Supreme Court allows appeal against appellate court decision that merged separate lawsuits and dismissed plaintiff's claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the Athens Court of First Instance's decision, which had merged two separate lawsuits and dismissed the plaintiff's claim. The appellant argued that the appellate court erred by accepting the defendants' appeals without verifying if they had properly submitted the appellant's initial evidence to the first instance. The court found that the appellate court's acceptance of the defendants' appeals effectively nullified the first instance judgment, violating the principle of separate trials.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576 and 580 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must examine whether the absence of a party accelerated the hearing and whether they were properly summoned, and if the appeal against a judgment that merges separate lawsuits is admissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 548 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 548/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Σοφία Ντάντου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Γ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Γιάκα.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Θ. Γ. του Ε., 2) Α. Σ., κατοίκων ... και 3) ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικού εκ του νόμου διαδόχου της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "...", της οποίας η άδεια λειτουργίας ανακλήθηκε για παράβαση νόμου, εκ των οποίων το 3ο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Κούρτη, ενώ οι 1ος και 2η δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-2-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 169/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1672/2016 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16-1-2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Δημητρούλα Υφαντή, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο ο αναιρεσείων και το 3ο των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος του 3ου των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρ. 576 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανισθεί κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν την συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου και αν ο τελευταίος κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, η δε συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς τους διαδίκους εκείνους που κλήθηκαν ή εκπροσωπούνται νόμιμα. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο κατά τη σειρά της, κατά την δικάσιμο που αναφέρθηκε στην αρχή της παρούσας, δεν εμφανίσθηκαν οι πρώτος και δεύτερη των αναιρεσιβλήτων Θ. Γ. και Α. Σ.. Από τις υπ’ αριθ. ... /29-8-2017 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ε. Π., που προσκομίζονται στη δικογραφία από τον παριστάμενο αναιρεσείοντα, προκύπτει, ότι αντίγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης, με πράξη κατάθεσης και προσδιορισμού δικασίμου την 12-1-2018 και κλήση του επισπεύδοντος αναιρεσείοντος, επιδόθηκαν αντίστοιχα στον πρώτο και στην δεύτερη των αναιρεσιβλήτων στις 29-8-2017 νόμιμα και εμπρόθεσμα. Επομένως, η συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης πρέπει να χωρήσει νόμιμα ως προς όλους τους αναιρεσιβλήτους, παρά την απουσία των πρώτου και δεύτερης αυτών, που κλήθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 674 παρ. 2, 681Α, 524 παρ. 4 (όπως ίσχυε μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 44 παρ. 1 του ν. 3994/2011 (ΦΕΚ Α’ /25-7-2011), και 591 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύουν και έχουν εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση ως εκ του χρόνου (23-4-2015) συζήτησης της έφεσης στο Μονομελές Εφετείο Αθηνών, μετά την οποία δημοσιεύθηκε η αναιρεσιβαλλομένη υπ’ αριθ. 1672/2016 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (διαδικασία διαφορών από ζημίες που προκλήθηκαν από αυτοκίνητο), συνάγεται ότι επί ερημοδικίας του εφεσιβλήτου, σε υπόθεση που εκδικαζόταν τότε με την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εξαρτημένης εργασίας (άρθρ. 681Α και 666, 667 και 670 έως 676 Κ.Πολ.Δ.), η διαδικασία προχωρούσε σα να ήταν παρών και αυτός, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 524 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ.
που προαναφέρθηκε σε συνδυασμό προς την διάταξη του άρθρου 591 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., το δε δικαστήριο ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη του το εισαγωγικό δικόγραφο της δίκης, τις προτάσεις που κατατέθηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο καθώς και τα πρακτικά και τις εκθέσεις που συντάχθηκαν κατ’ αυτήν, και τα οποία ήταν υποχρεωμένος να προσκομίσει μέσα σε πέντε μέρες από τη συζήτηση ο παριστάμενος διάδικος (δηλαδή ο παριστάμενος εκκαλών).
Σε περίπτωση που ο παριστάμενος εκκαλών δεν προσκόμιζε τις προτάσεις που υποβλήθηκαν στον πρώτο βαθμό, έπρεπε να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της εφέσεως (λόγω της αδυναμίας του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου να κρίνει επί της διαφοράς από την έλλειψη αυτή). Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ. υπάρχει λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα, ή απαράδεκτο.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο. Επί παραλείψεως κηρύξεως προσωρινού απαραδέκτου, όπως είναι το απαράδεκτο της συζητήσεως, ο λόγος αυτός στοιχειοθετείται, όταν το απαράδεκτο αυτό επιβάλλεται από το νόμο για την κατοχύρωση του αποτελέσματος της ακυρότητας άλλης διαδικαστικής πράξεως που προηγήθηκε, όπως είναι η ακυρότητα της κλητεύσεως, ή και προς εξασφάλιση της ασκήσεως δικονομικού δικαιώματος, όπως είναι πρωτίστως το θεμελιώδες δικονομικό δικαίωμα της υπερασπίσεως (βλ.
άρθρ. 110 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) (Ολ. ΑΠ 12/2000).
Από τα προαναφερθέντα συνάγεται ότι επί παραλείψεως κηρύξεως του ανωτέρου προσωρινού απαραδέκτου, που επιβάλλεται από το νόμο προεχόντως για την κατοχύρωση του προαναφερθέντος θεμελιώδους δικονομικού δικαιώματος της υπερασπίσεως του ερημοδικούντος εφεσιβλήτου, ιδρύεται ο προαναφερθείς λόγος αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ. Αναγκαία όμως προϋπόθεση για την εφαρμογή όλων των προαναφερθέντων, που ίσχυαν σημειωτέον διαχρονικά μέχρι το 2001, όταν μεσολάβησαν οι τροποποιήσεις του νόμου 2915/2001, αλλά και μετά την 25-7-2011, όταν μεσολάβησε η τροποποίηση του ν. 3994/2011, αλλά και μετά την 1-1-2016 για τα ένδικα μέσα, που κατατίθενται υπό την ισχύ του νόμου 4335/2015, είναι ότι το Εφετείο, πρέπει να λάβει υπόψη του τους προταθέντες από τον ερημοδικούντα εφεσίβλητο ισχυρισμούς με τις πρωτόδικες προτάσεις του, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον μοναδικό λόγο της ένδικης αίτησης αναίρεσης, πλήττεται η αναιρεσιβαλλόμενη υπ’ αριθ. 1672/2016 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (διαδικασία διαφορών από ζημίες προκληθείσες από αυτοκίνητο), που εκδόθηκε επί διαφοράς που εκδικάσθηκε στο Εφετείο στις 23-4-2015 και για τρεις συνεκδικαζόμενες εφέσεις που κατατέθηκαν το 2014, διότι το εκδόν την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση Εφετείο, δικάζον ερήμην του αναιρεσείοντος και τότε εφεσιβλήτου, πρωτόδικα δε ενάγοντος, κατά την ειδική διαδικασία για ζημίες από αυτοκίνητο, παρέλειψε να διατάξει την προσκομιδή των μη προσκομισθέντων τότε πρωτοδίκων προτάσεών του, και ως εκ τούτου δεν έλαβε υπ’ όψιν τους δι’ αυτών προταθέντες ισχυρισμούς του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που ασκούσαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Η ένδικη αίτηση αναίρεσης ως αφορώσα προσβολή ερήμην του αναιρεσείοντος εκδοθείσας εφετειακής απόφασης, παραδεκτά ασκήθηκε μετά την ρητή παραίτηση του αναιρεσείοντος με το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης από το δικαίωμα ασκήσεως ανακοπής ερημοδικίας, με δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου του, την οποία ενέκρινε με την συμπαράστασή του στο ακροατήριο ο αναιρεσείων.
Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα: Επί της από 16-2-2010 αγωγής του αναιρεσείοντος κατά των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων και της Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "...", στη θέση της οποίας λόγω ανακλήσεως της αδείας της υπεισήλθε το τρίτο αναιρεσίβλητο Επικουρικό Κεφάλαιο, εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 169/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία αυτοκινήτων), με την οποία έγινε δεκτή κατά ένα μέρος η αγωγή του κατά των αναιρεσιβλήτων, και αναγνωρίσθηκε η υποχρέωσή τους να καταβάλουν στον αναιρεσείοντα σε ολόκληρο ο καθένας το ποσό των 36.113,07 ευρώ και επί πλέον οι δύο πρώτοι το ποσό των 243,23 ευρώ, λόγω του τραυματισμού του σε τροχαίο ατύχημα από υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου, που οδηγούσε αυτοκίνητο της δεύτερης εναγομένης και ήταν ασφαλισμένο στην ασφαλιστική εταιρεία, την οποία διαδέχθηκε το Επικουρικό Κεφάλαιο.
Η απόφαση εκείνη, μετά από αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων, έκρινε ότι ο πρώτος εναγόμενος οδηγός ήταν αποκλειστικά υπαίτιος του τραυματισμού του ενάγοντος, στη συνέχεια δε επιδικάσθηκαν υπέρ του αναιρεσείοντος και τότε ενάγοντος τα προαναφερθέντα χρηματικά ποσά για διάφορες αιτίες. Κατά της πιο πάνω οριστικής απόφασης, ασκήθηκαν στο Μονομελές Εφετείο Αθηνών τρεις εφέσεις.
Η από 24-6-2014 έφεση του Επικουρικού Κεφαλαίου, η από 19-12-2014 έφεση του αναιρεσείοντος-ενάγοντος και η από 22-12-2014 έφεση των δύο πρώτων εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων. Οι πιο πάνω τρεις εφέσεις συνεκδικάσθηκαν στο Μονομελές Εφετείο Αθηνών κατά την δικάσιμο στις 23-4-2015, ερήμην του αναιρεσείοντος και τότε εκκαλούντος στη δική του έφεση, και εφεσιβλήτου στις δύο εφέσεις των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι παρέστησαν εκπροσωπηθέντες από τους συνηγόρους τους με δηλώσεις κατά το άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Επί των ως άνω συνεκδικασθεισών τριών εφέσεων εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη υπ’ αριθ. 1672/2016 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών η οποία: α) απέρριψε ως ανυποστήρικτη την από 19-12-2014 έφεση του αναιρεσείοντος και β) δέχθηκε και τις δύο από 24-6-2014 και 22-12-2014 εφέσεις των αναιρεσιβλήτων τυπικά και κατ’ ουσίαν, εξαφάνισε την εκκαλουμένη υπ’ αριθ. 169/2014 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και δικάζοντας επί της αγωγής του αναιρεσείοντος την απέρριψε ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν, αφού έκρινε ότι ο αναιρεσείων - ενάγων ήταν αποκλειστικά υπαίτιος του τραυματισμού του.
Η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση για να καταλήξει στο προαναφερθέν διατακτικό της έλαβε υπόψη κατά τα διαλαμβανόμενα: "Τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασής του, και το περιεχόμενο όλων των εγγράφων που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς κανένα από αυτά να παραλειφθεί για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς".
Έκρινε δε ότι: "Ο αναιρεσείων, οδηγός ποδηλάτου, ενώ εκινείτο στην πρώτη από δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας της λεωφόρου Μεσογείων στην περιοχή της Αγ. Παρασκευής με κατεύθυνση προς Αθήνα, όταν προσέγγιζε το ύψος του αριθ. 510 τελείως αιφνιδιαστικά, και χωρίς έλεγχο της κίνησης, επεχείρησε αριστερό ελιγμό στην πορεία του για να εισέλθει στην πλαϊνή λωρίδα κυκλοφορίας που εκινείτο το ΙΧ αυτοκίνητο της δεύτερης αναιρεσίβλητης, με αποτέλεσμα ο οδηγός του ΙΧ αυτοκινήτου να αιφνιδιασθεί από την απότομη και ξαφνική ενέργεια του οδηγού του ποδηλάτου, που του απέκλειε και τη δυνατότητα οποιασδήποτε αποφευκτικής ενέργειας (ελιγμού ή πέδησης), με συνέπεια να προσκρούσει το εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του αυτοκινήτου στο πίσω μέρος του ποδηλάτου, και να τραυματισθεί ο αναιρεσείων - ενάγων".
Στην κρίση δε αυτή οδηγήθηκε το Εφετείο: "Στηριζόμενο κυρίως στην από 17-5-2010 προανακριτική κατάθεση του αναιρεσείοντος - ενάγοντος, ο οποίος επιβεβαίωσε ότι εκινείτο στην δεξιά λωρίδα της λεωφόρου Μεσογείων". Εξ άλλου, οι δύο πρώτοι αναιρεσίβλητοι και τότε εκκαλούντες Θ. Γ. και Α. Σ. στις κατατεθείσες από 22-4-2015 έγγραφες προτάσεις τους επί της συζητηθείσας από 22-12-2014 έφεσής τους, που συνεκδικάσθηκε, επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν κεκυρωμένα αντίγραφα της εκκληθείσας υπ’ αριθ. 169/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, των ταυτάριθμων πρακτικών του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου με τις προβληθείσες ενστάσεις των αναιρεσιβλήτων ως εναγομένων στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο της ένδικης από 16-2-2010 αγωγής του αναιρεσείοντος, αντίγραφα όλων των μαρτυρικών καταθέσεων της ποινικής δικογραφίας, της εκθέσεως αυτοψίας, του σχεδιαγράμματος και του δελτίου τροχαίου ατυχήματος, της εξετάσεως του κατηγορουμένου, και φωτογραφίες του χώρου του τροχαίου ατυχήματος.
Επίσης το αναιρεσίβλητο Επικουρικό Κεφάλαιο επικαλέσθηκε και προσκόμισε με τις προτάσεις του στο Εφετείο τα ίδια πιο πάνω δικόγραφα, όλα δε τα πιο πάνω σχετικά προσκομίσθηκαν ως κοινά για όλες τις συνεκδικαζόμενες εφέσεις. Όμως, ούτε από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, αλλά και ούτε από τις προτάσεις των αναιρεσιβλήτων, ως εκκαλούντων στο Εφετείο προκύπτει, ότι επικαλέσθηκαν εκείνοι και προσκόμισαν τις έγγραφες προτάσεις του αναιρεσείοντος στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο.
Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης ως βάσιμη, και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που δεχόμενο τις συνεκδικασθείσες από 24-6-2014 και 22-12-2014 εφέσεις των αναιρεσιβλήτων τυπικά και κατ’ ουσίαν, εξαφάνισε την εκκαλουμένη υπ’ αριθ. 169/2014 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και δικάζοντας επί της από 16-2-2010 αγωγής του αναιρεσείοντα απέρριψε αυτήν ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν.
Ακολούθως, πρέπει η υπόθεση να παραπεμφθεί κατ’ άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλο δικαστή, πλην εκείνου που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ. 2 εδ.
ε’ του ν. 4055/2012 στον καταθέσαντα αναιρεσείοντα, και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι ως ηττηθέντες διάδικοι στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος κατά το εις διατακτικό (άρθρ. 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 1672/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος της που δέχθηκε τις από 24-6-2014 και 22-12-2014 εφέσεις των αναιρεσιβλήτων και απέρριψε ως αβάσιμη την από 16-2-2010 αγωγή του αναιρεσείοντος.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στον καταθέσαντα.
Και
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Φεβρουαρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Μαρτίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ