Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling lower court bound by prior Supreme Court decision on legal issues only.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's judgment, rejecting all additional grounds for review. The appellant argued the lower court erred in applying the law and failed to address specific claims regarding the termination of an employment contract and unpaid bonuses. The court ruled that the lower court was legally bound by the Supreme Court's previous decision on the same legal issues, limiting its scope to facts not yet decided by the higher court.
Legislator headnote
AI generatedArticles 580(4) and 581(2) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court's decision binds lower courts on legal issues resolved, but the lower court retains discretion over the substantive facts of the dispute.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 548 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 548/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ΒΛ. ΚΟΛΙΟΠΟΥΛΟΣ - ΧΑΡΤΟΠΟΙΪΑ, ΧΑΡΤΟΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΚΑΙ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Α.Ε." και το διακριτικό τίτλο "ΠΑΚΟ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Τσαγκανό. Της αναιρεσίβλητης: ψ1, η οποία παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά της ως δικηγόρος.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-7-2000 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 65/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 6723/2002 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσίβλητη με την από 15-10-2002 αίτησή της.
Εκδόθηκε η 1041/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε εν μέρει την 6723/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 2127/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15-11-2006 αίτησή της και τους από 27-9-2007 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη, διάβασε την από 23-11-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναιρέσεως και των πρόσθετων λόγων αυτής. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, η αναιρεσίβλητη την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 580 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δ. οι αποφάσεις της Ολομέλειας και των Τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν, κατά δε το άρθρο 581 παρ. 2 του ίδιου κώδικα, στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση και αφού κατατεθούν προτάσεις κατά το άρθρο 237.
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι η υποχρέωση του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί προς την αναιρετική απόφαση περιορίζεται μόνο στο νομικό ζήτημα που έλαβε θέση ο Άρειος Πάγος, δεχόμενος το σχετικό λόγο αναιρέσεως. Αντίθετα, τέτοια υποχρέωση δεν υφίσταται ως προς την ουσία της διαφοράς, η περί της οποίας κρίση του είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη.
Στην προκείμενη περίπτωση, ο Άρειος Πάγος με την υπ' αριθμ. 1045/2005 απόφαση του, που εκδόθηκε επί της κρινόμενης υποθέσεως δέχτηκε ως προς το αγωγικό αίτημα που αφορούσε το επίδομα τριετίας τα εξής: "Κατά τις διατάξεις του άρθρου 92Α παρ. 1 και 2 του Κώδικα περί δικηγόρων (ΝΔ 3026/1954), όπως το άρθρο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 2 του ν. 1093/1980 και τροποποιήθηκε με το άρθρο 12 του ν. 1816/1998, σε περίπτωση που έχει συμφωνηθεί να αμείβεται ο δικηγόρος για τις παρεχόμενες από αυτόν υπηρεσίες μόνο με πάγια περιοδική αμοιβή, τα κατώτατα όρια αυτής καθορίζονται κατά μήνα ως ακολούθως:
α) Για δικηγόρο στο πρωτοδικείο το 15ο μισθολογικό κλιμάκιο β) Για δικηγόρο στο Εφετείο το 8ο μισθολογικό κλιμάκιο και γ) Για δικηγόρο στον Άρειο Πάγο το 1ο μισθολογικό κλιμάκιο. Τα κατώτατα όρια αμοιβής της παραπάνω παραγράφου προσαυξάνονται και με τα επιδόματα που καταβάλλονται στους τακτικούς δημοσίους υπαλλήλους, σύμφωνα με τις ισχύουσες γι' αυτούς διατάξεις.
Για τον καθορισμό του επιδόματος χρόνου υπηρεσίας υπολογίζεται ο συνολικός χρόνος ασκήσεως του δικηγορικού λειτουργήματος. Περαιτέρω με την υπ' αριθμ. 2022210/2776/002/1997 κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ 319 β'/21-4-1997), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 24 του ν. 2470/1997 για την αναμόρφωση του μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και ισχύει από 1-1-1997, επεκτάθηκαν εν μέρει οι διατάξεις του άνω νόμου και στους δικηγόρους με σχέση έμμισθης εντολής και κατατάχθηκαν οι δικηγόροι αυτοί στα αναφερόμενα στο πιο πάνω άρθρο 92 Α παρ. 1 του Κώδικα Δικηγόρων μισθολογικά κλιμάκια, στα οποία αντιστοιχεί ο καθοριζόμενος στο άρθρο 7 του ν. 2470/1997 βασικός μηνιαίος μισθός.
Επιπλέον χορηγούνται σ' αυτούς, σύμφωνα με το άρθρο 92 Α παρ. 2 του Κώδικα δικηγόρων και τα τακτικά επιδόματα που προβλέπονται από το άρθρο 8 του ν. 2470/1997, μεταξύ των οποίων και το επίδομα χρόνου υπηρεσίας, που υπολογίζεται με βάση τα έτη δικηγορίας, κατά τα προεκτεθέντα. Εξάλλου, το άρθρο 12 του ν. 1093/1980 προβλέπει ότι σε περίπτωση καθορισμού στο μέλλον - μετά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού (28-11-1997)- με συμφωνία των μερών ποσού περιοδικής αμοιβής του δικηγόρου ανωτέρου του καθοριζομένου από το άρθρο 2 (άρθρο 92Α του Κώδικα Δικηγόρων), τούτο, εφόσον τα μέρη δεν όρισαν άλλως, θα προσαυξάνεται σύμφωνα με τις παραγράφους 2 και 3 του άνω άρθρου, με βάση το ποσό που θα συμφωνηθεί.
Στην προκείμενη υπόθεση η αναιρεσείουσα εξέθετε στην ένδικη αγωγή της, όπως προκύπτει από αυτή και αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι στις 4-11-1996 που κατήρτισε με την πρώτη αναιρεσίβλητη την επίδικη σύμβαση έμμισθης εντολής, ήταν δικηγόρος διορισμένη στο Πρωτοδικείο Αθηνών με την 88526/24-9-1990 απόφαση και με συνολικό χρόνο άσκησης δικηγορικού λειτουργήματος 6 ετών και 2 μηνών και ότι με την 51/18-1-1999 απόφαση του ΔΣΑ προήχθη σε δικηγόρο στο Εφετείο Αθηνών.
Ότι η συμφωνημένη πάγια αμοιβή της διαμορφώθηκε σταδιακά, ύστερα από οικειοθελείς αυξήσεις στο ποσό των 440.000 δρχ. και καταβαλλόταν στο τέλος κάθε μήνα, χωρίς να υπάρχει συμφωνία ότι το καταβαλλόμενο ποσό θα κάλυπτε και τα τυχόν υφιστάμενα επιδόματα. Ότι κατά τη γενόμενη στις 20-6-2000 καταγγελία της συμβάσεως της, καταβλήθηκε σ' αυτή αποζημίωση 3.918.000 δρχ., η οποία δεν είναι πλήρης, διότι δεν υπολογίστηκε στις μηνιαίες συμβατικές αμοιβές της, το επίδομα τριετίας 10% που δικαιούνταν λόγω συμπληρώσεως τριών ετών υπηρεσίας στην πρώτη αναιρεσίβλητη.
Κατόπιν αυτών η αναιρεσείουσα ζήτησε επικουρικά, στην περίπτωση που θα κρινόταν έγκυρη η ως άνω καταγγελία, να υποχρεωθεί η πρώτη αναιρεσίβλητη να της καταβάλει, εκτός από τα επιδόματα τριετίας του χρονικού διαστήματος από 3-11-1999 έως 31-5-2000 και τις νόμιμες πάγιες αμοιβές της, μαζί με τα επιδόματα τριετίας, αδείας και εορτών μέχρι την πλήρη καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως της.
Με αυτό το περιεχόμενο της αγωγής τα συγκεκριμένα αιτήματα αυτής στηρίζονταν στις παραπάνω διατάξεις των άρθρων 92 Α του Κώδικα Δικηγόρων, 12 παρ. 4 του ν. 1093/1980, 8 του ν. 2470/1997 και ΚΥΑ 2022210/2776/002/1997 και ήταν νόμιμα, χωρίς να ασκεί επιρροή το γεγονός ότι η αναιρεσείουσα χαρακτηρίζει το ζητούμενο χρονοεπίδομα ως επίδομα τριετιών και το υπολογίζει διαφορετικά (με βάση τον χρόνο υπηρεσίας στον ίδιο εργοδότη) από τον τρόπο που υπολογίζεται το επίδομα χρόνου υπηρεσίας ( με βάση το συνολικό χρόνο ασκήσεως του δικηγορικού λειτουργήματος), αφού και το επίδομα τριετιών αποτελεί μορφή του επιδόματος χρόνου υπηρεσίας και περιέχονταν στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για τη θεμελίωση και τον υπολογισμό του τελευταίου αυτού επιδόματος".
Μετά ταύτα, κατά παραδοχή του σχετικού λόγου αναιρέσεως από το άρθρο 1 του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναιρέθηκε η υπ' αριθμ. 6723/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος αυτής που είχε κρίνει ότι το ζητούμενο επίδομα τριετίας είχε καταργηθεί από της ενάρξεως της ισχύος του ν. 1093/1980 και ότι η αγωγή ως προς το κεφάλαιο αυτό δεν ήταν νόμιμη και παραπέμφθηκε η υπόθεση κατά το μέρος αυτό προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο.
Με βάση τα παραπάνω, το Εφετείο, το οποίο ως δικαστήριο της παραπομπής στο οποίο εισήχθη η υπόθεση μετά την έκδοση της προαναφερόμενης απόφασης του Αρείου Πάγου, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχτηκε ως νόμιμο το κονδύλιο της αγωγής που αφορούσε το μη καταβληθέν επίδομα χρόνου υπηρεσίας για το χρονικό διάστημα από 30-11-1999 έως 31-5-2000 εκ δρχ. 308.000 δρχ. (44.000Χ7μήνες), το οποίο (ποσό) είναι μικρότερο του προβλεπομένου από το άρθρο 8 παρ. 1 του ν. 2470/1997, αφού η ενάγουσα υπολόγισε αυτό, με βάση το χρόνο υπηρεσίας της στην εναγόμενη και όχι με βάση το συνολικό χρόνο ασκήσεως του δικηγορικού επαγγέλματος (από το έτος 1990) και στη συνέχεια απέρριψε το σχετικό λόγο εφέσεως της εναγομένης και τους πρόσθετους λόγους και ενστάσεις αυτής που αφορούσαν την αοριστία και αβασιμότητα του κονδυλίου αυτού, συμμορφώθηκε με την πιο πάνω δεσμευτική για αυτό απόφαση, ερεύνησε δε την υπόθεση εντός των ορίων που διαγράφονται με την εν λόγω αναιρετική απόφαση και απορριπτέοι ως αβάσιμοι είναι οι λόγοι της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ.
Επειδή, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου μη εφαρμοστέο ή παρέλειψε την εφαρμογή του εφαρμοστέου, είτε προσέδωσε στον εφαρμοσθέντα κανόνα, έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει, ενώ κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 του ίδιου κώδικα ο λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της απόφασης δεν προκύπτουν με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα αναγκαία περιστατικά για την κρίση περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της συνδρομής αυτών και εξαιτίας τούτου δεν είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή της διάταξης αυτής.
Με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ., αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι με τις πραγματικές παραδοχές της παραβίασε το άρθρο 281 ΑΚ, καθώς και ότι στερείται νόμιμης βάσης, γιατί δεν διευκρινίζει, ούτε προσδιορίζει αιτιολογικά για ποιους συγκεκριμένους λόγους είναι αβάσιμη η ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης, για καταβολή του επιδικασθέντος κονδυλίου της αγωγής που αφορά το επίδομα πολυετίας για το χρονικό διάστημα από 30-11-1999 μέχρι 31-5-2000.
Ο λόγος αναιρέσεως αυτός είναι απορριπτέος ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού όπως προκύπτει από την επισκόπηση των προτάσεων της εναγομένης-αναιρεσείουσας ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δεν είχε προταθεί από αυτή νομίμως ένσταση καταχρήσεως δικαιώματος σε σχέση με το παραπάνω κονδύλιο της αγωγής δεδομένου ότι η προταθείσα ένσταση καταχρήσεως δικαιώματος αφορούσε την βάση της αγωγής σχετικά με την ακυρότητα της καταγγελίας της έμμισθης εντολής και ως εκ τούτου το Εφετείο δεν είχε λόγο να ασχοληθεί, ούτε απέρριψε ως αβάσιμη ένσταση περί καταχρήσεως του εν λόγω δικαιώματος, όπως αβάσιμα η αναιρεσείουσα υπολαμβάνει.
Με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως και υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ. αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά την επίκληση, με πρόσθετο λόγο εφέσεως, συντρέχοντος πταίσματος της εναγομένης (άρθρα 300, 330, 342 ΑΚ) κατά ποσοστό 99% για την μη καταβολή σ' αυτήν του χρονοεπιδόματος, παραβίασε τις πιο πάνω διατάξεις και δεν περιέλαβε ειδική αιτιολογία επί ζητήματος που ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Ο πρόσθετος αυτός λόγος αληθώς από το άρθρο 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ. είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού ο ισχυρισμός αυτός δεν είναι "πράγμα" κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως στην κρινόμενη περίπτωση, δεδομένου ότι η αξίωση της αναιρεσίβλητης για καταβολή του επιδικασθέντος χρονοεπιδόματος, δεν αφορούσε αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας, ή έστω ενδοσυμβατικής ευθύνης της εναγομένης-αναιρεσείουσας και ως εκ τούτου δεν έχουν εφαρμογή οι πιο πάνω διατάξεις Με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 14 του Κ.Πολ.Δ., αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση , ότι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της παραπεμφθείσας επικουρικής βάσης της αγωγής, αφού η αντίδικος του δεν άσκησε αντέφεση ή έφεση κατά του σχετικού κεφαλαίου της εκκαλούμενης αποφάσεως.
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί, γιατί στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού το κονδύλιο πολυετίας των 903,89 ευρώ, είχε επιδικαστεί με την εκκαλούμενη απόφαση, το Εφετείο δε απέρριψε το σχετικό λόγο εφέσεως της αναιρεσείουσας, όπως όφειλε να πράξει στα πλαίσια που διαγράφονταν από την αναιρετική απόφαση.
Τέλος, απορριπτέοι ως αόριστοι και ανεπίδεκτοι δικαστικής εκτιμήσεως, είναι ο τέταρτος "επικουρικά πρόσθετος αναιρετικός λόγος αντικατάστασης αιτιολογίας μείωσης της ex lege ποινής στο προσήκον μέτρο", καθώς και ο πέμπτος πρόσθετος λόγος, αφού από τα εκτιθέμενα στους λόγους αυτούς δεν είναι σαφές ποια νομική πλημμέλεια αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναιρέσεως από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 559 του Κ.Πολ.Δ.
θεμελιώνουν οι προβαλλόμενες αιτιάσεις (Ολ.ΑΠ.20/2005). Μετά ταύτα, η αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής πρέπει να απορριφθούν στο σύνολο τους.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-11-2006 αίτηση αναιρέσεως και τους από 27-9-2007 πρόσθετους λόγους αυτής, κατά της υπ' αριθμ. 2127/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιανουαρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Μαρτίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ