιαλλαγεί ποτέ με χρήματα. -Εναγόμενος: Κα Σ. να μπω στη διαδικασία να θυμηθώ ότι κάποιοι σπάσανε πόρτες για να μπούνε μέσα. - Ενάγουσα: Αυτό δεν είναι δική μου υπόθεση κε Γ. - Εναγόμενος: Σας παρακαλώ να μην το θυμηθώ. -Ενάγουσα: Δεν σας αφορούν. - Εναγόμενος: Πως δεν μας αφορούν, πολίτες αυτού του νομού είμαστε. - Ενάγουσα:
Οι πολίτες του νομού και της Τρίγλιας ξέρουν πολύ καλά τι συνέβη, ξέρουνε τις παρεμβάσεις εδώ στον τόπο μας. Έχω δικαιωθεί από τους πολίτες της Τρίγλιας με την ψήφο τους γιατί όλα αυτά έγιναν πολύ πριν τις Νομαρχιακές Εκλογές, παρόλα αυτά η πλειοψηφία της Τρίγλιας με στήριξε και με στηρίζει και τους ευχαριστώ για άλλη μια φορά δημόσια.
Δεν έχετε λοιπόν το δικαίωμα να βγαίνετε δημόσια και να αναφέρετε το όνομά μου για μια υπόθεση η οποία εκκρεμεί. Σας παρακαλώ λοιπόν. -Εναγόμενος: Ποιους αφορά, αφού δεν αφορά εσάς, ποιους αφορά;-Ενάγουσα: Αφορά τους δυο συλλόγους. Αυτό δεν μπορείτε να το πείτε. - Εναγόμενος: Εσείς δεν είστε εκπρόσωποι του Συλλόγου; - Ενάγουσα:
Μα δεν είναι όμως προσωπικό το θέμα - Εναγόμενος: Ε ποιος καλείται να πληρώσει τα λεφτά ποιος είχε το ταμείο; - Ενάγουσα: Μα εσείς βγήκατε προηγουμένως και είπατε ότι θα πάρει από την κα Σ.. - Εναγόμενος: Ακριβώς, γιατί είστε μεταξύ αυτών που καταδικάστηκαν. - Ενάγουσα: Αν κάτι εκκρεμεί οικονομικά κ. Γ., αυτό αφορά τους δυο συλλόγους, δεν αφορά τα πρόσωπα.
Σας παρακαλώ λοιπόν να είστε πολύ προσεχτικός. - Εναγόμενος: Εγώ προσεχτικός θα είμαι και αύριο θα δημοσιεύσω και τη δικαστική απόφαση για να σας ικανοποιήσω, - Ενάγουσα: Οι σύλλογοι είναι ομάδες, οι σύλλογοι δεν είναι ένα πρόσωπο γι’ αυτό λέγονται σύλλογοι, τους συλλόγους δεν τους αποτελεί ένα πρόσωπο - Εναγόμενος:
Σας παρακαλώ κανέναν άλλο δεν ξέρω από το Σύλλογο Τριγλιανών. Δεν έχετε αφήσει μέχρι στιγμής κάποιον άλλο άνθρωπο να μιλήσει. Δε γνωρίζουμε κάποιο άλλο μέλος του Δ.Σ. Τριγλιανών - Ενάγουσα: Ωραία να ρωτήσετε να μάθετε λοιπόν αν θέλετε ποια είναι τα μέλη μας. -Εναγόμενος: Να ρωτήσουμε να μάθουμε. Μα όπου και να πάμε εσάς βλέπουμε κα Σ. - Ενάγουσα:
και να μην απευθύνεστε προσωπικά, εν πάση περιπτώσει δεν έχετε το δικαίωμα πριν λήξει μια ιστορία να βγαίνετε και να κάνετε δηλώσεις. - Εναγόμενος: Δεν πειράζει θα μάθουν οι Τριγλιανοί, θα τα ξέρουν, δεν πειράζει ωραία. - Ενάγουσα: Λυπάμαι πραγματικά για τον τρόπο που συμπεριφέρεστε - Εναγόμενος: Δεν πειράζει, να είστε καλά, ευχαριστώ." Τόσο από την εκφώνηση της είδησης όσο και από τη συζήτηση που ακολούθησε στη συνέχεια αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος δεν ανέφερε γεγονότα ψευδή ή συκοφαντικά τα οποία μπορούσαν να πλήξουν την τιμή και την υπόληψη της ενάγουσας, αλλά γεγονότα απολύτως αληθή, χωρίς αιχμές ή υπόνοιες.
Η εκ μέρους του εναγομένου ταύτιση του προσώπου της με το Σύλλογο Τριγλιανών, για την οποία διαμαρτυρήθηκε η ενάγουσα, ήταν συνέπεια του πρωταγωνιστικού ρόλου και των πρωτοβουλιών της ενάγουσας για την απόσχιση του παραρτήματος από το Σύλλογο των Απανταχού Τριγλιανών και τη δημιουργία του νέου συλλόγου, καθώς και την οικειοποίηση των εγκαταστάσεων και του ταμείου του παρατήματος από το νέο σύλλογο, λόγος για τον οποίον καταδικάστηκε εις ολόκληρον με αυτόν στην καταβολή του ποσού των 6.298,57 ευρώ με την προαναφερθείσα απόφαση, στην έκδοση της οποίας αναφέρθηκε ο εναγόμενος.
Ο δε πρωταγωνιστικός της ρόλος προκύπτει όχι μόνο από το σύνολο των μαρτυρικών καταθέσεων, αλλά και από τα πρακτικά της από 17.6.2001 Γενικής Συνέλευσης των μελών του παραρτήματος, όταν αποφασίστηκε η απόσχισή του από το Σύλλογο των Απανταχού Τριγλιανών, τα οποία επικαλείται και προσκομίζει η ενάγουσα. Στη συνέλευση στην οποία προήδρευσε ο μάρτυρας που εξετάστηκε με επιμέλειά της και ήταν επεισοδιακή, ναι μεν φαίνεται να αποφασίζεται η απόσχιση του παραρτήματος από το σωματείο με συντριπτική πλειοψηφία και πανηγυρικό τρόπο, ωστόσο δε λείπουν οι αντιδράσεις, ενώ η νομιμότητα των διατυπώσεων της πρόσκλησης των μελών του παραρτήματος στη συνέλευση αμφισβητήθηκε, όπως θα αναφερθεί και στη συνέχεια.
Σε ό,τι αφορά την αιτίασή της ότι η είδηση παρουσιάστηκε ηθελημένα ελλιπής και χωρίς αναφορά στην αντιδικία μεταξύ των δυο συλλόγων, με σκοπό να την θίξει προσωπικά, πρέπει να αναφερθεί ότι η επιλογή του γεγονότος που συνιστά είδηση εναπόκειται στην κρίση του συντάκτη της και, στην προκειμένη περίπτωση, είδηση γι' αυτόν συνιστούσε η επικείμενη εισροή χρημάτων στο ταμείο του Συλλόγου των Απανταχού Τριγλιανών και όχι η προϊστορία της αντιδικίας των δυο συλλόγων, η προσθήκη δε της υπόνοιας για υπεξαίρεση είναι αυθαίρετη εκτίμηση της ενάγουσας, η οποία δεν προκύπτει από τη διατύπωση της είδησης που ανακοινώθηκε, ενώ αντιθέτως αναφέρθηκε η ιδιότητά της ως καταστατικού οργάνου, ότι δηλαδή πήρε τα χρήματα με την ιδιότητα της προέδρου του νέου σωματείου, στο ίδιο πνεύμα δε ήταν οι απαντήσεις του εναγομένου στις εξηγήσεις που του ζήτησε η ενάγουσα, αμέσως μετά.
Εξάλλου, η μετατροπή του παραρτήματος σε νέο σωματείο, εκτός από την αντιδικία που δημιούργησε με τον αρχικό σύλλογο, δίχασε και τα μέλη του ίδιου του παραρτήματος, όπως αποδεικνύεται από την κατάθεση της μάρτυρος της ανταπόδειξης, η οποία ανέφερε ότι μέλη του παραρτήματος δεν προσκλήθηκαν να συμμετάσχουν στην επίμαχη γενική συνέλευση.
Η ίδια μάρτυρας κατέθεσε ότι, όταν το παράρτημα του συλλόγου επανέκτησε τα βιβλία του, διαπιστώθηκε πως οι δαπάνες που είχαν εγγραφεί σε αυτά δεν συνοδεύονταν όλες από παραστατικά, παρά μόνον 20 έως 30 από αυτές, καθώς και ότι τα χρήματα ξοδεύτηκαν με πρωτοβουλία της ενάγουσας για τις ανάγκες του νέου συλλόγου, γεγονός που αποδεικνύει, κατά την κρίση του δικαστηρίου, την ταύτιση του σωματείου με το πρόσωπό της και δικαιολογεί την επιλογή της συγκεκριμένης διατύπωσης από τον εναγόμενο.
Αντίθετο συμπέρασμα δεν μπορεί να εξαχθεί από το ψήφισμα που εξέδωσε το ΔΣ του Συλλόγου των Απανταχού Τριγλιανών την 24.11.2008, με σκοπό να παράσχει στην ενάγουσα βεβαίωση ότι δεν διατηρεί οποιαδήποτε αξίωση σε βάρος της, επειδή αυτό εκδόθηκε μετά το από 11.7.2006 πρακτικό επίλυσης διαφοράς και αφού τα διάδικα μέρη κατέληξαν σε συμβιβασμό, ενώ είχαν παρέλθει επτά και πλέον μήνες μετά την επίμαχη εκπομπή.
Τέλος, αντίθετο συμπέρασμα δεν εξάγεται ούτε από τις ένορκες βεβαιώσεις που επικαλείται και προσκομίζει η ενάγουσα, αφού το περιεχόμενό τους ως προς το χαρακτήρα της είδησης ως δυσφημιστικής, συνιστά απλό συμπέρασμα, χωρίς την ταυτόχρονη παράθεση συγκεκριμένων γεγονότων που να μπορούν να εκτιμηθούν από το δικαστήριο, αλλά ούτε και από το απόσπασμα του 69/7.10.2005 πρακτικού του ΔΣ του κέντρου πρόληψης ναρκωτικών ΠΝΟΗ που αναφέρεται σε άσχετα με το επίδικο γεγονότα.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που κατέληξε σε αντίθετο συμπέρασμα, δεχόμενο ότι η είδηση για την υποχρέωση της εναγόμενης να επιστρέψει τα χρήματα ναι μεν ήταν αληθής, αλλά μεταδόθηκε με ελλιπή τρόπο, χωρίς να επεξηγείται ότι επρόκειτο για το ταμείο του παραρτήματος ή να αναφέρεται η ιδιότητα της ενάγουσας ως νόμιμης εκπροσώπου του, δηλαδή τρόπο που καταδεικνύει ιδιαίτερη απαξία στο πρόσωπο της ενάγουσας, έλλειψη σεβασμού και ιδιαίτερη αμφισβήτηση της κοινωνικής και ηθικής της υπόστασης, κατευθυνόμενο ειδικώς στην προσβολή της προσωπικότητάς της, έτσι ώστε να αποδεικνύεται σκοπός εξύβρισης, έσφαλε, δεκτών γενομένων των σχετικών δεύτερου και του τρίτου λόγου της έφεσης.
Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές η έφεση πρέπει να γίνει δεκτή και η αντέφεση, με την οποία η εφεσίβλητη παραπονείται για το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης που της επιδικάστηκε, να απορριφθεί, η εκκαλουμένη να εξαφανιστεί, η υπόθεση να διακρατηθεί και η αγωγή να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη".
Με αυτά που δέχτηκε το Εφετείο διέλαβε, στην απόφασή του, ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, αναφορικά με το αν η διάδοση από τον αναιρεσίβλητο της είδησης ότι η αναιρεσείουσα "κλήθηκε από το δικαστήριο να καταβάλει 2,5 εκατομμύρια δραχμές, καθώς αυτά περίπου τα χρήματα είχε πάρει από το σύλλογο όταν ήταν πρόεδρος" ήταν γεγονός που μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή της, αλλά αρκούμενο μόνον στην αλήθεια της είδησης και στην έλλειψη σκοπού εξυβρίσεως, απέκλεισε, την ύπαρξη αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του αναιρεσιβλήτου, χωρίς προηγουμένως να έχει οδηγηθεί σε παραδοχή ισχυρισμού του αναιρεσιβλήτου (επαναφερθέντος παραδεκτώς στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο), αναφορικά με το εάν αυτός ενήργησε για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, ή για την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον, οπότε η έλλειψη σκοπού εξυβρίσεως θα απέκλειε το παράνομο της προσβολής.
Έτσι, δεν καθίσταται εφικτός ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 57, 59, 914, 932 ΑΚ, σε συνδυασμό με 361 επ. ΠΚ, τις οποίες το δικαστήριο εκ πλαγίου παραβίασε, όπως βασίμως προβάλλεται με μέρος του δεύτερου λόγου της αιτήσεως. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως και να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, εφ' όσον είναι δυνατή η συγκρότηση αυτού, από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν.
Ακόμη, πρέπει να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας σε βάρος του αναιρεσιβλήτου, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος για την άσκηση της υπό κρίση αιτήσεως παραβόλου στον καταθέσαντα τούτο (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 1907/2013 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν.
Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσιβλήτου τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον καταθέσαντα τούτο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Δεκεμβρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Μαΐου 2015.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ