Supreme Court dismisses appeal regarding seizure of pension for public debt collection without notice.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Court of Thessaloniki's decision rejecting a seizure of one-quarter of his pension. The State, acting as a creditor for public revenue derived from a bank loan guaranteed by the appellant, seized funds without notifying him, arguing this does not violate equality or fair trial principles. The court held that since the appellant had already challenged the seizure via a preliminary objection, the lack of notification did not constitute a procedural defect warranting annulment.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 14 KPolD; Art. 30 KED; The State's collection of public revenue does not violate the principle of equality or fair trial when the debtor has already challenged the seizure via preliminary objection, rendering non-notification procedurally admissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 548 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 548/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν. Π. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Ελένη Άννα Ιωαννίδου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Θεσσαλονίκης, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια Ιωάννα Λεμπέση, πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-11-2007 ανακοπή και τους από 9-10-2008 πρόσθετους λόγους ανακοπής, του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1915/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 1227/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 11-4-2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωσήφ Τσαλαγανίδης, ανέγνωσε την από 4-1-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 1227/2010 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία και δέχθηκε την από 16-3-2009 έφεση του αναιρεσίβλητου κατά της 1915/2009 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Με την απόφαση αυτή είχε γίνει δεκτή ως προς το αναιρεσίβλητο η από 5-11-2007 ανακοπή του αναιρεσείοντος κατά του κατασχετηρίου εγγράφου της Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. Θεσσαλονίκης εις χείρας του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ ως τρίτου για την κατάσχεση του 1/4 της συντάξεώς του για χρέη αυτού προς το Δημόσιο λόγω παραγραφής των αξιώσεων του τελευταίου. Το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ως προς το κεφάλαιο, με το οποίο είχε γίνει δεκτή η ανακοπή ως προς το αναιρεσίβλητο, διακράτησε την υπόθεση και απέρριψε την ανακοπή ως αβάσιμη. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της.
Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Οι διαδικαστικές πράξεις, που αποτελούν κύριο συστατικό στοιχείο της δίκης ως έννομης σχέσης και ως διαδικασίας, προβλέπονται και ρυθμίζονται από το νόμο, και μάλιστα ασκούνται κατά ορισμένο τύπο και έχουν ορισμένο περιεχόμενο.
Κατ' ακολουθίαν, όταν η διαδικαστική πράξη παρουσιάζει ελαττώματα είτε κατά το πραγματικό, είτε κατά τις έννομες συνέπειες, είτε κατά τη λειτουργία της τελολογικής σχέσης του πραγματικού της με τα αντικειμενικώς επιδιωκόμενα έννομα ή πραγματικά αποτελέσματά της, πρόκειται για ανίσχυρη διαδικαστική πράξη.
Οι διαβαθμίσεις δε του ανισχύρου των διαδικαστικών πράξεων εκτυλίσσονται σε τέσσερις κατά βάση βαθμίδες, και συγκεκριμένα στην πρώτη, κατά την οποία κρίνεται το υποστατό αυτής, στη δεύτερη, κατά την οποία εξετάζεται το ενεργό αυτής, στην τρίτη, κατά την οποία κρίνεται το παραδεκτό, και στην τέταρτη, κατά την οποία κρίνεται το βάσιμο αυτής.
Ειδικότερα, η κρίση για το παραδεκτό σημαίνει ότι η διαδικαστική πράξη παράγει διαδικαστικά αποτελέσματα και είναι προϋπόθεση για να κριθεί στη συνέχεια η διαδικαστική αυτή πράξη και ως προς τη βασιμότητά της. Έτσι, με βάση το λόγο αυτό αναιρέσεως ελέγχεται η εσφαλμένη απόρριψη ή μη της αγωγής, της ενστάσεως ή αντενστάσεως λόγω αοριστίας, αν η απόφαση θεώρησε επαρκή ή ανεπαρκή τα εκτιθέμενα για την εξειδίκευση του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου πραγματικά γεγονότα.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 88 παρ. 1 ν. 2362/1995 "Περί Δημοσίου Λογιστικού", το οποίο αναφέρεται στη διακοπή της παραγραφής των αξιώσεων του Δημοσίου και έχει εφαρμογή, κατ' άρθρο 107 παρ. 1 εδ. β' αυτού, και επί απαιτήσεων που έχουν γεννηθεί πριν από την ισχύ του, εάν τα επαγόμενα τη διακοπή (ή την αναστολή) γεγονότα έχουν συντελεσθεί μετά την ισχύ του (δηλαδή μετά την 1-1-1996), την παραγραφή χρηματικής απαιτήσεως του Δημοσίου διακόπτει:
α) ..., β) ..., γ) Η αναγγελία προς επαλήθευση στην πτώχευση είτε του οφειλέτη είτε φυσικού ή νομικού προσώπου μετ' αυτού συνυποχρέου ή για τα χρέη του οποίου ευθύνεται αυτό. Η αναγγελία στην πτώχευση επάγεται τη διακοπή, εφόσον κοινοποιείται είτε στο γραμματέα του πτωχευτικού δικαστηρίου είτε στο σύνδικο της πτωχεύσεως.
Ειδικά, επί των μη προνομιακών απαιτήσεων του Δημοσίου, η παραγραφή αρχίζει και πάλι έξι μήνες από την κοινοποίηση, με δικαστικό επιμελητή και με την επιμέλεια του οφειλέτη, στον αρμόδιο προϊστάμενο Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας ή Τελωνείου της τελεσίδικης αποφάσεως για την επικύρωση του πτωχευτικού συμβιβασμού.
Η ένωση των πιστωτών ή η αποκατάσταση του πτωχού καθώς και η ανάκληση της δικαστικής αποφάσεως για την κήρυξη της πτωχεύσεως ή η ακύρωση ή διάρρηξη του πτωχευτικού συμβιβασμού δεν επάγονται έναρξη εκ νέου της παραγραφής που είχε διακοπεί με την αναγγελία. Εξάλλου, κατά την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου επί περισσοτέρων συνοφειλετών, που ευθύνονται διαιρετώς ή εις ολόκληρον, στους οποίους περιλαμβάνεται και ο εγγυητής, η διακοπή της παραγραφής των απαιτήσεων του Δημοσίου ως προς ένα εξ αυτών ενεργεί και κατά των λοιπών.
Τέλος, κατά το άρθρο 266 ΑΚ, που εφαρμόζεται συμπληρωματικά και επί της παραγραφής των απαιτήσεων του Δημοσίου, η παραγραφή που διακόπηκε με αναγγελία σε πτώχευση, αρχίζει και πάλι αφότου η πτώχευση περατώθηκε ή, αν επακολούθησαν αντιρρήσεις κατά της απαιτήσεως, από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου.
Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως ο αναιρεσείων επικαλείται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά παράβαση του άρθρου 262 ΚΠολΔ, έκρινε ότι η ένσταση διακοπής της παραγραφής, που πρότεινε το αναιρεσίβλητο με τις προτάσεις του κατά του σχετικού λόγου της ανακοπής του, ήταν επαρκώς ορισμένη και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, μη κηρύσσοντας απαράδεκτη την ένσταση αυτή, παρόλο που προτάθηκε αορίστως, και συγκεκριμένα δεν αναφερόταν σ' αυτήν, αν η αναγγελία αφορά πτώχευση του ίδιου του αναιρεσείοντος ή πτώχευση της εταιρείας, στα χρέη της οποίας υπήρξε αυτός εγγυητής, ούτε πώς και πότε αποφασίσθηκε η πτώχευση, ποιος ορίσθηκε σύνδικος, αν αποδέχθηκε ή αποποιήθηκε το διορισμό του, και επιπλέον δεν κάνει την παραμικρή μνεία, με ποιον τρόπο και πότε η αναγγελία αυτή κοινοποιήθηκε είτε στο γραμματέα του πτωχευτικού δικαστηρίου είτε στο σύνδικο της πτωχεύσεως, και δεν ήταν αρκετή η προσκόμιση του εγγράφου της αναγγελίας για να θεραπεύσει αυτή την αοριστία.
Από την επισκόπηση του δικογράφου της ανακοπής και των προτάσεων των διαδίκων, προκύπτει ότι το Δημόσιο, προς αντίκρουση του λόγου ανακοπής του αναιρεσείοντος για παραγραφή των αξιώσεών του λόγω παρελεύσεως πενταετίας και σε κάθε περίπτωση δεκαετίας από τη βεβαίωση τούτων, το αναιρεσίβλητο αντέτεινε διακοπή της παραγραφής αυτής διά της αναγγελίας των απαιτήσεών του σε πτώχευση.
Ειδικότερα, το αναιρεσίβλητο με τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ισχυρίσθηκε ότι "Η παραγραφή αυτή διακόπηκε με την 5371/38/12-8-1996 αναγγελία χρεών σε πτώχευση στο Γραμματέα του πτωχευτικού δικαστηρίου και στο σύνδικο της πτωχεύσεως". Ο ισχυρισμός αυτός αποτελεί ένσταση κατά του δευτέρου λόγου ανακοπής για παραγραφή των αξιώσεων του Δημοσίου, η οποία είναι επαρκώς ορισμένη, κατά την έννοια του άρθρου 262 ΚΠολΔ, και νόμιμη σύμφωνα με τις διατάξεις που αναφέρθηκαν παραπάνω.
Πράγματι, στον ισχυρισμό αυτό περιλαμβάνεται αναφορά της αναγγελίας των απαιτήσεων του Δημοσίου σε πτώχευση, ο χρόνος της αναγγελίας καθώς και αναφορά για πραγματοποίηση της αναγγελίας προς το Γραμματέα του πτωχευτικού δικαστηρίου, με την έννοια της κοινοποιήσεώς της σ' αυτόν, ενώ ο ισχυρισμός συνοδεύθηκε και με τη διευκρίνιση ότι η αναγγελία αποδεικνυόταν από το σχετικό προσκομιζόμενο έγγραφο.
Το γεγονός ότι στις προτάσεις του αναιρεσίβλητου δεν αναφερόταν το πρόσωπο που είχε κηρυχθεί σε πτώχευση, και το οποίο μπορούσε να είναι η πρωτοφειλέτρια εταιρεία, ο ίδιος ο ανακόπτων - εγγυητής ή τυχόν άλλος συνοφειλέτης, -στοιχείο που διευκρινίσθηκε με τις προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου-, δεν καθιστά την ένσταση αυτή αόριστη, καθόσον η αναγγελία στην πτώχευση οποιουδήποτε από τα παραπάνω πρόσωπα θα είχε, σύμφωνα με τα όσα προεκτέθηκαν, τα ίδια αποτελέσματα διακοπής της παραγραφής έναντι όλων, ο δε ισχυρισμός του καθού η ανακοπή περιλάμβανε όλα τα προβλεπόμενα από το νόμο στοιχεία, που παρείχαν τη δυνατότητα στον ανακόπτοντα να αμυνθεί κατά της ενστάσεως του καθού η ανακοπή Δημοσίου με την προσθήκη των προτάσεών του, δεν ήταν δε απαραίτητο για το ορισμένο αυτής να αναφέρονται τα επιπλέον στοιχεία που επικαλείται ο αναιρεσείων, και συγκεκριμένα, αν η αναγγελία αφορά πτώχευση του ίδιου του αναιρεσείοντος ή πτώχευση της εταιρείας, στα χρέη της οποίας υπήρξε αυτός εγγυητής, ούτε πώς και πότε αποφασίσθηκε η πτώχευση, ποιος ορίσθηκε σύνδικος, αν αποδέχθηκε ή αποποιήθηκε το διορισμό του.
Συνακόλουθα τούτων, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ορθά με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε τον ισχυρισμό αυτό ορισμένο και ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, που υποστηρίζει ότι παρά το νόμο το Εφετείο δεν τον κήρυξε απαράδεκτο, τυγχάνει αβάσιμος. Με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως ο αναιρεσείων επικαλείται ότι οι πρόσθετοι λόγοι, με τους οποίους είχε προσβάλει τη νομιμότητα της κατασχέσεως στα χέρια του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ ως τρίτου του 1/4 της χορηγούμενης από το τελευταίο σ' αυτόν μηνιαίας συντάξεως για απαιτήσεις του αναιρεσίβλητου, που προέρχονταν από δάνειο που χορήγησε η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου στην αναφερόμενη στην ανακοπή ανώνυμη εταιρεία, για την οποία εγγυήθηκε ο ανακόπτων - αναιρεσείων, απορρίφθηκαν με την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ως εκπρόθεσμοι.
Περαιτέρω, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά παράβαση των άρθρων 4 παρ. 1 του Συντάγματος περί ισότητας και του άρθρου 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που έχει κυρωθεί από την Ελλάδα και έχει καταστεί εσωτερικό δίκαιο, δεν ερεύνησε αυτεπαγγέλτως τη νομιμότητα των ρυθμίσεων των άρθρων 30 και 31 του Κώδικα Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων (Κ.Ε.Δ.Ε.), που είχε προβάλει αυτός με τους πρόσθετους λόγους.
Συγκεκριμένα, με την πρώτη των ρυθμίσεων τούτων δεν απαιτείται για την κατάσχεση στα χέρια τρίτου η επίδοση του κατασχετηρίου εγγράφου και στον οφειλέτη, -γεγονός που του στέρησε τη δυνατότητα να λάβει εγκαίρως γνώση της δικαστικής διαδικασίας σε βάρος του-, ενώ με τη δεύτερη εξαιρούνται της κατασχέσεως στα χέρια τρίτων τα 3/4 των απαιτήσεων από μισθούς, συντάξεις και πάσης φύσεως ασφαλιστικά βοηθήματα, που καταβάλλονται περιοδικά, επιτρέπεται δε η κατάσχεση του 1/4 αυτών για τα χρέη των δικαιούχων των απαιτήσεων αυτών προς το Δημόσιο, γεγονός που συνιστά προνομιακή δικονομική μεταχείριση υπέρ του Δημοσίου, χωρίς να συντρέχουν αντικειμενικοί λόγοι προνομιακής μεταχειρίσεως, ούτε λόγοι δημοσίου συμφέροντος.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενόψει του ότι οι ως άνω αιτιάσεις δεν προτάθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας, δηλαδή στο Εφετείο, αφού, όπως και ο ίδιος ο αναιρεσείων αναφέρει στην αίτησή του, οι αιτιάσεις αυτές απετέλεσαν το περιεχόμενο των πρόσθετων λόγων ανακοπής, που είχαν ωστόσο απορριφθεί ως εκπρόθεσμοι με την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.
Και είναι μεν αληθές ότι ο αναιρεσείων επικαλείται περαιτέρω, για να δικαιολογήσει το παραδεκτό του λόγου αυτού, ότι οι εν λόγω ισχυρισμοί του αφορούν τη δημόσια τάξη, πλην όμως εν προκειμένω δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση. Ειδικότερα, το άρθρο 1 του ν.δ. 356/1974 (Κ.Ε.Δ.Ε.) προβλέπει: "1. Η είσπραξις των εκ πάσης αιτίας δημοσίων εσόδων ενεργείται κατά τας διατάξεις του παρόντος νομοθετικού διατάγματος. 2.
Ως δημόσια έσοδα θεωρούνται και αι απαιτήσεις ων κατέστη δικαιούχον το Δημόσιον εκ καθολικής ή ειδικής διαδοχής", ενώ το άρθρο 30 παρ. 1 του ίδιου ν.δ/τος ορίζει: "Η κατάσχεσις εις χείρας τρίτων των εις χείρας αυτών ευρισκομένων κινητών πραγμάτων του οφειλέτου του Δημοσίου ή των οφειλομένων εν γένει προς αυτό, ενεργείται υπό του Διευθυντού του Δημοσίου Ταμείου διά κατασχετηρίου εγγράφου ...".
Σύμφωνα δε με το άρθρο 31 του ίδιου διατάγματος "εξαιρούνται της κατασχέσεως εις χείρας τρίτων: α) ..., β) ..., γ) ..., δ) ..., ε) τα 3/4 των απαιτήσεων εκ μισθών, συντάξεων και πάσης φύσεως ασφαλιστικών βοηθημάτων, καταβαλλομένων περιοδικώς, επιτρεπομένης της κατασχέσεως επί του 1/4 αυτών διά τα προς το Δημόσιον χρέη των δικαιούχων των απαιτήσεων τούτων".
Κατά δε το άρθρο 31 παρ. 2 του ίδιου ν.δ/τος, όπως το τελευταίο εδάφιο αυτής αντικαταστάθηκε με το άρθρο 4 ν. 3714/2008, δεν επιτρέπεται η κατάσχεση μισθών, συντάξεων και ασφαλιστικών βοηθημάτων που καταβάλλονται περιοδικά, εφόσον το ποσόν αυτών μηνιαίως είναι μικρότερο των χιλίων (1.000) ευρώ, στις περιπτώσεις δε που υπερβαίνει το ποσόν αυτό επιτρέπεται η κατάσχεση επί του 1/4 αυτών, το εναπομένον όμως ποσό δεν μπορεί να είναι κατώτερο των χιλίων (1.000) ευρώ.
Στο τέλος μάλιστα του άρθρου 4 του ν. 3714/2008 προστέθηκε με το άρθρο 17 ν. 3756/2009 και άλλο εδάφιο, σύμφωνα με το οποίο κατασχέσεις, που έχουν επιβληθεί μέχρι την προηγούμενη ημέρα ισχύος των διατάξεων αυτών σε βάρος οφειλετών που υπάγονται στην ανωτέρω περίπτωση, αίρονται ή περιορίζονται μετά από αίτηση του οφειλέτη.
Με τις διατάξεις αυτές των άρθρων 30 και 31 του Κ.Ε.Δ.Ε. εισήχθη μεταγενεστέρως εξαίρεση στον κανόνα, που είχε εισαγάγει το ν.δ. 91 της 13/14-1-1969 "Περί αστικής προστασίας των παροχών κοινωνικής ασφαλίσεως", το οποίο προέβλεπε με το μόνο άρθρο του ότι οι παροχές σε χρήμα προς τους ασφαλισμένους και τους συνταξιούχους των οργανισμών κοινωνικής ασφαλίσεως δεν κατάσχονται, παρά μόνο εξαιρετικώς μέχρι το 1/4 του ποσού της συντάξεως λόγω διατροφής συζύγου, κατιόντων ή ανιόντων, καθώς και στις άλλες καθοριζόμενες από το άρθρο αυτό περιπτώσεις, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβανόταν η πληρωμή χρεών προς το Δημόσιο.
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 και 31 του ίδιου διατάγματος, σαφώς συνάγεται ότι υφίσταται δυνατότητα επιβολής κατασχέσεως επί του 1/4 της συντάξεως, υπό τους προβλεπόμενους ως προς το εναπομένον για το συνταξιούχο υπόλοιπο, για κάθε απαίτηση του Δημοσίου που θεωρείται δημόσιο έσοδο, μεταξύ δε αυτών περιλαμβάνονται και οι απαιτήσεις εκείνες, δικαιούχο των οποίων κατέστη το Δημόσιο με ειδική διαδοχή, όπως συμβαίνει με τις απαιτήσεις των Τραπεζών στην περίπτωση εγγυήσεως βιοτεχνικών δανείων εκ μέρους του Δημοσίου, και οι οποίες του εκχωρούνται εκ του νόμου.
Αυτό άλλωστε είναι και εύλογο, γιατί τα δημόσια έσοδα προορίζονται γενικά προς όφελος του κοινωνικού συνόλου. Τέλος, η κάλυψη, σε εκτέλεση σχετικής υπουργικής αποφάσεως, βιοτεχνικών δανείων με την εγγύηση του Δημοσίου, που αναλαμβάνει τελικά τον κίνδυνο της μη εξοφλήσεώς τους από τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα που εκμεταλλεύθηκαν τα σχετικά ποσά, είναι πρόδηλο ότι γίνεται για σκοπούς δημόσιας ωφέλειας και στα πλαίσια ασκήσεως κρατικής αναπτυξιακής πολιτικής, με κύριο στόχο την ενίσχυση της εγχώριας παραγωγής και των βιοτεχνικών μονάδων, στις οποίες επιβάλλεται να επενδυθούν περαιτέρω τα ποσά των δανείων, που ελήφθησαν ευχερώς από τις Τράπεζες, (χωρίς να απαιτηθούν εμπράγματες ασφάλειες), ακριβώς λόγω της εγγυήσεως του Δημοσίου.
Επομένως, στην τριμερή ή και πολυμερή (σε περίπτωση περισσοτέρων συνοφειλετών ή και ιδιωτών εγγυητών) σχέση που δημιουργείται από τη λήψη των παραπάνω δανείων και τη μη εξόφλησή τους, με συνέπεια την εκχώρηση των απαιτήσεων της δανείστριας Τράπεζας στο Δημόσιο, το τελευταίο, επιδιώκοντας την είσπραξη του αντίστοιχου ποσού, δεν ενεργεί ως ιδιώτης, ούτε μεσολαβεί απλώς για την είσπραξη του ποσού του δανείου από τους οφειλέτες για λογαριασμό της Τράπεζας, αλλά διεκδικεί απαιτήσεις, που χαρακτηρίζονται από το νόμο ως δημόσια έσοδα και για την είσπραξή τους έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 31 του Κ.Ε.Δ.Ε.
περί δυνατότητας κατασχέσεως του 1/4 της συντάξεως των οφειλετών και ιδιωτών εγγυητών. Κατά συνέπεια η επιβολή κατασχέσεως στα χέρια του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ ως τρίτου του 1/4 της χορηγούμενης από το τελευταίο στον αναιρεσείοντα μηνιαίας συντάξεως για απαιτήσεις του αναιρεσίβλητου Δημοσίου, που προέρχονταν από δάνειο που χορήγησε η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος με εγγύησή του στην αναφερόμενη στην ανακοπή ανώνυμη εταιρεία, για την οποία είχε εγγυηθεί, αποτελεί ενέργεια στα πλαίσια της προσπάθειας του Δημοσίου για την είσπραξη απαιτήσεων που χαρακτηρίζονται ως δημόσιο έσοδο, και συνακόλουθα η μη κοινοποίηση του κατασχετηρίου εγγράφου και στον οφειλέτη, όπως προβλέπει το άρθρο 30 Κ.Ε.Δ.Ε., δεν αντίκειται στην αρχή της ισότητας, ούτε στην αρχή της δίκαιης δίκης, εφόσον ο αναιρεσείων δεν στερήθηκε του δικαιώματος να προσβάλει και προσέβαλε με ανακοπή το εν λόγω κατασχετήριο έγγραφο.
Ούτε, εξάλλου, η επιβολή κατασχέσεως του 1/4 των συντάξεων και των πάσης φύσεως ασφαλιστικών βοηθημάτων για τα προς το Δημόσιο χρέη των δικαιούχων των απαιτήσεων τούτων συνιστά προνομιακή μεταχείριση του Δημοσίου, αφού μια τέτοια δυνατότητα δεν αποτελεί δράση τούτου ως fiscus, ούτε μεσολάβηση αυτού προς είσπραξη απαιτήσεων για λογαριασμό άλλων, αλλά νόμιμη ενέργεια προς είσπραξη δημοσίων εσόδων, για την οποία έχει την ευχέρεια, κατ' απόκλιση του κανόνα για το ακατάσχετο των μισθών και συντάξεων και άλλων ασφαλιστικών βοηθημάτων, που καταβάλλονται περιοδικώς, να επιβάλει κατάσχεση στα χέρια τρίτου μέχρι του 1/4 αυτών, με τον περιορισμό ότι το εναπομένον ποσό στα χέρια του οφειλέτη δεν μπορεί να είναι κατώτερο των χιλίων (1.000) ευρώ.
Συνακόλουθα όλων αυτών ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως τυγχάνει απαράδεκτος, εφόσον οι ισχυρισμοί που τον συγκροτούν δεν προτάθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας και δεν προκύπτει ότι αφορούν αυτοί στη δημόσια τάξη, ώστε να επιβάλλεται η αυτεπάγγελτη έρευνα τούτων.
Πρέπει λοιπόν να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων ως ηττώμενος διάδικος στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου (άρθρο 176, 183 ΚΠολΔ), θα καθορισθεί όμως αυτή μειωμένη σύμφωνα με το άρθρο 22 ν. 3693/1957, όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11-4-2011 αίτηση του Ν. Π. για αναίρεση της 1227/2010 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου και την ορίζει στο ποσόν των τριακοσίων (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 11 Φεβρουαρίου 2014.
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 7 Μαρτίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ