Legislator Case Law & Legislation
548/2006 AI generated

Supreme Court quashes bank fraud conviction due to insufficient reasoning on intent and asset insufficiency.

Case Number 548/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece annulled the Third Athenian Court of Appeal's conviction for bank fraud and direct complicity. The appellate court had failed to provide specific reasoning regarding the defendants' knowledge of the bank's insolvency and the precise insufficiency of the remaining assets to satisfy the debt. Consequently, the court found the appeal based on Article 510(1)(d) of the Code of Criminal Procedure valid and remanded the case for retrial before a new panel of judges.

Legislator headnote

AI generated

Articles 397(1) and 48(1)(b) of the Penal Code; Article 510(1)(d) of the Code of Criminal Procedure: A conviction for bank fraud is void if the lower court fails to explicitly establish the defendant's knowledge of the creditor's insolvency and the specific insufficiency of the debtor's remaining assets to satisfy the debt.

Keywords

AI generated
bank fraud direct complicity insufficient reasoning remand for retrial intent requirement asset insufficiency Code of Criminal Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 397(1) of the Penal Code
Article 48(1)(b) of the Penal Code
Article 510(1)(d) of the Code of Criminal Procedure
Article 519 of the Code of Criminal Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 548 / 2006 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 548/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Kωνσταντίνο Βαρδαβάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεώργιο Ναυπλιώτη, Δημήτριο Κιτρίδη-Εισηγητή, Αθανάσιο Μπρίλλη και Φώτιο Καϋμενάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου Τσίμα, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Ε. Γ. του Π. και 2. Π. Γ. του Ι., κατοίκων ..., που παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δεμερτζή Κωνσταντίνο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 8237/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με πολιτικώς ενάγουσα την Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρεία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Νεκταρία Νυγιάκη.

Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 20 Οκτωβρίου 2005 δυο αιτήσεις αναιρέσεως, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1859/2005.

Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προσκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή από τη διάταξη του άρθρου 397 παρ. 1 του Π.Κ. προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της καταδολιεύσεως δανειστών απαιτείται αντικειμενικώς μεν πρόθεση, δηλαδή δόλος που περιέχει τη γνώση ότι ορισμένος δανειστής του δράστη έχει αξίωση κατ' αυτού από συγκεκριμένη νόμιμη αιτία και τη θέληση να ματαιώσει την ικανοποίηση αυτού ολικώς ή μερικώς από τα περιουσιακά του στοιχεία, αντικειμενικώς δε ματαίωση της ικανοποιήσεως του δανειστή ολικώς ή μερικώς με μία από τις περιοριστικώς οριζόμενες στη διάταξη αυτή πράξεις, μεταξύ των οποίων είναι και η απαλλοτρίωση οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου του οφειλέτη, χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα.

Η ματαίωση της ικανοποιήσεως του δανειστή επέρχεται όταν τα εναπομείναντα στον οφειλέτη, μετά την απαλλοτρίωση, περιουσιακά στοιχεία δεν επαρκούν λόγω της αξίας τους, για την ολοσχερή ικανοποίηση των απαιτήσεων του δανειστή. Εξάλλου όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 48 παρ. 1 στοιχ. β' του Π.Κ. άμεσος συνεργός είναι εκείνος που με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στο δράστη κατά τη διάρκεια της πράξεως και κατά την εκτέλεση αυτής.

Ειδικότερα στο έγκλημα της καταδολιεύσεως δανειστών, προϋπόθεση για τη θεμελίωση της ευθύνης του αμέσου συνεργού είναι να τελεί αυτός εν γνώσει, κατά το χρόνο που παρέχει τη βοήθειά του στον αυτουργό, ότι αυτός ενεργεί καταδολιευτικά για να ματαιώσει την ικανοποίηση της απαιτήσεως του δανειστή και ότι δεν έχει άλλη επαρκή περιουσία για την ικανοποίηση της απαιτήσεως εκείνου.

Τέλος η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ'αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αυτά προέκυψαν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που την εξέδωσε, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη ουσιαστική του κρίση, ότι από τα αναφερόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Με την υπ' αριθμ. 705/1352/1969 σύμβαση πιστώσεως δι' ανοικτού (αλληλόχρεου) λογαριασμού, που καταρτίσθηκε την 28.3.1969 μεταξύ της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος και της ανώνυμης εταιρίας "Σ. - Γ.", η πρώτη χορήγησε στη δεύτερη πίστωση με ανοικτό λογαριασμό, ποσού 300.000 δραχμών.

Στη συνέχεια το ποσό της πιστώσεως αυξήθηκε με τις υπ' αριθμούς 705/1352/1 έως 705/1352/24 συμβάσεις, η τελευταία από τις οποίες καταρτίσθηκε την 21.12.1994, μέχρι το ποσό των 240.000.000 δραχμών. Κατά τη σύναψη των παραπάνω συμβάσεων συνεβλήθη με τη δανείστρια Εθνική Τράπεζα ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων Π. Γ., ο οποίος και εγγυήθηκε ως αυτοφειλέτης την πληρωμή του τυχόν χρεωστικού υπολοίπου, που θα προέκυπτε κατά το κλείσιμο του λογαριασμού κάθε συμβάσεως.

Οι ως άνω συμβάσεως πιστώσεως λειτούργησαν μέχρι την 31.9.1998, οπότε η δανείστρια Εθνική Τράπεζα, ενόψει της μη κανονικής εκπληρώσεως των υποχρεώσεων της πιστούχου, που απέρρεαν από τις συμβάσεις αυτές, κατάγγειλε τις τελευταίες, επιδίδοντας την 13.4.1998 τόσο προς την οφειλέτρια πιστούχο, όσο και προς τον εγγυητή κατηγορούμενο Π.

Γ., σχετική καταγγελία και έκλεισε τους λογαριασμούς, που κατά το χρόνο τούτου εμφάνιζαν χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος της πιστούχου εταιρίας 38.932.531 δραχμών, καλώντας τους ανωτέρω πρωτοφειλέτρια και εγγυητή να πληρώσουν αμέσως το ποσό αυτό. Όμως ο κατηγορούμενος Π. Γ., αντί να εκπληρώσει την ως άνω υποχρέωσή του, δυνάμει του υπ' αριθμ. 2008/3.4.1998 πωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Ευσταθίας Ζούβελου, την 3.4.1998 πώλησε και μεταβίβασε προς τον κατηγορούμενο Ε.

Γ., έναντι τιμήματος 27.176.097 δραχμών (αντί της πραγματικής του αξίας των 60.000.000 δραχμών), το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο του και συγκεκριμένα την πλήρη κυριότητα τμήματος οικοπέδου , επιφάνειας 281,26 τ.μ. με την επ' αυτού ισόγεια κατοικία, επιφάνειας 80 τ.μ. που βρίσκεται στην Ηλιούπολη, επί της οδού ... αριθμ…, επί του οποίου η δανείστρια Εθνική Τράπεζα είχε εγγράψει εμπράγματα βάρη προς εξασφάλιση της απαιτήσεώς της.

Το ως άνω τίμημα καταβλήθηκε με παράδοση από τον αγοραστή προς τον πωλητή 32.500 μετοχών, αξίας 32.500.000 δραχμών, της εταιρίας "Σ.-Γ. Α.Ε.", η οποία δεν ήταν σε θέση να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της από τις παραπάνω συμβάσεις και έπαυσε τελικά την 13.7.1998 τις πληρωμές της. Έτσι με την προαναφερόμενη μεταβίβαση του άνω ακινήτου σε κατηγορούμενος Π.

Γ. εκ προθέσεως ματαίωσε ολικώς την ικανοποίηση της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, αποστερώντας την να προβεί εναντίον αυτού σε αναγκαστική εκτέλεση. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος (και ήδη αναιρεσείων) Ε. Γ., με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στον κατηγορούμενο (και ήδη αναιρεσείοντα) Π. Γ., κατά τη διάρκεια και στην εκτέλεση της από τον τελευταίο διαπραχθείσης πράξεως της καταδολιεύσεως δανειστών, όταν την 3.4.1998 συνήψε ως αγοραστής την πιο πάνω αναφερόμενη αγοραπωλησία, ενώ γνώριζε, λόγω της ιδιότητάς του ως μετόχου της ανώνυμης εταιρίας "Σ. - Γ." και της συγγενικής του σχέσεως με τον συγκατηγορούμενό του Π.

Γ., την ύπαρξη οφειλής, το μη ισότιμο και αξιόχρεο του τιμήματος που κατέβαλε και τη δια της ως άνω συμβάσεως ματαίωση της ικανοποιήσεως της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος. Με βάση τις παραδοχές αυτές κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες καταδολιεύσεως δανειστών και άμεσης συνέργειας σε καταδολίευση δανειστών αντίστοιχα και τους καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως πέντε μηνών τον καθένα, την οποία ανέστειλε επί τριετία.

Με αυτά όμως που δέχθηκε το Εφετείο στέρησε την απόφασή του από την κατά τα άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού υπάρχουν σ' αυτή ασάφειες και ελλείψεις. Ειδικότερα δεν εξηγείται πως ο αναιρεσείων Π. Γ. την 3.4.1998, χρόνο καταρτίσεως της επίμαχης πωλήσεως, γνώριζε ως εγγυητής ότι οι από τη δανείστρια τράπεζα κλεισθέντες μεταγενέστερα την 13.4.1998 λογαριασμοί, των συναφθεισών με την πρωτοφειλέτρια εταιρία "Σ. - Γ.

Α.Ε. συμβάσεως πιστώσεως, εμφάνισαν χρεωστικό σε βάρος της ως άνω πιστούχου εταιρίας υπόλοιπο 38.932.531 δραχμών και με πρόθεση να μην εκπληρώσει την οφειλή του αυτή, αλλά να καταστήσει αδύνατη την ικανοποίηση της εν λόγω απαιτήσεως της δανείστριας τράπεζας, προέβη δέκα ημέρες πριν από το κλείσιμο των παραπάνω λογαριασμών και την επίδοση σ' αυτόν της σχετικής καταγγελίας στην πώληση του ακινήτου του, αφού δεν είναι απαραίτητο κάθε ανοικτός (αλληλόχρεος) λογαριασμός να εμφανίζει κατά το κλείσιμό του πάντα χρεωστικό υπόλοιπο και όχι πιστωτικό.

Ακόμα δεν εξηγείται γιατί επήλθε ολοκληρωτική ματαίωση της ικανοποιήσεως της απαιτήσεως της δανείστριας τράπεζας, ενόψει της απαλλοτριώσεως από το οικόπεδο του ως άνω αναιρεσείοντος, τμήματος επιφάνειας σε 281,26 τ.μ., με την επικείμενη σ' αυτό ισόγεια κατοικία, επιφάνειας 80 τ.μ. Ούτε επίσης εξηγείται γιατί δεν είναι εξασφαλισμένη η απαίτηση της δανείστριας τράπεζας, ενόψει της ανερχόμενης στο ποσό των 38.932.531 δραχμών απαιτήσεως αυτής και της εκ δραχμών 60.000.000 πραγματικής αξίας του πωληθέντος τμήματος του ακινήτου του αναιρεσείοντος Π.

Γ., επί του οποίου η δανείστρια τράπεζα είχε εγγράψει εμπράγματα βάρη, που και πάλιν δεν εξειδικεύονται. Περαιτέρω δεν γίνεται καθόλου αναφορά του μεγέθους των απαιτήσεων της δανείστριας τράπεζας, που εξασφάλιζαν τα υπάρχοντα, στο ως άνω ακίνητο του πάρα πάνω αναιρεσείοντος, βάρη, ούτε της αξίας του εναπομείναντος, έστω και βεβαρημένου τμήματος του ακινήτου αυτού, καθώς και της γνώσεως του αναιρεσείοντος Ε.

Γ., κατά το χρόνο που παρείχε τη βοήθειά του στον προαναφερόμενο αυτουργό της πράξεως της καταδολιεύσεως δανειστών, ότι ο τελευταίος δεν είχε άλλη επαρκή περιουσία για την ικανοποίηση της απαιτήσεως της δανείστριας τράπεζας.

Συνεπώς είναι βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγος αναιρέσεως και πρέπει, κατά παραδοχή αυτού, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 Κ.Π.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 8237/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και

Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Φεβρουαρίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 10 Μαρτίου 2006.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ