Appeal partially allowed; court rejected one ground but remanded case regarding a third party's claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by two plaintiffs against a final judgment but remanded the case for retrial concerning a third party. The court found the appeal regarding the second plaintiffs' claim inadmissible because the lower court had properly considered the sworn affidavits they submitted. Conversely, the appeal by the third party was allowed, necessitating a new trial before a different panel of judges.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 564 of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible only if the lower court failed to consider evidence presented by the appellant, and if such failure is established, the appeal is allowed and the case remanded for retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 547 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 547/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό - Εισηγητή και Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Οκτωβρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Π. Χ. του Ν., 2) Σ. Χ. του Ν. και 3) Μ. χήρας Ν. Χ., το γένος Π. Μ., απάντων κατοίκων ….. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Κεχαγιόπουλο. Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Χ. του Π., κατοίκου …. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γρηγόριο Παπαδόγιαννη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-12-2016 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 967/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 624/2019 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 11-4-2022 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης των εναγόντων προσβάλλεται η υπ' αριθ. 624/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία και αφού απέρριψε την έφεση των εναγόντων και δέχθηκε την έφεση του εναγομένου, εξαφάνισε την εκκαλουμένη υπ' αριθ. 967/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση, απέρριψε την αγωγή της τρίτης ενάγουσας και δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή των δύο πρώτων εναγόντων, με την οποία ζητούσαν την μισθωτική αξία του ιδανικού μεριδίου των ακινήτων τους, τα οποία εκμεταλλευόταν αποκλειστικά ο συγκοινωνός των ακινήτων εναγόμενος.
Η ένδικη αίτηση αναίρεσης, που κατατέθηκε στις 13-4-2022 στη γραμματεία του Εφετείου Πειραιώς, ασκήθηκε εμπρόθεσμα εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 του Ν. 4335/2015, καθόσον από την επομένη της δημοσίευσης της υπ' αριθ. 624/15-10-2019 απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου [16-10-2019], άρχισε να τρέχει η ως άνω διετής καταχρηστική προθεσμία, η οποία, χωρίς την προσωρινή αναστολή της λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας, θα έληγε την 16-10-2021, λόγω όμως της ως άνω αναστολής και του εξ αυτής μη υπολογισμού των χρονικών διαστημάτων από 13.3.2020 έως 31.5.2020 (2 μήνες και 18 ημέρες) και από 7.11.2020 έως 6.4.2021 (4 μήνες και 29 ημέρες) και συνολικά χρονικού διαστήματος 7 μηνών και 17 ημερών, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 74 παρ. 1 εδ.
α του Ν. 4690/2020 και 83 παρ. 1 εδ. α του Ν. 4790/2021, δεν είχε συμπληρωθεί αυτή [διετής προθεσμία] κατά την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης ενώπιον του Εφετείου Πειραιώς την 13-4-2022. Επομένως, η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα [άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ], είναι παραδεκτή [άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ] και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της [άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ].
Από τις διατάξεις των άρθρων 785, 786, 787, 792 παρ. 2, 961 και 962 ΑΚ ρυθμίζονται τα δικαιώματα των κοινωνών του κοινού, που μπορεί να είναι και η νομή του ακινήτου, το δικαίωμα επί των καρπών του, καθώς και το δικαίωμα χρήσης αυτού [κοινού]. Κάθε κοινωνός έχει ανάλογη μερίδα στους καρπούς του κοινού αντικειμένου. Ως καρποί νοούνται τα ωφελήματα γενικώς του πράγματος, δηλαδή όχι μόνο οι κυρίως καρποί, είτε φυσικοί είτε πολιτικοί είναι αυτοί, αλλά και κάθε όφελος που παρέχει η χρήση του πράγματος, κατ' άρθρο 962 ΑΚ, όπως προκειμένου περί αστικού ακινήτου, που από τη φύση του είναι προορισμένο να χρησιμοποιείται ως κατοικία, γραφείο, κατάστημα, η αναλογία την οποία δικαιούται ο κοινωνός να απαιτήσει από τα μισθώματα.
Ακόμη, από τις ίδιες διατάξεις προκύπτει ότι κάθε κοινωνός έχει δικαίωμα να κάνει χρήση του κοινού αντικειμένου, εφόσον αυτή δεν εμποδίζει τη σύγχρηση των λοιπών κοινωνών. Τούτο προϋποθέτει ότι εκ των πραγμάτων είναι δυνατή η ταυτόχρονη σύγχρησή του από όλους τους κοινωνούς και ότι δεν έχει αποφασιστεί άλλως, κατά τα άρθρα 788 - 791 ΑΚ, λ.χ.
με την εκ περιτροπής χρήση του κοινού. Σε περίπτωση δε αποκλειστικής χρήσης του κοινού αντικειμένου από τον έναν από τους κοινωνούς, δικαιούνται οι υπόλοιποι και αν δεν πρόβαλαν αξίωση για σύγχρηση, να απαιτήσουν από αυτόν που κάνει αποκλειστική χρήση, ανάλογη μερίδα από το όφελος, που αυτός αποκόμισε και το οποίο συνίσταται στην αξία της χρήσης του κοινού [ΑΠ 868/2021, ΑΠ 6/2016, ΑΠ 1694/2013].
Περαιτέρω, προκειμένου περί κοινωνών στη νομή αστικού ακινήτου, το όφελος αυτό συνίσταται στην κατά το χρόνο της αποκλειστικής χρήσης μισθωτική αξία της μερίδας των εκτός χρήσης κοινωνών, η οποία δεν αποτελεί μίσθωμα, αφού δεν υπάρχει μισθωτική σχέση, αλλά αποδοτέα, ως αποζημίωση, κατά τις ανωτέρω διατάξεις, ωφέλεια [ΑΠ 848/2022, ΑΠ 868/2021, ΑΠ 802/2017, ΑΠ 1694/2013], και η οποία [μισθωτική αξία] θα μπορούσε να επιτευχθεί στην ελεύθερη αγορά και υπό συνθήκες ανοικτών και ελεύθερων διαπραγματεύσεων μεταξύ των υποψηφίων μισθωτών του και, εφόσον δεν συμφωνούν όλοι οι συγκύριοι, των εχόντων την πλειοψηφία των μερίδων του κοινού πράγματος κοινωνών.
Περαιτέρω, το δικαίωμα του καθενός από τους κοινωνούς, για χρήση του κοινού αντικειμένου, είναι ανεξάρτητο από τη μερίδα του σ' αυτό και τούτο διότι η εξουσία του κοινωνού πάνω στο κοινό αντικείμενο διακρίνεται μεν θεωρητικά σε ιδανική μερίδα, όχι όμως και πρακτικά, γιατί οι υλικές πράξεις, με τις οποίες ασκείται αυτή η άμεση εξουσία, δεν επιδέχονται επιμερισμό, ώστε ο καθένας να ασκεί τόσο ποσοστό εξουσίας, όσο αντιστοιχεί στο μερίδιό του.
Έτσι, αν ένα κοινό αντικείμενο βρίσκεται υπό την κατοχή ενός από τους κοινωνούς, αυτός δικαιούται στη συνολική χρήση του και όχι μόνο τόσου μέρους του από αυτό, όσο του αντιστοιχεί στη μερίδα του, υπό την προϋπόθεση όμως ότι δεν κωλύεται η σύγχρηση των λοιπών κοινωνών, ήτοι εκείνη η οποία ασκείται πράγματι ή αξιώνεται από αυτούς και όχι εκείνη, η οποία θα μπορούσε ενδεχομένως και αφηρημένα να αξιωθεί, διότι έτσι καθορίζεται η έκταση του δικαιώματος της ΑΚ 787'αλλά δεν υπάρχει παρακώλυση της συγχρήσεως, όταν δεν ασκείται ή δεν αξιώνεται καμία σύγχρηση ή δεν καθορίζεται από τους λοιπούς κοινωνούς το περιεχόμενό της.
Το παραπάνω δηλαδή δικαίωμα του συγκοινωνού δεν εξαρτάται από την προηγούμενη παρακώλυση στη σύγχρηση του κοινού, αλλά αρκεί ότι το πράγμα χρησιμοποιείται αποκλειστικά από τον άλλο κοινωνό και ο ίδιος δεν αξιώνει για τον εαυτό του σύγχρηση, κατά τον προορισμό του πράγματος χωρίς να απαιτείται ότι η εν λόγω αποκλειστική χρήση παρακωλύει την σύγχρηση από τους λοιπούς κοινωνούς [ΑΠ 1671/2011, ΑΠ 1793/2006].
Τέλος, ο τρόπος που ο κοινωνός χρησιμοποίησε αποκλειστικά για λογαριασμό του το κοινό πράγμα είναι κατ' αρχήν αδιάφορος και μπορεί αυτός να το έχει εκμισθώσει ή να το έχει χρησιδανείσει ή να το έχει ιδιοχρησιμοποιήσει με οποιοδήποτε τρόπο, δηλαδή έστω και διατηρώντας το κλειστό και ανεκμετάλλευτο, εφόσον με τον τρόπο αυτό αποκλείει στην πράξη τη σύγχρηση των λοιπών κοινωνών και ο ίδιος έχει οποτεδήποτε την ευχέρεια να το εκμεταλλευθεί κατά την κρίση του και το συμφέρον του [ΑΠ 848/2022, ΑΠ 1417/2019, ΑΠ 852/2019, ΑΠ 1121/2017, ΑΠ 276/2016].
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο [ολΑΠ 4/2018, ΑΠ 827/2020]. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ανεπαρκείς ή αντιφατικές σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά [έλλειψη αιτιολογίας] ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε [ανεπαρκής αιτιολογία] ή αντιφάσκουν μεταξύ τους [αντιφατική αιτιολογία] [ολΑΠ 15/2016, ΑΠ 1328/2021, ΑΠ 1057/2019].
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, ώστε να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις που ανάγονται μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες [ολΑΠ 18/2008, ΑΠ 83/2022]. Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους [ΑΠ 83/2022, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 1075/2019].
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης [άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ] προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο εναγόμενος και η τρίτη ενάγουσα τυγχάνουν συγκύριοι εξ αδιαιρέτου, κατά ποσοστό 5/8 και 3/8 αντίστοιχα, ενός οικοπέδου έκτασης 5.891,57 τ.μ. και κατά νεότερη καταμέτρηση, σύμφωνα με το από Απρίλιο 2015 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού - μηχανικού δομικών έργων Μ.
Α., 5.856,62 τ.μ. Το οικόπεδο αυτό βρίσκεται εντός του οικισμού της … της κτηματικής περιφέρειας του δημοτικού διαμερίσματος … του Δήμου …., είναι άρτιο και οικοδομήσιμο και συνορεύει.... Στο νοτιοανατολικό τμήμα του ως άνω οικοπέδου, σε επαφή με το όμορο ακίνητο των Ν. Χ. (του δικαιοπαρόχου της τρίτης ενάγουσας) και Ζ.
Σ., υφίστανται, σύμφωνα με το προαναφερόμενο - από Απρίλιο 2015 τοπογραφικό διάγραμμα, τα εξής κτίσματα : α) παλαιά διώροφη λιθόκτιστη οικία με κεραμοσκεπή, με εμβαδό κάθε ορόφου 31,13 τ.μ. (ήτοι συνολικό εμβαδό 62,26 τ.μ.), β) παλαιά ισόγεια οικία με φέρουσα τοιχοποιία και πλάκα από οπλισμένο σκυρόδεμα, εμβαδού 21,97 τ.μ., γ) παλαιά ισόγεια οικία με φέρουσα τοιχοποιία και πλάκα από οπλισμένο σκυρόδεμα, εμβαδού 13,74 τ.μ., δ) παλαιά ισόγεια οικία με φέρουσα τοιχοποιία και πλάκα από οπλισμένο σκυρόδεμα, εμβαδού 31,11 τ.μ., ε) παλαιά ισόγεια λιθόκτιστη αποθήκη με επικάλυψη ελλενίτ, εμβαδού 35,39 τ.μ., στ) ισόγεια αποθήκη με φέρουσα τοιχοποιία και επικάλυψη από αυλακωτά φύλλα λαμαρίνας, εμβαδού 19,38 τ.μ., ζ) ισόγεια αποθήκη με φέρουσα τοιχοποιία και πλάκα από οπλισμένο σκυρόδεμα, εμβαδού 4,63 τ.μ., η) ισόγεια αποθήκη με φέρουσα τοιχοποιία και επικάλυψη από αυλακωτά φύλλα λαμαρίνας, εμβαδού 13,81 τ.μ.
και θ) ισόγεια αποθήκη με φέρουσα τοιχοποιία και επικάλυψη από αυλακωτά φύλλα λαμαρίνας, εμβαδού 8,71 τ.μ. Τα ανωτέρω, άλλωστε, συνομολογούνται από τους διαδίκους αυτούς (από την τρίτη ενάγουσα με την υπό κρίση αγωγή και από τον εναγόμενο με τις προτάσεις του). Του ως άνω οικοπέδου ο τελευταίος έκανε αποκλειστική χρήση, κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1998 μέχρι και το έτος 2010, καθώς ένα τμήμα του χρησιμοποιούσε για την καλλιέργεια κηπευτικών και ένα άλλο για τη στάθμευση των μηχανημάτων έργων (φορτηγά, εκσκαφείς, μπουλντόζες και φορτωτές) της ατομικής επιχείρησής εργολαβικής, που διατηρεί, με αντικείμενο την εκτέλεση χωματουργικών εργασιών.
Επιπλέον, ένα άλλο τμήμα του ίδιου οικοπέδου ο εναγόμενος χρησιμοποιούσε ως αποθηκευτικό χώρο, αποθέτοντας εκεί διάφορα οικοδομικά υλικά και ογκόλιθους, ενώ κατασκεύασε και τις προαναφερόμενες λιθόκτιστες αποθήκες τις οποίες χρησιμοποιούσε για τον στάβλισμα ορνίθων, κουνελιών και χοίρων. Τα ανωτέρω έγιναν δεκτά με την τελεσίδικη απόφαση 17/2017 του Εφετείου Πειραιώς επί της από 16.12.2010 ανταγωγής των εναγόντων κατά του εναγομένου, με την οποία η τρίτη ενάγουσα ζητούσε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει το αποδοτέο προς αυτήν όφελος από την αποκλειστική χρήση εκ μέρους του, κατά το χρονικό διάστημα των ετών 1998 έως και 2010, του εν λόγω κοινού οικοπέδου, που αναλογούσε στο ποσοστό της συγκυριότητάς της.
Εξάλλου, κατά τα επόμενα έτη, και δη κατά το επίδικο χρονικό διάστημα των ετών 2011 έως και 2016, ο εναγόμενος, ενόψει και της έγερσης εκ μέρους των εναγόντων της προαναφερόμενης από 16.12.2010 ανταγωγής, έπαψε να ποιείται αποκλειστική χρήση όλου του ανωτέρω οικοπέδου. Τούτο αποδεικνύεται κυρίως από την επισκόπηση των φωτογραφιών του εν λόγω ακινήτου, που προσκομίζονται από τους ενάγοντες (οι αντίστοιχες φωτογραφίες, που προσκομίζονται από τον εναγόμενο, δεν φέρουν ημερομηνία και, επομένως, δεν δύναται να συναχθεί από την επισκόπησή τους ασφαλές συμπέρασμα για την κατάσταση του ακινήτου κατά τον επίδικο χρόνο - πριν την άσκηση της υπό κρίση αγωγής).
Συγκεκριμένα, από την αντιπαραβολή των φωτογραφιών που λήφθηκαν από τους ενάγοντες, κατά το έτος 2010, προκειμένου να χρησιμοποιηθούν προς απόδειξη των ισχυρισμών τους κατά τη συζήτηση της από 16.12.2010 ανταγωγής τους με τις φωτογραφίες που λήφθηκαν από τους ίδιους στις 25.12.2016, που προσκομίζουν οι ίδιοι προς υποστήριξη της αγωγής τους, καθώς και από τις φωτογραφίες που λήφθηκαν από τον εναγόμενο, προκύπτει ότι ο τελευταίος εξακολουθούσε, κατά την εξαετία 2011 έως 2016, να χρησιμοποιεί το επίδικο οικόπεδο για τη στάθμευση των μηχανημάτων έργων της επιχείρησής του και ήδη επιχείρησης του υιού του (φορτηγά οχήματα, μπουλντόζες, εκσκαφείς), τα οποία δεν υπερέβαιναν τα δέκα... ...
και την αποθήκευση άλλων αντικειμένων (όπως μίας τροχήλατης ηλεκτρικής γεννήτριας, ενός κατεστραμμένου Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, μίας δίκυκλης και μίας τετράτροχης μοτοσικλέτας, διαφόρων σιδηροκατασκευών, ενός τροχόσπιτου και δύο λέμβων). Επιπλέον, διατηρούσε ορνιθώνα σε μία από τις προαναφερόμενες λιθόκτιστες αποθήκες, πλην όμως, ο χώρος που κατελάμβαναν πλέον τα σταθμευμένα μηχανήματα έργων ή τα αποθηκευμένα αντικείμενα είχε περιορισθεί στο νοτιοανατολικό τμήμα του οικοπέδου (στο σημείο που αυτό συνορεύει με την...
ιδιοκτησία κληρονόμων Μ. Ζ. καθώς και στον περιβάλλοντα χώρο των υφιστάμενων επ' αυτού κτισμάτων). Αντίθετα, η μεγαλύτερη έκταση αυτού και δη το βορειοδυτικό, βόρειο και ανατολικό τμήμα του (που συνορεύει με δημοτική οδό επί προσώπου συνολικού μήκους 129,84 μέτρων και δρόμο επί προσώπου συνολικού μήκους 25,85 μέτρων) παρέμεινε ελεύθερη.
Επίσης, απομακρύνθηκαν εντελώς τα οικοδομικά υλικά, οι ογκόλιθοι, τα μπάζα και πολλά από τα άχρηστα αντικείμενα που βρίσκονταν στο παρελθόν διάσπαρτα σε όλη την έκταση του οικοπέδου, έπαψε η καλλιέργεια κηπευτικών σε τμήμα αυτού και ισοπεδώθηκε η επιφάνειά του, γεγονός που, σε συνδυασμό με την ανυπαρξία περίφραξης σε όλη την πλευρά του που έχει πρόσωπο στην προαναφερόμενη δημοτική οδό και τον δρόμο, το κατέστησε προσπελάσιμο τόσο σε πεζούς όσο και σε οχήματα....
Ο εναγόμενος και ο υιός του έχουν περιορισθεί στη χρήση του νοτιανατολικού τμήματος του επίδικου οικοπέδου, αφήνοντας ελεύθερο το υπόλοιπο τμήμα του προς χρήση από την έτερη συγκοινωνό - την τρίτη ενάγουσα. Περαιτέρω, όπως αποτυπώνεται στο προαναφερόμενο από μήνα Απρίλιο του έτους 2015 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού - μηχανικού δομικών έργων Μ.
Α. και από τις φωτογραφίες που ελήφθησαν την 25.12.2016 και προσκομίζονται από τους ενάγοντες, αλλά και από τις άνευ χρονολογίας φωτογραφίες που προσκομίζονται από τον εναγόμενο, οι οικίες που βρίσκονται εντός του επίδικου οικοπέδου, εφάπτονται μεταξύ τους. Στη δυτική πλευρά δε αυτών υφίσταται μικρή ενιαία αυλή, η οποία είναι περιφραγμένη με χαμηλό τοιχίο και συρματόπλεγμα ύψους δύο περίπου μέτρων, οι σκύλοι δε, που κατά περιόδους έχει ο υιός του εναγομένου, ζουν εντός της αυλής αυτής ή είναι δεμένοι και δεν κυκλοφορούν ελεύθεροι στο επίδικο οικόπεδο.....
Επομένως, η ύπαρξη των ανωτέρω ζώων δεν καθιστά απαγορευτική την πρόσβαση στο επίδικο οικόπεδο ούτε, συνακόλουθα, αποτρέπει την τρίτη ενάγουσα από τη χρήση αυτού.... Κατόπιν τούτων, εφόσον ο εναγόμενος δεν έκανε, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, αποκλειστική χρήση του ως άνω οικοπέδου, η τρίτη ενάγουσα δεν δικαιούται σε καταβολή αποζημίωσης.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο, κρίνοντας όμοια, απέρριψε την αγωγή της τρίτης ενάγουσας, ως προς το κονδύλιο αυτό, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και πρέπει ν' απορριφθεί ο δεύτερος λόγος της από 25.4.2018 έφεσής της, κατά το πρώτο σκέλος αυτού. Περαιτέρω, όπως συνομολογείται από τους διαδίκους (από τη μία με το δικόγραφο της αγωγής και από την άλλη με τις προτάσεις του εναγομένου), ο τελευταίος και οι πρώτος και δεύτερος των εναγόντων τυγχάνουν συγκύριοι (κατά ποσοστό 10/16 εξ αδιαιρέτου ο εναγόμενος και από 3/16 εξ αδιαιρέτου ο καθένας των ανωτέρω εναγόντων) ενός οικοπέδου συνολικής έκτασης 631,30 τ.μ., το οποίο βρίσκεται εντός του οικισμού … της κτηματικής περιφέρειας του δημοτικού διαμερίσματος … του Δήμου …., στην ειδικότερη θέση "…." και είναι άρτιο και οικοδομήσιμο....
Εντός του ανωτέρω οικοπέδου υφίσταται μία τριώροφη οικοδομή αποτελούμενη από υπόγειο όροφο εμβαδού 205 τ.μ., ισόγειο εμβαδού 210 τ.μ. και πρώτο όροφο εμβαδού 208,50 τ.μ. Στην ως άνω οικοδομή ο απώτερος δικαιοπάροχος των διαδίκων, Π. Χ. του Ν. (παππούς των δύο πρώτων εναγόντων και πατέρας του εναγόμενου) λειτουργούσε στο παρελθόν αρχικά επιχείρηση ενοικιαζόμενων δωματίων, στη συνεχεία δε επιχείρηση ξενοδοχείου Γ κατηγορίας, σύμφωνα με την απόφαση 507795 /18.02.1976 του Ε.Ο.Τ. (με την οποία εγκρίθηκε η μετατροπή των επτά ενοικιαζόμενων δωματίων, με δεκατέσσερις κλίνες, σε ξενοδοχειακή επιχείρηση), με την ονομασία "…".
Παρά δε τα αναγραφόμενα στην ως άνω εγκριτική απόφαση του Ε.Ο.Τ., η δυναμικότητα του ως άνω ξενοδοχείου ήταν δεκαέξι δωμάτια με W.C., εννέα εκ των οποίων βρίσκονταν στον ισόγειο όροφο και επτά στον πρώτο όροφο, καθώς ο υπόγειος όροφος ήταν αδιαμόρφωτος. Το έτος 1995 χορηγήθηκε από τον Ε.Ο.Τ. το …./8.2.1995 ειδικό σήμα λειτουργίας ξενοδοχείου τάξης Γ στο ως άνω ξενοδοχείο, το οποίο ανακλήθηκε στη συνέχεια με την απόφαση …./9.6.2006 του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Περιφερειακής Υπηρεσίας Τουρισμού Αττικής του Ε.Ο.Τ.
Το έτος 2004 εκτελέσθηκαν, με τη μέριμνα του εναγόμενου, εκτεταμένες οικοδομικές εργασίες στο ως άνω τριώροφο κτίριο, με τις οποίες αφενός μεν κατασκευάσθηκαν στον έως τότε αδιαμόρφωτο υπόγειο όροφο τέσσερα νέα διαμερίσματα, αφετέρου δε επισκευάσθηκαν και ανακαινίστηκαν οι δύο υπόλοιποι όροφοι αυτού.
Στο πλαίσιο της ως άνω ανακαίνισης έγινε αλλαγή της διαρρύθμισης στον ισόγειο όροφο και στον πρώτο όροφο, έτσι ώστε προέκυψαν τελικά τέσσερα διαμερίσματα, αντί των προϋφισταμένων εννέα δωματίων, στον ισόγειο όροφο και δύο διαμερίσματα και πέντε δωμάτια με W.C., αντί των προϋφισταμένων επτά δωματίων, στον πρώτο όροφο.
Ειδικότερα, στον υπόγειο όροφο κατασκευάστηκαν δύο διαμερίσματα εμβαδού 30 τ.μ., αποτελούμενα από ένα δωμάτιο, κουζίνα και W.C., ένα διαμέρισμα εμβαδού 44 τ.μ., αποτελούμενο από δύο δωμάτια, κουζίνα και W.C. και ένα διαμέρισμα εμβαδού 58 τ.μ., αποτελούμενο από δύο δωμάτια, κουζίνα και W.C., στον ισόγειο όροφο κατασκευάσθηκαν τέσσερα διαμερίσματα εμβαδού 42,20 τ.μ., αποτελούμενα από δύο δωμάτια, κουζίνα, W.C., πατάρι 10 τ.μ.
και αποθήκη και στον πρώτο όροφο κατασκευάσθηκαν δύο διαμερίσματα εμβαδού 32,40 τ.μ., αποτελούμενα από δύο δωμάτια, κουζίνα και W.C. και πέντε δωμάτια με W.C. εμβαδού 18 τ.μ. Τα ως άνω διαμερίσματα και δωμάτια βρίσκονται μεν σε κτίριο παλαιός κατασκευής, το οποίο, όμως, είχε επισκευαστεί και ανακαινιστεί, όπως προαναφέρθηκε.
Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος έκανε, καθ' όλο το επίδικο χρονικό διάστημα αποκλειστική χρήση του ανωτέρω τριώροφου κτιρίου, λειτουργώντας επιχείρηση ενοικιαζόμενων δωματίων, εκμισθώνοντας ως τουριστικά καταλύματα τόσο τα οκτώ διαμερίσματα του υπογείου και του ισογείου ορόφου όσο και τα δύο διαμερίσματα και τα πέντε δωμάτια του πρώτου ορόφου της ανωτέρω οικοδομής.
Ο ίδιος ισχυρίζεται ότι δεν εκμεταλλεύτηκε ποτέ τουριστικά τα δύο διαμερίσματα και τα πέντε δωμάτια του πρώτου ορόφου, επειδή δεν είχε λάβει άδεια από τον Ε.Ο.Τ. για τη λειτουργία του ως άνω ορόφου ως ξενοδοχείο. Προς απόδειξη του ισχυρισμού του αυτού επικαλείται την προαναφερόμενη …../18.2.1976 απόφαση του Ε.Ο.Τ., με την οποία εγκρίθηκε η μετατροπή των υφιστάμενων κατά το έτος 1976 επτά ενοικιαζόμενων δωματίων (με δεκατέσσερις κλίνες) σε ξενοδοχειακή επιχείρηση Γ τάξης και την προσκομιζόμενη …./20.03.2017 βεβαίωση του Υπουργείου Τουρισμού / Γενική Γραμματεία Τουριστικής Πολιτικής και Ανάπτυξης, με την οποία βεβαιώνεται ότι το ως άνω ξενοδοχείο λειτουργούσε έχοντας δυναμικότητα επτά δωματίων με δεκατέσσερις κλίνες και ουδέποτε χορηγήθηκε άδεια από την ως άνω Υπηρεσία για τη λειτουργία εννέα δωματίων στον πρώτο όροφο του ένδικου κτιρίου, όπου στεγαζόταν το ξενοδοχείο αυτό.
Ωστόσο, το γεγονός ότι η άδεια λειτουργίας του ανωτέρω ξενοδοχείου αφορούσε επτά μόνο δωμάτια δεν αναιρεί από μόνη της την τουριστική εκμετάλλευση και των υπολοίπων χώρων της επίδικης τριώροφης οικοδομής από τον εναγόμενο. Και τούτο διότι, όπως προεκτέθηκε, η άδεια αυτή είχε ανακληθεί από το έτος 2006 με την …./9.6.2006 απόφαση του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Περιφερειακής Υπηρεσίας Τουρισμού Αττικής του Ε.Ο.Τ.
Εφόσον, λοιπόν, ο εναγόμενος συμμορφωνόταν με τις εκάστοτε αποφάσεις των αρμοδίων Αρχών σχετικά με την τουριστική επιχείρηση που λειτουργούσε στην επίδικη τριώροφη οικοδομή, θα είχε πάψει την άσκηση της τουριστικής επιχειρηματικής δραστηριότητας στο ως άνω κτίριο ήδη από το έτος 2006, κάτι το οποίο, όμως, δεν έπραξε.
Σημειωτέον ότι τα ίδια κρίθηκαν και με την ήδη τελεσίδικη απόφαση 5137/2012 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, που αφορούσε στο προγενέστερο χρονικό διάστημα των ετών 2005 - 2010. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που έκρινε όμοια, σωστά εκτίμησε τις αποδείξεις και πρέπει ν' απορριφθεί ο έκτος λόγος της από 22.4.2018 έφεσης του εναγομένου.
Εξάλλου, τα επίδικα διαμερίσματα και δωμάτια αποδείχθηκε ότι εκμισθώνονταν, κατά κύριο λόγο, από τις αρχές του καλοκαιριού έως και την αρχή του φθινοπώρου, καθώς βρίσκονταν σε ένα μικρό παραθαλάσσιο οικισμό, απομακρυσμένο από την πόλη της ….. Αλλά και κατά την περίοδο αυτή εμφάνιζαν περιορισμένη ζήτηση, προσελκύοντας, κατά κύριο λόγο, ημεδαπούς παραθεριστές, μέτριου συνήθως εισοδήματος, με αποτέλεσμα η τουριστική κίνηση στην ως άνω περιοχή να καθορίζεται κατά κύριο λόγο από την ευμάρεια του ημεδαπού στοιχείου, η οποία είχε περιορισθεί σημαντικά από το έτος 2010, λόγω της οικονομικής κρίσης που μάστιζε τη χώρα κατά το επίδικο χρονικό διάστημα.
Αυτό είχε ως συνέπεια τη μείωση των ημερών διαμονής των παραθεριστών στα επίδικα ενοικιαζόμενα δωμάτια και διαμερίσματα. Εξάλλου, τα ένδικα διαμερίσματα και δωμάτια είναι παλαιός κατασκευής χωρίς εμφανείς φθορές και βλάβες, είναι λιτά επιπλωμένα και εξοπλισμένα με ηλεκτρικές συσκευές. Σημειωτέον ότι το καλώδιο για την παροχή ηλεκτρικού ρεύματος του κτιρίου δεν ήταν πρόσφορο για την κάλυψη των αναγκών της χρήσης όλου του κτιρίου, όπως προκύπτει από το από 16.11.2017 ηλεκτρονικό μήνυμα του πρώτου ενάγοντος προς τον εναγόμενο.
Κατά συνέπεια, αφού ληφθούν υπόψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των επίδικων δωματίων και διαμερισμάτων, καθώς και οι επικρατούσες μισθωτικές συνθήκες, στην περιοχή όπου βρίσκονται αυτά, αλλά και οι αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, που επιβάλλουν να υπάρχει αντιστοιχία μεταξύ της αποζημίωσης που καταβάλλει ο κοινωνός που κάνει αποκλειστική χρήση του κοινού ακινήτου για τη χρήση του αυτή και της τρέχουσας μισθωτικής του αξίας, το Δικαστήριο κρίνει ότι η μισθωτική αξία, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα των ετών 2011 έως και 2016, ανερχόταν, για κάθε τουριστική περίοδο, στο ποσό των 9.450 ευρώ [(για καθένα από τα 8 διαμερίσματα με δύο δωμάτια στο ποσό των 6.000 ευρώ (8 διαμερίσματα X 250 ευρώ το μήνα X 3 μήνες), για καθένα από τα διαμερίσματα ενός κυρίου δωματίου στο ποσό των 1.200 ευρώ (2 διαμερίσματα X 200 ευρώ το μήνα X 3 μήνες) και για καθένα από τα πέντε δωμάτια στο ποσό των 2.250 ευρώ (5 δωμάτια X 150 ευρώ X 3 μήνες)].
Επομένως, η συνολική ωφέλεια του εναγομένου από την αποκλειστική χρήση των ενοικιαζόμενων διαμερισμάτων και δωματίων, κατά την επίδικη εξαετία ανέρχεται στο ποσό των 56.700 ευρώ (9.450 ευρώ X 6 έτη). Στην κρίση του αυτή καταλήγει το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη και το γεγονός ότι με την ήδη τελεσίδικη απόφαση 5137/2012 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, που αφορούσε στο προγενέστερο χρονικό διάστημα των ετών 2005 - 2010, σε περίοδο δηλαδή πριν την έναρξη της μεγάλης οικονομικής κρίσης στη χώρα, είχε καθοριστεί η μισθωτική αξία των ίδιων διαμερισμάτων και δωματίων, για κάθε τουριστική περίοδο, στο ποσό των 12.900 ευρώ, αλλά και το από 23.7.2017 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ των διαδίκων.
Στο τελευταίο, το οποίο υπογράφηκε προς εξόφληση της οφειλής του εναγομένου, που προέκυψε από την ως άνω απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, συμφωνήθηκε να έχουν οι ενάγοντες την αποκλειστική χρήση του τριώροφου οικήματος αυτού για δώδεκα έτη, αρχής γενομένης από τις 22.7.2017, για κάθε δε έτος να θεωρείται ότι έχει αφαιρεθεί από τη συνολική οφειλή του (εναγομένου), ποσό 4.662,91 ευρώ.
Και μπορεί, όπως ισχυρίζονται οι ενάγοντες, η υπογραφή του ως άνω ιδιωτικού συμφωνητικού να αποτέλεσε πρόταση του εναγομένου, ωστόσο, τέτοια μεγάλη απόκλιση της μισθωτικής αξίας του οικήματος, δεν συνάδει με τη λογική του μέσου ανθρώπου, ήτοι να προβαίνει σε παραχώρηση της περιουσίας του σε πολύ μικρότερη αξία από την πραγματική και μάλιστα σε μία χρονική περίοδο, κατά την οποία φαινόταν ότι η χώρα εξέρχεται από τη μεγάλη οικονομική κρίση.
Με βάση, λοιπόν, την ανωτέρω ετήσια μισθωτική αξία των 9.450 ευρώ ο εναγόμενος οφείλει να καταβάλει σε καθένα από τους ενάγοντες αυτούς, ανάλογα με το ποσοστό της συγκυριότητάς τους στο ως άνω ακίνητο (3/16 έκαστος), για το επίδικο χρονικό διάστημα (εξαετία από 2011 έως 2016), από το ποσό των 10.631,25 ευρώ (56.700 X 3/16). Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο έκρινε ότι η ετήσια μισθωτική αξία ων ανωτέρω διαμερισμάτων και δωματίων του τριώροφου αυτού οικήματος ανερχόταν στο ποσό των 32.000 ευρώ και ότι ο εναγόμενος έπρεπε να καταβάλει, για το ίδιο χρονικό διάστημα, σε καθένα από τους δύο πρώτους ενάγοντες από το ποσό των 36.000 ευρώ, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις και πρέπει να γίνουν δεκτοί ο δεύτερος, ο τρίτος και ο πέμπτος λόγοι της έφεσης.
Αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ο δεύτερος λόγος της από 25.4.2018 έφεσης των εναγόντων, κατά το τρίτο σκέλος του, με το οποίο πλήττεται η εκκαλούμενη απόφαση, επειδή, λόγω εσφαλμένης εκτίμησης των αποδείξεων, δεν επιδικάστηκε, σε καθένα από τους πρώτο και δεύτερο ενάγοντες, το ποσό των 45.562,50 ευρώ. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει ν' απορριφθεί η από 25.4.2018 έφεση των εναγόντων, ως ουσία αβάσιμη ...
Περαιτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η από 22.4.2018 έφεση του εναγομένου και να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη 967/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, ως προς τα κεφάλαια για τα οποία έγιναν δεκτοί οι σχετικοί λόγοι της έφεσης, ήτοι στο σύνολό της ως προς τους δύο πρώτους ενάγοντες και ως προς το αιτούμενο ποσό των 6.599,25 ευρώ, που αφορά στην αποζημίωση χρήσης για την εντός του πρώτου οικοπέδου οικία, ως προς την τρίτη εναγόμενη. ...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων ως ουσιαστικά αβάσιμη, δέχθηκε την έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου και αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και κράτησε και δίκασε την υπόθεση, απέρριψε την αγωγή ως προς την τρίτη ενάγουσα και δέχθηκε αυτή κατά ένα μέρος ως προς τους δύο πρώτους ενάγοντες, υποχρεώνοντας τον εναγόμενο να καταβάλει σε καθέναν από αυτούς το ποσό των 10.631,25 ευρώ με το νόμιμο τόκο.
Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, όσον αφορά τους δύο πρώτους ενάγοντες, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις 785, 786, 787, 792 παρ.1, 961 και 962 ΑΚ, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, καθόσον, σύμφωνα με τις ουσιαστικές αυτές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ο εναγόμενος, καθ' όλο το επίδικο χρονικό διάστημα, (2011-2016), έκανε αποκλειστική χρήση του δεύτερου αναφερόμενου ακινήτου (τριώροφου κτιρίου), λειτουργώντας σ' αυτό επιχείρηση ενοικιαζόμενων δωματίων και εκμισθώνοντας ως τουριστικά καταλύματα τόσο τα οκτώ διαμερίσματα του υπογείου και του ισογείου ορόφου όσο και τα δύο διαμερίσματα και τα πέντε δωμάτια του πρώτου ορόφου της ανωτέρω οικοδομής, αποκομίζοντας με τον τρόπο αυτό, από την αποκλειστική χρήση του κοινού, όφελος ίσο με τη μισθωτική αξία του μεριδίου των εναγόντων, ανερχομένη για έκαστο εξ αυτών στο ποσό των 10.631,25 ευρώ (56.700 X 3/16), με συνέπεια αυτοί, ακόμη και αν δεν πρόβαλαν αξίωση σύγχρησης, να δικαιούνται ως αποζημίωση την ως άνω ανάλογη προς το ποσοστό του δικαιώματός τους μερίδα από το όφελος που ο εναγόμενος εξοικονόμησε.
Εξάλλου, το Εφετείο ούτε εκ πλαγίου παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον περιέλαβε σ' αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την μη εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων ως προς την τρίτη ενάγουσα και ως προς την εφαρμογή τους ως προς τους δύο πρώτους ενάγοντες.
Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση με πληρότητα και σαφήνεια εκτίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των ως άνω νόμιμων όρων και προϋποθέσεων που εφαρμόστηκαν ως προς τους δύο πρώτους ενάγοντες, ενώ δεν υφίστανται ελλείψεις και ανεπάρκειες στις αιτιολογίες αυτής σχετικά με τον χαρακτηρισμό των ως άνω περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Επίσης, δεν ήταν αναγκαίο να περιλαμβάνονται σ' αυτήν άλλες αιτιολογίες για την αποκλειστική ή μη χρήση των κοινών ακινήτων των διαδίκων από τον εναγόμενο και συνεπώς για την ευθύνη του ή μη από τα ωφελήματά των ακινήτων αυτών. Η κρίση αυτή του Εφετείου υποστηρίζεται από τις ακόλουθες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης:
α] ο πρώτος και ο δεύτερος από τους ενάγοντες και ο εναγόμενος είναι συγκοινωνοί ενός οικοπέδου, έκτασης 631,30 τ.μ., κατά ποσοστό 3/16 κάθε ενάγων και 10/16 ο εναγόμενος, στο οποίο υφίσταται μία τριώροφη οικοδομή, με υπόγειο 205 τ.μ., ισόγειο 210 τ.μ. και πρώτο όροφο 208,50 τ.μ., β] ο εναγόμενος κατά το επίδικο χρονικό διάστημα έκανε αποκλειστική χρήση των διαμερισμάτων της ως άνω οικοδομής και είχε συνολική ωφέλεια από τη μίσθωσή τους ως τουριστικών καταλυμάτων 56700 ευρώ [ήτοι 9450 x 6 έτη από 2011 έως 2016].
γ] από το όφελος αυτό ο εναγόμενος οφείλει να καταβάλει σε καθέναν από τους δύο πρώτους ενάγοντες το μερίδιό του που ανέρχεται σε 10631,25 ευρώ [ήτοι 56700 x 3/16 = 10631,24 ευρώ]. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ], είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που οι αιτιάσεις είναι σχετικές με την κρίση του Δικαστηρίου ως προς την μισθωτική αξία του δευτέρου ακινήτου, την οποία οι αναιρεσείοντες θεωρούν εσφαλμένη και μη στηριζόμενη στα προσκομισθέντα αποδεικτικά στοιχεία, είναι απαράδεκτος, αφού οι επικαλούμενες ως άνω αιτιάσεις, αναφέρονται σε εκτίμηση των αποδείξεων, που δεν ιδρύει τον εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ.
λόγο αναίρεσης (ΑΠ 276/2016). Περαιτέρω, έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, όσον αφορά την τρίτη ενάγουσα, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 785, 78, 787, 792 παρ. 2, 961 και 962 ΑΚ, τις οποίες δεν εφάρμοσε, αν και συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους,, καθόσον τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων αυτών, αφού σύμφωνα με τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ο αναιρεσίβλητος κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα [2011 - 2016] έκανε αποκλειστική χρήση του ένδικου κοινού ακινήτου, του οποίου οι διάδικοι είναι συγκύριοι κατά τα 3/8 η τρίτη ενάγουσα - αναιρεσείουσα και κατά τα 5/8 ο εναγόμενος - αναιρεσίβλητος εξ αδιαιρέτου, χωρίς να αποδίδει στην τρίτη ενάγουσα το ποσό που αναλογούσε στη μερίδα συγκυριότητάς της στο ως άνω κοινό ακίνητο, αποκομίζοντας με τον τρόπο αυτό, από την αποκλειστική χρήση του κοινού, όφελος ίσο με τη μισθωτική αξία του μεριδίου της τρίτης ενάγουσας, με συνέπεια η τελευταία, ακόμη και αν δεν προέβαλε αξίωση σύγχρησης, να δικαιούται ως αποζημίωση την ανάλογη προς το ποσοστό του δικαιώματός της μερίδα από το όφελος που ο εναγόμενος εξοικονόμησε, χωρίς να αναιρείται το δικαίωμα αυτό της τρίτης ενάγουσας από το γεγονός ότι ο εναγόμενος έκανε αποκλειστική χρήση μόνο του νότιου τμήματος του κοινού ακινήτου και όχι και του βορειοδυτικού, βόρειου και ανατολικού τμήματος του όλου ακινήτου, αφού, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, οι υλικές πράξεις, με τις οποίες ασκείται από το συγκοινωνό η άμεση εξουσία του στο κοινό ακίνητο, δεν επιδέχονται επιμερισμό, ώστε να ασκεί τόσο ποσοστό εξουσίας, όσο αντιστοιχεί στο μερίδιό του.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, όσον αφορά την τρίτη αναιρεσείουσα, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος, λόγω δε της αναιρετικής του εμβέλειας, παρέλκει η έρευνα του τέταρτου λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ. α του άρθρου 559 ΚΠολΔ [λήψη υπόψη ανεπίτρεπτου αποδεικτικού μέσου και συγκεκριμένα φωτογραφιών του επίδικου ακινήτου], που αφορά αποκλειστικά την τρίτη αναιρεσείουσα , καθώς και των λοιπών λόγων αναίρεσης, κατά το μέρος που αφορούν την τρίτη αναιρεσείουσα.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται όμως η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στη δικαστική απόφαση [ΑΠ 1538/2022, ΑΠ1055/2019].
Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα [στα οποία περιλαμβάνονται οι ένορκες βεβαιώσεις και τα έγγραφα] να καταλείπονται, με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού [ολΑΠ 2/2008, ΑΠ 83/2020, ΑΠ 1349/2017].
Ειδικότερα, οι ένορκες βεβαιώσεις στον ειρηνοδίκη ή στο συμβολαιογράφο, που προβλέπονταν από το άρθρο 270 παρ. 2 ΚΠολΔ και ήδη προβλέπονται από τα άρθρα 421 - 424 ΚΠολΔ, όπως αυτά αντικαταστάθηκαν με το ν. 4335/2015 αρχικά και το ν. 4842/2021 στη συνέχεια, αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, σε σχέση με τους μάρτυρες και τα έγγραφα, το οποίο αναφέρεται ρητά και στην περιοριστική απαρίθμηση των νόμιμων αποδεικτικών μέσων του άρθρου 339 ΚΠολΔ και επομένως πρέπει να μνημονεύονται ειδικά στην απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη, η έλλειψη δε της μνείας αυτών δείχνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη [ΑΠ 1538/2022, ΑΠ 1055/2019].
Ο ανωτέρω λόγος ιδρύεται και αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη και τα προς έμμεση απόδειξη χρησιμεύοντα, κατ' άρθρο 339 ΚΠολΔ, δικαστικά τεκμήρια, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, δηλαδή τα κατά τη διάταξη του άρθρου 336 αρ. 3 ΚΠολΔ συμπεράσματα τα οποία συνάγει το δικαστήριο από αποδεδειγμένα γεγονότα για την ύπαρξη ή την ανυπαρξία άλλων γεγονότων, τα οποία μπορούν να συναχθούν [από το δικαστήριο της ουσίας] και από ένορκες βεβαιώσεις που έχουν ληφθεί, ακόμη και χωρίς κλήτευση, όχι στο πλαίσιο της δίκης που διεξάγεται αλλά άλλης δίκης μεταξύ των ιδίων ή άλλων διαδίκων, εκτός αν κατά την κυριαρχική και ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου αυτές έχουν ληφθεί επίτηδες για να χρησιμοποιηθούν και στη δίκη στην οποία κρίνεται η διαφορά [ΑΠ 627/2018].
Οι ένορκες αυτές βεβαιώσεις δεν αποτελούν ιδιαίτερη κατηγορία αποδεικτικών μέσων, αλλά η χρησιμοποίησή τους ως δικαστικών τεκμηρίων γίνεται με την προσκόμιση και επίκληση των εγγράφων στα οποία αυτές περιέχονται. Το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να τις μνημονεύσει ειδικά, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα, αλλά η μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, καλύπτει και αυτές, χωρίς κατά την αναφορά των εγγράφων να γίνεται διάκριση μεταξύ εκείνων που λήφθηκαν υπόψη προς άμεση απόδειξη και εκείνων που λήφθηκαν υπόψη ως δικαστικά τεκμήρια.
Αντίθετα, αν το δικαστήριο της ουσίας εξαιρέσει παντελώς τις εν λόγω ένορκες βεβαιώσεις, ακόμη και για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, υποπίπτει στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ ΚΠολΔ [ΑΠ 1312/2019, ΑΠ 736/2016]. Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τους δεύτερο, τρίτο, έκτο, έβδομο, όγδοο και ένατο λόγους της αίτησης αναίρεσης αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ.
γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι ίδιοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν και συγκεκριμένα τις υπ' αριθ. …/2017, …/2017, …/2017, …/2017, …/2017 και …/2017 ένορκες βεβαιώσεις των Ν. Κ., Ν. Σ., Ν. Μ., Γ. Ο., Ν. Κ. και Σ. Π. αντίστοιχα, ενώπιον του Ειρηνοδίκη …. Όμως, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα αποδεικτικά στοιχεία ''από την επανεκτίμηση των ένορκων βεβαιώσεων …, …, …, …/5-4-2017 ενώπιον του Ειρηνοδίκη …, τις οποίες επικαλούνται και προσκομίζουν οι ενάγοντες, μετά από νομότυπη κλήτευση του εναγομένου, όπως προκύπτει από την έκθεση επίδοσης …/30-3-2017 της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Πειραιά Μ.
Φ. ... των ένορκων βεβαιώσεων …, … και …./21-4-2017, ενώπιον του Ειρηνοδίκη …., τις οποίες επικαλούνται και προσκομίζουν οι ενάγοντες προς αντίκρουση των ισχυρισμών που περιέχονται στις προτάσεις του εναγομένου, μετά από νομότυπη κλήτευση του τελευταίου, προς τον πληρεξούσιο δικηγόρο και αντίκλητό του [άρθρο 143 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ], όπως προκύπτει από την έκθεση επίδοσης …./18-4-2017 της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Πειραιά Μ.
Φ....''. Από την ως άνω γενική αναφορά, αλλά και από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, στο οποίο επίσης αναφέρονται οι ως άνω ένορκες βεβαιώσεις, προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο οι ως άνω ένορκες βεβαιώσεις για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος. Επομένως, οι ανωτέρω δεύτερος τρίτος, έκτος έβδομος, όγδοος και ένατος λόγοι της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ.
γ ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι. Επίσης, με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ. γ ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που οι ίδιοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν και συγκεκριμένα την υπ' αριθ… ../2012 ένορκη βεβαίωση του Α.
Μ.. Όμως, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη του, μεταξύ άλλων, και την υπ' αριθ. …/2012 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της συμβολαιογράφου … Χ. συζ. Α., μεταξύ των εγγράφων, αφού συντάχθηκε σε χρόνο προγενέστερο, για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων [η ένορκη αυτή βεβαίωση δεν προσκομίζεται και στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης αποδίδεται στον Α.
Κ. και όχι στον Α. Μ., όπως επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, ενώ προσκομίζεται η υπ' αριθ. …/2017 ένορκη βεβαίωση του Α. Μ., ενώπιον της Ειρηνοδίκου …, η οποία και αυτή λήφθηκε υπόψη ρητά από το Εφετείο και έχει το ίδιο ακριβώς περιεχόμενο, με το αναφερόμενο στο αναιρετήριο για την ως άνω υπ' αριθ. …./2012 ένορκη βεβαίωση].
Από τη ρητή αναφορά, αλλά και το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι λήφθηκαν υπόψη και οι δύο παραπάνω ένορκες βεβαιώσεις και ειδικότερα η μεν πρώτη ως έγγραφο για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και η δε δεύτερη ως ένορκη βεβαίωση. Επομένως, και ως άνω πέμπτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ.
γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει α) να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ως προς τους δύο πρώτους αναιρεσείοντες, και να επιβληθούν σε βάρος των δύο πρώτων αναιρεσειόντων, που ηττήθηκαν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου που κατέθεσε προτάσεις [άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ], όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό και β) να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την τρίτη αναιρεσείουσα, να παραπεμφθεί η υπόθεση , κατά το μέρος αυτό, προς εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που την εξέδωσε, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που την εξέδωσαν, να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στους αναιρεσείοντες [άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ] και να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσίβλητου, που ηττήθηκε, τα δικαστικά έξοδα της τρίτης αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις [άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ], όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11-4-2022 αίτηση των Π. Χ. και Σ. Χ., για αναίρεση της υπ' αριθ. 624/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.
Επιβάλλει σε βάρος των δύο πρώτων αναιρεσειόντων τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων [2700] ευρώ.
Αναιρεί την υπ' αριθ. 624/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, όσον αφορά την τρίτη αναιρεσείουσα.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το μέρος αυτό, προς εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που την εξέδωσαν.
Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στους αναιρεσείοντες.
Επιβάλει σε βάρος του αναιρεσίβλητου τα δικαστικά έξοδα της τρίτης αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων [3000] ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιανουαρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Απριλίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ