Supreme Court allows appeal against lower court failure to declare inadmissible an unproposed claim of forgivable error regarding lawyer fees.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision to reject a claim for additional lawyer fees. The lower court had accepted the argument that the contract was terminated by notice and dismissed the claim based on a 'forgivable error' regarding the fee amount. However, the Supreme Court found that this specific defense was never formally proposed at the trial and thus could not be examined by the appellate court. Consequently, the Supreme Court annulled the lower court's decision regarding this claim and remanded the case for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(14) and 527(3) of the Code of Civil Procedure; The court must declare inadmissible claims not formally proposed at trial, and failure to do so constitutes a ground for appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 549 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 549/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: .........., η οποία παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά της ως δικηγόρος. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ΒΛ. ΚΟΛΙΟΠΟΥΛΟΣ - ΧΑΡΤΟΠΟΙΪΑ, ΧΑΡΤΟΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΚΑΙ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Α.Ε." και το διακριτικό τίτλο "ΠΑΚΟ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Τσαγκανό.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-7-2000 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 65/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 6723/2002 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 15-10-2002 αίτησή της.
Εκδόθηκε η 1041/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε εν μέρει την 6723/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 2127/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19-6-2006 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη, διάβασε την από 21-11-2006 έκθεση του ήδη αποβιώσαντος Αρεοπαγίτη Γεωργίου Καράμπελα, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου και την απόρριψη των λοιπών λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως. Η αναιρεσείουσα ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 14 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα κατά το δικονομικό δίκαιο. Εξάλλου, από τις διατάξεις των παραγράφων 3 εδ, 1, 4 α και 5 εδ. 1 και 2 περ. 4 του άρθρου 63 του Κώδικα των Δικηγόρων (ν.δ, 3026/1954) προκύπτουν τα ακόλουθα:
Είναι ασυμβίβαστη προς το δικηγορικό λειτούργημα κάθε έμμισθη υπηρεσία σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, επιτρέπεται όμως κατ' εξαίρεση στον δικηγόρο η, με πάγια ετήσια ή μηνιαία αμοιβή, παροχή καθαρώς νομικών εργασιών, είτε ως δικαστικού ή νομικού συμβούλου, είτε ως δικηγόρου. Η σχετική σύμβαση έμμισθης δικηγορικής εντολής που είναι αορίστου χρόνου, λύεται και με έγγραφη καταγγελία των μερών, η οποία κοινοποιείται προς τον εντολοδόχο ή τον εντολέα.
Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1 εδ. τελευταίο του Κώδικα περί δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 παρ. 1 του ν.δ. 3790/1957, ορίζει ότι "εν περιπτώσει λύσεως της συμβάσεως δια καταγγελίας του εντολέως, ο δικηγόρος δικαιούται να λαμβάνει την συμπεφωνημένην εντός των ορίων του άρθρου 92 του παρόντος αμοιβήν του, μέχρι πλήρους αποζημιώσεως".
Από αυτή τη διάταξη σαφώς προκύπτει ότι δεν ιδρύεται ακυρότητα της καταγγελίας της συμβάσεως εντολής από τη μη καταβολή πλήρους αποζημιώσεως και επομένως η σύμβαση που καταγγέλθηκε, λύεται οπωσδήποτε, η δε υποχρέωση του εντολέα για την καταβολή της συμφωνημένης αμοιβής στο δικηγόρο μέχρι καταβολής πλήρους της αποζημιώσεως είναι παροχή ex lege προς το δικηγόρο, που επιβάλλεται ως είδος ποινής στον εντολέα και μέσο εξαναγκασμού του για την καταβολή της αποζημιώσεως.
Πρόκειται δηλαδή, για μη νόθο αντικειμενική ευθύνη του εντολέα, που προϋποθέτει πταίσμα του, έστω και από ελαφρά αμέλεια, κατά το άρθρο 330 του ΑΚ. εφόσον δεν ορίζεται κάτι άλλο από το νόμο. Το πταίσμα όμως τούτο, κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως, τεκμαίρεται από μόνη την καθυστέρηση της καταβολής πλήρους της αποζημιώσεως.
Γίνεται δηλαδή στην περίπτωση αυτή αντιστροφή του βάρους της αποδείξεως και ο δικηγόρος που ζημιώθηκε δεν χρειάζεται να αποδείξει την υπαιτιότητα του εντολέα του, αφού αυτή τεκμαίρεται από τη μη καταβολή πλήρους αποζημιώσεως κατά το χρόνο της καταγγελίας της συμβάσεως εντολής. Μπορεί όμως ο εντολέας το μαχητό αυτό τεκμήριο να το ανατρέψει και να απαλλαγεί αν επικαλεστεί και αποδείξει, ότι η ελλιπής καταβολή της αποζημιώσεως, οφείλεται σε συγγνωστή πλάνη ή σε εύλογη αμφιβολία του αναφορικά με το ύψος της (Ολ.
ΑΠ 570/1986). Τέλος, από τα άρθρα 591 παρ. 1β, 679 παρ. 1, 115 παρ. 3 και 256 παρ. 1δ του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι στη διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για παροχή εργασίας, κατά την οποία δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς τους - όπως είναι αυτός περί συγγνωστής πλάνης του ή εύλογης αμφιβολίας ως προς το ύψος της αποζημιώσεως απολύσεως - προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και επιπλέον οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να καταχωρίζονται στα πρακτικά, με συνοπτική έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν, εκτός αν τα γεγονότα αυτά περιέχονται στις κατατιθέμενες στο ακροατήριο προτάσεις (Ολ.
ΑΠ 2/2005). Επομένως, αν το Εφετείο, λάβει υπόψη και ερευνήσει κατ' ουσίαν αυτοτελή ισχυρισμό, που δεν προβλήθηκε νόμιμα κατά τα άνω και δεν κηρύξει απαράδεκτο, υποπίπτει στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 14 του Κ.Πολ.Δ. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχτηκε ότι με καταγγελία της αναιρεσίβλητης λύθηκε η σύμβαση έμμισθης δικηγορικής εντολής μεταξύ αυτής και της αναιρεσείουσας δικηγόρου, στην οποία καταβλήθηκε ελλιπής αποζημίωση, λόγω συγγνωστής πλάνης και εύλογης αμφιβολίας της πρώτης ως προς το ύψος της σχετικής αποζημιώσεως και για το λόγο αυτό απέρριψε το επικουρικό αίτημα της αγωγής της αναιρεσείουσας για επιδίκαση αμοιβής της μέχρι πλήρους αποζημιώσεως.
Από το προσκομιζόμενο όμως αντίγραφο των πρακτικών συνεδριάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που πιστοποιούν τις γενόμενες στο ακροατήριο διαδικαστικές πράξεις προκύπτει ότι ο εν λόγω αυτοτελής ισχυρισμός δεν έχει καταχωρηθεί στα πρακτικά αυτά και συνακόλουθα δεν προτάθηκε νομίμως και δεν μπορούσε γι' αυτό να προταθεί παραδεκτά ούτε στο Εφετείο (άρθρα 527 παρ. 3 και 269 Κ.Πολ.Δ.).
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ 14 του Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο και ερεύνησε τον πιο πάνω αυτοτελή ισχυρισμό, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Μετά ταύτα, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το πιο πάνω κεφάλαιο αυτής, που αφορά την επιδίκαση της συμφωνημένης αμοιβής της αναιρεσείουσας μέχρι την πλήρη καταβολή της αποζημιώσεως και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 2127/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιο της αγωγής.
Παραπέμπει την υπόθεση προς εκ νέου εκδίκαση κατά το άνω κεφάλαιο στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιανουαρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Μαρτίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ