Supreme Court dismisses appeal against patent invalidation due to non-appearance and lack of evidence of reading error.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by two pharmaceutical companies against a lower court's decision invalidating a patent. The appellants failed to appear at the hearing and argued that the lower court misread the patent document regarding the invention's scope. The court ruled that the appeal was procedurally invalid due to the appellants' absence and substantively unfounded because the lower court's decision relied on multiple pieces of evidence, not just the disputed document.
Legislator headnote
AI generatedArt. 576 para. 1 of the Code of Civil Procedure; Art. 559 para. 20 of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court reviews appeals where parties are absent; a claim of reading error is inadmissible unless the adverse finding relies exclusively on the alleged erroneous document.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 548 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Αγωγή κήρυξη ακύρου δεύτερου διπλώματος ευρεσιτεχνίας ως απομίμησης και αντιγραφής (φαρμακευτικού σκευάσματος). Λόγοι αναιρέσεως. -11γ αβάσιμος, -11α και 12 αόριστη και -19 αβάσιμη
ΑΡΙΘΜΟΣ 548/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1. της εις Βριλήσσια Αττικής εδρευούσης εταιρίας Περιορισμένης Ευθύνης υπό την επωνυμία "PHARMACHEM - Φαρμακευτικά Προϊόντα Ε.Π.Ε.", νομίμως εκπροσωπούμενης και 2. της εις Μεταμόρφωση Αττικής εδρευούσης εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης υπό την επωνυμία "FARMING Ε.Π.Ε. - ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΚΤΗΝΙΑΤΡΙΚΩΝ ΦΑΡΜΑΚΩΝ" νομίμως εκπροσωπουμένης, οι οποίες δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. της εις LEVERKOUSEN - Γερμανίας (BAYERWERK), εδρευούσης ανωνύμου εταιρίας υπό την επωνυμία "BAYER AG", νομίμως εκπροσωπουμένης, η οποία στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Παρασκευόπουλο και 2. της εις Ασπρόπυργο Αττικής ανωνύμου εταιρίας υπό την επωνυμία "VETERIN Ανώνυμος Βιομηχανική και Εμπορική Εταιρία Χημικών και Φαρμακευτικών Προϊόντων", νομίμως εκπροσωπουμένης, η οποία δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8 Απριλίου 1994 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 359/1995 προδικαστική, 10315/2001 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 1784/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 4 Ιουνίου 2004 αίτησή τους Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε την από 22 Σεπτεμβρίου 2005 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτη Δημητρίου Κανελλόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης. Ο παραστάς πληρεξούσιος της πρώτης των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως, και την καταδίκη των αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 576 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. "αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι". Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την από 6-5-2009 κλήση των αναιρεσειουσών, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού της ως άνω δικασίμου, τη συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως επισπεύδουν οι αναιρεσείουσες, οι οποίες δεν παρέστησαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο τους, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., εφαρμοζόμενο και στην αναιρετική διαδικασία (άρθρο 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.). Επομένως πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν παρούσες και οι αναιρεσείουσες.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι νόμιμα είχαν επικαλεστεί και προσκομίσει.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο βεβαιώνει στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη του, μεταξύ των άλλων, "τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάστηκαν ενώπιον του ορισθέντος, με την υπ' αριθμ.359/1995 προδικαστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, Εισηγητού Δικαστού, οι οποίες περιέχονται στις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες υπ' αριθ. 6/1997, 17/1998, 11/1998 και 9/1999 εισηγητικές εκθέσεις... ".
Από τη βεβαίωση αυτή του Εφετείου, και από το όλο περιεχόμενο της απόφασης καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι αυτό έλαβε υπόψη του και τις καταθέσεις όλων των μαρτύρων, οι οποίες περιέχονται στις προαναφερόμενες εισηγητικές εκθέσεις που ρητώς μνημονεύει, χωρίς να καταλείπεται οποιαδήποτε αμφιβολία ότι οι εκθέσεις αυτές αφορούν την ένδικη υπόθεση και ότι το Εφετείο τις έλαβε πράγματι υπόψη του, από το ότι στην απόφασή του γίνεται μνεία μόνον του αριθμού τούτων (εκθέσεων), χωρίς να αναφέρονται και οι εντεταλμένοι δικαστές ενώπιον των οποίων αυτές συνετάγησαν.
Κατά την ανάλυση δε και το σχολιασμό των αποδείξεων στον οποίο το Εφετείο προβαίνει για να αιτιολογήσει τις παραδοχές του, ρητώς μνημονεύει και την κατάθεση του μάρτυρα Γ. Φ.. Έτσι, καθίσταται επίσης αδιστάκτως βέβαιο, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε και την κατάθεση του προμνημονευόμενου μάρτυρα, μολονότι παρέλειψε να αναφέρει και τα υπ' αριθμό 105/1996 πρακτικά του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (τμήματος διεξαγωγών), στα οποία, κατά τις αναιρεσείουσες, περιέχεται η κατάθεση του μάρτυρα αυτού.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, με τον οποίο οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 226 παρ. 2 και 270 παρ. 2 εδάφ. β' του ΚΠολΔ, τα οποία έχουν εφαρμογή στην προκείμενη υπόθεση, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 2 του ν. 2915/2001, όπως αυτά ίσχυαν πριν αντικατασταθούν, αντίστοιχα, με τα άρθρα 5 και 12 του νόμου αυτού (το τελευταίο εδάφιο του άρθρου 226 καταργήθηκε με το άρθρο 6 παρ. 1 του ν. 3043/2002), προκύπτει ότι, στην τακτική διαδικασία ενώπιον του πολυμελούς πρωτοδικείου, εφόσον εκδίδεται προδικαστική απόφαση και η απόδειξη διεξάγεται σύμφωνα με το άρθρο 341 ΚΠολΔ, όπως επίσης αυτό ίσχυε πριν καταργηθεί με το άρθρο 14 παρ. 1 του ίδιου ν. 2915/2001, δεν είναι παραδεκτές, ως αποδεικτικά μέσα, ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή ελληνικής προξενικής αρχής.
Περαιτέρω, από το άρθρο 406 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν καταργηθεί με το άρθρο 14 παρ. 1 του πιο πάνω ν. 2915/2001, το οποίο εφαρμόζεται και στην παρούσα υπόθεση σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 του νόμου αυτού, προκύπτει, ότι η συνέχιση της εξέτασης του μάρτυρα, η κατάθεση του οποίου διακόπηκε για οποιοδήποτε λόγο, μπορούσε να συνεχιστεί και πέρα από την προθεσμία που είχε ταχθεί με την προδικαστική απόφαση, υπό την προϋπόθεση όμως ότί ο μάρτυρας θα εμφανιζόταν κατά την ορισθείσα, μετ' αναβολή, ημέρα και ώρα για τη συνέχιση της κατάθεσης του.
Διαφορετικά, αν δηλαδή ο μάρτυρας δεν εμφανιζόταν κατά την εν λόγω, μετ' αναβολή, ορισθείσα νέα ημέρα, αποκλειόταν η περαιτέρω συνέχιση της κατάθεσής του σε άλλη μεταγενέστερη και εκτός προθεσμίας ημερομηνία. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 336 παρ. 3, 339 και 395 ΚΠολΔ σαφώς συνάγεται ότι, εφόσον επιτράπηκε η εμμάρτυρη απόδειξη, το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, μπορεί να λάβει υπόψη του και την ημιτελή παραμείνασα κατάθεση μάρτυρα, όχι όμως προς άμεση αλλά προς έμμεση απόδειξη, καθόσον ως μη πλήρης έχει μόνο αποδεικτική δύναμη δικαστικού τεκμηρίου.
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. α' και 12 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. ενώ κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η τελευταία αυτή διάταξη, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως. Το γεγονός εξάλλου ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτήν, το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναιρέσεως δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νομίμως από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεως του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (Ολ. ΑΠ 43/9θ). Επομένως, για να είναι ορισμένοι οι προαναφερόμενοι από το άρθρο 559 αριθ. 11 και 12 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης" εφόσον δεν συντρέχει η εξαιρετική περίπτωση του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει να αναφέρεται στην αίτηση αναίρεσης, ότι οι αιτιάσεις που αποτελούν το περιεχόμενο των λόγων αυτών είχαν προβληθεί νόμιμα στο εφετείο, ότι δηλαδή ο ισχυρισμός περί απαραδέκτου αποδεικτικού μέσου, που ο αντίδικος είχε επικαλεστεί και προσκομίσει στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο και το έλαβε υπόψη του, καθώς και ο ισχυρισμός ότι κάποιο αποδεικτικό μέσο δεν έχει τη μείζονα αποδεικτική δύναμη, την οποία αποδίδει σ' αυτό ο αντίδικος που το επικαλέστηκε και προσκόμισε και την οποία απέδωσε σ' αυτό και το δικαστήριο της ουσίας, είχαν προβληθεί στο Εφετείο κατά νόμιμο τρόπο, διαφορετικά οι λόγοι αυτοί είναι αόριστοι.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, κατά το δεύτερο και τρίτο μέρος του, προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αιτιάσεις, α) ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό της κρίσης του, έλαβε υπόψη και "τη νομίμως ληφθείσα στη Γερμανία ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα K. R.", χωρίς όμως να επιτρέπεται το αποδεικτικό αυτό μέσο, αφού η ένδικη αγωγή εκδικάστηκε κατά την τακτική διαδικασία ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, το οποίο εξέδωσε προδικαστική απόφαση και η απόδειξη διεξήχθη κατά το άρθρο 341 ΚΠολΔ και ενώπιον εντεταλμένων δικαστών και β) ότι επίσης το Εφετείο εκτίμησε προς άμεση απόδειξη και την κατάθεση του μάρτυρα Π.
Γ., που περιέχεται στη 17/1998 έκθεση του Ειρηνοδίκη Χαλανδρίου, ως εντεταλμένου δικαστή και όχι μόνον για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μολονότι η κατάθεση του μάρτυρα αυτού άρχισε μεν μέσα στη νόμιμη προθεσμία και διακόπηκε για τη συμπλήρωσή της σε ημερομηνία πέραν της προθεσμίας, πλην όμως αυτός δεν εμφανίστηκε κατά τη νέα αυτή ημέρα, αλλά συνέχισε και περάτωσε την κατάθεσή του σε άλλη μεταγενέστερη, πέραν της προθεσμίας, ημέρα, με αποτέλεσμα να μην περατωθεί νόμιμα η κατάθεσή του και να είναι αυτή ημιτελής και έτσι το Εφετείο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη του εν λόγω αποδεικτικού μέσου.
Όμως οι αναιρεσείουσες δεν αναφέρουν στο αναιρετήριο, ότι τους παραπάνω ισχυρισμούς, στους οποίους στηρίζουν τις προαναφερόμενες αιτιάσεις, είχαν προβάλει κατά τρόπο νόμιμο στο Εφετείο, στο οποίο είχαν προσκομιστεί τα δύο πιο πάνω αποδεικτικά μέσα και έτσι, κατά τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη, ο λόγος αυτός είναι αόριστος.
Από τα άρθρα 1 παρ. 2 ν.δ. από 8 Ιουνίου 1926, όπως τροποποιήθηκε με το ν.δ. από 12.11.1927 και κυρώθηκε με το ν. 3462/1928, 45 ν. 5607/1932, 1, 5 και 34 ν. 2527/1920, συνάγεται ότι για τα φαρμακευτικά προϊόντα χορηγούνται μόνον διπλώματα ευρεσιτεχνίας μεθόδου παραγωγής, οπότε, στο δικαιούχο του διπλώματος και σ' αυτούς που έλκουν από αυτό δικαιώματα παρέχεται το αποκλειστικό δικαίωμα να προβαίνουν στην παραγωγή προϊόντων με την προστατευόμενη μέθοδο, συγχρόνως δε, παρά το ότι είναι φαρμακευτικά, προστατεύονται και τα προϊόντα που παράχθηκαν με τη μέθοδο αυτή.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του ν. 2527/1920 "περί διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας", ο οποίος ίσχυε έως τις 31-12-1987 και έχει εφαρμογή στην προκείμενη υπόθεση (άρθρα 25 παρ/φοι 1 και 2 και 29 του ν. 1733/1987), όπως το άρθρο αυτό τροποποιήθηκε με το ν. 3980/1929, παραχωρούνται δικαιώματα αποκλειστικά και περιορισμένα κατά χρόνο, με το όνομα "διπλώματα ευρεσιτεχνίας", σε νέες εφευρέσεις που είναι επιδεκτικές βιομηχανικής εφαρμογής.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 2 του ίδιου ν. 2527/1920, δεν θεωρούνται νέες οι εφευρέσεις εκείνες, οι οποίες τη στιγμή της δηλώσεώς τους για την απόκτηση διπλώματος ευρεσιτεχνίας είναι επαρκώς γνωστές στη χώρα ή έχουν δημοσιευθεί σε δημοσιεύματα η σχέδια που βρίσκονται στην Ελλάδα, ώστε να είναι δυνατή η πρακτική εφαρμογή τους από ειδικό άνθρωπο.
Κατά την έννοια της πρώτης από τις διατάξεις αυτές, ως νέα εφεύρεση που προστατεύεται στην Ελλάδα, με την παροχή διπλώματος ευρεσιτεχνίας, θεωρείται εκείνη που αναφέρεται είτε στην παραγωγή νέων προϊόντων, που είναι δυνατό να παραχθούν βιομηχανικώς, είτε στην ανακάλυψη νέων μέσων ή στην εφαρμογή γνωστών μέσων, ή στην εφεύρεση νέων συνδυασμών, για την παραγωγή προϊόντος ή αποτελέσματος, που είναι δυνατό να επιτευχθεί βιομηχανικώς.
Το στοιχείο του "νέου" στις παραπάνω περιπτώσεις θεωρείται ότι υπάρχει, όταν πρόκειται μεν για παραγωγή προϊόντος, αν το προϊόν αυτό διαφέρει από τα ομοειδή του προϊόντα με ουσιώδη νέα χαρακτηριστικά, όταν πρόκειται δε για παραγωγή αποτελέσματος επιδεκτικού βιομηχανικής εφαρμογής, αν εμφανίζει αξιόλογη πρωτοτυπία ή αξιόλογη βελτίωση αποτελέσματος, το οποίο είναι ήδη γνωστό και δεν εμφανίζεται σαν απλή προσαρμογή στοιχείων ή μεθόδων που είναι ήδη γνωστά, χωρίς αξιόλογο αποτέλεσμα ή βελτίωση, ή σαν απλή νέα χρήση ενός μέσου που είναι γνωστό σε αντικείμενα άλλα από εκείνα στα οποία είχε χρησιμοποιηθεί προηγουμένως, κατά τον ίδιο όμως τρόπο κατά τον οποίο πάντοτε γινόταν η χρησιμοποίησή του, για να επιτευχθεί το ίδιο αποτέλεσμα.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε ανελέγκτως ότι αποδείχτηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στην πρώτη εναγόμενη εταιρία (ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη) με την επωνυμία ΒΑΥΕR ΑΕ, με βάση τις από 3-1-1986 και 23-7-1986 δηλώσεις της, απονεμήθηκαν από το Υπουργείο Βιομηχανίας, Ενέργειας και Τεχνολογίας, το υπ' αριθμ. 860008/3-1-1986 δίπλωμα ευρεσιτεχνίας για την εφεύρεση με τον τίτλο "Βασικά Παρασκευάσματα κινολοκαρβουνικού οξέος" και το υπ' αριθμ. 861925/23-7-1986 δίπλωμα ευρεσιτεχνίας για την εφεύρεση με τον τίτλο "Βακτηριοκτόνα σκευάσματα προς εφαρμογήν εις το πεδίον της κτηνιατρικής".
Η πρώτη εφεύρεση αφορά υδατικά αλκαλικά σκευάσματα κινολοκαρβουνικών οξέων σε δεδομένη περίπτωση στη μορφή συμπυκνωμάτων και στη χρησιμοποίησή τους για την παρασκευή φαρμάκων, τα οποία είναι κατάλληλα για ένεση, έγχυση ή εφαρμογή από το στόμα. Η δεύτερη αφορά σε βακτηριδιοκτόνα σκευάσματα, τα οποία περιέχουν κινολοκαρβονικά οξέα και τα παράγωγά τους για τη χρήση στον τομέα της κτηνιατρικής.
Και τα δύο διπλώματα αναφέρονται στην παρασκευή σκευασμάτων (διαλυμάτων) των κινολοκαρβουνικών οξέων που χαρακτηρίζονται από την ύπαρξη ενός πιπεραζινικού δακτυλίου σε συγκεκριμένη θέση του σκελετού της κινολόνης και ειδικότερα δια της διαλύσεως της δραστικής ουσίας ENROFLOXACIN εντός καταλλήλου διαλυτού και προσθήκης προσθετών ουσιών, οξέων και βάσεων για τη ρύθμιση του ΡΗ κ.λ.π.
Η δραστική αυτή ουσία ENROFLOXACIN είχε εφευρεθεί από την πρώτη εναγομένη φαρμακευτική εταιρεία το έτος 1980, μετά από μακροχρόνιες και επίμονες έρευνες, κατέχει δε και το σχετικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας με αριθμό 77.707/1982, Οι δραστικές ουσίες, όπως και η ENROFLOXACIN είναι δυσδιάλυτες στο νερό, γι' αυτό για την παρασκευή διαλυμάτων, απαιτείται η μετατροπή τους σε άλας, είτε με οξύ, είτε με βάση.
Έτσι, μετά των οξέων είναι υδατοδιαλυτές, αλλά τα διαλύματα είναι ασταθή και με την πάροδο του χρόνου αποβάλλουν ιζήματα, ενώ κατά την αποθήκευσή τους παρατηρείται αποχρωματισμός, που αποδεικνύει την ευπάθεια τους στο φως και την περιορισμένη σταθερότητα τους. Για να επιτευχθεί η σταθεροποίηση τους, οι ερευνητές της πρώτης εναγομένης προσέθεσαν μία περίσσεια βάσεως και ρύθμισαν την τιμή του ΡΗ σε 8 έως 12,5.
Το κατάλληλο ΡΗ, εκτός της διαλύσεως της ενεργού ουσίας, έχει και την ιδιότητα της διατηρήσεως της σταθερότητος του σκευάσματος, που είναι πολύ σημαντικό στοιχείο για την επί μακρό χρόνο προώθηση του στο εμπόριο. Πέραν αυτών, μικρές αποκλίσεις των απαιτούμενων τιμών του, μπορούν να επιφέρουν ανήκεστες βλάβες στο όλο οικολογικό σύστημα.
Ο καθορισμός της απαιτούμενης περίσσειας βάσεως και κατά συνέπεια η τιμή του ΡΗ που αυτή συνεπάγεται και εν τέλει η παρασκευή υδατικών διαλυμάτων ποσίμων και ενεσίμων, δεν έγινε εκ μέρους της πρώτης εναγομένης αυθαίρετα και με απλή διεργασία αναμείξεως, αλλά ήταν αποτέλεσμα συστηματικής πειραματικής ερεύνης και μελέτης.
Τούτο, κατά την κατάθεση του μάρτυρα Π. Γ., καθηγητού της Φαρμακευτικής Τεχνολογίας και Βιοφαρμακευτικής στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσ/κης, αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι δοκιμάστηκαν πολλές βοηθητικές ουσίες και πολλοί διαλύτες προκειμένου η παραπάνω δραστική ουσία να διαλυματοποιηθεί και όχι απλώς να διαλυθεί, όπως υποστηρίζουν οι ενάγουσες.
Η διαφορά έγκειται στο ότι μία ουσία διαλύεται όταν προστίθεται στο νερό με απλή ανάδευση ή θέρμανση, ενώ διαλυματοποίηση είναι όλες οι επιστημονικές ενέργειες, που απαιτούνται, προκειμένου η ουσία να μπορεί να διαλυθεί. Περαιτέρω, δεν μπορούσε να είναι εκ των προτέρων γνωστή η περίσσεια της βάσεως, η οποία εξασφαλίζει τη σταθερότητα του διαλύματος και την ανεκτικότητα των ζώων στα οποία επρόκειτο να χορηγηθεί, ούτε προέκυπτε από γενικές γνώσεις ότι η προσθήκη περίσσειας βάσεως οδηγεί σε σταθερά διαλύματα των κινολοκαρβονικών οξέων, όπως το ENROFLOXACIN.
Ούτε εξάλλου, η τιμή του ελάχιστου ΡΗ μπορεί να υπολογιστεί με τη μέθοδο Henderson Hasselbach όπως υποστηρίζει ο καθηγητής Κ. Δ., διότι η εφαρμογή της μεθόδου (εξισώσεως) αυτής προϋποθέτει τη γνώση της τιμής pka -αρνητικός λογάριθμος της σταθεράς διαστάσεως του Enrofloxacin και την ακριβή διαλυτότητα της μη ιονισμένης μορφής του, σταθερές οι οποίες για να προσδιοριστούν, απαιτούν εργαστηριακές μελέτες.
Έτσι η προσθήκη περίσσειας βάσεως προσδίδει στη μέθοδο παρασκευής του διαλύματος το στοιχείο του νέου, δηλ. της πρωτοτυπίας, αφού προηγουμένως δεν ήταν γνωστή στη βιομηχανική εφαρμογή και εκμετάλλευση. Το δεύτερο (υπ' αριθμ. 861925) δίπλωμα ευρεσιτεχνίας της πρώτης εναγομένης προστατεύει εφεύρεση που αφορά την παρασκευή ουσιών, ήτοι μέθοδο παρασκευής και όχι χρήσεως για τη θεραπεία μυκοπλασμάτων και άλλων βακτηριακών νόσων των ζώων και χορηγείται μέσα σε πόσιμο νερό.
Μέχρι την κατάθεση του διπλώματος αυτού και την παρασκευή των ουσιών με την αναφερόμενη σ' αυτό μέθοδο, η καταπολέμηση των λοιμωδών αυτών νόσων γινόταν με άλλους τρόπους και ουσίες σε συνδυασμό με άλλα φάρμακα, που είχαν περιορισμένη αποτελεσματικότητα. Η μέθοδος παρασκευής τους, μέχρι εκείνη τη στιγμή, ήταν νέα και δεν ανεφέρετο πουθενά στη βιβλιογραφία (βλ.
γνωμάτευση του καθηγητού Ν. Χ.). Ακολούθως αποδείχτηκε, ότι η πρώτη εναγομένη από την πιο πάνω δραστική ουσία ENROFLOXACIN παρασκεύασε το σκεύασμα "ΒΑΥΤRIL" που διατίθεται στην Ελλάδα από τη δεύτερη εξ αυτών, μεταξύ των άλλων μορφών και σε μορφή πόσιμου διαλύματος υπό την ονομασία "BAYTRIL 10% ORAL SOLUTION" και ενέσιμου υπό την ονομασία "BAYTRIL 5% Injectable" σε διάφορες περιεκτικότητες δραστικής ουσίας από 1% έως 30%.
Για την παρασκευή του μεσολάβησαν έξι έτη ερευνών στα εργαστήρια της. Τα ιδιοσκευάσματα FLUMIX, FLOMGOMINE 5%, INOXYL ORAL DOSER, τα οποία οι ενάγουσες ισχυρίζονται ότι προϋπήρχαν του ΒΑΥΤRIL και παρασκευάζονται με την ίδια με αυτό μέθοδο, αποδείχτηκε ότι τα μεν δύο πρώτα έχουν ως βάση τη φλουμικίνη, το δε τρίτο το οξυλινικό οξύ, τα οποία έχουν διάφορο τρόπο μορφοποίησης και δεν υπάρχει γενικός κανόνας μορφοποίησης σε φαρμακευτικά σκευάσματα για όλα τα ανήκοντα στην οικογένεια των κινολονών.
Ο ισχυρισμός των εκκαλουσών, ότι στα μισά από τα σχετικά παραδείγματα που αναφέρονται στα δύο επίδικα διπλώματα ευρεσιτεχνίας δεν υπάρχει περίσσεια, αλλά έλλειμμα βάσεως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι, με την προσθήκη περίσσειας βάσεως επιτεύχθηκε κυρίως η μορφοποίηση της δραστικής ουσίας ENROFLOXACIN, την οποία είχε εφεύρει πρώτη η εταιρεία ΒΑΥΕR και από την οποία παρασκευάστηκε το σκεύασμα ΒΑΥΤRIL, κατά την κατάθεση δε του μάρτυρος Γ.
Φ., στα επίδικα διπλώματα δεν αναφέρεται πάντοτε περίσσεια βάσεως όσον αφορά τα ποσά, αλλά αναφέρεται ενδεικτική τιμή ΡΗ, στην οποία θα πρέπει να φθάσει το διάλυμα. Το ΡΗ είναι ένα μέτρο της οξύτητας και της βασικότητας του διαλύματος. Τα ουδέτερα διαλύματα έχουν ΡΗ 7, τα όξινα τιμή μικρότερη του 7 και τα αλκαλικά τιμή μεγαλύτερη του 7.
Το ΡΗ 11 σημαίνει ότι υπάρχει περίσσεια βάσεως, λόγω του ότι το προκύπτον διάλυμα είναι αλκαλικότερο, δηλ. βασικότερο του διαλύματος, στο οποίο έχει αναμειχθεί ένα ισοδύναμο ενροφλοξασίνης με ένα ισοδύναμο ΚΗΟ. Αυτό σημαίνει ότι τα παραδείγματα, τα οποία αναφέρονται στο επίδικο δίπλωμα, προϋποθέτουν προσθήκη της ποσότητος της βάσεως που αναφέρεται στο παράδειγμα υπό ανάδευση και εν συνεχεία την στάγδην προσθήκη διαλύματος βάσεως με σύγχρονη παρακολούθηση του ΡΗ με βοήθεια πεχαμέτρου εξ ύαλου μέχρις ότου το ΡΗ λάβει την χαρακτηριστική τιμή.
Ο μάρτυρας εξάλλου Π. Γ. αναφέρει στην κατάθεσή του, ότι το πρόβλημα, της σταθερότητας είναι διαφορετικό και ειδικό για κάθε χημική ουσία φάρμακο, καθόσον η συμπεριφορά είναι διαφορετική και η δομή της διαφέρει. Ένεκα τούτου δεν υπάρχει απάντηση αν η χρησιμοποιηθείσα μέθοδος σταθεροποίησης της ενροφλοξασίνης που προτείνεται με τα επίδικα διπλώματα, είναι διαφορετική, ικανοποιητική ή όχι για όλα τα κινολοκαρβονικά οξέα (μέλη της).
Από όλα τα ανωτέρω περιστατικά, αποδεικνύεται πλήρως, ότι το πρώτο δίπλωμα ευρεσιτεχνίας (860008/1986), δεν περιγράφει απλό τρόπο παραγωγικής διαδικασίας που ήταν γνωστός σε όλους τους τεχνικούς τους ασχολούμενους με την παρασκευή φαρμακευτικών σκευασμάτων, αλλά μέθοδο παρασκευής φαρμακευτικών σκευασμάτων κινολοκαρβουνικών οξέων, ότι το δεύτερο (861925/86) διεκδικεί προστασία μεθόδου παρασκευής των βακτηριοκτόνων σκευασμάτων και όχι χρήσεως, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι ενάγουσες και ότι οι περιγραφόμενες και στα δύο μέθοδοι ήταν νέες και πρωτότυπες κατά τους χρόνους της υποβολής των δηλώσεων (3-1-1986 και 23-7-1986, αντίστοιχα), ήτοι δεν ήταν γνωστές στην Ελλάδα, ούτε στο εξωτερικό, ούτε είχαν περιγραφεί σε δημοσιεύματα ή σχέδια ευρισκόμενα στην Ελλάδα ή στο εξωτερικό κατά τρόπο, που η γνώση ή η περιγραφή τις καθιστούσε επιδεκτικές πρακτικής εφαρμογής στο μέσο ειδικό άνθρωπο".
Ακολούθως το Εφετείο, με βάση όλες τις παραπάνω σκέψεις, έκρινε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την ένδικη αγωγή των αναιρεσειουσών, με την οποία αυτές υποστήριζαν ότι με τα επίμαχα διπλώματα ευρεσιτεχνίας προστατεύονται όχι μέθοδοι παρασκευής κτηνιατρικών φαρμακευτικών σκευασμάτων αλλά απλοί τρόποι παραγωγικής διαδικασίας τέτοιων προϊόντων και απέρριψε επίσης ως αβάσιμη την έφεσή τους κατά της πρωτόδικης απόφασης που είχε κρίνει ομοίως.
Με αυτά που δέχτηκε το Εφετείο, ως προς το ως άνω ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, εξαιτίας ελλείψεως αιτιολογίας ή ελαττώματος σ' αυτήν, αφού εξέθεσε στην προσβαλλόμενη απόφασή του με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, το πόρισμα από τις αποδείξεις στο οποίο κατέληξε και τα πραγματικά περιστατικά που εκείνο δέχτηκε και τα οποία ήταν αναγκαία για την εφαρμογή των προδιαλαμβανόμενων διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, τις οποίες σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε κατά τα αναλυτικώς προεκτιθέμενα.
Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει πλήρεις, σαφείς και όχι αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ότι οι εφευρέσεις, για τις οποίες χορηγήθηκαν τα παραπάνω δύο διπλώματα ευρεσιτεχνίας, είναι νέες και πρωτότυπες, κατά την προαναφερόμενη έννοια του νόμου και περιγράφουν μεθόδους παρασκευής φαρμακευτικών σκευασμάτων και όχι χρήσεως.
Επομένως, οι από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ δεύτερος, τέταρτος και πέμπτος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους οι αναιρεσείουσες ισχυρίζονται τα αντίθετα, αποδίδοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης, είναι αβάσιμοι. Οι ίδιοι λόγοι, κατά το μέρος τους που μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για κακή εκτίμηση των αποδείξεων, είναι απαράδεκτοι (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Ο από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της αποδόσεως από το δικαστήριο σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.
Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.
Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια για τον αναιρεσείοντα κρίση του να σχημάτισε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει όταν τούτο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαρθεί η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα, για την αλήθεια ή την αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχτηκε, γιατί στην περίπτωση αυτή δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του.
Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείουσες, με τον τρίτο από το άρθρο 559 αριθ. 20 λόγο αναιρέσεως, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση, ότι το Εφετείο, με το να δεχτεί ότι "το 861925 δίπλωμα ευρεσιτεχνίας προστατεύει εφεύρεση που αφορά την παρασκευή ουσιών, ήτοι μέθοδο παρασκευής και όχι χρήσεως για τη θεραπεία μυκοπλασμάτων και άλλων βακτηριακών νόσων των ζώων και χορηγείται μέσα σε πόσιμο νερό", υπέπεσε σε αναγνωστικό σφάλμα του περιεχομένου του πιο πάνω εγγράφου (διπλώματος), αφού το περιεχόμενό του έχει ως εξής: "Απονέμουμε δίπλωμα ευρεσιτεχνίας με όλα τα έγγραφα στοιχεία που ανήκουν σ' αυτό, θεωρημένα, στην εταιρία ΒΑΥΕR ΑG, με έδρα στο LEVERKUZEN Δυτ.
Γερμανίας, για την εφεύρεση με τον τίτλο Βακτηριοκτόνα σκευάσματα προς εφαρμογήν εις το πεδίον της κτηνιατρικής..." (τίτλος δικαιώματος), "Βακτηριοδιοκτόνα σκευάσματα για την χρήσιν εις τον τομέα της κτηνιατρικής. Η προκειμένη εφεύρεσις αφορά εις βακτηριοδοκτόνα σκευάσματα, τα οποία περιέχουν κινολοκαρβουνικά οξέα και τα παράγωγα τούτων, δια την χρήσιν εις τον τομέα της κτηνιατρικής... " (κείμενο διπλώματος).
Όμως το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερα από τις προαναφερόμενες παραδοχές του, μόρφωσε την κρίση του, ότι το πιο πάνω δίπλωμα "προστατεύει εφεύρεση που αφορά την παρασκευή ουσιών, ήτοι μέθοδο παρασκευής και όχι χρήσεως", από πλείστα άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως έγγραφα, εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης και ιδιωτικές γνωματεύσεις που ρητώς και αναλυτικώς μνημονεύει και όχι αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο από το πιο πάνω έγγραφο.
Επομένως και ο προαναφερόμενος τρίτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4-6-2004 αίτηση των εταιρειών περιορισμένης ευθύνης α) PHARMACHEM - Φαρμακευτικά Προϊόντα ΕΠΕ (που εδρεύει στα Βριλήσσια Αττικής) και β) FARMING ΕΠΕ Βιομηχανία Κτηνιατρικών Φαρμάκων (που εδρεύει στη Μεταμόρφωση Αττικής) για αναίρεση της 1784/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Οκτωβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, την 11 Απριλίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ