Supreme Court dismisses appeal against lower court ruling on contract termination damages in distribution agreement dispute.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appeal filed by Bang & Olufsen against the Athens Court of Appeal's decision of 2012. The lower court found the appellant liable for refusing to repurchase inventory and for denying a claim for profit offset after terminating a distribution contract. The court held that the lower court's reasoning regarding the lack of value for unsold goods and the conditions for repurchase was sufficient and legally sound.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(19) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may reject an appeal if the lower court's reasoning sufficiently addresses the substantive issues of fact and law without logical gaps, thereby precluding further review.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 549 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 549/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Εμμανουήλ Κλαδογένη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, και Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "BANG &OLYFSEN AKTIESELSKAB" που εδρεύει στην πόλη …, που εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελισσάβετ Ζουλαμόγλου.
Της αναιρεσιβλήτου: 1.Ετερόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "…" που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα και 2. υπό εκκαθάριση εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΒΙΟΤΕΧΝΙΚΗ-ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΕΠΕ" που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπούνται και οι δύο από κοινό εκκαθαριστή. Εκπροσωπήθηκαν από τον Αθανάσιο Τεγόπουλο, ο οποίος δήλωσε την αλλαγή της επωνυμίας της δεύτερης αναιρεσίβλητης που τελεί υπό εκκαθάριση στην νυν "…"
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 16-9-1994 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:12993/1995 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3497/1997 του Εφετείου Αθηνών που ανέπεμψε την υπόθεση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο. Ασκείται και η από 10-7-1998 αγωγή που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών από τους ήδη αναιρεσιβλήτους που συνεκδικάστηκε με την αρχική αγωγή. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5719/2000 μη οριστική, 3878/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7378/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 20-11-2012 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου, ανέγνωσε την από 16-1-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης, ιδρύεται όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του κατάλληλου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα εξής : "Η εκκαλούσα εφεσίβλητη ετερόρρυθμη εταιρεία ....ομόρρυθμα μέλη της οποίας είναι ήδη, από το έτος 1991, η δεύτερη εκκαλούσα - εφεσίβλητη εταιρεία περιορισμένης ευθύνης....καθώς και ο εκκαλών Ι. Κ. , νόμιμος εκπρόσωπος των δύο παραπάνω εταιρειών, που τελούν, ήδη, σε εκκαθάριση, κατήρτισε με την εφεσίβλητη - εκκαλούσα ανώνυμη εταιρεία που εδρεύει στην πόλη Struer της Δανίας, την από 10-7-1984 έγγραφη σύμβαση αποκλειστικής διανομής.
Αντικείμενο της σύμβασης αυτής, που, όταν καταρτίστηκε, η πρώτη εκκαλούσα λειτουργούσε με την νομική μορφή της ομόρρυθμης εταιρείας, ήταν η αγορά και η μεταπώληση, αποκλειστικά στην Ελλάδα και στην Κύπρο, προϊόντων εικόνας και ήχου, υψηλής πιστότητας (τηλεοράσεων, ραδιοφώνων, στερεοφωνικών συστημάτων κ.λ.π.), που παρήγαγε η πιο πάνω αλλοδαπή εταιρεία και τα οποία έφεραν τα εμπορικά σήματα της "Bang & Olufsen" και "Β. & Ο.".
Η διάρκεια της σύμβασης αυτής, που, κατά ρητή αναφορά της, αντικατέστησε την προηγούμενη που είχε τεθεί σε ισχύ την 1-1-1980, ορίστηκε μέχρι την 31-12-1984. Η διανομέας ανέλαβα την υποχρέωση να εγκαταστήσει και να διατηρεί για λογαριασμό της οργάνωση σέρβις, ικανή να εξασφαλίζει αποτελεσματικά την τεχνική υποστήριξη των προϊόντων της προμηθεύτριας...
Στο μεταξύ με την από 28-1-1981 επιστολή της προμηθεύτριας προς την δεύτερη εναγομένη, την οποία η τελευταία αποδέχθηκε, ανέλαβε αυτή την συναρμολόγηση των τηλεοράσεων της αντιδίκου της στην Ελλάδα. Επίσης, παρείχε τις υπηρεσίες τεχνικής υποστήριξης στους πελάτες της διανομέα. Κατά τον ρητό όρο 15 της από 10-7-1984 σύμβασης αποκλειστικής διανομής, "Σε περίπτωση λύσης της παρούσας σύμβασης η Bang & Olufsen υποχρεούται και δικαιούται να αναλάβει τα κατάλληλα προς διάθεση αποθέματα ολοκληρωμένων προϊόντων, συστατικών μερών, ανταλλακτικών κλπ.
στο κόστος. Οι συμβαλλόμενοι συμφωνούν, ότι όλα τα προϊόντα που θα έχουν παραδοθεί από την Bang & Olufsen μέσα σε διάστημα εννέα μηνών πριν την ανάληψη ( των προϊόντων ) θα θεωρούνται κατάλληλα προς διάθεση". Μετά τη λήξη του συμβατικού της χρόνο η σύμβαση αυτή παρατάθηκε σιωπηρά και κατέστη, αορίστου χρόνου, όπως και η από 28-1-1981 σύμβαση με την δεύτερη εκκαλούσα Ε.Π.Ε., η οποία λειτούργησε ως παρεπόμενη στη σύμβαση αποκλειστικής διανομής.
Στη συνέχεια αποδείχθηκε, ότι η προμηθεύτρια αλλοδαπή εταιρεία, με τις από 25-4-1994 πανομοιότυπες επιστολές της που απέστειλε, με τηλέτυπο και συστημένη επιστολή, στις πιο πάνω εκκαλούσες εταιρείες, κατήγγειλε τη σύμβαση αποκλειστικής διανομής, με ισχύ της καταγγελίας την 31-5-1994. Προσφέρθηκε δε να αγοράσει, σε τιμές κόστους, τα τελειωμένα προϊόντα, ανταλλακτικά και τμήματα αυτών, που διατηρούσαν στις αποθήκες τους οι αντίδικες της εταιρείες.
Η επαναγορά τους δεν πραγματοποιήθηκε όμως, διότι η προμηθεύτρια αξίωσε την παραίτηση τους από οποιοδήποτε δικαίωμα έναντι της καταγγελίας. Από την 1-6-1994 η αποκλειστική διανομή ανατέθηκε στην εταιρεία με την επωνυμία "… Η δεύτερη εκκαλούσα, Ε.Π.Ε., με τον έβδομο και τελευταίο λόγο της από 17-6-2007 έφεσης παραπονείται, σχετικά με την πιο πάνω οφειλή από τα τιμολόγια, μόνο διότι η εκκαλούμενη απόφαση, με αριθμό 5719/2000, κατά ορθή εκτίμηση του λόγου της έφεσης απέρριψε ως αόριστη την ένσταση συμψηφισμού που είχε προτείνει, επικαλούμενη υπέρτερη ανταπαίτησή της.
Η ένσταση της αυτή ορθά απορρίφθηκε ως αόριστη διότι η ενιστάμενη δεν προέβη, με τις πρωτόδικες προτάσεις σε ανάλυση της ανταπαίτησής της κατά αιτία και επί μέρους ποσά, αλλά παρέπεμψε στο δικόγραφο της από 10-7-1998 αντίθετης αγωγής της. Τέλος, αποδείχθηκε ότι, κατά τον προαναφερόμενο 15ο όρο της επίδικης από 10-7-1984 σύμβασης αποκλειστικής διανομής η αλλοδαπή εταιρεία, μετά την καταγγελία είχε υποχρέωση να αναλάβει, δηλαδή να επαναγοράσει τα αποθέματα προϊόντων των αντιδίκων της εταιρειών, στην τιμή του κόστους.
Η υποχρέωση αυτή επαναγοράς της στηρίζεται σε ρητό συμβατικό όρο (άρθρο 361 Α.Κ.)... Η αξία των αδιάθετων εμπορευμάτων στις αποθήκες των εναγουσών, μετά την καταγγελία, με τιμές κόστους, ανερχόταν στα ποσά των 13.649.062 δραχμών (40.055,94 Ευρώ) για την πρώτη ενάγουσα, και των 56.213.747 δραχμών (164.970,64 Ευρώ) για την δεύτερη ενάγουσα.
Τα υλικά και εμπορεύματα αυτά, δεν μπόρεσαν να διαθέσουν μετά την καταγγελία, αφού την τεχνική υποστήριξη των προϊόντων της εναγομένης ανέλαβε ο νέος αντιπρόσωπος της. Έτσι, οι ενάγουσες υπέστησαν ισόποση ζημία, την οποία υποχρεούται να αποκαταστήσει η εναγομένη, ενεχόμενη από την αθέτηση της υποχρέωσης της για την επαναγορά των πιο πάνω υλικών και εμπορευμάτων, την εκπλήρωση της οποίας υποχρέωσης αρνήθηκε από δικό της πταίσμα και δη αμέλεια.
Η εκκαλούμενη, με αριθμό 3878/2006 απόφαση που επιδίκασε υπέρ των εναγουσών εταιρειών τα πιο πάνω ποσά αποζημίωσης, για το ύψος της οποίας είχε ταχθεί θέμα απόδειξης, με τις παραδοχές, ότι η επίδικη καταγγελία ήταν καταχρηστική, ως αντίθετη στην καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και ότι, λόγω της καταχρηστικής συμπεριφοράς της εναγομένης, σε συνδυασμό με την άρνηση της να επαναγοράσει τα αποθέματα εμπορευμάτων πλημμελώς εκτίμησε τις αποδείξεις, ως προς το κεφάλαιο αυτό, αλλά δεν έσφαλε κατά το αποτέλεσμα στο διατακτικό της.
Επομένως, πρέπει να αντικατασταθεί η αιτιολογία της στο σημείο αυτό (άρθρο 534 ΚΠολΔ).... Ο τρίτος και τελευταίος λόγος της ίδιας, από 23-7-2007 έφεσης, με τον οποίο η εκκαλούσα παραπονείται για την παραδοχή της εκκαλουμένης απόφασης, ότι αρνήθηκε να εξαγοράσει τα εμπορεύματα και τα ανταλλακτικά από τις εφεσίβλητες και ακόμη διότι η εκκαλούμενη απόφαση άφησε αδίκαστη την επικουρική ένσταση της για συνυπολογισμό ζημίας και κέρδους, καθόσον η δικαιούμενη αποζημίωση είναι ισόποση με την αξία των αποθεμάτων τα οποία κρατούν οι εφεσίβλητες, είναι, με τα πιο πάνω πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν, ουσιαστικά αβάσιμος.
Ειδικότερα, όπως προαναφέρθηκε, η εναγομένη απαίτησε, προκειμένου να προβεί στην εξαγορά την παραίτηση των εναγουσών από οποιοδήποτε άλλο δικαίωμα αποζημίωσης. Ακόμη απαίτησε την παραχώρηση των καταστημάτων τους στο νέο διανομέα. Αποδεικνύεται, έτσι, υπαίτια άρνηση της εναγομένης για την εξαγορά των εμπορευμάτων και των ανταλλακτικών.
Ορθά δε η εκκαλούμενη απόφαση απέρριψε, σιωπηρά, την πιο πάνω ένσταση συνυπολογισμού ζημίας και κέρδους, αφού δεν αποδεικνύεται, ότι τα αντικείμενα αυτά έχουν αξία για τις ενάγουσες και μάλιστα ισόποση της δικαιούμενη! αποζημίωσης, δεδομένης της καταγγελίας της σύμβασης αποκλειστικής διανομής και της ανάληψης, από το νέο αντιπρόσωπο, της τεχνικής υποστήριξης των προϊόντων της εναγομένης..." Έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην απόφαση του αναφορικά με τα ουσιώδη ζητήματα της ζημίας των εναγουσών εταιριών από την μη εκπλήρωση από την εναγομένη του όρου της μεταξύ τους σύμβασης, ότι σε περίπτωση λύσεως της σύμβασης αυτή έχει υποχρέωση να επαναγοράσει τα αποθέματα των εμπορευμάτων που πώλησε στις ενάγουσες κατά τους τελευταίους εννέα μήνες λειτουργίας της σύμβασης, καθώς και της ενστάσεως της εναγομένης περί συνυπολογισμού ζημίας και κέρδους, σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 297, 298, 361, 440-442 Α.Κ.
Ειδικότερα, είναι επαρκής η αιτιολογία ότι, ενώ με ρητό όρο της σύμβασης συμφωνήθηκε, ότι σε περίπτωση λύσεως της εταιρίας η εναγομένη είχε υποχρέωση να επαναγοράσει τα αποθέματα που θα βρίσκονταν στις αποθήκες των εναγουσών σε τιμές κόστους, χωρίς άλλη προϋπόθεση ή αίρεση, η εναγομένη προσφέρθηκε να επαναγοράσει τα εμπορεύματα υπό την προϋπόθεση ότι οι ενάγουσες αφενός θα παραιτούνταν από οποιαδήποτε αξίωση τους για αποζημίωση λόγω της υπ' αυτής καταγγελίας της σύμβασης και αφετέρου θα παραχωρούσαν στο νέο διανομέα τα καταστήματα τους.
Επίσης επαρκής είναι η αιτιολογία ότι οι ενάγουσες δεν αποκόμισαν οποιοδήποτε κέρδος, επιδεκτικό συνυπολογισμού, από τη μη επαναγορά των αποθεμάτων από την εναγομένη, αφού αυτά δεν μπορούσαν να τα διαθέσουν στην αγορά μετά την καταγγελία της σύμβασης και την ανάθεση της διανομής σε νέο αντιπρόσωπο. Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγοι του αναιρετηρίου, με τους οποίους υποστηρίζονται τ' αντίθετα, είναι αβάσιμοι.
Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο ( άρθρο 495 παρ.4, όπως η παρ. 4 προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ.2 του Ν. 4055/2012). Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της ( άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-11-2012 αίτηση της εταιρίας με την επωνυμία "BANG & OLUFSEN AKTIESELSKAB", που εδρεύει στη Δανία, για αναίρεση της υπ' αριθ. 7378/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ( 2.700 ) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 5 Μαρτίου 2014.
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 7 Μαρτίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ