Supreme Court dismisses appeal against final court ruling on will invalidity and expert report admissibility.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against final judgments regarding the invalidity of a will and the admissibility of a new expert report. The State argued that the lower courts correctly recognized the will's invalidity as a prerequisite for inheritance verification, while the appellant requested a new expert opinion. The court ruled that the decision to order a new expert report lies within the discretion of the trial court and is not subject to appellate review.
Legislator headnote
AI generatedArt. 553 para. 1, Art. 554 of the Code of Civil Procedure; The appeal against a final judgment is admissible only after the period for cassation expires or is waived, and the court's discretion regarding the ordering of a new expert report is not subject to appellate review.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 548 / 2025 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 548/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευαγγελία Στεργίου, Κωνσταντία Εμμανουηλίδου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 6 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Α. του Β. και της Φ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Γλύκα, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρίκα Γερασίμου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-3-2018 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2401/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7030/2020, 4386/2022 οριστικές του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των τελευταίων δύο αποφάσεων, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8-12-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 553 παρ.1 εδάφ. α` του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση. Περαιτέρω κατά το άρθρο 554 ΚΠολΔ, αν η ανακοπή ερημοδικίας απορρίφθηκε, η αναίρεση απευθύνεται κατά της απόφασης που απέρριψε την ανακοπή, οπότε θεωρείται ότι προσβάλλεται και η ερήμην απόφαση, κατά της οποίας είχε απευθυνθεί η ανακοπή, εφόσον δεν παρήλθε η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης κατά της απόφασης αυτής.
Σύμφωνα με την πρώτη των πιο πάνω διατάξεων (553 παρ.1 ΚΠολΔ) η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνο αφότου έπαψε να υπόκειται σε ανακοπή, είτε διότι παρήλθε άπρακτη η προθεσμία της ανακοπής, η οποία αρχίζει με την επίδοση της ερήμην απόφασης, είτε διότι ο διάδικος παραιτήθηκε του δικαιώματός του να ασκήσει ανακοπή.
Αν ασκηθεί εμπροθέσμως ανακοπή, η ερήμην εφετειακή απόφαση υπόκειται σε αναίρεση αφότου εκδοθεί η απόφαση του εφετείου που απορρίπτει την ανακοπή, η οποία επίσης υπόκειται έκτοτε σε αναίρεση. Έτσι, η εμπρόθεσμη άσκηση ανακοπής ερημοδικίας αναστέλλει την έναρξη της προθεσμίας αναίρεσης κατά της ερήμην απόφασης, η οποία επαναρχίζει αφότου επιδοθεί η απόφαση που απορρίπτει την ανακοπή (ΟλΑΠ 11/1998, ΑΠ 35/2024, ΑΠ 197/2020, ΑΠ 14/2014, ΑΠ 126/2000).
Στην προκείμενη περίπτωση το νυν αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο με την με ΓΑΚ ... αγωγή του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στρεφόμενο κατά του νυν αναιρεσείοντος, ζήτησε την αναγνώριση της ακυρότητας της από 21-5-2001 ιδιόγραφης διαθήκης της Μ. Β., που απεβίωσε στις 17-3-2003 και με την οποία η κληρονομουμένη εγκατέστησε μοναδικό της κληρονόμο τον αναιρεσείοντα.
Εκδόθηκαν οι α) 2401/19-6-2019 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, αντιμωλία των διαδίκων, που απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη ελλείψει ενεργητικής νομιμοποίησης και β) 7030/18-12-2020 οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ερήμην εφεσίβλητου, που δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση του ηττηθέντος Ελληνικού Δημοσίου, εξαφάνισε την προρρηθείσα 2401/19-6-2019 απόφαση, κράτησε και δίκασε την αγωγή, την οποία και δέχθηκε, αναγνωρίζοντας την ακυρότητα της ως άνω διαθήκης για το λόγο ότι δεν γράφηκε και δεν υπογράφηκε από την ίδια την κληρονομουμένη.
Κατά της απόφασης αυτής ο ήδη αναιρεσείων άσκησε εμπρόθεσμα (μετά την επίδοση της προσβαλλομένης την 1-4-2021) την με ΓΑΚ ...2021 αιτιολογημένη ανακοπή ερημοδικίας, η οποία απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη 4386/30-8-2022 απόφαση του ίδιου εφετείου. Κατά της τελευταίας και πριν από κάθε επίδοσή της, καθώς και κατά της ερήμην ως άνω απόφασης (7030/18-12-2020), ο αναιρεσείων άσκησε την κρινόμενη με ΓΑΚ ...2022 αίτηση αναίρεσης, της οποίας η συζήτηση επισπεύδεται με επιμέλεια του αναιρεσίβλητου.
Αυτή είναι εμπρόθεσμη τόσο ως προς την απορριπτική της ανακοπής 4386/30-8-2022 απόφαση, όσο και ως προς την ερήμην ως άνω 7030/18-12-2020 απόφαση. Διότι τόσο η προθεσμία προς άσκηση ανακοπής ερημοδικίας, όσο και η εκκρεμής δίκη επί της ανακοπής, δεν επιτρέπουν την άσκηση αίτησης αναίρεσης κατά της ερήμην απόφασης και επομένως η επίδοσή της την 1-4-2021 προς τον αναιρεσείοντα, δεν κίνησε την προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης κατ' αυτής, η οποία (προθεσμία) κινείται μόνο με την επίδοση της απορριπτικής της ανακοπής απόφασης πράγμα που δεν αποδεικνύεται ότι συνέβη στην προκείμενη περίπτωση (ΟλΑΠ 11/98).
Ενόψει των προεκτεθέντων η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ως ασκηθείσα προ πάσης επίδοσης της απορριπτικής της ανακοπής ερημοδικίας απόφασης είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 554, 556, 558, 564§2, 566§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τη βασιμότητα των λόγων αυτής (άρθρο 577 §3 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Όσον αφορά την 4386/30-8-2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών: 'Οπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αριθ.4 και 566 παρ.1 του ΚΠολΔ, το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης πρέπει να περιέχει τους λόγους της κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, ώστε να μπορεί να συναχθεί από αυτούς σε ποια περίπτωση από τις αναφερόμενες περιοριστικά στο άρθρο 559 ΚΠολΔ υπάγονται.
Εξάλλου πρέπει να καθορίζονται οι παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, που συνεπάγονται την αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια. Αν, δε, πλήττεται η απόφαση αυτή με την αιτίαση της παραβίασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου ευθέως ή εκ πλαγίου (559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ), πρέπει για την πληρότητα του δικογράφου της αναίρεσης, να προσδιορίζονται σε αυτό τόσο η διάταξη του ουσιαστικού νόμου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο της ουσίας σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης αυτής.
Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της ένδικης αίτησης, αφού αναπτύσσει νομικές σκέψεις περί της έννοιας της διάταξης του άρθρου 501 ΚΠολΔ και των αναιρετικών λόγων εκ των αρ.1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, εκθέτει επί λέξει "Εν προκειμένω, όπως προκύπτει αρχικώς είχε οριστεί η συζήτηση της έφεσης για τη δικάσιμο της 17.03.2020.
Ωστόσο, λόγω της εξαιρετικά πρωτόγνωρης κατάστασης με την πανδημία η συζήτηση ματαιώθηκε κατόπιν της ΚΥΑ Δ1 α/Γπ.οικ.18176/15.03.2020 και επαναπροσδιορίστηκε οίκοθεν για της 20.10.2020 για την οποία ουδέποτε έλαβα κλήση. Όπως είναι λογικό ο μόνος που θα μπορούσε να με ενημερώσει σχετικά ήταν ο δικηγόρος μου καθόσον τόσο οι ελάχιστες γραμματικές μου γνώσεις, όσο και το γεγονός της απειρίας μου από τις δικαστικές διαδικασίες δεν θα μου επέτρεπαν άλλως να λάβω γνώση.
Δυστυχώς, για σοβαρούς προσωπικούς λόγους ο δικηγόρος μου εγκατέλειψε το επάγγελμα και μαζί την υπόθεσή μου με αποτέλεσμα να μην ενημερωθώ εγκαίρως και εγκύρως για το εφετείο. Λάβετε υπόψη Σας ότι έχει προηγηθεί η πρωτόδικη απόφαση που με δικαιώνει, συνεπώς δεν είχα λόγο να μην παρασταθώ σε δεύτερο βαθμό." Με το ως άνω περιεχόμενο ο συγκεκριμένος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος ένεκα αοριστίας, αφενός διότι δεν αναφέρει τη διάταξη του ουσιαστικού νόμου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο της ουσίας σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης αυτής και αφετέρου δεν αναφέρει τις παραδοχές του Εφετείου και δεν προσδιορίζει ποιες αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης είναι ασαφείς και γιατί, ποιες είναι ανεπαρκείς και σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια τους και ποια αιτιολογία αντιφάσκει και προς ποία άλλη.
ΙΙΙ. Όσον αφορά την 7030/18-12-2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών: Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 972 και 1824 του ΑΚ, το Δημόσιο καλείται στην έκτη τάξη της εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής, όταν δεν υπάρχουν συγγενείς των τεσσάρων πρώτων τάξεων ή σύζυγος του κληρονομουμένου, ούτε σύντροφος από σύμφωνο συμβίωσης κατ' άρθρο 8 του ν. 4356/2015.
Από δε τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1824, 1868, 1870 ΑΚ και 61 του ν. 4182/2013 προκύπτει ότι, αν δεν βρεθεί κληρονόμος μέσα σε προθεσμία ανάλογη προς τις περιστάσεις, το δικαστήριο της κληρονομίας, μετά την τήρηση της διαδικασίας που προβλέπει το άρθρο 61 §5 του ν. 4182/2013 και μετά από αίτημα, μεταξύ άλλων και εκείνου που έχει έννομο συμφέρον, βεβαιώνει με σχετική απόφασή του, ότι δεν υπάρχει άλλος κληρονόμος εκτός από το Δημόσιο.
Η συγκεκριμένη βεβαίωση δημιουργεί μαχητό τεκμήριο ότι το Δημόσιο είναι εξ αδιαθέτου κληρονόμος και είναι προϋπόθεση της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποίησης του Δημοσίου ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου και εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης (ΑΠ 22/2022, ΑΠ 890/2013, ΑΠ 1590/2002, ΑΠ 1136/1990).
Έτσι, το Δημόσιο όταν ενάγει ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος πρέπει να αναφέρει στην αγωγή του ότι βεβαιώθηκε δικαστικά ότι δεν υπάρχει άλλος κληρονόμος εκτός από το Δημόσιο και να αποδεικνύει αυτό με την προσκόμιση της σχετικής δικαστικής απόφασης, άλλως η αγωγή του είναι απαράδεκτη. Όμως αναγνωριστικές αγωγές κατ' άρθρο 70 ΚΠολΔ, για κληρονομικό δικαίωμα, από το ίδιο ή εναντίον του δεν αποκλείονται (ΑΠ 22/2022, ΑΠ 1136/1990).
Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 1718, 1721 § 1 εδ. α' και 180 του ΑΚ συνάγεται ότι η ιδιόγραφη διαθήκη, η οποία δεν έχει γραφεί ολόκληρη, χρονολογηθεί και υπογραφεί με το χέρι του διαθέτη, αλλά με το χέρι άλλου προσώπου, είναι άκυρη. Την ακυρότητα δε αυτής μπορεί να προτείνει καθένας που έχει έννομο συμφέρον ασκώντας αναγνωριστική αγωγή κατά το άρθρο 70 του ΚΠολΔ και όχι μόνο ο κληρονόμος, διότι η αγωγή δεν είναι προσωποπαγής όπως είναι η αγωγή του άρθρου 1787 ΑΚ περί ακύρωσης ακυρώσιμης διαθήκης για κάποιον από τους λόγους που αναφέρονται στα άρθρα 1782 έως 1786 ΑΚ (ΑΠ 1539/2021, ΑΠ 1591/1997).
Τέτοιο έννομο συμφέρον για άσκηση αναγνωριστικής αγωγής ακυρότητας ιδιόγραφης διαθήκης έχει και το Ελληνικό Δημόσιο στην περίπτωση που δεν υπάρχει εξ αδιαθέτου κληρονόμος, προκειμένου να εκκινήσει η ως άνω διαδικασία για την βεβαίωση του ως κληρονόμου έκτης τάξης (1824 ΑΚ). Τέλος, η νομιμοποίηση του διαδίκου απορρέει κατά κανόνα αμέσως από το νόμο και κυρίως από διατάξεις του ουσιαστικού ή κάποτε και του δικονομικού δικαίου.
Εκείνος που εμφανίζεται κατά το ουσιαστικό δίκαιο δικαιούχος ή υπόχρεος νομιμοποιείται κατ` αρχήν ως ενάγων ή εναγόμενος αντίστοιχα. Επομένως, ο λόγος αναίρεσης ότι δεν υπάρχει ενεργητική ή παθητική νομιμοποίηση του διαδίκου στηρίζεται στο άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ. Αν όμως ο ενάγων δεν επικαλείται τα στοιχεία νομιμοποίησης σύμφωνα με το νόμο, η αγωγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη και ο λόγος αναίρεσης από την έλλειψη αυτή στηρίζεται στο άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ (ΑΠ ΑΠ 22/2022, ΑΠ 746/2018).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον δεύτερο κατά σειρά εκτιθέμενο λόγο στο αναιρετήριο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια του αρ.14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο δεχόμενο την έφεση του νυν αναιρεσίβλητου (ενάγοντος), εξαφάνισε την εκκαλουμένη και στη συνέχεια, κρατώντας και δικάζοντας την αγωγή, την δέχθηκε, ενώ έπρεπε να την απορρίψει ως απαράδεκτη, καθώς κατά την άσκησή της το ενάγον Ελληνικό Δημόσιο δεν είχε βεβαιωθεί δικαστικά ως κληρονόμος έκτης τάξης ελλείψει άλλου τινός κληρονόμου.
Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, καθώς ορθά το Εφετείο δεν έκρινε απαράδεκτη την ένδικη αγωγή, διότι αυτή είναι αναγνωριστική ακυρότητας διαθήκης, την οποία το Ελληνικό Δημόσιο ήγειρε όχι ως κληρονόμος, αλλά επικαλούμενο έννομο συμφέρον συνιστάμενο στο ότι σε περίπτωση ακυρότητας της διαθήκης αυτό θα καλούνταν ως κληρονόμος έκτης τάξης και προκειμένου να "προετοιμάσει" την δικαστική του βεβαίωση ως τοιούτου.
Είναι δε προφανές ότι η αναγνώριση της ακυρότητας της διαθήκης αποτελεί προαπαιτούμενο της δικαστικής βεβαίωσης του Ελληνικού Δημοσίου ως κληρονόμου έκτης τάξης και όχι το αντίθετο.
IV. Από τις διατάξεις των άρθρων 368, 387 και 388 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η διάταξη νέας πραγματογνωμοσύνης ή επανάληψης ή συμπλήρωσης της πραγματογνωμοσύνης, που έχει ήδη διεξαχθεί από τον ίδιο ή άλλο πραγματογνώμονα, εναπόκειται στην διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου της ουσίας. Η κρίση δε τούτου περί των ανωτέρω και περί του διοριστέου προσώπου ως πραγματογνώμονα λόγω των ειδικών γνώσεων που διαθέτει, καθώς και της ακολουθητέας από τον πραγματογνώμονα επιστημονικής μεθόδου, ως αναγκαίας για την εκτίμηση της υπόθεσης δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ούτε υπό την επίκληση των πλημμελειών του άρθρου 559 αριθ.8, 9 και 10 του ΚΠολΔ, αφού η σχετική αίτηση, για την διενέργεια νέας πραγματογνωμοσύνης, που μπορεί να απορριφθεί και σιωπηρά, δεν αποτελεί "πράγμα" ή "αίτηση" κατά την έννοια των πιο πάνω διατάξεων του άρθ. 559 αριθ.8 και 9 έστω και αν αποτέλεσε περιεχόμενο λόγου έφεσης (ΑΠ 552/2009, ΑΠ 1493/2003).
Επομένως, ο τρίτος λόγος του κρινόμενου αναιρετηρίου δικογράφου με τον οποίο- υπό την επίκληση των πλημμελειών του άρθρου 559 αρ.10 και κατ' εκτίμηση αριθ.8 και 9 του ΚΠολΔ-, προβάλλεται ότι το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε την έφεση του αναιρεσίβλητου κατά της πρωτόδικης απόφασης και ακολούθως την αγωγή του και αναγνώρισε την ακυρότητα της από 21-5-2001 ιδιόγραφης διαθήκης της Μ.
Β., παρά το νόμο έλαβε υπόψη του δύο αντιφατικές εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης του αυτού πραγματογνώμονα και απέρριψε το αίτημα του αναιρεσείοντος, που αποτέλεσε και λόγο της έφεσής του, για διενέργεια νέας πραγματογνωμοσύνης από άλλο πραγματογνώμονα, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
V.Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς διερεύνηση, πρέπει να απορριφθεί η με ΓΑΚ ...2022 αίτηση αναίρεσης στο σύνολο της, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που κατέβαλε o αναιρεσείων, αφού η αίτηση αναίρεσης απορρίπτεται (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. προτελ. ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων λόγω της ήττας του στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ ), τα οποία όμως πρέπει να καταλογιστούν μειωμένα κατά τα άρθρα 22 παρ.1 του ν. 3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της απόφασης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την με ΓΑΚ ...2022 αίτηση αναίρεσης κατά των 4386/30-8-2022 και 7030/18-12-2020 αποφάσεων του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκησή της παραβόλου.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει το ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Ιανουαρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Μαρτίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ