Supreme Court allows appeal against First Instance Court's dismissal of landlord's claim for legal fees incurred to enforce eviction.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the First Instance Court's dismissal of the landlord's claim for legal fees paid to expedite the eviction of a tenant. The First Instance Court incorrectly rejected these costs as expenses solely benefiting the landlord, violating substantive law provisions on cost allocation. Consequently, the Supreme Court annulled the lower court's decision and remitted the case for retrial with a new judge.
Legislator headnote
AI generatedArticles 189 and 932 of the Code of Civil Procedure; Legal fees incurred by a party to expedite the execution of a judgment for the exclusive benefit of the opposing party are not recoverable as they do not constitute necessary litigation costs shared between parties.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 547 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 547/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. συζ. Λ. Β., το γένος Γ. Χ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κωστόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Της αναιρεσίβλητης: Μ. Μ. του Κ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-7-2014 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4054/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1054/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12-12-2019 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., αν κατά την συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως την συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν την συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπoμένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη την συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στην συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Περαιτέρω, με το άρθρο 83 παρ. 2 του ν. 4790/2021 "Κατεπείγουσες ρυθμίσεις για την προστασία της δημόσιας υγείας από τις συνεχιζόμενες συνέπειες της πανδημίας του κορωνοϊού COVID-19, την ανάπτυξη, την κοινωνική προστασία και την επαναλειτουργία των δικαστηρίων και άλλα ζητήματα" ορίζεται ότι "2.
Σε περίπτωση που η συζήτηση υπόθεσης οποιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας και οποιασδήποτε διαδικασίας ματαιώθηκε διαρκούσης της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων λόγω των έκτακτων μέτρων προστασίας της δημόσιας υγείας από την πανδημία του κορωνοϊού COVID-19, ορίζεται αυτεπαγγέλτως, με πράξη του προέδρου του τμήματος ή του προϊσταμένου του δικαστηρίου, νέα ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο στη συντομότερη διαθέσιμη δικάσιμο.
Η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ή έκθεμα, το οποίο μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά, γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προς ενημέρωση των διαδίκων, και πάντως όχι επί ποινή ακυρότητας, η νέα δικάσιμος γνωστοποιείται από τον γραμματέα στον δικηγορικό σύλλογο της έδρας του δικαστηρίου.
Στις υποθέσεις με διάδικο το Ελληνικό Δημόσιο, ο γραμματέας του δικαστηρίου γνωστοποιεί στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους τη νέα δικάσιμο με το οικείο πινάκιο ή έκθεμα. Με πρωτοβουλία επίσης του γραμματέα μπορεί να γνωστοποιείται η νέα δικάσιμος με αποστολή ηλεκτρονικού μηνύματος στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των διαδίκων ή με ανάρτηση στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων solon.gov.gr για όσα δικαστήρια και διαδικασίες έχουν ενταχθεί στο εν λόγω σύστημα".
Με την προαναφερόμενη διάταξη, προβλέπεται μεν ο αυτεπάγγελτος επαναπροσδιορισμός της συζητήσεως των υποθέσεων που ματαιώθηκαν κατά το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων λόγω της πανδημίας του κορωνοϊού COVID-19, πλην όμως, σε περίπτωση ερημοδικίας κάποιου διαδίκου κατά την ορισθείσα νέα δικάσιμο, προκειμένου να ισχύσει η με πρωτοβουλία του γραμματέα εγγραφή της υποθέσεως στο οικείο πινάκιο ή έκθεμα, ως κλήτευση κατ' αυτή του απολειπομένου διαδίκου, απαιτείται ως προϋπόθεση ο εν λόγω διάδικος, είτε να είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ο ίδιος, είτε να είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για τη δικάσιμο, κατά την οποία η συζήτηση της υποθέσεως ματαιώθηκε λόγω της αναστολής.
Σε αντίθετη περίπτωση, η εγγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο για τη νέα δικάσιμο, δεν ισχύει ως κλήτευσή του κατ' αυτή και απαιτείται η νόμιμη κλήτευσή του. Στην προκειμένη περίπτωση, φέρεται προς συζήτηση η από 12-12-2019 αίτηση, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1054/2018 αποφάσεως του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
Όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου και τα διαδικαστικά έγγραφα της παρούσας δίκης, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως προσδιορίσθηκε, κατ' άρθρο 568 παρ. 2-4 Κ.Πολ.Δ., με την επιμέλεια της αναιρεσείουσας, να συζητηθεί στη δικάσιμο της 2-4-2021. Κατά τη δικάσιμο εκείνη ματαιώθηκε η συζήτηση αυτής, λόγω της προσωρινής αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων εξ αιτίας του κορωνοϊού COVID-19, επαναπροσδιορίστηκε δε αυτή αυτεπαγγέλτως για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, με πράξη της Προέδρου του Δ' τμήματος, και γράφτηκε στο οικείο πινάκιο, σύμφωνα με το άρθρο με το άρθρο 83 παρ. 2 του ν. 4790/2021.
Όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, η αναιρεσίβλητη δεν παρέστη στο ακροατήριο κατά την σημερινή δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στην σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε υποβλήθηκε η κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., δήλωση.
Από την επικαλούμενη όμως και προσκομιζόμενη από την αναιρεσείουσα υπ' αριθμ. 6135Γ'/9-7-2020 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Θεσσαλονίκης Σ. Σ., προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 2-4-2021, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη.
Συνεπώς, ενόψει του ότι η ως άνω αναιρεσίβλητη είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 2-4-2021, η δε αναβολή της υποθέσεως και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο της αναφερόμενης στην αρχή της παρούσας μετ' αναβολή δικασίμου, ισχύει, κατά τα προαναφερθέντα, ως κλήτευσή της για την τελευταία αυτή δικάσιμο, πρέπει να δικαστεί ερήμην και να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως σαν να ήταν και αυτή παρούσα. Η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρα 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των προβαλλόμενων λόγων της (άρθρα 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).
Οι διατάξεις των άρθρων 176 επ. Κ.Πολ.Δ. προσδιορίζουν ειδικώς τις προϋποθέσεις, καθώς και την έκταση της αξιώσεως προς απόδοση στον διάδικο, όσων εξόδων συνδέονται με τις δαπάνες, στις οποίες αυτός υποβλήθηκε, εξαιτίας της εκ μέρους του, ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων, ασκήσεως του δικαιώματος παροχής δικαστικής προστασίας και, επιπλέον, μέσω των ανωτέρω ρυθμίσεων, καθορίζεται η διαδικασία εκκαθάρισης και επιδίκασης των σχετικών χρηματικών ποσών, κατά τρόπο ώστε να αποκλείεται η θεμελίωση σε άλλους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου αντιστοίχων απαιτήσεων αποζημιώσεως, η ικανοποίηση των οποίων θα επιδιωχθεί αυτοτελώς με αγωγή.
Στα δικαστικά έξοδα που αποδίδονται στον διάδικο που νίκησε περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 189 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.: α) τα τέλη χαρτοσήμου για τη σύνταξη των δικογράφων και τη διενέργεια των διαδικαστικών πράξεων, β) το τέλος δικαστικού ενσήμου, γ) η αμοιβή των δικηγόρων ή άλλων δικαστικών πληρεξουσίων και των δικαστικών υπαλλήλων, δ) τα ποσά που καταβάλλονται στους μάρτυρες για έξοδα και αποζημίωση, καθώς και στους πραγματογνώμονες για έξοδα και αμοιβή, ε) τα ποσά που καταβλήθηκαν για την προσαγωγή άλλων αποδεικτικών μέσων, καθώς και τα έξοδα ταξιδιού και αλληλογραφίας που κατέβαλε ο διάδικος για να εμφανιστεί στη δίκη.
Αντιθέτως, δεν αποδίδονται τα έξοδα που έγιναν: α) από απείθεια, απροσεξία ή σφάλμα του ίδιου του διαδίκου και β) από υπερβολική πρόνοιά του. Ειδικότερη μορφή δικαστικών εξόδων αποτελούν τα έξοδα εκτελέσεως, τα οποία, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 932 Κ.Πολ.Δ., υποχρεούται έναντι του επισπεύδοντος δανειστή να καταβάλει ο καθ' ου η εκτέλεση οφειλέτης, εφόσον αυτά είναι αναγκαία, και όχι δυσανάλογα ή περιττά.
Η περίπτωση των εξόδων που περιλαμβάνονται στην κατηγορία αυτή, εξαιρείται της εφαρμογής των διατάξεων 173 επ. Κ.Πολ.Δ., που προϋποθέτουν εκκρεμή δίκη και, επομένως, η επιδίκασή τους δεν αποκλείεται να επιδιωχθεί με αγωγή του δικαιούχου έναντι του υποχρέου (ΑΠ 1495/2009). Εξάλλου, σε περίπτωση άμεσης εκτελέσεως, όπως είναι και η εκτέλεση προς απόδοση ακινήτου, κατ' άρθρο 943 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., στην οποία δεν υφίσταται ανάμειξη άλλων δανειστών, έξοδα εκτελέσεως αποτελούν όλες οι δαπάνες που γίνονται από τον επισπεύδοντα την εκτέλεση δανειστή, εφόσον είναι αναγκαίες για τη διαδικασία της εκτελέσεως, από την έναρξή της μέχρι και την περάτωσή της.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία (όταν προσδίδεται σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή), είτε με κακή εφαρμογή (όταν γίνεται εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως), με αποτέλεσμα την κατάληξη σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2021, 1/2016, ΑΠ 981/2020).
Με τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ενστάσεων των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) προκύπτει ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), ως αποδειχθέντα, τα ακόλουθα, σχετικά με τον μοναδικό λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, πραγματικά περιστατικά: "......
Δυνάμει του από 30-5-2011 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης, η ενάγουσα εκμίσθωσε στην εναγομένη και ακολούθως της παρέδωσε τη χρήση ενός διαμερίσματος, ιδιοκτησίας της, εμβαδού 79,70 τ.μ., ευρισκόμενο στη…, στον πρώτο όροφο της επί της οδού ... αρ. ..οικοδομής, αποτελούμενο από 2 υπνοδωμάτια, ενιαίο χώρο κουζίνας-σαλονιού και λουτροκαμπινέ, προκειμένου να το χρησιμοποιήσει ως κύρια κατοικία της [.............].
Επειδή η εναγομένη καθυστερούσε από δυστροπία να καταβάλει στην ενάγουσα τα μισθώματα των μηνών Σεπτεμβρίου 2012, Οκτωβρίου 2012, Νοεμβρίου 2012, Δεκεμβρίου 2012, Ιανουαρίου 2013 και Φεβρουαρίου 2013, η ενάγουσα, με την από 4-2-2013 εξώδικη πρόσκληση-δήλωση-καταγγελία της, η οποία επιδόθηκε νομότυπα στην εναγομένη στις 5.2.2013, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 9758/5.2.2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, Α.
Β., κατήγγειλε τη μίσθωση και ακολούθως προέβη στην έκδοση της υπ' αριθμ. 3715/2013 διαταγής απόδοσης της χρήσης του μισθίου και καταβολής οφειλόμενων μισθωμάτων της Ειρηνοδίκου Θεσσαλονίκης, την οποία κοινοποίησε νόμιμα στην εναγομένη, στις 3-4-2013, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 10260/3.4.2013 έκθεση επίδοσης του ίδιου ως άνω δικαστικού επιμελητή, χωρίς όμως αυτή να αποχωρήσει από το μίσθιο, με αποτέλεσμα να αποβληθεί βιαίως, στις 23-9-2013, δυνάμει της υπ' αριθμ. 4072/23.9.2013 έκθεση βιαίας αποβολής του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, Α.
Γ. [..........]. Το άνω ποσό των 1.845 ευρώ που αφορά τα έξοδα εκτέλεσης της παραπάνω διαταγής πληρωμής, τα οποία κατέβαλε η ενάγουσα στον δικαστικό επιμελητή για να πραγματοποιηθεί η αποβολή της εναγομένης και η εγκατάσταση της ενάγουσας στο μίσθιο, δυνάμει της υπ' αριθ. 4072/23-9-2013 έκθεσης βιαίας αποβολής του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, Α.
Γ., πρέπει να απορριφθεί, καθόσον πρόκειται για έξοδα εκτέλεσης που έγιναν προς το αποκλειστικό συμφέρον της επισπεύδουσας - εκμισθώτριας και δεν αποδίδονται, αφού αποδείχθηκε ότι η εκτέλεση ήταν αναγκαία ως και τα έξοδα αυτής για την αποβολή της εναγομένης από το μίσθιο και την εγκατάσταση σ' αυτό της ενάγουσας.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει η ένδικη αγωγή να απορριφθεί ως μη νόμιμη για το ανωτέρω ποσό". Με αυτά που δέχτηκε το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο, το οποίο, παρά την παραδοχή του ότι η εναγομένη μισθώτρια, μετά την προς αυτήν επίδοση της υπ' αριθμ. 3715/2013 διαταγής αποδόσεως της χρήσεως του μισθίου της Ειρηνοδίκου Θεσσαλονίκης, αρνήθηκε να αποχωρήσει από το μίσθιο, γεγονός που εξανάγκασε την εκμισθώτρια ενάγουσα να επισπεύσει την άμεση εκτέλεση της διαταγής, απέρριψε ως μη νόμιμο το κονδύλιο της αγωγής, προς καταβολή στην επισπεύσασα την εκτέλεση ενάγουσα, της αμοιβής που η ίδια αναγκάστηκε να καταβάλει στον ενεργήσαντα αυτήν δικαστικό επιμελητή, με την εκτίμηση ότι πρόκειται "για έξοδα εκτέλεσης που έγιναν προς το αποκλειστικό συμφέρον της επισπεύδουσας - εκμισθώτριας και δεν αποδίδονται", παραβίασε ευθέως τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 189 και 932 του Κ.Πολ.Δ., τις οποίες εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε.
Συνεπώς, ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμ. 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι ως το Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο, με το να απορρίψει ως μη νόμιμο το ως άνω κονδύλιο, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις, είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στην καταθέσασα τούτο αναιρεσείουσα, ενόψει της νίκης της (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε' Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1.1.2016) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, ως ηττώμενη διάδικος, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 1054/2018 απόφαση του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. Και Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην καταθέσασα τούτο αναιρεσείουσα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Μαρτίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Απριλίου 2022.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ