Supreme Court dismisses appeal against termination of employment contract due to employee's serious misconduct.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by an employee against the termination of his employment contract by his bank. The court upheld the lower court's finding that the employee's specific acts and omissions constituted serious grounds for termination, justifying the loss of trust required to end the employment relationship. Although the court noted deficiencies in the reasoning regarding the attribution of responsibility to direct supervisors versus the employee, it ruled that the core assessment of the employee's conduct remained legally sound and sufficient.
Legislator headnote
AI generatedArticles 281 of the Civil Code and 559 of the Code of Civil Procedure; The court's assessment of whether an employee's conduct justifies termination of the employment contract is not subject to review on appeal if based on clear and sufficient evidence, even if the reasoning contains minor defects regarding the attribution of liability.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 548 / 2010 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 548/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Σαράντη Δρινέα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Βλαστό, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Τραπεζικής επιχείρησης με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ E.F.G. EYROBANK - ERGASIAS A.E.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. 2)..., Διευθύνοντος Συμβούλου και νομίμου εκπροσώπου της Τράπεζας με την επωνυμία "E.F.G. EYROBANK - ERGASIAS", που εδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Φώτη Σαρρή. Κοινοποιουμένη προς: 1) "ΕΝΩΤΙΚΟ ΣΥΛΛΟΓΟ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΤΡΑΠΕΖΑΣ E.F.G. EYROBANK - ERGASIAS", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο. 2)Δευτεροβάθμια Συνδικαλιστική Οργάνωση με την επωνυμία "Ομοσπονδία Τραπεζοϋπαλληλικών Οργανώσεων Ελλάδος (ΟΤΟΕ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Φιλιππόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-3-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με τις προφορικά ασκηθείσες πρόσθετες υπέρ του ήδη αναιρεσείοντος παρεμβάσεις. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2351/2005 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και 5394/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 10-11-2008 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Σαράντης Δρινέας ανέγνωσε την από 7-1-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, όπως προκύπτει από την 11468/23-2-2009 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών, αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για παράσταση κατ' αυτήν, επεδόθη σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρ. 81§3, 82§3 και 568 του Κ.Πολ.Δ. στο νομικό πρόσωπο με την επωνυμία "Ενωτικός Σύλλογος Εργαζομένων Τράπεζας EFG EUROBANK-ERGASIAS", το οποίο είχε παρέμβει προσθέτως υπέρ του αναιρεσείοντος ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου και δεν παρέστη ούτε εκπροσωπήθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο.
Επειδή ο από το άρθρ. 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ αναιρετικός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση ή αντένσταση, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα των διαδίκων και γενικότερα οι ισχυρισμοί που υποβάλλονται διηγηματικώς προς ενδυνάμωση ή αποδυνάμωση των απόψεων κάποιου διαδίκου, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου προβάλλει ότι με λόγο εφέσεως και προς ενίσχυση της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής του περί ακυρότητας της καταγγελίας ως καταχρηστικής είχε ισχυρισθεί με τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ότι από το με ημερομηνία 15-12-2004 πόρισμα της αναιρεσίβλητης, το οποίο λόγω αρνήσεώς της υποχρεώθηκε σε επίδειξη με την 4460/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων), προέκυπταν και τα ακόλουθα περιστατικά:
Από την παρ. 8 ότι για τον αποχαρακτηρισμό των δύο επίμαχων λογαριασμών, οι οποίοι είχαν περιπέσει σε καθεστώς αδρανείας, απαιτήθηκαν εγκρίσεις από Α' υπογραφή, οι οποίες δόθηκαν για τον πρώτο λογαριασμό από τη διευθύντρια του καταστήματος Ζ και για τον δεύτερο λογαριασμό από τον προϊστάμενό του, platform manager του καταστήματος, Ξ, που ήταν και οι μόνοι που είχαν δικαίωμα Α' υπογραφής και επομένως αυτοί φέρουν την αποκλειστική ευθύνη για τις ανωτέρω συναλλαγές, τις οποίες ο αναιρεσείων στη συνέχεια ήταν υποχρεωμένος να εκτελέσει.
Από τις παρ. 11-12 ότι σε καθημερινή βάση γίνονταν συναλλαγές στο ταμείο του για λογαριασμό πελατών από υπαλλήλους του καταστήματος "εκ του πλαγίου", δηλαδή με παράκαμψη της σειράς των πελατών που ανέμεναν στη σειρά να εξυπηρετηθούν και ότι στις περιπτώσεις αυτές οι εξυπηρετήσεις εκτός σειράς γίνονταν για γνωστούς πελάτες και πάντοτε με τη φυσική παρουσία αυτών, όπως ρητώς κατέθεσαν οι προαναφερθέντες Ζ και Ξ.
Από την παρ. 15 ότι υπεύθυνη για τη λίστα πλατφόρμας ήταν η Head Teller του καταστήματος Φ και ότι δεν υπήρχε υπεύθυνη για την τακτοποίηση και φύλαξη αρχείου των παραστατικών του καταστήματος και για τη μικροφωτογράφηση των παραστατικών και την αποστολή τους στο αρμόδιο Τμήμα Αρχείων της Διεύθυνσης Διοικητικής Υποστήριξης, γεγονός που συνεπάγεται ότι επρόκειτο για σοβαρές παραλείψεις της Διευθύντριας του καταστήματος και της υπεύθυνης για τη διαχείριση των Microfilms Φ.
Και ακόμη από τις παρ. 17, 19, 20 και 21 ότι οι επί μέρους αναλήψεις μπορεί να οφείλονται είτε σε κακόβουλες ενέργειες του αναιρεσείοντος είτε όμως και άλλου υπαλλήλου του καταστήματος, ο οποίος θα μπορούσε να εκμεταλλευθεί τις πρακτικές, τη λειτουργικότητα και τον τρόπο ενεργείας του αναιρεσείοντος, ότι ο τελευταίος είναι έντονα υπόλογος και εκτεθειμένος για την επιδειχθείσα γενικότερη λειτουργικότητα, η οποία δεν αποκλείει και ενδεχόμενες κακόβουλες ενέργειες, ομοίως, εκτεθειμένη είναι η Head Teller Φ για την εκ μέρους της έλλειψη πρωτοβουλιών ως προς την ασφαλή διαχείριση και φύλαξη των περιστατικών και την κακή διαχείριση των Microfilms του καταστήματος και επίσης οι Ζ και Ξ υπό τις ρηθείσες ιδιότητές τους είναι εκτεθειμένοι για την έλλειψη οφειλόμενης επιστασίας όσον αφορά τις εκ μέρους των δοθείσες αντιστοίχως εγκρίσεις για την τέλεση των κινήσεων των λογαριασμών που προαναφέρθηκαν.
Από τα εκτεθέντα δε στο πόρισμα πιο πάνω περιστατικά προκύπτει αφενός μεν ότι δεν αποδίδονται ευθείες κατηγορίες εναντίον του αναιρεσιβλήτου για το κλείσιμο των δύο συγκεκριμένων λογαριασμών, για τους οποίους διετάχθη η έρευνα και ως εκ τούτου δεν υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις που να δικαιολογούν την απόλυσή του εξ αιτίας της υπηρεσιακής συμπεριφοράς που επέδειξε και αφετέρου ότι αποκλειστική ευθύνη για το κλείσιμο των λογαριασμών είχαν οι προαναφερθέντες Φ, προϊσταμένη ταμείου, Ζ, Διευθύντρια του καταστήματος και Ξ, platform Manager, των οποίων τις εντολές ήταν υποχρεωμένος να εκτελέσει.
Τους παραπάνω ισχυρισμούς, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ισχυρίζεται ο αναιρεσείων ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια από το άρθρ. 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι οι προαναφερθέντες ισχυρισμοί αφορούν μεν λόγους εφέσεως, οι οποίοι περιέχουν παράπονα κατά της πρωτόδικης απόφασης, που όμως αναφέρονται όχι σε αυτοτελείς ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος και συνεπώς δεν συνιστούν "πράγματα" υπό την προδιαληφθείσα στην αρχή του σκεπτικού έννοια αλλά πραγματικά επιχειρήματα και συμπεράσματα που αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων και τείνουν στην ενδυνάμωση των απόψεων του αναιρεσείοντος σχετικά με την επικαλούμενη από αυτόν καταχρηστικότητα της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του.
Επειδή με τις διατάξεις του άρθρ. 224 του Κ.Πολ.Δ θεσπίζεται η απαγόρευση μεταβολής της βάσεως της αγωγής με ποινή απαραδέκτου. Η απαγόρευση αυτή αναφέρεται στη μεταβολή της ιστορικής βάσεως της αγωγής, δηλαδή των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν το επικαλούμενο δικαίωμα με την έννομη συνέπεια του οικείου κανόνα δικαίου.
Έτσι, ο ενάγων μισθωτός που στηρίζει την ακυρότητα της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας στην καταχρηστική άσκηση του αντίστοιχου δικαιώματος του εργοδότη, καθ' υπέρβαση των αξιολογικών ορίων του άρθρ. 281 του ΑΚ, με ιστορική βάση πραγματικά περιστατικά ότι η καταγγελία έγινε με μόνο σκοπό να του αποδώσει ανύπαρκτες ευθύνες περί πλημμελούς ασκήσεως των υπηρεσιακών του καθηκόντων και την εντεύθεν απώλεια των ταμειακών παραστατικών που μνημονεύονται στην αγωγή, ενώ τέτοια ευθύνη όφειλε να καταλογίσει στους προϊσταμένους του, δεν επιτρέπεται να μεταβάλει την ιστορική βάση με πραγματικά περιστατικά περί ακυρότητας της καταγγελίας, διότι ο εργοδότης κατά τη στάθμιση των αντίθετων συμφερόντων, δηλαδή της πλημμελούς συμπεριφοράς που του καταλογίσθηκε και της κυρώσεως που του επεβλήθη, παρέλειψε να λάβει άλλα μέτρα ήσσονος βαρύτητας, οπότε θα αποφεύγετο το επαχθέστερο και έσχατο μέσο της απόλυσης με βάση την αρχή της αναλογικότητας.
Εξάλλου, η μη λήψη υπόψη πραγματικών ισχυρισμών ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αρ. 8 περ. β του Κ.Πολ.Δ μόνο αν ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Τέτοια επίδραση όμως δεν ασκεί ο απαραδέκτως προτεινόμενος ή ο αόριστος ή ο μη νόμιμος ισχυρισμός και συνεπώς η μη απάντηση σε αυτόν δεν ιδρύει τον άνω λόγο αναιρέσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως κατά το ένα του μέρος προβάλλει, κατ' εκτίμηση, την αιτίαση από το άρθρ. 559 αρ. 8 περ. β του Κ.Πολ.Δ και ειδικότερα ότι, με την προσθήκη-αντίκρουση των προτάσεών του ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και προς αντίκρουση των ισχυρισμών της αναιρεσίβλητης, είχε επικαλεσθεί τα αναλυτικά εκτιθέμενα περιστατικά, από την ορθή εκτίμηση των οποίων προέκυπτε αβίαστα ότι με την καταγγελία της συμβάσεώς του, ως συνέπεια της αποδιδόμενης σε αυτόν πλημμελούς συμπεριφοράς που του καταλογίσθηκε από την εργοδότρια Τράπεζα, παραβιάσθηκε ευθέως η αρχή της αναλογίας μεταξύ της δήθεν πλημμελούς συμπεριφοράς του και της επιβληθείσας "κύρωσης", δηλαδή της απολύσεώς του, η οποία σε κάθε περίπτωση, υπό τις περιστάσεις υπό τις οποίες επεβλήθη κατά τα προαναφερθέντα τελεί σε προφανή δυσαναλογία προς τη δήθεν πλημμελή συμπεριφορά και την όποια βαρύτητά της και ως εκ τούτου είναι προφανώς καταχρηστική.
Τον πιο πάνω ισχυρισμό, που επανέφερε με λόγο εφέσεως στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο και ο οποίος έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ουδόλως έλαβε υπόψη. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι τα επικαλούμενα με την προσθήκη-αντίκρουση των πρωτόδικων προτάσεων περιστατικά, που επανέφερε με λόγο εφέσεως ο αναιρεσείων, συνιστούν ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσεως της αγωγής και επομένως η μη απάντηση του Εφετείου σε αυτόν (λόγο εφέσεως) δεν ιδρύει τον από το άρθρ. 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ λόγο αναιρέσεως.
Επειδή από τις διατάξεις των άρθρ. 335, 338, 339 και 346 του ΑΚ συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών περιστατικών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη, χωρίς όμως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωρίς την αξιολόγηση του καθενός από αυτά ούτε να καθορίσει τη βαρύτητα που αποδόθηκε στο καθένα από αυτά, ή τη σχέση και επιρροή του στα αποδεικτέα θέματα.
Βέβαια, δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να μην καταλείπεται καμία αμφιβολία από το περιεχόμενο της απόφασης ότι δια της συνήθως γενικής αναγραφής του είδους των αποδεικτικών μέσων (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) συνεκτιμήθησαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον από το άρθρ. 559 αρ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ λόγο αναιρέσεως. Στην προκείμενη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως κατά το έτερο μέρος προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την 4460/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων), με την οποία υποχρεώθηκε η αναιρεσίβλητη να χορηγήσει το από 15-12-2004 πόρισμα ελέγχου της Διευθύνσεως Πρόληψης και Καταστολής Απάτης της Τράπεζας και κυρίως το τελευταίο αυτό πόρισμα, που είχε προσκομίσει με επίκληση ο αναιρεσείων προς απόδειξη του έχοντος ουσιώδη επίδραση για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού του ότι η καταγγελία της συμβάσεώς του ήταν καταχρηστική.
Από τη βεβαίωση όμως που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι ελήφθησαν υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, σε συνδυασμό με όλο το περιεχόμενό της, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα ως άνω έγγραφα και συνεκτίμησε αυτά με τις λοιπές αποδείξεις για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος και επομένως ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Επειδή, λόγος αναιρέσεως από το άρ. 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ για έλλειψη νόμιμης βάσης ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της αποφάσεως τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, διότι στην κρίση του αυτή προβαίνει το δικαστήριο ανέλεγκτα, κατά το αρθρ. 561 § 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για τον λόγο αυτό καθίσταται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων προσλήφθηκε την 27-11-1997 από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη Τράπεζα με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου ως υπάλληλός της και τοποθετήθηκε στο υποκατάστημα ...
σε θέση ταμία. Με αφορμή προφορική αρχικά και έγγραφη στη συνέχεια αμφισβήτηση του πελάτη του καταστήματος αυτού ..., σχετικά με κλείσιμο του λογαριασμού του με ταυτόχρονη ανάληψη του υπολοίπου του η Διεύθυνση Πρόληψης και Καταστολής Απάτης της Τράπεζας αποφάσισε ειδική έρευνα στο ως άνω υποκατάστημα.
Ειδικότερα, ο συγκεκριμένος πελάτης προσήλθε την 27.04.2004 και ζήτησε ενημέρωση του λογαριασμού ταμιευτηρίου, στον οποίο και ήταν ο μόνος δικαιούχος. Ο λογαριασμός, όπως αποκαλύφθηκε, είχε ήδη χαρακτηρισθεί αδρανής, για τον λόγο ότι ο δικαιούχος, που διέμενε μόνιμα στη ..., δεν είχε προβεί σε καμμία κίνηση του επί μεγάλο χρονικό διάστημα.
Διαπιστώθηκε επίσης ότι στις 14.02.2003 είχε κλείσει και είχε αναληφθεί την ίδια ημερομηνία όλο το υπόλοιπό του ποσού 15.600 ευρώ. Στην επακολουθήσασα έρευνα δεν βρέθηκε αυτό το παραστατικό κλεισίματος της 14.02.2003, με την ταυτόχρονη ανάληψη του υπολοίπου του των 15.600 ευρώ. Προέκυψε, επίσης, ότι δεν είχε μικροφωτογραφηθεί το παραστατικό αυτό, υποχρέωση που έχει ο εκάστοτε ταμίας της Τράπεζας.
Αργότερα, τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου, προσήλθε στο ίδιο κατάστημα ο πελάτης ..., μόνιμος κάτοικος ..., ο οποίος τηρούσε στο κατάστημα αυτό λογαριασμό ταμιευτηρίου, από κοινού με την ήδη αποβιώσασα σύζυγό του ... και τον ..... Κατά την ενημέρωση του βιβλιαρίου, διαπιστώθηκε ότι ο συγκεκριμένος λογαριασμός που για τον ίδιο λόγο είχε χαρακτηρισθεί ως αδρανής, είχε κλείσει στις 30.01.2003, με ταυτόχρονη ανάληψη του υπολοίπου ποσού 5.200 ευρώ.
Ο πελάτης αμφισβήτησε το κλείσιμο του λογαριασμού από τον ίδιο ή συνδικαιούχο του και στην επακολουθήσασα έρευνα, διαπιστώθηκε ότι ο αδρανής αυτός λογαριασμός είχε καταστεί ενεργός με κατάθεση σε αυτόν στις 15.01.2003 ποσού ενός ευρώ, και ότι στο σχετικό ταμειακό παραστατικό κατάθεσης έχει υπογράψει ο αναιρεσείων στη θέση της υπογραφής του πελάτη.
Διαπιστώθηκε επίσης ότι την επομένη της κατάθεσης αυτής (του 1 ευρώ) δηλ. στις 16.01.2003 αναλήφθηκε από το λογαριασμό αυτό ποσό 2.000 ευρώ, το σχετικό όμως ταμειακό παραστατικό δεν βρέθηκε, όπως δεν βρέθηκε και το παραστατικό της συναλλαγής της 30.01.2003, όταν έκλεισε ο λογαριασμός και έγινε ανάληψη από αυτόν ποσού 5.200 ευρώ.
Προέκυψε, επίσης, από την έρευνα ότι όλες οι προαναφερόμενες τρείς κινήσεις στους λογαριασμούς και των δύο αυτών πελατών, κατά τις οποίες αναλήφθηκαν χρήματα, είχαν πραγματοποιηθεί από το τερματικό του αναιρεσείοντος, όπως επίσης και αυτή της κατάθεσης του 1 ευρώ, για την οποία και μόνο κίνηση βρέθηκε το σχετικό παραστατικό, στο οποίο μάλιστα αντί του πελάτη είχε υπογράψει ο αναιρεσείων.
Η αναιρεσίβλητη κατέβαλε στους πελάτες αυτούς έντοκα όλα τα ποσά 22.900 ευρώ συνολικά. Ακολούθησε έλεγχος σε 55 άλλους λογαριασμούς που είχαν χαρακτηρισθεί αδρανείς και διαπιστώθηκε, ότι σε 21 από αυτούς, o αναιρεσείων είχε προβεί στην ταυτοποίηση του πελάτη, έχοντας θέσει τη μονογραφή του στις ενδείξεις είτε γνωστός εκ συναλλαγής είτε επιβεβαίωσης υπογραφής παρά το γεγονός της ανομοιότητας των τεθεισών υπογραφών σε σχέση με το υπάρχον στο σύστημα δείγμα.
Η τράπεζα έστειλε στον εργαζόμενο, στις 5-11-2004, έγγραφο ερωτηματολόγιο με το οποίο εζητείτο από τη Διεύθυνση Πρόληψης και Καταστολής Απάτης να της απαντήσει εγγράφως στα θέματα που προέκυψαν. Την ίδια ημερομηνία ο αναιρεσείων απάντησε εγγράφως, στο έγγραφό του δε αυτό συνομολογεί ότι πολλές φορές ο ίδιος έθετε την υπογραφή του στα ταμειακά παραστατικά, ότι πάλι πολλές φορές προέβαινε σε εξυπηρέτηση πελατών "από το πλάι" και πολλές φορές προέβαινε ο ίδιος στην ταυτοποίηση πελατών, μονογράφοντας ο ίδιος την ένδειξη επιβεβαίωσης υπογραφής ή γνωστός εκ συναλλαγής, λαμβάνοντας τα αναγκαία στοιχεία (ΑΔΤ και τηλεφώνου) χωρίς σε όλες αυτές τις περιπτώσεις να έχει πιστοποιήσει τη φυσική παρουσία του πελάτη στο κατάστημα.
Από τις παραπάνω κινήσεις έγκριση από τον προϊστάμενο χρειάζεται μόνο για τον αποχαρακτηρισμό λογαριασμού από αδρανή σε ενεργό, η οποία έγκριση λαμβάνει χώρα μετά από έλεγχο της ταυτοποίησης στον οποίο όφειλε πάντοτε να προβαίνει ο ταμίας, ενώ εξυπηρέτηση πελατών εκτός σειράς επιτρέπεται μόνο στις περιπτώσεις ατόμων που χρειάζονται βοήθεια ή περιπτώσεις γνωστών και μεγάλων πελατών, πάντοτε όμως με τη φυσική παρουσία του πελάτη στο κατάστημα, όπου διενεργείται η συναλλαγή.
Η κατάθεση του μάρτυρα ..., υπαλλήλου της αναιρεσίβλητης, είναι σαφής για τις υποχρεώσεις του ταμία. Οι προαναφερόμενες ενέργειες του o αναιρεσείοντος, είπε το Εφετείο, ο οποίος προς δικαιολόγηση των παρατυπιών του αυτών επικαλείται παράλληλη ευθύνη των προϊσταμένων του, οι οποίοι μετακινήθηκαν προς άλλα καταστήματα της εργοδότριας, λόγος, που δεν τον απαλλάσσει των προσωπικών του ευθυνών, είναι σπουδαίοι λόγοι, που ήταν δυνατόν να κλονίσουν δικαιολογημένα, την εμπιστοσύνη της αναιρεσίβλητης προς το πρόσωπό του, με αποτέλεσμα αυτή να κρίνει ως αναγκαία και επιβεβλημένη την οριστική και άμεση καταγγελία της εργασιακής του σύμβασης.
Επομένως, η καταγγελία δεν υπήρξε και καταχρηστική, αφού αυτή έλαβε χώρα αποκλειστικά για σπουδαίους λόγους, που αφορούσαν καθαρά την υπηρεσιακή στάση και συμπεριφορά του ιδίου του αναιρεσείοντος, ο οποίος με τις δικές του παρατυπίες έθεσε σε κίνδυνο τις υποθέσεις της αναιρεσίβλητης, ώστε δικαιολογημένα να κλονιστεί ανεπανόρθωτα η εμπιστοσύνη της στο πρόσωπό του και να μην καθίσταται πλέον δυνατή κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη η συνέχιση της σχέσεως εργασίας.
Κατόπιν αυτών το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή ως ουσία αβάσιμη. Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρ. 281 του ΑΚ και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σαφείς, επαρκείς και όχι αντιφατικές αιτιολογίες σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι οι εκτιθέμενες αναλυτικά ενέργειες και παραλείψεις του αναιρεσείοντος, ασχέτως της επικαλούμενης ευθύνης των προϊσταμένων του, η οποία δεν απαλλάσσει τον ίδιο από τις δικές του ευθύνες, αποτελούν σπουδαίο λόγο, που μπορούσε δικαιολογημένα να κλονίσει την εμπιστοσύνη της αναιρεσείουσας στο πρόσωπό του, με συνέπεια αυτή να κρίνει αναγκαία και επιβεβλημένη την καταγγελία της συμβάσεώς του, η οποία ως εκ τούτου δεν υπήρξε καταχρηστική.
Με τον αυτό δεύτερο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται εν τέλει και η πλημμέλεια από το άρθρ. 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ και ειδικότερα ότι η προσβαλλόμενη απόφαση με ελλειπείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες κατέληξε στην κρίση ότι η καταγγελία της συμβάσεως του αναιρεσείοντος δεν ήταν καταχρηστική, καθόσον, ενώ το προαναφερθέν πόρισμα αποδίδει εντελώς αορίστως "ευθύνες" για την "επιδειχθείσα από αυτόν γενικότερη λειτουργικότητα", χωρίς άλλο ειδικότερο προσδιορισμό - χαρακτηρισμό, δηλαδή χωρίς να καταλογίζει συγκεκριμένες παρατυπίες, πιθανολογώντας απλώς ενδεχόμενη δήθεν κακόβουλη ενέργειά του, εν τούτοις δέχεται αντιφατικά και με ανεπαρκή αιτιολογία ότι οι ενέργειες και παραλείψεις του συνιστούν σπουδαίους λόγους, που δικαιολογούν την απόλυσή του (καθήν στιγμή και η ίδια η αναιρεσίβλητη για τις ενέργειες αυτές τον χαρακτηρίζει ως απλώς εκτεθειμένο απέναντί της) και η απόλυσή του έγινε για παρατυπίες για τις οποίες αποκλειστική ευθύνη έφεραν οι άμεσοι προϊστάμενοί του, των οποίων εντολές εκτελούσε και οι οποίοι απηλλάγησαν πάσης ευθύνης και κυρώσεων.
Οι αποδιδόμενες ως άνω αιτιάσεις ανάγονται σε ελλείψεις ή ανεπάρκειες των αιτιολογιών ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα ως προς την ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από τις αποδείξεις αυτές πορίσματος, το οποίο διατυπώνεται σαφώς στην απόφαση και συνεπώς είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, διότι πλήττουν την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και δεν καθιστά την αιτιολογία ανεπαρκή ή αντιφατική η έλλειψη ιδιαίτερης αναφοράς σε καθένα αποδεικτικό μέσο και στα επιχειρήματα των διαδίκων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-11-2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της 5394/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Φεβρουαρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ