Legislator Case Law & Legislation
548/2007 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on labor contract termination, upholding lower court's finding of no vindictive motive.

Case Number 548/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision regarding a labor dispute. The appellant argued the employer's termination was vindictive, but the court found the dismissal was due to a lack of work subject matter rather than retaliation. Consequently, the court ruled the lower court's reasoning was sufficient and legally sound.

Legislator headnote

AI generated

Articles 529(1)(a), 529(2), 591(a), 670, 671, 674(2), 559(19), 561(1) of the Code of Civil Procedure; The appellate court may admit new evidence if not introduced due to bad faith or gross negligence, and its factual findings on the absence of vindictive motives in termination are subject to limited review.

Keywords

AI generated
labor contract termination vindictive dismissal appellate review standards new evidence admissibility good faith principle legal sufficiency of reasoning unfair dismissal

Cited Legislation

AI generated
Article 529(1)(a) of the Code of Civil Procedure
Article 529(2) of the Code of Civil Procedure
Article 591(a) of the Code of Civil Procedure
Article 670 of the Code of Civil Procedure
Article 671 of the Code of Civil Procedure
Article 674(2) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Article 281 of the Civil Code

Cited Case Law

AI generated
AP 586/2002
1746/2002
54/2003
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 548 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 548/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1΄ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ....., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Χριστόπουλο. Του αναιρεσιβλήτου: ...., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ευαγγελοδήμο, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 21-7-2003 και 7-2-2004 αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1448/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 6064/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29-9-2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Αθανασίου, διάβασε την από 23-1-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Επειδή, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 529 παρ. 1 εδ. α΄ του ΚΠολΔ στην κατ΄ έφεση δίκη επιτρέπεται να γίνει επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων, κατά δε τη διάταξη της παρ. 2 του ίδιου άρθρου το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί να αποκρούσει τα αποδεικτικά μέσα που προσάγονται πρώτη φορά σ΄ αυτό ως απαράδεκτα, αν κατά την κρίση του ο διάδικος δεν τα είχε προσκομίσει στην πρωτόδικη δίκη από πρόθεση στερψοδικίας ή από βαριά αμέλεια.

Οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 591 εδ. α΄ του ίδιου Κώδικα, και στην ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, εφόσον δεν αντιβαίνουν στις ειδικές διατάξεις των άρθρων 670 και 671 ΚΠολΔ, που, σύμφωνα με το άρθρο 674 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, εφαρμόζονται και στην κατ΄ έφεση δίκη και έτσι ρυθμίζουν και την ενώπιον του Εφετείου απόδειξη κατά την εν λόγω ειδική διαδικασία.

Επομένως, νομίμως λαμβάνεται υπόψη, στη δίκη αυτήν, ως νέο αποδεικτικό μέσο, ένορκη βεβαίωση, μετά νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση του αντιδίκου, η οποία δόθηκε μετά τη συζήτηση ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (ΑΠ 586/2002, 1746/2002 και 54/2003), ΄Ετσι το Εφετείο με το να λάβει υπόψη τις υπ΄ αριθ. 2042, 2043 και 2044/31-1-2005 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, οι οποίες είχαν προσκομιστεί με επίκληση από τον αναιρεσίβλητο και, κατά την παραδοχή του, είχαν γίνει ύστερα από προηγούμενη νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση του αναιρεσείοντος, χωρίς να δεχτεί και ότι οι ένορκε αυτές βεβαιώσεις δεν είχαν προσκομιστεί στην πρωτόδικη δίκη από πρόθεση στερψοδικίας ή από βαριά αμέλεια, πολλώ μάλλον αφού δέχεται ότι "η βραδεία προσκόμισή τους δεν γίνεται από πρόθεση στρεψοδικίας", δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει.

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως κατά το από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. α΄ ΚΠολΔ μέρος του, με το οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο με το να λάβει υπόψη τις αμέσως πιο πάνω ένορκες βεβαιώσεις, έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Ο ίδιος (πρώτος) λόγος αναιρέσεως κατά το υπόλοιπο μέρος του, με το οποίο προβάλλονται αιτιάσεις, που αναφέρονται στην εκτίμηση της ουσίας πραγματικών γεγονότων, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, γιατί οι προβαλλόμενες αυτές αιτιάσεις ανάγονται στην ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων σχετική κρίση του Εφετείου (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

2.- Επειδή, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται ότι το Εφετείο με το να δεχτεί με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι από κανένα από τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίστηκαν δεν αποδείχθηκε η προϋπηρεσία του αναιρεσείοντος σε άλλον εργοδότη και μάλιστα σε συναφή και ανάλογη εργασία, υπέπεσε στην από τον αριθμό 1 εδ.

β΄ του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια, επειδή παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία, κατά τον αναιρεσείοντα, αφορούν την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε κανόνες δικαίου. Και αυτό, γιατί από το συνολικό αποδεικτικό υλικό, καθώς και τα διδάγματα της κοινής πείρας και τα συναλλακτικά ήθη προκύπτει, ότι οι επιμετρήσεις, τις οποίες ο αναιρεσείων αναλάμβανε, δεν θα μπορούσαν να γίνουν από εργαζόμενο ανειδίκευτο στη συγκεκριμένη εργασία, επειδή απαιτούν εμπειρία και γνώση πάνω στο αντικείμενο, χαρακτηριστικά στα οποία και απέβλεψε ο αναιρεσίβλητος, για να του αναθέσει την εργασία αυτήν, η οποία και του απέφερε μεγάλο όφελος.

΄Ετσι, η προϋπηρεσία αυτού ( αναιρεσείοντος) στο αντικείμενο των επιμετρήσεων προκύπτει από αυτήν και μόνο την πρόσληψή του στη συγκεκριμένη θέση από τον αναιρεσίβλητο, χωρίς να απαιτείται συμπληρωματική απόδειξη. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 566 παρ. 1 και 118 αριθ. 4 του ΚΠολΔ, να απορριφθεί ως αόριστος, κυρίως γιατί δεν αναφέρονται ο ή οι κανόνες ουσιαστικού δικαίου, για την αληθινή έννοια των οποίων ή για την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ΄ αυτούς, δεν χρησιμοποιήθηκαν τα αναφερόμενα ως διδάγματα της κοινής πείρας.-

3.- Επειδή, η ισότητα αναφορικά με τη μισθολογική μεταχείριση και τη διασφάλιση ίσης αμοιβής στους εργαζομένους, που επιβάλλεται στον κοινό νομοθέτη από τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 εδ. β΄ του Συντάγματος, αναφέρονται σε εργαζομένους, οι οποίοι παρέχουν όμοια εργασία και εργάζονται υπό ουσιωδώς όμοιες συνθήκες.

Επομένως, δεν είναι συνταγματικώς ανεπίτρεπτη η από το νόμο ευνοϊκότερη μισθολογική μεταχείριση ορισμένης κατηγορίας μισθωτών που παρέχει διαφοαρετική κατά περιεχόμενο και προϋποθέσεις ή συνθήκες εργασίας (Ολ ΑΠ 9-10/1999). Με το άρθρο 12 του ν. 2470/1997 "αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις", για την ενίσχυση της οικογένειας των υπαλλήλων, που εμπίπτουν στις ρυθμίσεις του εν λόγω νόμου, χορηγείται μηνιαία οικογενειακή παροχή, ανάλογα με την οικογενειακή κατάσταση των υπαλλήλων, η οποία προσαυξάνεται όταν πρόκειται για οικογένεια με τέκνα ανήλικα ή ανίκανα σωματικά ή πνευματικά για άσκηση βιοποριστικού επαγγέλματος με ποσοστό αναπηρίας 50% τουλάχιστον ή με τέκνα που δεν υπερβαίνουν το 19ο έτος της ηλικίας τους, εφόσον φοιτούν στη Μέση Εκπαίδευση, κατά τα ειδικότερα στο πιο πάνω άρθρο σχετικώς οριζόμενα.

Η μη επέκταση της παροχής αυτής υπό τη μορφή επιδόματος τέκνων και σε άλλες κατηγορίες εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα, με βάση σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, δεν παραβιάζει την ως άνω αρχή της ισότητας αναφορικά με την όλη μισθολογική μεταχείριση των εργαζομένων, που επιβάλλεται στον κοινό νομοθέτη από τις προαναφερόμενες συνταγματικές διατάξεις και ως εκ τούτου δεν είναι συνταγματικώς ανεπίτρεπτη η από το νόμο ευνοϊκότερη μισθολογική μεταχείριση των έγγαμων με τέκνα υπαλλήλων, που εμπίπτουν στις ρυθμίσεις του ανωτέρω ν. 2470/1997, στους οποίους χορηγείται η ως άνω μηνιαία οικογενειακή παροχή, αφού οι τελευταίοι αυτοί υπάλληλοι παρέχουν διαφορετική κατά περιεχόμενο και προϋποθέσεις ή συνθήκες εργασία από εκείνη που παρέχουν οι εργαζόμενοι στον ιδιωτικό τομέα με βάση σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, για τους οποίους δεν προβλέπεται η χορήγηση επιδόματος τέκνων από τον εργοδότη, με βάση διάταξη νόμου, Σ.Σ.Ε ή Δ.Α.

ή υπουργικής αποφάσεως. Επομένως το Εφετείο, που δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι ο αναιρεσείων, που συνδεόταν με τον αναιρεσίβλητο με βάση σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, δεν εδικαιούτο επιδόματος τέκνου, ακριβώς διότι γι΄ αυτόν δεν προβλέπεται τέτοιο επίδομα από Εθνικές Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας ή Διαιτητικές αποφάσεις, δεν παραβίασε το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος και γι΄ αυτό ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.-

4.- Επειδή, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται ότι το Εφετείο δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι μετά την απόλυση του αναιρεσείοντος από τον αναιρεσίβλητο κανένας δεν προσλήφθηκε στη θέση του πρώτου, πλην όμως κάτι τέτοιο δεν προκύπτει από κάποιο στοιχείο του αποδεικτικού υλικού, ούτε καν από τις καταθέσεις των μαρτύρων του αναιρεσιβλήτου, ενώ ούτε αυτός υποστήριξε κάτι τέτοιο. Το δε αυθαίρετο αυτό συμπέρασμα οδήγησε, σε συνδυασμό και με άλλα εξίσου αυθαίρετα συμπεράσματα στη λανθασμένη κρίση ότι η ως άνω απόλυση του αναιρεσείοντος έγινε διότι δεν υπήρχε πλέον αντικείμενο εργασίας γι΄ αυτόν και κατ΄ επέκταση για οικονομοτεχνικούς λόγους και όχι για λόγους εκδικήσεως. ΄Ετσι το Εφετείο, κατά το λόγο αναιρέσεως, "παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση την έκβαση της δίκης", υποπίπτοντας στην από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. α΄ ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, γιατί τα γεγονότα που αναφέρονται σ΄ αυτόν αποτελούν επιχειρήματα και συμπεράσματα, που διατυπώθηκαν κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αναγόμενα στο περιεχόμενο αυτών, και έτσι δεν αποτελούν "πράγμα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. α΄ του ΚΠολΔ, με αποτέλεσμα, να μην ιδρύεται ο από την τελευταία διάταξη λόγος αναιρέσεως.-

5.- Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως όταν πρόκειται για ελλείψεις, που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται στην απόφαση σαφώς. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), ότι αποδείχθηκαν, εκτός άλλων, και τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, που ενδιαφέρουν εδώ:

Δυνάμει προφορικής συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων την 1-5-1993, ο αναιρεσίβλητος, ο οποίος είναι ηλεκτρολόγος εσωτερικών ηλεκτρολογικών εργασιών με δίπλωμα Α κατηγορίας, διατηρεί ατομική επιχείρηση ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων και αναλαμβάνει εργολαβικώς την εγκατάσταση των ηλεκτρικών αγωγών σε οικοδομές, προσέλαβε τον αναιρεσείοντα, ο οποίος διαθέτει πτυχίο εργοδηγού σχεδιαστών αρμοδιότητας αρχιτέκτονα, ως επιμετρητή - σχεδιαστή, προκειμένου με την εν λόγω ιδιότητά του να εργάζεται επί πενθήμερο εβδομαδιαίως και επί οκτάωρο ημερησίως και να προβαίνει σε επιμετρήσεις και κατάρτιση σχεδίων σχετικών με την εκτέλεση των έργων που προαναφέρθηκε ότι αναλάμβανε ο αναιρεσίβλητος.

Ο αναιρεσείων είναι έγγαμος και πατέρας ενός τέκνου, που γεννήθηκε στις 6-10-1983, και ήδη είναι σπουδαστής στα ΤΕΙ Αθήνας. ΄Εκτοτε ο αναιρεσείων εργάστηκε συνεχώς στην επιχείρηση του αναιρεσιβλήτου επί πενθήμερον εβδομαδιαίως, δηλαδή από Δευτέρα έως και Παρασκευή, και επί οκτάωρον ημερησίως. Ο αναιρεσίβλητος με την από 29-12-2003 έγγραφη καταγγελία, που επιδόθηκε τη χρονολογία αυτή στον αναιρεσείοντα, κατήγγειλε την ως άνω σύμβαση εργασίας.

Δεν αποδεικνύεται όμως ότι ο αναιρεσίβλητος προέβη στην καταγγελία αυτήν για λόγους εκδίκησης, επειδή ο αναιρεσείων διεκδίκησε τις δεδουλευμένες νόμιμες αποδοχές του. Ειδικότερα αποδείχθηκε, ότι ο αναιρεσείων με την από 24-3-2003 έγγραφη καταγγελία του και την από 14-4-2003 συμπληρωματική καταγγελία του προς την Επιθεώρηση Εργασίας, κατήγγειλε τον αναιρεσίβλητο ότι από 1-5-1993 έως το 2ο μήνα του έτους 1999 δεν δήλωσε σ΄ αυτήν την εργασία του, με αποτέλεσμα να εργάζεται ανασφάλιστος, ότι από το 2ο μήνα του έτους 1999 έως τον 6ο μήνα του έτους 2002 δήλωνε ανακριβώς ότι εργαζόταν με καθεστώς μερικής απασχόλησης, με συνέπεια την απώλεια μισθών και ενσήμων, ότι του κατέβαλε αποδοχές κατώτερες των νομίμων και δεν του κατέβαλε τα επιδόματα γάμου και τέκνων, ότι δεν υπέγραψαν επίσημα σύμβαση εργασίας, ότι δεν του χορηγούσε αποδείξεις πληρωμής μέχρι τον Ιούλιο του έτους 2003 και ότι τον εμφάνιζε να έχει προσληφθεί στην εργασία του το πρώτον την 1-2-1999 και στη συνέχεια το Μάρτιο του έτους 2001, χωρίς ποτέ να τον απολύσει και ότι στις 16-4-2003 ο επιθεωρητής εργασίας, που επιλήφθηκε των αναφορών αυτών, συνέστησε στον παριστάμενο εργοδότη να χορηγήσει στον αναιρεσείοντα εκκαθαριστικά σημειώματα και να του γνωστοποιήσει τους όρους της ατομικής σύμβασης εργασίας του, για δε τις οικονομικές διαφορές τους να προσφύγουν στο αρμόδιο δικαστήριο.

Επίσης, με την από 7-4-2003 έγγραφη καταγγελία του κατήγγειλε στο ΙΚΑ την ανασφάλιστη εργασία του και στη συνέχεια άσκησε την πρώτη από τις ένδικες, από 21-7-2003 αγωγή του, με την οποία ζητούσε διαφορές δεδουλευμένων. Ο αναιρεσίβλητος με την από 15-9-2003 εξώδικη δήλωσή του προς τον αναιρεσείοντα διαμαρτυρήθηκε για μη έγκαιρη παράδοση σ΄ αυτόν έκθεσης επιμέτρησης των κτιρίων της εταιρείας "ANANGEL SHIPPING ENTERPRISES S.A." και ελλείψεις αυτής, εξαιτίας των οποίων απειλείται ζημία του 100.000 ευρώ περίπου, του έταξε προθεσμία ενός μήνα για τη συμπλήρωση των ελλείψεων και του γνωστοποίησε ότι μετά τη συμπλήρωση των ελλείψεων θα προβεί στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, διότι, όπως και αυτός γνωρίζει, άλλαξε ο τρόπος των επιμετρήσεων, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει αντικείμενο εργασίας του.

Ο αναιρεσείων απάντησε επί του ως άνω εξωδίκου με την από 22-9-2003 εξώδικη δήλωσή του, με την οποία αρνείται την υπερημερία του για παράδοση της επιμέτρησης και τις ελλείψεις και αναφέρει ότι το θέμα αυτό ανακινήθηκε στις 27-12-2002, επειδή είχε προηγηθεί η από 16-12-2002 επιστολή του, με την οποία του ζητούσε την καταβολή οικογενειακού επιδόματος, επαναφέρθηκε στις 24-3-2003, κατά τη συζήτηση της καταγγελίας του στην επιθεώρηση εργασίας και ότι με τον τρόπο αυτόν μεθοδεύει την απόλυσή του για λόγους εκδίκησης στο πρόσωπό του, γιατί ζήτησε τις νόμιμες αποδοχές του.

Δέχτηκε ακόμη το Εφετείο, ότι δεν υπήρχε αντικείμενο εργασίας του αναιρεσείοντος στο γραφείο του αναιρεσιβλήτου, διότι είχε αλλάξει ο τρόπος με τον οποίο γινόταν οι επιμετρήσεις, αφού περίπου από το τέλος του 2001 δεν έγινε καμία επιμέτρηση με τον τρόπο που γίνονταν μέχρι τότε, γιατί οι εργολαβίες εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου ή αναλαμβάνονταν κατ΄ αποκοπή, με βάση τα μηχανολογικά σχέδια του επιβλέποντος μηχανολόγου, ή με βάση την αγορά υλικών και τα εργατικά απολογιστικά.

Στη συνέχεια δέχτηκε το Εφετείο ότι, ενόψει : 1) του μεγάλου χρόνου που διέδραμε από τις προαναφερόμενες καταγγελίας (Μάρτιο και Απρίλιο 2003), αλλά και την άσκηση της αγωγής (Ιούλιο 2003) μέχρι και την απόλυση (29-12-2003), 2) του γεγονότος της αλλαγής του τρόπου καταμέτρησης των έργων που αναλάμβανε ο αναιρεσίβλητος, 3) της απασχόλησης του αναιρεσείοντος τουλάχιστον μέχρι τις 30-7-2003, που ο ίδιος στην ως άνω από 22-9-2003 εξώδικη δήλωσή του αναφέρει ότι παρέδωσε στον αναιρεσίβλητο την επιμέτρηση της ηλεκτρικής εγκατάστασης των κτιρίων της εταιρείας ANANGEL με το εν λόγω έργο, που ο αναιρεσίβλητος είχε αναλάβει προ του έτους 2000 και 4) της μη πρόσληψης άλλου εργαζομένου στη θέση του αναιρεσείοντος μετά την απόλυσή του και ανεξαρτήτως της αλήθειας ή μη των ισχυρισμών του αναιρεσιβλήτου περί υπερημερίας περί την παράδοση της προαναφερόμενης επιμέτρησης και των επικαλούμενων ελαττωμάτων αυτής, δεν αποδείχθηκε ότι η απόλυση αυτή έγινε για λόγους εκδίκησης.

Αντίθετα αποδείχθηκε ότι έγινε λόγω ελλείψεως αντικειμένου εργασίας του αναιρεσείοντος και συνεπώς η ως άνω καταγγελία δεν είναι άκυρη ως μη καταχρηστική. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχτηκε ως βάσιμο το σχετικό λόγο της εφέσεως του αναιρεσιβλήτου με τον οποίο αυτός παραπονούνταν για εσφαλμένη παραδοχή της δεύτερης (από 7-2-2004) από τις ένδικες αγωγές του αναιρεσείοντος κατά τη βάση της που στηριζόταν στην ακυρότητα της καταγγελίας της συμβάσεώς του εργασίας ως κατά κατάχρηση δικαιώματος γενομένης.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται σαφώς, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού, κατά τα προεκτεθέμενα, οι αιτιολογίες που έχει διαλάβει στην απόφασή του αυτήν, αναφορικά με το ότι η απόλυση του αναιρεσείοντος δεν είχε γίνει για λόγους εκδικήσεως και από αυτόν το λόγο κατά κατάχρηση δικαιώματος, είναι πλήρεις και σαφείς και, καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή μη εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση του άρθρου 281 του ΑΚ.

Και τούτο, διότι, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, δηλαδή, η άσκηση του δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου προς καταγγελία της με τον αναιρεσείοντα υφιστάμενης συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας δεν υπερβαίνει και δη προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος αυτού, ώστε να μη απαγορεύεται κατά την εν λόγω διάταξη, η οποία έτσι δεν παραβιάστηκε εκ πλαγίου.

Δεν χρειαζόταν δε για την επάρκεια της σχετικής αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως να περιληφθούν σ΄ αυτήν, εκτός του ότι η απόλυση του αναιρεσείοντος έγινε όχι για λόγους εκδικήσεως, αλλά λόγω ελλείψεως αντικειμένου εργασίας τούτου, και περαιτέρω επεξηγήσεις που να δικαιολογούν τη μη καταχρηστικότητα της απολύσεως αυτής και μάλιστα περαιτέρω ειδικότερη ανάπτυξη των οικονομοτεχνικών λόγων που επέβαλαν την εν λόγω απόλυση.

Επομένως, ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως κατά το από το άρθρο 559 αριθ. 19 μέρος του, με το ο ποίο προβάλλεται η αιτίαση της ελλείψεως νόμιμης βάσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως λόγω ανεπαρκώς και ασαφών αιτιολογιών επί του πιο πάνω ζητήματος, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Ο ίδιος (πέμπτος) λόγος αναιρέσεως κατά το υπόλοιπο μέρος του, με το οποίο προβάλλονται αιτιάσεις, που αναφέρονται στην εκτίμηση της ουσίας πραγματικών γεγονότων, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, γιατί οι προβαλλόμενες αυτές αιτιάσεις ανάγονται στην ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων σχετική κρίση του Εφετείου (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29 Σεπτεμβρίου 2005 αίτηση του .... για αναίρεση της υπ΄ αριθ. 6064/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Φεβρουαρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Μαρτίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ