Legislator Case Law & Legislation
548/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on bank liability, ruling the lower court correctly applied joint liability rules.

Case Number 548/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the National Bank of Greece's appeal against the Athens Court of Appeal's judgment. The appellant argued that the bank had been substituted in the execution of a mandate, whereas the lower court found the bank was a genuine co-signatory liable jointly. The court rejected this claim as legally unfounded because the original complaint explicitly stated the bank acted as a genuine co-signatory, making the substitution argument invalid and having no impact on the case outcome.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 para. 1, Art. 559 para. 8 of the Code of Civil Procedure; The ground of appeal under Art. 559 para. 8 is not established if the claim is legally unfounded and thus has no material impact on the judgment.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure ground of appeal genuine co-signatory joint liability substitution in execution legal unfounded claim material impact

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 para. 8 of the Code of Civil Procedure
Art. 715 of the Civil Code
Art. 716 of the Civil Code
Art. 480 of the Civil Code

Cited Case Law

AI generated
B' Oλ. AΠ 14/2004

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 548 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 548/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γεωργίου Καλαμίδα ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα, και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26ης Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας:ανώνυμης Τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Τσικρικά

Της αναιρεσιβλήτου:της αλλοδαπής ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΛΑΚΥ ΠΟΛΥΜΕΡΣ Α.Ε" (LUCKY POLYMERS LIMITED) και ήδη "ORION LIMITED", που εδρεύει στο Unit 8 Bridge Business Centre Bridge Road Southall - Middlesey Αγγλία και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Πουλόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29 Νιεμβρίου 1991 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2917/1992, οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 1556/2006 μη οριστική, 5063/2007 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30 Ιανουαρίου 2008 αίτησή της, με τους με ιδιαίτερο, από 22 Δεκεμβρίου 2008, δικόγραφο πρόσθετους επ' αυτής λόγους αναίρεσης . Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 2 Ιανουαρίου 2009 έκθεσή του , με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 130/30.1.2008 αιτήσεως, με τους με ιδιαίτερο, 280/22.12.2008 δικόγραφο πρόσθετους αυτής λόγους, για αναίρεση της 5063/25.7.2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των πρόσθετων λόγων αυτής, ο πληρεξούσιο της αναιρεσιβλήτου την απόρριψη τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη 130/30-1-2008 αίτηση αναιρέσεως, και με τους με ιδιαίτερο, 280/22-12-2008, δικόγραφο πρόσθετους αυτής λόγους προσβάλλεται η 5063/25-7-2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.

Ειδικότερα, με την 12354/29-11-1991 αγωγή εφέρετο προς διάγνωση αξίωση αποζημιώσεως της δι' αυτής ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης προς αποκατάσταση της ζημίας την οποία, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, υπέστη κατά την πλημμελή εκτέλεση από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα της ανατεθείσης στην τελευταία εντολής.

Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε αρχικά η 2917/1992 πράξη του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία τάχθηκε το οικείο σε βάρος της ενάγουσας θέμα αποδείξεως και στη συνέχεια, μετά την διεξαγωγή των αποδείξεων, κατά μερική παραδοχή της, η 1556/2006 οριστική αυτού απόφαση, και σε δεύτερο βαθμό, ύστερα από την 6756/28-7-2006 έφεση της εναγομένης, η 5063/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με απορριπτική επ' αυτής κατ' ουσίαν κρίση και παράλληλη απόρριψη ως απαραδέκτων των με ιδιαίτερο, 1149/19-10-2006, δικόγραφο πρόσθετων αυτής λόγων, περί πραγμάτων κρίση της οποίας στήριζε στις ακόλουθες αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της: "Η ενάγουσα ανώνυμη εταιρεία, που εδρεύει στην Αγγλία επώλησε στη μετέπειτα (κατά το έτος 1990) πτωχεύσασα ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΒΟΜΒΥΞ -Π.

ΣΒΩΛΟΠΟΥΛΟΣ ΚΑΙ Χ. ΚΟΥΤΡΟΥΜΠΗΣ", που είχε έδρα στην Αθήνα, ποσότητα πρώτης ύλης για την παραγωγή πολυεστερικών νημάτων (στοιχεία πολυμερισμού), η οποία απεστάλη στην αγοράστρια εταιρεία σε 4 παρτίδες που φορτώθηκαν τον Ιούνιο (οι δύο πρώτες) τον Ιούλιο (η τρίτη) και τον Σεπτέμβριο του 1989 (η τέταρτη), για να μεταβιβαστεί σ' αυτήν δια παραδόσεως των σχετικών φορτωτικών εγγράφων.

Η αξία των εμπορευμάτων κατά παρτίδα ανερχόταν στα ποσά των 171.000, 285.000, 285.000 και 275.000 αντίστοιχα μάρκων Δυτικής Γερμανίας. Για την εξυπηρέτηση της συναλλαγής της αυτής και την είσπραξη του τιμήματος η πωλήτρια ενάγουσα συνήψε σύμβαση με την εδρεύουσα στο Λονδίνο τραπεζική εταιρεία UCO ΒΑΝΚ, δυνάμει της οποίας η τελευταία ανέλαβε, με βάση τις οδηγίες της ενάγουσας, να παραδώσει τα εμπορεύματα, στην Ελλάδα δια της παραδόσεως των φορτωτικών εγγράφων στην αγοράστρια και να εισπράξει απ' αυτήν το τίμημα.

Πρόκειται δηλαδή για σύμβαση "προκαταβολής έναντι φορτωτικών", με βάση την οποία η αγγλική τράπεζα ανέλαβε ως εντολοδόχος να ενεργήσει για λογαριασμό της ενάγουσας την παράδοση των φορτωτικών και την είσπραξη του τιμήματος στην Ελλάδα από την αγοράστρια. Η εξασφάλιση της πληρωμής του τιμήματος για κάθε παρτίδα εμπορευμάτων θα γινόταν δια τηςαποδοχής εκ μέρους της αγοράστριας συναλλαγματικών εκδόσεως και σε διαταγή της ενάγουσας, με ημερομηνία λήξης 30 ημέρες μετά την ημερομηνία της αντίστοιχης συναλλαγματικής.

Η αποδοχή τους θα γινόταν με μέριμνα της εντολοδόχου τράπεζας, που έπρεπε να τις εμφανίσει προς αποδοχή και σε περίπτωση άρνησης της αποδέκτριας να συντάξει διαμαρτυρικό και να ειδοποιήσει σχετικά την ενάγουσα. Όπως είναι φυσικό η αλλοδαπή τράπεζα δεν μπορούσε να διεξαγάγει το μέρος της εντολής που απαιτούσε ενέργειες που έπρεπε να γίνουν στη χώρα μας και έτσι, κάθ' υπόδειξη της ενάγουσας, ανέθεσε στην εναγόμενη τράπεζα (με την οποία είχε συναλλαγές η αγοράστρια εταιρεία), να διεκπεραιώσει την υπόθεση με βάσει τις ειδικές γραπτές οδηγίες της ενάγουσας που η UCO ΒΑΝΚ θα διεβίβαζε στην εναγόμενη κυρίως μέσω τηλετυπημάτων.

Η υποκατάσταση αυτή της εναγομένης στην εκτέλεση της εντολής, που επετράπη από την εντολέα ενάγουσα, ήταν επιβεβλημένη από τις περιστάσεις και συνήθης στη διεθνή τραπεζική πρακτική των συναλλαγών επί εξαγωγικού εμπορίου. Ήταν επομένως επιτρεπτή (άρθρο 715 ΑΚ) και είχε ως αποτέλεσμα η ενάγουσα εντολέας να μπορεί να στραφεί και να αξιώσει απ' ευθείας τη διεκπεραίωση της εντολής από την εναγομένη.

Η εναγομένη ανέλαβε να διενεργήσει τις αναγκαίες για την εκτέλεση της εντολής πράξεις προς το συμφέρον της πωλήτριας ενάγουσας, κατά τις οδηγίες που μέσω της UCO ΒΑΝΚ θα της διεβίβαζε η κυρία της υπόθεσης ενάγουσα . Οι τρεις πρώτες παρτίδες εμπορευμάτων είχαν παραδοθεί στην ως άνω αγοράστρια εταιρεία, χωρίς όμως αυτή να είναι συνεπής στις υποχρεώσεις της και να καταβάλει στην πωλήτρια το τίμημα.

Αποφάσισε λοιπόν η ενάγουσα πωλήτρια να χρησιμοποιήσει ως μέσο πίεσης το γεγονός ότι οι φορτωτικές της τέταρτης παρτίδας εμπορευμάτων δεν είχαν παραδοθεί ακόμα στην αγοράστρια και ότι αυτή είχε ανάγκη πρώτης ύλης για την παραγωγική της διαδικασία, ώστε να πετύχει την εξόφληση των ληξιπρόθεσμων οφειλών της αγοράστριας προς αυτήν.

Για το λόγο αυτό ενημέρωσε εγγράφως την αγοράστρια ότι θα της παραδώσει τα εμπορεύματα της τέταρτης παρτίδας με τους όρους ότι: α) ταυτόχρονα με την παραλαβή των σχετικών φορτωτικών της τέταρτης παρτίδας θα εξοφλούντο οι μη ληξιπρόθεσμες συναλλαγματικές που αντιστοιχούσαν στο τίμημα αυτής β) θα εξοφλούντο οι συναλλαγματικές που αντιστοιχούσαν στην τρίτη παρτίδα εμπορευμάτων, γ) η εναγομένη θα συναποδεχόταν να εξοφλήσει τις οφειλόμενες ακόμη συναλλαγματικές που αφορούσαν όλο το τίμημα της δεύτερης παρτίδας και μη εξοφληθέν μέρος αυτού της πρώτης παρτίδας των πωληθέντων εμπορευμάτων.

Κατόπιν δε σχετικής εντολής της ενάγουσας, η τράπεζα UCO ΒΑΝΚ διεβίβασε στην εναγομένη το από 09/11/1989 τηλετύπημα που περιείχε τους ως άνω όρους της ενάγουσας για την παράδοση στην αγοράστρια των φορτωτικών της τέταρτης παρτίδας εμπορευμάτων, παράδοση που, όπως σαφώς προκύπτει από το περιεχόμενο του, υπεχρεούτο η εναγομένη να προβεί μόνο αν επληρούντο και οι τρεις τεθέντες όροι.

Βεβαίως δεν υπήρχε υποχρέωση της να συναποδεχθεί τις ληξιπρόθεσμες συναλλαγματικές που αφορούσαν το μη καταβληθέν τίμημα των δύο πρώτων παρτίδων, σαφώς όμως υπήρχε υποχρέωση της να μη παραδώσει φορτωτικές και εμπορεύματα της τελευταίας παρτίδας στην αγοράστρια, σε περίπτωση μη πλήρωσης έστω και ενός από τους όρους που είχε θέσει σχετικά η πωλήτρια ενάγουσα.

Η εναγόμενη όμως, παρά το ότι η UCO ΒΑΝΚ με τηλετύπημα της 14/11/1989 ζητούσε να ενημερωθεί για τις προθέσεις της αγοράστριας σχετικά με την παραπάνω πρόταση της ενάγουσας, στις 21/11/1989 έστειλε τηλεγράφημα στην UCΟ ΒΑΝΚ πληροφορώντας αυτήν ότι οι συναλλαγματικές της τέταρτης παρτίδας παρέμεναν ανεξόφλητες, ότι η αγοράστρια ζητούσε μελλοντικό διακανονισμό των οφειλών της και ζητώντας εντολές και οδηγίες για την ασφάλιση των εμπορευμάτων της τελευταίας παρτίδας και τη διαμαρτύρηση των αντίστοιχων συναλλαγματικών.

Αντί όμως να περιμένει απάντηση και χωρίς να έχει άλλες οδηγίες και εντολές από εκείνες του από 09/11/1989 τηλετυπήματος της UCΟ ΒΑΝΚ, η εναγόμενη στις 24/11/1989 είχε ήδη παραδώσει τις φορτωτικές της τέταρτης παρτίδας στην αγοράστρια από την οποία εισέπραξε μόνο το τίμημα των εν λόγω εμπορευμάτων, που της παρέδωσε, το οποίο και ενέβασε σε λογαριασμό υπέρ της ενάγουσας, χωρίς όμως να εισπράξει και το τίμημα της τρίτης παρτίδας και να υποσχεθεί την εξόφληση των συναλλαγματικών των δύο πρώτων παρτίδων εμπορευμάτων, προ πολλού ληξιπρόθεσμων.

Έτσι όμως αγνόησε τις σαφείς οδηγίες της ενάγουσας και παρεξέκλινε υπαιτίως της εντολής αυτής, με αποτέλεσμα η εντολέας ενάγουσα να ζημιωθεί κατά το ποσό των 627.000 γερμανικών μάρκων, ποσό που αφορούσε το μη καταβληθέν μέχρι τότε τίμημα των τριών πρώτων παρτίδων εμπορευμάτων και το οποίο ουδέποτε πλέον της κατέβαλε η αγοράστρια, αφού η αντισυμβατική αυτή συμπεριφορά της εναγομένης είχε ως συνέπεια να απωλέσει η ενάγουσα το μοναδικό μέσο πίεσης προς την αγοράστρια για την καταβολή του, δηλαδή τη μη παράδοση των εμπορευμάτων της τέταρτης παρτίδας προς αυτήν.

Οι ισχυρισμοί της εκκαλούσας περί ζημιάς εξ οικείου πταίσματος της ενάγουσας (άρθρο 300 ΑΚ) και περί καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής (άρθρο 281 ΑΚ) που προβάλλει με τον Ε9 στοιχεία Β3 λόγο εφέσεως, προβάλλονται, απαραδέκτως το πρώτον στην κατ' έφεση δίκη και είναι εξ αυτού απορριπτέοι κατ' άρθρο 527 ΚΠολΔ, αφού δεν συντρέχουν (και ούτε γίνεται επίκληση της συνδρομής) οι προϋποθέσεις της εν λόγω διατάξεως, αλλά ούτε και αυτής του άρθρου 2.69 ΚΠολΔ.

Κατά συνέπεια, αφού εξαιτίας πταίσματος της εναγομένης κατά την εκτέλεση της εντολής που της ανέθεσε η ενάγουσα, αυτή υπέστη ζημιά ίση με το μη εξοφληθέν τίμημα των ως άνω εμπορευμάτων (627.000 γερμανικά μάρκα)". Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται η ηττηθείσα εκκαλούσα με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια οι διατυπούμενοι δι' αυτής λόγοι αναιρέσεως.

Ειδικότερα :

Α. Κύριο δικόγραφο Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 α αρ. 1α ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Α' Ολ ΑΠ 7/2006).

Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσεως υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς.

Ως ζητήματα των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα απλά νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 334 παρ. 1 ΑΚ "Ο οφειλέτης ευθύνεται για το πταίσμα των προσώπων που χρησιμοποιεί για την εκπλήρωση της παροχής, όπως για δικό του πταίσμα", κατά δε το άρθρο 716 ΑΚ "Αν ο εντολοδόχος υποκατέστησε άλλον χωρίς δικαίωμα, ευθύνεται για το πταίσμα του άλλου σαν για δικό του πταίσμα. Αν υποκατέστησε άλλον έχοντας το σχετικό δικαίωμα, ο εντολοδόχος ευθύνεται μόνο για πταίσμα ως προς την εκλογή του υποκαταστάτου και ως προς τις οδηγίες που του έδωσε" (παρ.

παρ. 1, 2) "Και στις δύο περιπτώσεις ο εντολέας μπορεί να ασκήσει απευθείας κατά του υποκαταστάτου τις αγωγές που έχει εναντίον του ο εντολοδόχος" (παρ. 3). Η υποκατάσταση διαφέρει από τη χρησιμοποίηση βοηθού για την εκπλήρωση της παροχής. Η πρώτη συνίσταται σε μεταβίβαση από τον εντολοδόχο, με σύμβαση, σε άλλο πρόσωπο, της υποχρεώσεως, διεξαγωγής της υποθέσεως του εντολέα. 'Αρα ο υποκατάστατος αναλαμβάνει να διεξαγάγει την υπόθεση αυτοτελώς, με δική του ευθύνη, στη θέση του εντολοδόχου.

Η υποκατάσταση μπορεί να αφορά και μέρος μόνο της διεξακτέας από τον αρχικό εντολοδόχο υποθέσεως, αρκεί να μεταβιβάζεται η αυτοτελής και υπεύθυνη διεξαγωγή της υποθέσεως. Αντίθετα όταν ο εντολοδόχος χρησιμοποιεί απλώς "βοηθό" δεν αναθέτει σε άλλον, αλλά διατηρεί ο ίδιος την εκτέλεση καθώς και την ευθύνη για την διεξαγωγή της υποθέσεως που του έχει ανατεθεί (Ολ ΑΠ 25/1995).

Τέλος, κατά το άρθρο 717 ΑΚ, "Ο εντολοδόχος μπορεί να παρεκκλίνει από τα όρια εντολής, μόνον όταν αδυνατεί να ειδοποιήσει τον εντολέα και είναι συγχρόνως φανερό 'ότι ο εντολέας θα το είχε επιτρέψει, αν εγνώριζε τα περιστατικά που προκάλεσαν την παρέκκλιση". Με τις διαλαμβανόμενες στην αρχή της παρούσης αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως, γίνεται ανελέγκτως δεκτό, με πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, (α) ότι η αλλοδαπή τράπεζα, αδυνατούσε να διεξαγάγει το μέρος της εντολής που απαιτούσε την διενέργεια τραπεζικών εργασιών που έπρεπε να γίνουν στην Ελλάδα, καθ' υπόδειξη της ενάγουσας, ανέθεσε στην εναγόμενη τράπεζα, με την οποία είχε συναλλαγές η αγοράστρια εταιρεία, να διεκπεραιώσει την υπόθεση με βάση τις ειδικές γραπτές οδηγίες της ενάγουσας που η αλλοδαπή τράπεζα θα διεβίβαζε στην εναγομένη κυρίως μέσω τηλετυπημάτων, υποκατάσταση της εναγομένης στην εκτέλεση της εντολής, που επετράπη από την εντολέα ενάγουσα και ήταν επιβεβλημένη από τις περιστάσεις και συνήθης στην διεθνή τραπεζική τακτική επί συναλλαγών διεθνούς εμπορίου.

Η παραδοχή της αυτή αποκλείει την εφαρμογή του π.δ. 33/2000, με το οποίο καθιερώνεται αντικειμενική ευθύνη της αρχικής εντολοδόχου τράπεζας στις διασυνοριακές μεταφορές πιστώσεων μόνο στην περίπτωση κατά την οποία την ενδιάμεση τράπεζα έχει επιλέξει η ίδια η αρχική Τράπεζα (άρθρο 8 παρ.2), (β) ότι η εναγομένη ανέλαβε την εκτέλεση της εντολής, διενεργώντας τις αναγκαίες προς τούτο πράξεις, προς το συμφέρον της ενάγουσας και σύμφωνα με τις οδηγίες, τις οποίες θα διαβίβαζε εις εκείνη η ενάγουσα με την αλλοδαπή τράπεζα, (γ) ότι κατόπιν σχετικής εντολής της ενάγουσας η αλλοδαπή τράπεζα διαβίβασε στην εναγομένη το από 9-11-1989 τηλετύπημα, που περιείχε τους όρους της ενάγουσας για την παράδοση των εμπορευμάτων της τέταρτης παρτίδας και ειδικότερα (ι) ότι ταυτόχρονα με την παραλαβή των σχετικών φορτωτικών της τέταρτης παρτίδας θα εξοφλούντο οι μη ληξιπρόθεσμες συναλλαγματικές που αντιστοιχούσαν στο τίμημα αυτής, (ιι) θα εξοφλούντο οι συναλλαγματικές που αντιστοιχούν στην τρίτη παρτίδα εμπορευμάτων και (ιιι) η εναγομένη θα συναποδεχόταν να εξοφλήσει τις οφειλόμενες ακόμα συναλλαγματικές που αφορούσαν όλο το τίμημα της δεύτερης παρτίδας και μη εξοφληθέν μέρος αυτού της πρώτης παρτίδας των πωληθέντων εμπορευμάτων.

Τα πραγματικά αυτά περιστατικά, και ιδία η παραδοχή της αποφάσεως ότι η αλλοδαπή τράπεζα περιορίσθηκε απλώς σε διαβίβαση των εγγράφων ειδικών οδηγιών της ενάγουσας στην εναγομένη, δικαιολογούν την κατ' ορθή εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 715, 716 ΑΚ νομική αυτής εκτίμηση ότι πρόκειται περί υποκαταστάσεως της τελευταίας στην εκτέλεση της εντολής, με την έννοια ότι με τη συνομολογηθείσα με τον τρόπο αυτό σύμβαση ανέλαβε την διεξαγωγή της υποθέσεως με δική της ευθύνη.

Περαιτέρω δέχεται, (δ) ότι χωρίς να περιμένει άλλες οδηγίες και εντολές, εκτός από εκείνες του από 9-11-1989 τηλετυπήματος της αλλοδαπής, η εναγομένη στις 24-11-1989 παρέδωσε τις φορτωτικές των εμπορευμάτων της τέταρτης παρτίδας με την είσπραξη του οφειλομένου δι' αυτά τιμήματος, κατά παράβαση και υπαίτια παρέκκλιση των λοιπών όρων της εντολής, με αποτέλεσμα να υποστεί η ενάγουσα τη συνδεομένη αιτιωδώς με την εν λόγω αντισυμβατική συμπεριφορά της εναγομένης ζημία 627.000 γερμανικών μάρκων, ισόποση με το οφειλόμενο συνολικό τίμημα των εμπορευμάτων των τριών προηγουμένων παρτίδων, την είσπραξη του οποίου και επεδίωκε με τους τεθέντες όρους εκτελέσεως της εντολής, θεωρούσα ότι μοναδικό προς τούτο μέσο πιέσεως της αγοράστριας ήταν η μη παράδοση των εμπορευμάτων της τέταρτης περιόδου.

Ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παραπάνω ιστορούμενης αντισυμβατικής συμπεριφοράς της εναγομένης κατά την εκτέλεση της ανατεθείσης εις αυτήν, καθ' υποκατάσταση, εντολής, δεν αίρεται από την επακολουθήσασα πτώχευση της αγοράστριας, ενόψει της παραδοχής της αποφάσεως ότι καταβλήθηκε από την τελευταία το τίμημα της τέταρτης παρτίδας εμπορευμάτων, χωρίς παράλληλα να συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 717 ΑΚ, με την έννοια ότι τη γενόμενη παρέκκλιση από τις οδηγίες ήταν φανερό ότι η ενάγουσα θα είχε επιτρέψει αν γνώριζε τα προκαλέσαντα αυτήν περιστατικά, με παράλληλη αδυναμία ειδοποιήσεως της εντολέως ενάγουσας ενόψει των παραδοχών της αποφάσεως περί συνεχούς επικοινωνίας της αλλοδαπής τράπεζας με την εναγομένη και του επιδιωκόμενου σκοπού για τον οποίο τέθηκαν οι όροι της ανατεθείσης στην τελευταία, καθ' υποκατάσταση εντολής.

Επομένως κατ' ορθή εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 715, 716 ΑΚ κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι η αναιρεσείουσα οφείλει στην αναιρεσίβλητη το επιδικασθέν με την πρωτοβάθμια 1556/2006 οριστική απόφαση ισάξιο σε ευρώ κατά τον χρόνο καταβολής των 627.000 μάρκων Δυτικής Γερμανίας, με άμεση δικονομική συνέπεια οι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, προσάπτεται ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των εν λόγω διατάξεων και εκείνων των άρθρων 334 παρ. 1, 714, 717, 914, 297, 298, 330 ΑΚ, 525, 533, 537 ΕμπΝ, αρνητικά να αξιολογούνται, ως αβάσιμοι.

Β. Πρόσθετο δικόγραφο Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, ο προβλεπόμενος από την εν λόγω διάταξη λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη πράγματα που παραδεκτά προτάθηκαν ή έλαβε υπ' όψη πράγμα, που δεν προτάθηκε και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. 'Ετσι δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως όταν ο ισχυρισμός δεν είναι νόμιμος, αφού στην περίπτωση αυτή δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Β' Ολ.

ΑΠ 14/2004). Με τον δεύτερο κατά σειρά λόγο προβάλλεται η αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, με την έννοια ότι το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε τον μη προβληθέντα από την αναιρεσίβλητη αγωγικό ισχυρισμό ότι η αναιρεσείουσα υποκαταστάθηκε από την αλλοδαπή τράπεζα στην εκτέλεση της εντολής, όταν στο δικόγραφο της αγωγής διαλαμβάνεται ότι με βάση την χορηγηθείσα από την αναιρεσίβλητη πληρεξουσιότητα ορίσθηκε ως γνήσια συνεντολοδόχος με την αλλοδαπή τράπεζα, περίπτωση κατά την οποία, κατά τις διατάξεις των άρθρων 715, 716, 480 ΑΚ, ευθύνεται κατ' ισομοιρία μετ' αυτής, αντί του αιτηθέντος και επιδικασθέντος σε βάρος της συνολικού ποσού της αποζημιώσεως, τις οποίες (διατάξεις ) με τον τρόπο αυτό ευθέως παραβίασε, κατά την διατυπούμενη με τον πρώτο κατά σειρά λόγο αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ.

Ο ισχυρισμός αυτός, επί του οποίου θεμελιώνονται αμφότεροι οι αρνητικά αξιολογούμενοι, ως αβάσιμοι, λόγοι αναιρέσεως, δεν είναι νόμιμος και με την έννοια αυτή δεν ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως ερειδόμενος επί αναληθούς από νομική και ουσιαστική άποψη προϋποθέσεως. Ειδικότερα, από την επιτρεπτή επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής, προκύπτει ότι δι' αυτής διατυπώνεται ο αγωγικός ισχυρισμός ότι η αναιρεσίβλητη χορήγησε στην αρχική εντολοδόχο αλλοδαπή τράπεζα την πληρεξουσιότητα να μεταβιβάσει την υποχρέωση εκτελέσεως της εντολής στο όνομα και για λογαριασμό της στην αναιρεσείουσα κατά το τμήμα αυτής που αφορούσε τραπεζικές εργασίες στην Ελλάδα, που δικαιολογεί την παραδοχή της προσβαλλόμενης αποφάσεως για επιτραπείσα και επιβαλλόμενη από τις περιστάσεις υποκατάσταση στην εκτέλεση της εντολής, χωρίς η κρίση αυτή να διαφοροποιείται από τον χαρακτηρισμό της αναιρεσείουσας ως γνησίας συνεντολοδόχου, αφού και στην περίπτωση αυτή νοείται, και είναι δυνατή εκ των πραγμάτων, η εκτέλεση της εντολής αποκλειστικά και μόνον από την αναιρεσείουσα, με ακεραία την ευθύνη αυτής προς αποκατάσταση της ζημίας που προκλήθηκε στην αναιρεσίβλητη από την πλημμελή εκτέλεση της εντολής.

Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως με τους πρόσθετους αυτής λόγους, με παράλληλη καταδίκης της αναιρεσείουσας στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις τα οποία ορίζει στο ποσό των 1800,00 Ευρώ (Κ.Πολ.Δ.183).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την 130/30-1-2008 αίτηση, με τους με ιδιαίτερο, 280/22-12-2008, δικόγραφο πρόσθετους αυτής λόγους, για αναίρεση της 5063/25-7-2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και,

Καταδικάζει την αναιρεσείουαα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800,00) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Φεβρουαρίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Μαρτίου 2009.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ