Legislator Case Law & Legislation
548/2015 AI generated

Supreme Court dismisses Nestle's appeal against Athens Court of Appeal's partial award of damages to an exclusive distributor.

Case Number 548/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected Nestle's appeal against the Court of Appeal's decision awarding damages to an exclusive distributor. The Court of Appeal found that the parties had an exclusive distribution agreement that converted into an indefinite-term contract and that Nestle failed to terminate it within the statutory period. The Supreme Court held that the lower court correctly applied the relevant provisions of Presidential Decree 219/1991 and the Civil Code, finding no legal error warranting the appeal.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559(1)(a) of the Code of Civil Procedure; Presidential Decree 219/1991: An exclusive distribution contract automatically converts to an indefinite-term contract upon renewal, and failure to terminate within the statutory period constitutes a breach entitling the distributor to damages.

Keywords

AI generated
exclusive distribution agreement indefinite term contract statutory termination period damages for breach Presidential Decree 219/1991 appeal dismissal commercial representative

Cited Legislation

AI generated
Art. 559(1)(a) of the Code of Civil Procedure
Presidential Decree 219/1991
Art. 1(1) and (2) of Presidential Decree 219/1991
Art. 8(2) to (8) of Presidential Decree 219/1991
Art. 9(1)(a), (b), (c) of Presidential Decree 219/1991
713-729), στις οποίες παραπέμπει και το άρθρο § 91 ΕμπΝ σε συνδυασμό με το άρθρο §3 ΕισΝΑΚ.
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 548 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 548/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Γεράσιμο Φουρλάνο και Εμμανουήλ Κλαδογένη Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "NESTLE ΕΛΛΑΣ ΑΕ" (η οποία απορρόφησε την ανώνυμη εταιρεία "ΝΕΣΤΛΕ ΕΛΛΑΣ ΠΑΓΩΤΑ ΑΕ" πρώην "ΔΕΛΤΑ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΠΑΓΩΤΟΥ ΑΕ") που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής, και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Τεγόπουλο.

Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Φ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κουτσούκη, με δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. .

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-2-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6464/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 3691/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 12-12-2012 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Κλαδογένης, ανέγνωσε την από 18-9-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. α’ Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών ...". Εξ άλλου, το Π.Δ. 219/1991 "Περί εμπορικών αντιπροσώπων" ορίζει: Α’ ) Στο άρθρο 1 παρ. 1 και 2: " 1. Σκοπός του παρόντος Προεδρικού Διατάγματος είναι η προσαρμογή της Ελληνικής Νομοθεσίας προς τις διατάξεις της Οδηγίας 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (Ε.Κ.) "για τον συντονισμό των δικαίων των κρατών- μελών όσο αφορά τους εμπορικούς αντιπροσώπους (ανεξάρτητους επαγγελματίες)" που δημοσιεύθηκε στην ελληνική γλώσσα στην Επίσημη Εφημερίδα των Ε.Κ.

αριθμ. ΕΕ αριθμ. L 382 της 31.12.1986 σελ. 17. 2. Για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Δ/τος, Εμπορικός Αντιπρόσωπος είναι εκείνος στον οποίο, υπό την ιδιότητά του ως ανεξάρτητου μεσολαβητή, ανατίθεται σε μόνιμη βάση είτε να διαπραγματεύεται για λογαριασμό άλλου προσώπου, το οποίο καλείται στο εξής "αντιπροσωπευόμενος", την πώληση ή την αγορά εμπορευμάτων, είτε να διαπραγματεύεται και να συνάπτει τις πράξεις αυτές επ’ ονόματι και για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου", Β’ ) Στο άρθρο 8 παρ. 2 έως 8: " 2.

Σύμβαση ορισμένου χρόνου, την οποία τα δύο μέρη συνεχίζουν να εκτελούν μετά την λήξη της, θεωρείται ότι μετατρέπεται σε σύμβαση αορίστου χρόνου. 3 Όταν η Σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας είναι αορίστου χρόνου, κάθε ένας από τους συμβαλλόμενους μπορεί να την καταγγείλει, με τήρηση ορισμένης προθεσμίας. 4.

Η προθεσμία καταγγελίας είναι ένας μήνας για το πρώτο έτος της σύμβασης, δύο μήνες από την αρχή του δεύτερου έτους, τρείς μήνες από την αρχή του τρίτου έτους, τέσσερις μήνες από την αρχή του τέταρτου έτους, πέντε μήνες από την αρχή του πέμπτου έτους και έξη μήνες από την αρχή του έκτου και τα επόμενα έτη.

Δεν είναι δυνατόν να οριστούν μικρότερες προθεσμίες, με συμφωνία των συμβαλλομένων". 5. Αν τα μέρη ορίσουν μεγαλύτερες προθεσμίες καταγγελίας από εκείνες που προβλέπονται από την παραγρ. 4 η προθεσμία καταγγελίας την οποία πρέπει να τηρήσει ο αντιπροσωπευόμενος δεν μπορεί να είναι μικρότερη από εκείνη που ισχύει για τον εμπορικό αντιπρόσωπο. 6.

Εφόσον τα μέρη δεν έχουν συμφωνήσει διαφορετικά, η λήξη της προθεσμίας καταγγελίας πρέπει να συμπίπτει με το τέλος του ημερολογιακού μηνός. 7. Οι διατάξεις των παραγρ. 3, 4, 5 και 6 του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται όταν μία σύμβαση ορισμένου χρόνου μετατρέπεται σε σύμβαση αορίστου χρόνου κατ’ εφαρμογή της παραγρ. 2 του άρθρου αυτού.

Στην περίπτωση αυτή για τον καθορισμό της προθεσμίας καταγγελίας

συνυπολογίζεται και ο προηγούμενος ορισμένος χρόνος. "8. Η Σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας μπορεί να καταγγελθεί κατά πάντα χρόνο και χωρίς την τήρηση των προθεσμιών της παραγράφου 4 σε περίπτωση κατά την οποία ένα εκ των μερών παραλείψει την εκτέλεση του συνόλου ή μέρους των συμβατικών υποχρεώσεων, καθώς και σε περίπτωση εκτάκτων περιστάσεων".

Γ’ ) Στο άρθρο 9 παρ. 1α’ , β’ , γ’ : «1.α) Ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας αποζημίωση εάν και εφόσον κατά τη διάρκεια αυτής έφερε νέους πελάτες ή προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις με τους υπάρχοντες πελάτες και ο εντολέας διατηρεί ουσιαστικά οφέλη που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς και η καταβολή της αποζημίωσης αυτής είναι δίκαιη, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων και ιδιαίτερα των προμηθειών που χάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος και οι οποίες προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς.

Στις περιστάσεις αυτές συμπεριλαμβάνεται επίσης και η εφαρμογή ρήτρας μη ανταγωνισμού με την έννοια του άρθρου 10 του παρόντος, β) Το ποσό της αποζημίωσης αυτής δεν μπορεί να υπερβαίνει ποσό ισοδύναμο με το μέσο ετήσιο όρο των αμοιβών που εισέπραξε ο εμπορικός αντιπρόσωπος κατά τα πέντε τελευταία έτη, αν δε η σύμβαση διήρκεσε λιγότερο από πέντε έτη, η αποζημίωση υπολογίζεται με βάση το μέσο όρο της εν λόγω περιόδου.

γ) Η χορήγηση αυτής της αποζημίωσης δεν στερεί από τον εμπορικό αντιπρόσωπο την αξίωση για την ανόρθωση της περαιτέρω ζημίας την οποία υπέστη, όπως ορίζεται από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα". Περαιτέρω, το άρθρο 361 Α.Κ., το οποίο ορίζει: "Για την σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά", καθιερώνει την αρχή της αυτονομίας της ιδιωτικής βουλήσεως για την παραγωγή ενοχικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων.

Συνέπεια της αρχής αυτής είναι η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων. Ελευθερία των συμβάσεων σημαίνει α) ελευθερία του ατόμου να συνάπτει ή να μην συνάπτει σύμβαση τόσο γενικά όσο και με συγκεκριμένο πρόσωπο ως αντισυμβαλλόμενο (ελευθερία επιλογής του αντισυμβαλλομένου) και β) ελευθερία καθορισμού του περιεχομένου της συμβάσεως.

Απόρροια της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων και ιδίως της ελευθερίας προσδιορισμού του περιεχομένου τους αποτελεί και η σύμβαση αποκλειστικής διανομής. Η σύμβαση αυτή είναι ιδιόρρυθμη διαρκής ενοχική σύμβαση εμπορικής συνεργασίας, με βάση την οποία ο ένας συμβαλλόμενος, ο οποίος είναι ο παραγωγός ή ο χονδρέμπορος, υποχρεούται να πωλεί αποκλειστικώς στον άλλο συμβαλλόμενο, ο οποίος είναι ο διανομέας, τα συμφωνηθέντα εμπορεύματα σε σχέση με ορισμένη γεωγραφική περιοχή και τα οποία ακολούθως ο διανομέας μεταπωλεί σε τρίτους στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρησιακό κίνδυνο, δηλαδή ενεργεί ως ανεξάρτητος επαγγελματίας διαμεσολαβητικές πράξεις στο εμπόριο.

Ωστόσο με την σύμβαση αποκλειστικής διανομής ο διανομέας αναλαμβάνει, συνήθως, την υποχρέωση να ακολουθεί τις οδηγίες του παραγωγού ως προς την εμφάνιση και ποιότητα των πωλουμένων προϊόντων, να διαθέτει προσωπικό για την προώθηση των πωλήσεων, να προστατεύει τα συμφέροντα και την φήμη του παραγωγού, να διαθέτει τα αναγκαία αποθέματα για να μην παρουσιασθούν ελλείψεις στην αγορά, διατηρώντας με δικά του έξοδα κατάλληλη οργάνωση και υποδομή, ενώ έχει το δικαίωμα, να καθορίζει ο ίδιος τις τιμές με τις οποίες μεταπωλεί τα προϊόντα προς τρίτους, αν και δεν αποκλείεται να έχουν καθορισθεί συμβατικώς ανώτατα ή κατώτατα όρια τιμών.

Η έννοια ειδικότερα της αποκλειστικότητας στην διανομή ορισμένων προϊόντων είναι ότι ο παραγωγός αυτοδεσμεύεται με την σχετική σύμβαση, να μην παραδίδει εμπορεύματα σε τρίτους ανταγωνιστές του αποκλειστικού διανομέως μέσα στην περιοχή της διανομής και αντίστροφα ο αποκλειστικός διανομέας υποχρεούται, κατά κανόνα, να μην διανέμει ευθέως ανταγωνιστικά προϊόντα στην ίδια περιοχή.

Με τα χαρακτηριστικά αυτά η σύμβαση αποκλειστικής διανομής, η οποία δεν ρυθμίζεται με ειδικές διατάξεις, έχει τα στοιχεία εμπορικής παραγγελίας (άρθρ. 90 Εμπ.Ν) και κατ’ επέκταση εντολής, οπότε εφαρμοστέες στην σύμβαση αυτή είναι και οι διατάξεις του ΑΚ για την εντολή (αρθρ. 713-729), στις οποίες παραπέμπει και το άρθρο § 91 ΕμπΝ σε συνδυασμό με το άρθρο §3 ΕισΝΑΚ.

Αντιθέτως, δεν αφορούν τον αποκλειστικό διανομέα και δεν μπορούν να τύχουν σε αυτόν ευθείας εφαρμογής οι διατάξεις του Π.Δ. 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων", το οποίο εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και ακολούθως τροποποιήθηκε με τα Π.Δ 249/1993, 88/1994 και 312/1995, αφού η ως άνω Κοινοτική Οδηγία, όπως έκρινε και το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στην υπόθεση C-85/2003 ("Μ.

και Σία Ο.Ε." κατά "Δέλτα Εταιρεία Συμμετοχών Α.Ε."), αποσκοπεί στην εναρμόνιση των διατάξεων των κρατών μελών μόνον ως προς τους εμπορικούς αντιπροσώπους, όπως αυτοί προσδιορίζονται στο άρθρο 1 (2) της Οδηγίας και είναι τα πρόσωπα τα οποία ενεργούν όχι απλώς για λογαριασμό, αλλά απευθείας στο όνομα του αντιπροσωπευομένου πράξεις πωλήσεως ή αγοράς εμπορευμάτων.

Συνεπώς η ανωτέρω Οδηγία, η οποία δεν εμποδίζει κατά τα λοιπά τον εθνικό νομοθέτη να θεσπίσει παρόμοιες διατάξεις και για παρεμφερείς τύπους άλλων επαγγελματιών, δεν καλύπτει πάντως η ίδια την δραστηριότητα τέτοιων επαγγελματιών που ενεργούν μεν για λογαριασμό τρίτου, όμως συναλλάσσονται με το δικό τους όνομα, διαμεσολαβώντας στη λειτουργία του εμπορίου.

Αντίστοιχα και το Π.Δ. 219/1991, το οποίο ενσωμάτωσε την ανωτέρω Οδηγία, αφορά μόνον τους εμπορικούς αντιπροσώπους, ορίζοντας με το άρθρ. 1§2 αυτού ότι εμπορικός αντιπρόσωπος είναι ο ανεξάρτητος μεσολαβητής, στον οποίο ανατίθεται σε μόνιμη βάση (για ορισμένο ή αόριστο χρόνο) έναντι αμοιβής (προμήθειας) και συνήθως για συγκεκριμένη περιοχή η διαπραγμάτευση ή και η σύναψη στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου συμβάσεων πωλήσεως ή αγοράς εμπορευμάτων, δηλαδή συμβάσεων με σαφώς διαφορετικό περιεχόμενο από την σύμβαση αποκλειστικής διανομής.

Όμως, αν και ο αποκλειστικός διανομέας συναλλάσσεται με τους τρίτους στο όνομα και για λογαριασμό του, αναλαμβάνοντας πλήρως τον σχετικό επιχειρησιακό κίνδυνο, ενώ ο εμπορικός αντιπρόσωπος εκτελεί βοηθητικές εργασίες διαμεσολαβήσεως στο όνομα και για λογαριασμό του ιδίου του αντιπροσωπευομένου, δεν αποκλείεται μία συγκεκριμένη σύμβαση αποκλειστικής διανομής να προσομοιάζει κατά περιεχόμενο με την σύμβαση της εμπορικής αντιπροσωπείας, προς την οποία και να ταυτίζεται κατά τα ουσιώδη στοιχεία.

Τέτοια ομοιότητα υπάρχει, ιδίως, όταν ο διανομέας αναλαμβάνει με την σύμβαση τις υποχρεώσεις α) να παραλείπει ανταγωνιστικές σε βάρος του παραγωγού πράξεις κατά την διάρκεια, αλλά και μετά την λήξη της συβάσεώς τους, β) να τηρεί το επαγγελματικό απόρρητο, γ) να προωθεί διαρκώς και αποκλειστικώς τα προϊόντα του παραγωγού στην συμβατική περιοχή διανομής, δ) να διαφημίζει αυτά με δικές του δαπάνες και ε) να γνωστοποιεί στον παραγωγό το πελατολόγιό του.

Η συνομολόγηση ακριβώς των υποχρεώσεων αυτών καθιστά τον διανομέα αναπόσπαστο και αποφασιστικό μέρος του δικτύου της επιχειρηματικής δραστηριότητας του παραγωγού, αφού η εμπορική του δραστηριότητα, μολονότι αναπτύσσεται με δικό του κίνδυνο, συνεπάγεται, εντούτοις, οφέλη αμέσως και για τον παραγωγό, δηλαδή αυτός δεν αντλεί οικονομικά οφέλη μόνον από την πώληση των συμβατικών προϊόντων του στον διανομέα, αλλά και από τις ως άνω ιδιαίτερες υποχρεώσεις του τελευταίου, χωρίς μάλιστα να υποβάλλεται ο ίδιος σε αντίστοιχη δαπάνη (λ.χ.

διαφήμισης), ενώ το σπουδαιότερο γι’ αυτόν όφελος αποτελεί το ότι λαμβάνει γνώσιν του πελατολογίου του διανομέως, οπότε και μπορεί, μετά την λύση της συμβάσεώς τους, να το χρησιμοποιήσει, μέσω άλλου διανομέως, συνεχίζοντας έτσι να αποκομίζει οικονομικά οφέλη. Στις περιπτώσεις αυτές, ναι μεν δεν είναι δυνατή στην σύμβαση αποκλειστικής διανομής η ευθεία εφαρμογή των διατάξεων του Π.Δ.219/1991, όμως ενδείκνυται η αναλογική εφαρμογή των διατάξεων του τόσο στην σύμβαση αυτήν, όσο και στις εν γένει διαμεσολαβητικές συμβάσεις του εμπορίου, αν κατά τα λοιπά εμφανίζουν τα βασικά χαρακτηριστικά της εμπορικής αντιπροσωπείας, αφού αντίθετο επιχείρημα δεν μπορεί να συναχθεί από την περιορισμένη (και όχι περιοριστική) κατ’ αρχήν ρυθμιστική εμβέλεια των διατάξεών του σε συμμόρφωση με την Οδηγία 86/653/ΕΟΚ, η οποία και δεν αποκλείει σε εθνικό επίπεδο την αναλογική εφαρμογή τους, ήδη δε το σχετικό κενό πληρώθηκε με το άρθρο 14§4 του μεταγενέστερου Ν. 3557/2007, το οποίο επεξέτεινε την αναλογική εφαρμογή των διατάξεων του Π.Δ. 219/1991 τόσο στις συμβάσεις αντιπροσωπείας οι οποίες αφορούν παροχή υπηρεσιών, όσο και στις συμβάσεις αποκλειστικής διανομής, εφόσον με βάση αυτές ο διανομέας ενεργεί ως τμήμα της εμπορικής οργανώσεως του προμηθευτού.

Ειδικότερα, μεταξύ των διατάξεων του Π.Δ. 219/1991, οι οποίες αναλογικώς μπορούν να εφαρμοσθούν στις ως άνω περιπτώσεις, είναι και αυτές του άρθρου 9, σύμφωνα με τις οποίες ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται μετά την λύση της συμβάσεως εμπορικής αντιπροσωπείας αποζημίωση, εάν κατά τη διάρκεια αυτής έφερε νέους πελάτες ή προήγαγε σημαντικώς τις υποθέσεις με τους υπάρχοντες πελάτες και ο εντολέας διατηρεί ουσιαστικά οφέλη τα οποία προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς, εφόσον, με βάση όλες τις περιστάσεις και ιδιαίτερα τις προμήθειες τις οποίες χάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος από τις υποθέσεις με τους ίδιους πελάτες, παρίσταται ως δίκαιη η καταβολή της αποζημιώσεως, η οποία κατά ποσόν δεν μπορεί να υπερβαίνει ποσόν ισοδύναμο με τον μέσο ετήσιο όρο των αμοιβών τις οποίες εισέπραξε ο εμπορικός αντιπρόσωπος κατά τα πέντε τελευταία έτη, αν δε η σύμβαση διήρκεσε λιγότερο από πέντε έτη, η αποζημίωση υπολογίζεται με βάση τον μέσο όρο της εν λόγω περιόδου.

Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται, ότι η αποζημίωση πελατείας είναι μία ιδιόρρυθμη αξίωση αμοιβής, η οποία κινείται μεταξύ δύο ισοδυνάμων πόλων, εκείνου της αμοιβής και εκείνου της επιείκειας, οι οποίοι δικαιολογούν τον χαρακτηρισμό της ως ένα είδος εύλογης ή δίκαιης αποζημιώσεως, η οποία προσομοιάζει με την αποζημίωση για διαφυγόν κέρδος με στοιχεία παράλληλα και από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.

Η αξίωση αυτή γεννιέται όταν συντρέξουν σωρευτικώς όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις, τις οποίες πρέπει να επικαλεσθεί με την σχετική αγωγή του και να αποδείξει ο εμπορικός αντιπρόσωπος, δηλαδή απαιτείται α) η εισφορά νέων πελατών ή η σημαντική προαγωγή των υποθέσεων με τους υπάρχοντες πελάτες από τον εμπορικό αντιπρόσωπο κατά την διάρκεια της συμβάσεως, β) η διατήρηση και μετά την λύση της συμβάσεως ουσιαστικών ωφελειών για τον αντιπροσωπευόμενο, οι οποίες προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς και γ) η καταβολή της αποζημιώσεως να είναι δίκαιη με βάση όλες τις περιστάσεις κάθε συγκεκριμένης περιπτώσεως.

Ως εισφορά νέων πελατών νοείται η προσέλκυση από την δραστηριότητα του εμπορικού αντιπροσώπου ή αναλόγως διανομέα νέων πελατών, δηλαδή πελατών οι οποίοι δεν υπήρχαν προηγουμένως, ως σημαντική δε προαγωγή των υποθέσεων με υπάρχοντες πελάτες νοείται η ασυνήθιστη αύξηση του κύκλου των εμπορικών συναλλαγών με αυτούς.

Αντιστοίχως, διατήρηση των ουσιαστικών ωφελειών για τον παραγωγό από υποθέσεις με τους νέους ή παλαιούς πελάτες του διανομέως υπάρχει όχι μόνον όταν επιβιώνουν τυχόν διαρκείς συμβάσεις, τις οποίες είχε καταρτίσει με τρίτους ο διανομέας, αλλά και όταν από την εκμετάλλευση του γνωστού στον παραγωγό πελατολογίου του προηγούμενου διανομέως, υπάρχει, για την ίδια περιοχή, εν δυνάμει πελατεία με την προοπτική κέρδους γι’ αυτόν, έστω και αν τα συμβατικά προϊόντα είναι επώνυμα και συνεπώς γνωστά στο καταναλωτικό κοινό, λόγω και των διαφημιστικών ενεργειών του παραγωγού.

Κριτήρια για τον καθορισμό του ύψους της αποζημιώσεως πελατείας συνιστούν το μέγεθος της πελατείας η οποία παραμένει στον παραγωγό μετά την λύση της συμβάσεως αποκλειστικής διανομής, η αντίστοιχη ωφέλειά του και η δημιουργία κέρδους για τον διανομέα, αν συνεχιζόταν η σύμβαση, η σχετική δε κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς το ποσό της δίκαιης αποζημιώσεως πελατείας ανήκει στην διακριτική ευχέρειά του και δεν ελέγχεται αναιρετικώς, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, οπότε και δεν νοείται εσφαλμένη εφαρμογή τού νόμου είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου.

Εξ άλλου αναλογικώς στην σύμβαση αποκλειστικής διανομής μπορεί να εφαρμοσθεί και το άρθρο 8 Π.Δ. 219/1991, από τις διατάξεις των παραγράφων 2 έως 8 του οποίου προκύπτει, ότι η ορισμένου χρόνου σύμβαση αποκλειστικής διανομής, που ομοιάζει με την σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, λύεται με την παρέλευση του συμφωνημένου χρόνου διαρκείας αυτής, αν δε η εκτέλεσή της συνεχίστηκε και μετά την λήξη του συμφωνημένου χρόνου, αυτή μετατρέπεται σε αορίστου χρόνου και μπορεί έκτοτε να λυθεί με τακτική (αναιτιολόγητη) καταγγελία από όποιον δήποτε των συμβληθέντων, τα δε αποτελέσματα αυτής (λύση της σύμβασης) επέρχονται από της παρελεύσεως των χρονικών ορίων που ορίζονται στο άρθρο 8 παρ.4 του άνω ΠΔ/τος.

Η αορίστου χρόνου σύμβαση αποκλειστικής διανομής λύεται επίσης και με έκτακτη καταγγελία, σε περίπτωση συνδρομής σπουδαίου λόγου, συνισταμένου στην εν όλω ή εν μέρει παραβίαση των υποχρεώσεων του άλλου μέρους καθώς και όταν συντρέχουν έκτακτες περιστάσεις, οπότε η λύση της σύμβασης επέρχεται χωρίς την παρέλευση των αναφερομένων στο άρθρο 8 παρ.4 προθεσμιών.

Την συνδρομή σπουδαίου λόγου δικαιολογούντος την έκτακτη καταγγελία οφείλει να επικαλεσθεί και αποδείξει εκείνος που κατήγγειλε την σύμβαση. Η αναιτιολόγητη καταγγελία από τον αντιπροσωπευόμενο, που αποτελεί δικαίωμα αυτού, όταν ασκείται καταχρηστικώς, συνιστά αδικοπραξία, σύμφωνα με το άρθρο 914 ΑΚ, αφού η καταχρηστική άσκηση δικαιώματος απαγορεύεται από το άρθρο 281 ΑΚ, το οποίο αποσκοπεί να χαλαρώσει τον άκρατο ατομιστικό χαρακτήρα του δικαιώματος, και συνεπάγεται, συντρεχουσών και των λοιπών κατά νόμο προϋποθέσεων (επέλευση ζημίας και αιτιώδη συνάφεια) ευθύνη προς αποζημίωση ή και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Ως αορίστου διαρκείας θεωρείται και η σύμβαση που διήρκεσε επί μακρό σχετικά χρόνο, κατά τη διάρκεια του οποίου και σε τακτά χρονικά διαστήματα, καταρτίζονταν μεταξύ των μερών μερικότερες συμβάσεις ορισμένου χρόνου, με ταυτόσημο ή κυρίως ίδιο περιεχόμενο, χωρίς να αποτελούν κάθε φορά αντικείμενο διαπραγματεύσεως μεταξύ των μερών, όλοι οι διέποντας την συνεργασία τους ουσιώδεις συμβατικοί όροι, αλλά εξακολουθούν να ισχύουν οι περιεχόμενοι στις προγενέστερες συμβάσεις, οι οποίες τροποποιούνται με τις μεταγενέστερες σε ορισμένα σημεία τους (Ολ.

Α.Π. 16/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του τα ακόλουθα: "Δυνάμει της από 2-12-1993 έγγραφης σύμβασης συνεργασίας που καταρτίσθηκε μεταξύ του ενάγοντος-εκκαλούντος (ήδη αναιρεσιβλήτου) και της πρώτης εναγόμενης - α’ εφεσιβλήτου, υπό την τότε επωνυμία της "ΔΕΛΤΑ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΠΑΓΩΤΟΥΑ.Ε." ... (ήδη αναιρεσείουσας) ο ενάγων και ήδη εκκαλών έχοντας όλη την απαραίτητη υποδομή και συγκεκριμένα φορτηγό αυτοκίνητο με δυνατότητα ψύξης, συντήρησης και κατάψυξης, εφοδιασμένο με ισόθερμο ψυκτικό θάλαμο και ψυκτικό μηχάνημα, βοηθητικό προσωπικό, λογιστήριο και μηχανογραφικά - ηλεκτρονικά μέσα και γενικά γραμματειακή υποστήριξη, ανέλαβε και η πρώτη εναγόμενη του ανέθεσε, για το χρονικό διάστημα από 1-11-2003 μέχρι 31-10-2006 την διάθεση και διανομή των παγωτών, αποκλειστικά της ΔΕΛΤΑ, σε κάθε σημείο λιανικής πώλησης (φούρνους, περίπτερα, υπεραγορές κλπ) σε συγκεκριμένη περιοχή της περιφέρειας Αττικής, που του είχε παραχωρήσει αποκλειστικά και περιελάμβανε τις περιοχές ....

Κατά τη σύμβαση ο ενάγων - εκκαλών ήταν υποχρεωμένος να παραλαμβάνει το φορτηγό αυτοκίνητό του φορτωμένο με τα εμπορεύματα κάθε ημέρας από τις εγκαταστάσεις της πρώτης εναγόμενης - α’ εφεσιβλήτου, τα οποία θα έπρεπε να είχε παραγγείλει από την προηγουμένη, παραδίδοντας σ’ αυτήν ταυτόχρονα τα αντίστοιχα δελτία παραγγελίας και φροντίζοντας να καλύπτεται πλήρως η αγορά της ως άνω περιοχής του καθώς και οι ανάγκες των εντός αυτής πελατών, ενώ όφειλε να υπογράφει και να σφραγίζει τα συνοδευτικά τού εν λόγω φορτίου επ’ ονόματί του εκδιδόμενα δελτία αποστολής ή τιμολόγια και να εξοφλεί αυτά στην πρώτη εναγόμενη αμέσως πριν τη φόρτωση του αυτοκινήτου.

Ως αμοιβή του συμφωνήθηκε ποσοστό 9,5 % επί της καθαρής τιμολογούμενης αξίας των εμπορευμάτων, που μεταπωλούσε ο ίδιος στους λιανοπωλητές, εκδίδοντας τιμολόγια στο όνομά του ως ανεξάρτητος επαγγελματίας, ο οποίος έφερε και τα έξοδα της επιχείρησής του. Η εν λόγω αμοιβή καταβαλλόταν σ’ αυτόν είτε με έκπτωση επί των εκδιδομένων στο όνομά του τιμολογίων είτε ως προμήθεια επί του δελτίου αποστολής ή τιμολογίου εκκαθαριζόμενη ανά μήνα και καταβαλλόμενη τότε σ’ αυτόν με ταυτόχρονη εκ μέρους του έκδοση του αντίστοιχου φορολογικού στοιχείου.

Ο ενάγων ήταν υποχρεωμένος να φέρει στο φορτηγό αυτοκίνητό του τα χρώματα και τα σήματα της πρώτης εναγόμενης, να αποφεύγει οποιαδήποτε πράξη ανταγωνισμού έναντι αυτής ακόμη και ένα έτος μετά τη λύση της σύμβασης, να επιτυγχάνει τους ποσοτικούς στόχους, που εκείνη έθετε με τις εγκυκλίους της, οπότε και αμείβετο με πρόσθετη αμοιβή (πριμ), να έχει καταχωρημένο πελατολόγιο σε Η/Υ, να επισκέπτεται τους λιανοπωλητές ελέγχοντας την εύρυθμη λειτουργία τους, την επάρκεια των προϊόντων τους και τη σωστή τοποθέτησή τους στα κατάλληλα ψυγεία της πρώτης εναγόμενης καθώς και την ύπαρξη επαρκούς διαφημιστικού υλικού σ’ αυτά και γενικά ήταν υποχρεωμένος να προβαίνει σε κάθε πράξη που θα προωθούσε τα συμφέροντα της τελευταίας.

Έτσι, όλη η λειτουργία της επιχειρήσεώς του ήταν οργανωμένη κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να είναι πλήρως ενταγμένη στο δίκτυο διανομής των προϊόντων της πρώτης εναγόμενης, πουλώντας αποκλειστικά αυτά μόνο στις περιοχές που εκείνη του είχε υποδείξει έχοντας, μάλιστα, η τελευταία χωρήσει προς τούτο το λεκανοπέδιο Αττικής σε 53 περιοχές, όπου χρησιμοποιούσε ισάριθμους διανομείς.

Υπό τα δεδομένα αυτά η επίδικη σύμβαση έχει το χαρακτήρα σύμβασης αποκλειστικής διανομής, στην οποία έχουν ανάλογη εφαρμογή οι διατάξεις περί εντολής του Αστικού Κώδικα και του π.δ/τος 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων" και ιδίως εκείνες των άρθρων 8 και 9 για την αποζημίωση πελατείας, ........ απορριπτομένων ως αβασίμων των περί του αντιθέτου υποστηριζομένων από την πρώτη εναγόμενη.

Με τον προαναφερθέντα τρόπο λειτούργησε η επίδικη σύμβαση μέχρι το συμβατικά καθορισθέντα χρόνο, ήτοι στις 30-10-2006, οπότε η πρώτη εναγόμενη δια του νομίμου εκπροσώπου της Γ. Κ. πρότεινε στον ενάγοντα και εκείνος αποδέχθηκε την παράταση της σύμβασης από 1-11-2006 μέχρι 31-12-2006. Μετά την ανωτέρω παράσταση η τελευταία κατά τα άνω εταιρεία με το από 22-12-2006 έγγραφό της γνωστοποίησε στον ενάγοντα τη λήξη της μεταξύ τους ως άνω συνεργασίας στις 31-12-2006 και έκτοτε δραστηριοποιείται στην περιοχή ευθύνης αυτού άλλος διανομέας.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων συνεργαζόταν με την εκκαλούσα από το έτος 1982, οπότε είχε καταρτισθεί μεταξύ τους σύμβαση ορισμένου χρόνου δυνάμει της οποίας είχε συμφωνηθεί, με παρόμοιους με την από 1-11-2003 σύμβαση όρους, η διανομή των προϊόντων της πρώτης εναγόμενης υπό την τότε επωνυμία της "ΔΕΛΤΑ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΠΑΓΩΤΟΥ ΑΕ".

Η συμβατική σχέση μεταξύ των διαδίκων συνεχίσθηκε, έκτοτε, αδιάκοπα με τους ίδιους κατά τα ουσιώδη για τη λειτουργία της όρους με τις από 20-1-1990, 2-12-1993, 30-10-1998 και 5-6-2000 αλλεπάλληλες διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου και τέλος με την από 1-11-2003 σύμβαση, που παρατάθηκε κατά τ’ ανωτέρω μέχρι 31-12-2006. Έτσι, μεταξύ των διαδίκων υπήρξε και λειτούργησε εν τοις πράγμασι μία μακροχρόνια συμβατική σχέση αορίστου χρόνου κατά τη διάρκεια της οποίας κατηρτίζοντο μεταξύ τους αλυσιδωτές, μερικότερες συμβάσεις ορισμένου χρόνου, με ταυτόσημο ή κυρίως ίδιο περιεχόμενο, χωρίς να αποτελούν κάθε φορά αντικείμενο διαπραγμάτευσης μεταξύ των μερών όλοι οι διέποντες τη συνεργασία τους ουσιώδεις συμβατικοί όροι, αλλά εξακολουθούσαν να ισχύουν οι περιεχόμενοι στις προγενέστερες συμβάσεις, οι οποίες και τροποποιούντο με τις μεταγενέστερες σε ορισμένα σημεία τους.

Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από το γεγονός και μόνον ότι στις συμβάσεις του 2000 και του 2003 συμφωνήθηκε προμήθεια του ενάγοντος 5 % για τα πωλούμενα παγωτά σε "super markets" έναντι 9,5 % που ίσχυε μέχρι τότε και τούτο καθόσον πρόκειται για μεμονωμένο συμβατικό όρο, ο οποίος τροποποιήθηκε κατά το ποσοστό τής προμήθειας και όχι κατά το ουσιώδες στοιχείο του τρόπου αμοιβής, ενώ αφορούσε μόνον τις πωλήσεις σε υπεραγορές.

Επίσης αποδείχθηκε ότι η πρώτη εναγόμενη προέβη, κατά τα προαναφερθέντα, σε διακοπή της μεταξύ αυτής και του ενάγοντος λειτουργούσης συμβάσεως διανομής, που είχε το χαρακτήρα συμβάσεως αορίστου χρόνου, και εντεύθεν σε καταγγελία αυτής χωρίς να τηρήσει την εξάμηνη, ........ προθεσμία του άρθρου 8 παρ. 4 του π.δ/τος 219/1991.

Από την εν λόγω παράνομη, κατά παράβαση των οριζομένων στο ως άνω άρθρο και υπαίτια συμπεριφορά της πρώτης εναγόμενης προκλήθηκε, κατ’ αιτιώδη συνάφεια, περιουσιακή ζημία στον ενάγοντα, η οποία αντιστοιχεί στα διαφυγόντα κέρδη που αυτός με πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα αποκέρδαινε από τις πωλήσεις των προϊόντων της τελευταίας κατά τα άνω εταιρείας μέχρι να συμπληρωθεί η εξάμηνη προθεσμία, που έπρεπε να τηρηθεί για την καταγγελία της συμβάσεως, ήτοι από 1-1-2007 μέχρι και 30-6-2007.

Το ποσό αυτών ανέρχεται σε 20.611,53 (41.223,06 Χ 1/2) ευρώ λαμβανομένης υπόψη της υποδομής του ενάγοντος και της μέχρι τότε λειτουργίας της συμβατικής σχέσης αυτού και της ως άνω εταιρείας και δεδομένου ότι ο ενάγων κατά το αμέσως μεσολαβήσαν χρονικό διάστημα ενός έτους, ήτοι του 2006, και σύμφωνα με το από 24-11-2006 εκκαθαριστικό και την ανάλυση πελατείας του 2006 εισέπραξε από την πρώτη εναγόμενη εταιρεία για συμφωνηθείσα προμήθεια 9,5 % το ποσό των 41.223,06 ευρώ εν όψει του ότι η αξία των πωληθέντων προϊόντων ανήλθε κατά το εν λόγω έτος σε 433.927,01 ευρώ (433.927,01 Χ 9,5 %) = 41.223,06 ευρώ.

Να σημειωθεί ότι στο ως άνω ποσό δεν συνυπολογίζεται και ΦΠΑ, καθόσον δεν προκύπτει ότι αυτός καταβλήθηκε..... Περαιτέρω, από τα αυτά ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αναφορικά με το αγωγικό κονδύλιο της αποζημίωσης πελατείας ύψους 50.958,88 ευρώ, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα : Καθ’ όλη τη διάρκεια της μακρόχρονης συνεργασίας του με την πρώτη εναγόμενη ο ενάγων κατέβαλε σοβαρές και κοπιώδεις προσπάθειες για την προώθηση και την εδραίωση των προϊόντων αυτής στην αγορά.

Μέσω της ως άνω εμπορικής του δραστηριότητας, που ήταν άρρηκτα και αποκλειστικά συνδεδεμένη με την πρώτη εναγόμενη ως μοναδική του προμηθεύτρια εισέφερε στο δίκτυο πελατών αυτής ικανό αριθμό νέων πελατών που προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις με τους, ήδη, υπάρχοντες πελάτες της, τα ονόματα των οποίων, όπως ονομαστικά καταγράφονται στην κρινόμενη αγωγή, δεν αμφισβητούνται από την τελευταία ως άνω εταιρεία, έτσι, ώστε, αν έλλειπε η προσωπική του σχέση και επαφή με αυτούς η πρώτη εναγόμενη θα είχε στερηθεί μεγάλο αριθμό πελατών της.

Οι εν λόγω δε νέοι πελάτες αποτελούν μία εν δυνάμει πελατεία γι’ αυτή από την οποία έχει προοπτικές κέρδους και μετά τη λύση της επιδίκου συμβάσεως διατηρώντας, έτσι, ουσιαστικά οφέλη από τους πελάτες αυτούς και μετά τη λύση της ως άνω συμβάσεως. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι ο ενάγων καθημερινά μετακινούμενος στην παραπάνω γεωγραφική περιοχή που του ανατέθηκε και επιβλέποντας τα εντός αυτής σημεία πώλησης των προϊόντων της πρώτης εναγόμενης φρόντιζε ώστε όλοι οι πελάτες να προμηθεύονται τα προς πώληση προϊόντα, ενώ κάθε φορά που διαπίστωνε την ύπαρξη νέου σημείου πώλησης (λ.χ.

νέο περίπτερο, φούρνο, υπεραγορά κλπ) φρόντιζε να φέρει τον έμπορο σε επαφή με εκπροσώπους (επιθεωρητές πωλήσεων) της πρώτης εναγόμενης και, έτσι, να τους κάνει πελάτες αυτής, παρότι ο ίδιος δεν μπορούσε να συνάπτει απευθείας συμβάσεις πώλησης με τους λιανοπωλητές, αλλά οι συμβάσεις αυτές υπογράφοντο εκ των υστέρων με τους εκπροσώπους της πρώτης εναγόμενης.

Λαμβανομένου, μάλιστα, υπόψη του μεγάλου χρονικού διαστήματος που δραστηριοποιείτο ο ενάγων στη συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή, είχε τη δυνατότητα να επιβλέπει όλα τα σημεία πώλησης και να γνωρίζει κάθε νέο τέτοιο σημείο, στο οποίο προωθούσε τα προϊόντα της πρώτης εναγόμενης, ενώ η δραστηριότητά του δεν περιορίζετο μόνο στη μεταφορά των παγωτών, όπως αβάσιμα περί τούτου διατείνεται η τελευταία, αλλά φρόντιζε, όπως προαναφέρθηκε, ανά πάσα στιγμή να υπάρχουν επαρκή προϊόντα προς διάθεση καθώς και για την επαρκή και συνεχή διαφήμιση αυτής από τα εν λόγω σημεία, έλεγχε τη λειτουργία των ψυκτικών μηχανημάτων και φρόντιζε έτσι, ώστε οι λιανοπωλητές να μην πωλούν προϊόντα ανταγωνιστικών εταιρειών.

Υπό τα δεδομένα αυτά και λαμβανομένου υπ’ όψη ότι ο ενάγων δεν μπορεί να εργασθεί σε ανταγωνιστική της πρώτης εναγόμενης εταιρεία για ένα έτος μετά τη διακοπή - καταγγελία της σύμβασής του, αυτός δικαιούται εύλογη αποζημίωση, η οποία πρέπει να είναι ίση με τον μέσο ετήσιο όρο των αμοιβών του (προμηθειών και πρίμ) που εισέπραξε κατά τα τελευταία πέντε έτη λειτουργίας της ως άνω συμβάσεως, ήτοι από το 2002 μέχρι και το 2006.Συγκεκριμένα:

α’ ) το έτος 2002 ο ενάγων σημείωσε πωλήσεις ύψους 442.304,40 ευρώ και η δικαιούμενη προμήθειά του από 9,5% ανήλθε σε 42.018,91 ευρώ, ενώ το πρίμ πωλήσεων σε 924,84 ευρώ, β’ ) το έτος 2003 σημείωσε πωλήσεις ύψους ...

Συνεπώς, η αποζημίωση πελατείας, την οποία δικαιούται ο ενάγων ανέρχεται σε 223.510,16 ...χ1/5=44.702,01 ευρώ...". Ακολούθως δε το Εφετείο εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή, κράτησε και δίκασε αυτήν και την δέχθηκε μερικώς, αναγνωρίσαν ότι η εναγομένη-αναιρεσείουσα οφείλει να καταβάλει νομιμοτόκως στον ενάγοντα - αναιρεσίβλητο το συνολικό ποσόν των 65.313,54 (20.611,53+44.702,01) ευρώ.

Υπό τα ανωτέρω δεκτά γενόμενα, το Εφετείο, το οποίο 1) δέχθηκε ότι μεταξύ των διαδίκων συνήφθη σύμβαση αποκλειστικής διανομής, με αποκλειστικόν διανομεά τον αναιρεσίβλητο και ότι στην σύμβαση αυτήν εφαρμόζονται αναλογικώς οι διατάξεις του Π.Δ. 219/1991, 2) χαρακτήρισε την συμβατική σχέση των διαδίκων, λόγω των αλλεπαλλήλων διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, ως σύμβαση αορίστου χρόνου, 3) δέχθηκε, ότι η αναιρεσείουσα κατήγγειλε την αορίστου χρόνου σύμβαση αποκλειστικής διανομής χωρίς να τηρήσει την προβλεπομένη από τον νόμο προθεσμία για την καταγγελία και 4) ανεγνώρισε, ότι η αναιρεσείουσα οφείλει να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο α’ ) αποζημίωση πελατείας και β’ ) αποζημίωση επειδή δεν ετήρησε την νόμιμη προθεσμία για την καταγγελία της συμβάσεως, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., καθόσον ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, σύμφωνα με τις εκτεθείσες στην αρχή σκέψεις, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 2, 8 παρ. 2 έως 8 και 9 παρ. 1 εδ.

α’ , β’ , γ’ Π.Δ. 219/1991. Επομένως, αμφότερον οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι. Ακολούθως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση, να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ, η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12 Δεκεμβρίου 2012 αίτηση της εταιρίας με την επωνυμία "NESTLE ΕΛΛΑΣ Α.Ε." για αναίρεση της υπ’ αριθ. 3691/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Οκτωβρίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Μαΐου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ