Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds due to failure to expedite appeal hearing and rejection of substantive grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by three individuals against a first-instance court decision regarding property distribution. The appellants argued that the lower court erred in finding no co-ownership of specific real estate, but the court rejected this claim as unsupported by evidence. The decision was primarily based on procedural violations where the appeal hearing was not properly expedited, rendering the appeal inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 108, 110, 498, 568, 576, 576, 576 of the Code of Civil Procedure; If an appeal is not properly expedited, it is inadmissible; substantive grounds for appeal fail if the contested facts were already rejected or if no evidence was required for the opposing party's claims.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 548 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 548/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Νικήτα Χριστόπουλο, Πέτρο Σαλίχο και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 11 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων:1) Α. Ν. του Α., 2)Μ. Ν. του Α., 3)Σ. Ν. του Α. κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Νικόλαο Σαντιπαντάκη.
Των αναιρεσίβλητων: 1)Α. συζ. Ε. Τ., το γένος Π. Π., 2) Μ. Μ. του Μ., χήρας Σ. Ν., 3)Ι. Ν. του Σ., 4)Χ. Ν. του Σ.,(οι 2η,3ος,4η ως νόμιμοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αποβιώσαντος Σ. Ν. του Ι.), 5)Ν. χήρας Γ. Π., το γένος Σ. ως νόμιμη εξ αδιαθέτου κληρονόμος του αποβιώσαντος συζύγου της Γ. Π., 6) Ρ. Π., 7) Μ. Κ. Π., κατοίκων ..., 8)Σ. Ν. του Γ., κατοίκου ..., 9)Α. Ν. του Γ., 10)Α. συζ. Σ. Α. το γένος Γ. Ν., κατοίκων .... Η 1η παραστάθηκε μετά της πληρεξούσιας δικηγόρου Αικατερίνης Γιαμπουράνη, οι 2ος,3ος,4η παραστάθηκαν δια της πληρεξούσιας δικηγόρου Αλεξάνδρας Πισσάνη, οι 5η,6η,7ος δεν παραστάθηκαν, οι 8ος ,9ος,10η παραστάθηκαν δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Ιωάννη Μανιάτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-5-1997 αγωγή της ήδη 1ης αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4361/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4068/2015 Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16-11-2015 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικήτας Χριστόπουλος, ανέγνωσε την από 17-5-2016 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, οι πληρεξούσιοι των παρισταμένων αναιρεσίβλητων ζήτησε να απορριφθεί, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1, 2 και 4, 576 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔικ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί και δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ’ αυτή, κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως, ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτηση την επέσπευσε εγκύρως ο απολιπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της αυτής, κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση.
Στην προκείμενη περίπτωση από τις .../8-1-2016 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Ε. Α., τις οποίες επικαλούνται και προσκομίζουν οι αναιρεσείοντες, προκύπτει ότι η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, επισπεύτηκε με την φροντίδα αυτών, οι οποίοι προς το σκοπό αυτό, επέδωσαν νομότυπα και εμπρόθεσμα στους πέμπτη, έκτη και έβδομο από τους αναιρεσιβλήτους, ακριβές αντίγραφο του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης με πράξη κατάθεσής της, στη Γραμματεία του δευτεροβάθμιο Δικαστηρίου και προσδιορισμένο χρόνο συζήτησής της ενώπιον του Τμήματος του Αρείου Πάγου την 25η-5-2016 , κατά την οποίο κλήθηκαν να παραστούν (ΚΠολΔικ 122 παρ. 1, 123, 130 παρ. 1, 230 παρ. 2, 498 παρ. 1).
Κατά τη δικάσιμο εκείνη αναβλήθηκε η συζήτησή της για τη δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης, κατά την οποία οι εν λόγω αναιρεσίβλητοι όφειλαν να παραστούν χωρίς άλλη κλήση, αφού η αναβολή της υπόθεσης από το πινάκιο, με δεδομένο ότι είχαν κλητευθεί νόμιμα κατά την αρχική δικάσιμο, επέχει θέση κλήτευσης αυτών για τη νέα σημερινή δικάσιμο.
Όμως, οι ως άνω αναιρεσίβλητοι δεν παρέστησαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου κατά τη νόμιμη εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, όπως αυτό προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου και γι’ αυτό πρέπει να δικαστούν ερήμην, αλλά να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτοί παρόντες (ΚΠολΔικ 576 παρ.2 ).
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η 4068/2015 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔικ 552, 553, 556, 558. 564, 566 παρ. 1). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (ΚΠολΔικ 577 παρ. 3).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 ΚΠολΔικ αριθμός 1 αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Οι εν λόγω ερμηνευτικοί κανόνες εφαρμόζονται από το δικαστήριο της ουσίας, όταν, κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του, διαπιστώνει ότι υπάρχει στη σύμβαση κενό ή αμφιβολία ως προς τη δήλωση της βούλησης των συμβαλλομένων.
Η διαπίστωση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας μπορεί είτε να αναφέρεται ρητά στην απόφαση είτε να προκύπτει έμμεσα από αυτή, γεγονός που συμβαίνει όταν, αν και δεν γίνεται ρητή αναφορά για διαπίστωση κενού ή αμφιβολίας ή ακόμη περιέχεται ρητή αναφορά ότι δεν υπάρχει κενό ή αμφιβολία το δικαστήριο προχωρεί σε ερμηνεία της σύμβασης, από την οποία ερμηνεία αποκαλύπτεται ότι αυτό αντιμετώπισε κενό ή αμφιβολία ως προς τη δήλωση της βούλησης των συμβαλλομένων, που το υποχρέωσαν να προβεί στην ερμηνευτική αναζήτησή της.
Οι προαναφερόμενες διατάξεις παραβιάζονται, όταν το δικαστήριο, παρά την άμεση ή έμμεση διαπίστωση κενού ή αμφιβολίας ως προς την έννοια δικαιοπρακτικής δήλωσης, δεν προσφεύγει σ’ αυτούς για να αναζητήσει και διαπιστώσει την αληθινή έννοιά της ή για να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους με την έννοια ότι το ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο μέσω της ερμηνείας κατέληξε, δεν συμφωνεί με τα κριτήρια της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών (Ολ.ΑΠ 26/2004).
Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην απόφαση που προσβάλλεται η , από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, πλημμέλεια ότι παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ κατά την ερμηνεία της απόφασης του Πρωτοδικείου και απέρριψε την έφεση της πρώτης αναιρεσίβλητης , με το να δεχθεί « Περαιτέρω, για τα ακίνητα για τα οποία δεν προβλήθηκε ή δεν έγινε δεκτή η ένσταση ίδιας κυριότητας από τους εναγομένους, αποδείχθηκε ότι, και ως προς αυτά, δεν υφίσταται συγκυριότητα των διαδίκων, αφού έγινε δεκτός ως βάσιμος ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι κατά την άτυπη διανομή και παραχώρηση διανεμήθηκαν όλα τα ακίνητα και ότι η μητέρα της ενάγουσας έλαβε στην αποκλειστική νομή της όσα ακίνητα δεν έλαβαν οι δικαιοπάροχοι των εναγομένων κατά την άτυπη διανομή και παραχώρηση.
Σημειώνεται ότι α) ο ισχυρισμός των εναγομένων-κληρονόμων του Α. Ν. ότι το Β6 ακίνητο δεν είναι αυτοτελές, αλλά, στην πραγματικότητα, αποτελεί τμήμα του ... ακινήτου δεν αποδείχθηκε, αφού δεν προσκόμισαν σχετικό τοπογραφικό σχεδιάγραμμα ούτε κανένα άλλο αποδεικτικό μέσο, β) ο ισχυρισμός των τελευταίων ότι ολόκληρο το ..., τμήμα του ...
ακίνητα είχαν δοθεί στην αποκλειστική νομή του δικαιοπαρόχου τους και ότι έγιναν αυτοί κύριοι των εν λόγω ακινήτων με έκτακτη χρησικτησία δεν έγινε δεκτός με την εκκαλουμένη, και, δεδομένου ότι οι εναγόμενοι αυτοί δεν άσκησαν έφεση για την ένστασή τους αυτή, δεν επαναφέρεται παραδεκτά στο Εφετείο με τις προτάσεις τους, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στο οικείο μέρος της νομικής σκέψης της παρούσας, αφού μόνο με λόγο έφεσης μπορούσαν να την επαναφέρουν ».Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, γιατί οι επικαλούμενες διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ αφορούν στην ερμηνεία δικαιοπραξιών και συμβάσεων.
Κατά τα λοιπά, με όσα εκτίθενται στον ίδιο λόγο αναίρεσης, πλήττεται η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο [ΚΠολΔικ 561 παρ.1]..
Το άρθρο 315 ΚΠολΔικ ορίζει ότι, αν από παραδρομή κατά τη σύνταξη της απόφασης περιέχονται λάθη γραφικά ή λογιστικά ή το διατακτικό της διατυπώθηκε κατά τρόπο ελλιπή ή ανακριβώς, το δικαστήριο, που την έχει εκδώσει, μπορεί, αν το ζητήσει κάποιος διάδικος ή και αυτεπαγγέλτως, να τη διορθώσει με νέα απόφασή του.
Διόρθωση, όμως δεν επιτρέπεται, όταν τα σφάλματα που αποδίδονται στην απόφαση αναφέρονται στην ερμηνεία ή στην εφαρμογή ουσιαστικής διάταξης νόμου ή στην εκτίμηση των αποδείξεων, δηλαδή η διόρθωση δεν μπορεί να σχετίζεται με την ουσία της υπόθεσης, να αλλοιώνει την έννοια της απόφασης και να μεταβάλλει ή ανακαλεί το περιεχόμενό της και έτσι να οδηγεί άμεσα ή έμμεσα σε επανεκτίμηση των αποδείξεων ή επανεξέταση της ουσίας της υπόθεσης.
Συνακόλουθα τούτων, με τη διαδικασία της διόρθωσης της απόφασης, κατ’ αρθρ. 315 επ. ΚΠολΔικ, σκοπείται η αποσαφήνιση της διατύπωσής της και η αποτύπωση του αληθούς περιεχομένου της, χωρίς να αλλοιώνεται η έννοια της ούτε να προσβάλλεται το δεδικασμένο που απορρέει απ’ αυτήν, ενώ αντικείμενο της δεν αποτελούν διαγνωστικά σφάλματα του δικαστηρίου, που αναφέρονται στην ερμηνεία ή στην εφαρμογή ουσιαστικής διάταξης καθώς και στην εκτίμηση των αποδείξεων και που αίρονται μόνο με την οδό των ενδίκων μέσων, αλλά ακούσιες πλημμέλειες που παρεισφρύουν κατά τη σύνταξη ή την καθαρογραφή της απόφασης .
Εξάλλου, αρμόδιο για την εκδίκαση της αίτησης διόρθωσης, δικαστήριο είναι το δικαστήριο που εξέδωσε τη διορθωτέα απόφαση (άρθρο 317 παρ. 2 ΚΠολΔικ), το οποίο μάλιστα παραμένει αρμόδιο ακόμα και αν στο μεταξύ η υπόθεση εκκρεμεί ενώπιον ανώτερου δικαστηρίου λόγω άσκησης ενδίκου μέσου, αρκεί να μην έχει εξαφανισθεί η διορθωτέα απόφαση .
Αλλά η διόρθωση αυτή μπορεί να ζητηθεί επίσης και με την άσκηση έφεσης, λόγω της φύσης της τελευταίας ως τακτικού ενδίκου μέσου που μπορεί επομένως να συμπεριλάβει κάθε πλημμέλεια, ακόμη και αυτή που οφείλεται σε παραδρομή της αποφάσεως . Τέλος κατά το άρθρο 559 αριθμός 14 ΚΠολΔικ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ως απαράδεκτο που ιδρύει τον ως άνω λόγο αναίρεσης νοείται όχι το ουσιαστικό απαράδεκτο, αλλά εκείνο που είναι συνέπεια παραβίασης δικονομικών διατάξεων, οι οποίες θέτουν ορισμένες προϋποθέσεις ως προς τη διαδικαστική πράξη, η μη τήρηση των οποίων αποκλείει εκ των προτέρων την πράξη.
Με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση, ότι το Εφετείο παραβίασε τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ με το να δεχθεί ότι «Περαιτέρω, για τα ακίνητα για τα οποία δεν προβλήθηκε ή δεν έγινε δεκτή η ένσταση ίδιας κυριότητας από τους εναγομένους, αποδείχθηκε ότι, και ως προς αυτά, δεν υφίσταται συγκυριότητα των διαδίκων, αφού έγινε δεκτός ως βάσιμος ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι κατά την άτυπη διανομή και παραχώρηση διανεμήθηκαν όλα τα ακίνητα και ότι η μητέρα της ενάγουσας έλαβε στην αποκλειστική νομή της όσα ακίνητα δεν έλαβαν οι δικαιοπάροχοι των εναγομένων κατά την άτυπη διανομή και παραχώρηση.
Σημειώνεται ότι α) ο ισχυρισμός των εναγομένων-κληρονόμων του Α. Ν. ότι το … ακίνητο δεν είναι αυτοτελές, αλλά, στην πραγματικότητα, αποτελεί τμήμα του ... ακινήτου δεν αποδείχθηκε, αφού δεν προσκόμισαν σχετικό τοπογραφικό σχεδιάγραμμα ούτε κανένα άλλο αποδεικτικό μέσο, β) ο ισχυρισμός των τελευταίων ότι ολόκληρο το ..., τμήμα του ...
ακίνητα είχαν δοθεί στην αποκλειστική νομή του δικαιοπαρόχου τους και ότι έγιναν αυτοί κύριοι των εν λόγω ακινήτων με έκτακτη χρησικτησία δεν έγινε δεκτός με την εκκαλουμένη, και, δεδομένου ότι οι εναγόμενοι αυτοί δεν άσκησαν έφεση για την ένστασή τους αυτή, δεν επαναφέρεται παραδεκτά στο Εφετείο με τις προτάσεις τους, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στο οικείο μέρος της νομικής σκέψης της παρούσας, αφού μόνο με λόγο έφεσης μπορούσαν να την επαναφέρουν.
Ενώ, το αίτημα διόρθωσης της εκκαλουμένης που υπέβαλαν οι ίδιοι εναγόμενοι (κληρονόμοι του Α. Ν.) με τις προτάσεις τους του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας είναι απορριπτέο, διότι δεν υποβλήθηκε με λόγο έφεσης ούτε ασκήθηκε αυτοτελής αίτηση, συνεπώς δεν τηρήθηκε η νόμιμη προδικασία και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο».
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 14 ΚΠολΔικ, καθόσον δεν προτάθηκε παραδεκτώς η αίτηση διόρθωσης της απόφασης με λόγο έφεσης ή με δικόγραφο πρόσθετων λόγων, ενόψει και του ότι τα σφάλματα, που αποδίδονται στην διορθωτέα απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, δεν αποτελούν ακούσιες πλημμέλειες αυτού, που παρεισέφρησαν κατά τη σύνταξη ή την καθαρογραφή της απόφασης, αλλά διαγνωστικά σφάλματα αυτού, που αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και τα οποία αίρονται μόνο με την οδό των ένδικων.
Επομένως, ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 10 ΚΠολΔικ, όπως ίσχυε πριν από το ν. 2943/2001, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά, χωρίς απόδειξη ή δεν διέταξε απόδειξη γι’ αυτά.
Η διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 10 ΚΠολΔικ, όπως αυτή ίσχυε πριν τροποποιηθεί με το άρθρο 17 παρ.2 του Ν. 2915/2001 και έχει εν προκειμένω εφαρμογή, κατά το άρθρο 22 παρ. 2 του νόμου αυτού, περιλαμβάνει δύο περιπτώσεις και δη α) την παραδοχή πραγμάτων με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινών χωρίς την προσκομιδή οποιασδήποτε απόδειξης γι’ αυτά ή χωρίς αναφορά των αποδεικτικών μέσων και β) την παράλειψη διάταξης αποδείξεων για κρίσιμα περιστατικά.
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν τα "πράγματα" απορρίφθηκαν ως αβάσιμα, διότι ο λόγος αυτός προϋποθέτει την ουσιαστική παραδοχή των πραγμάτων ως αληθινών χωρίς να διαταχθεί απόδειξη. Επίσης δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός της αναίρεσης και όταν δεν τάσσεται απόδειξη επί των ισχυρισμών, οι οποίοι συνιστούν αρνητική απάντηση στη βάση της αγωγής ή της ένστασης, διότι αυτοί δεν είναι "πράγματα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμός 10 ΚΠολΔικ , οι οποίοι μπορούν δυνάμενοι να αποδειχθούν ανταποδεικτικώς, εφόσον τάχθηκαν αποδείξεις για την αγωγή ή την ένσταση .
Με τον τρίτο, από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ λόγο της αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο δέχθηκε, χωρίς, όμως, να έχει διαταχθεί απόδειξη «...... για τα ακίνητα για τα οποία δεν προβλήθηκε ή δεν έγινε δεκτή η ένσταση ίδιας κυριότητας από τους εναγομένους, αποδείχθηκε ότι, και ως προς αυτά, δεν υφίσταται συγκυριότητα των διαδίκων, αφού έγινε δεκτός ως βάσιμος ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι κατά την άτυπη διανομή και παραχώρηση διανεμήθηκαν όλα τα ακίνητα και ότι η μητέρα της ενάγουσας έλαβε στην αποκλειστική νομή της όσα ακίνητα δεν έλαβαν οι δικαιοπάροχοι των εναγομένων κατά την άτυπη διανομή και παραχώρηση».
Όπως, όμως, προκύπτει από την ως άνω μη οριστική 8073/2000 απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, οι αναιρεσείοντες, προς απόκρουση της αγωγής διανομής της αναιρεσίβλητης, είχαν ισχυριστεί ότι είναι κύριοι και όχι συγκύριοι με εκείνη των ακινήτων , που περιγράφονται σε αυτή [αγωγή] και, έτσι, διατάχθηκε απόδειξη σε βάρος τους προς απόδειξη της ένστασής τους.
Δεν ήταν δε αναγκαίο να ταχθεί ίδιο θέμα απόδειξης και σε βάρος της αναιρεσίβλητης , καθόσον βάση της αγωγής διανομής αποτελεί η συγκυριότητα των διαδίκων στα επίκοινα ακίνητα, την οποία συνομολογούσε, ανταποδεικτώς, όμως, το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη ουσιαστική του κρίση δέχθηκε ότι δεν υπάρχει συγκυριότητα στα ως άνω ακίνητα.
Επομένως ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί , κατ’ άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔικ η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που καταβλήθηκε και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των παρόντων αναιρεσιβλήτων κατά το νόμιμο αίτημα αυτών [ΚΠολΔικ 176, 183, 191 παρ. 2].
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 16.11.2015 αίτηση για αναίρεση της 4068/2015 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που καταβλήθηκε. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των παρόντων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων [2.700] ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Μαρτίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Απριλίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ