Supreme Court dismisses appeal on inheritance dispute, ruling simple co-litigation does not bind absent party.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to retry the case, rejecting the argument that the appeal should bind all co-litigants. The court found that while the parties were co-litigants, they were bound only by simple co-litigation, not mandatory co-litigation, allowing for contradictory decisions. Consequently, the appeal was rejected because the final judgment already bound the appellant regarding the specific issue of the will's validity.
Legislator headnote
AI generatedΚώδικας Πολιτικής Δικονομίας, άρθρο 579 παρ. 1; άρθρο 581 παρ. 1: Simple co-litigation does not create mandatory co-litigation, meaning a final judgment binding one co-litigant does not automatically bind others who did not participate in the original proceedings.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 547 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 547/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Τ. του Β., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Αθανάσιο Γεωργιάδη.
Του αναιρεσίβλητου: ΟΤΑ με την επωνυμία "Δήμος Πολυγύρου Χαλκιδικής" νομίμως εκπροσωπούμενου, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Στέφανο Οικονόμου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-9-1998 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και προσώπων μη μετεχόντων στη δίκη, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 102/2003 του ιδίου Δικαστηρίου, 2436/2004 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 3-11-2005 αίτησή τους, στην οποία ασκήθηκε υπέρ αυτών, η από 21-7-2010 πρόσθετη παρέμβαση του ήδη αναιρεσείοντος.
Εκδόθηκε η 502/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου που απέρριψε την πρόσθετη παρέμβαση και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο.
Εκδόθηκε μετά τη συζήτηση η 1952/2014 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 28-9-2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικήτας Χριστόπουλος, ανέγνωσε την από 29-3-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε να απορριφθεί, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η 1952/2014 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔικ 552, 553, 556, 558. 564, 566 παρ. 1). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (ΚΠολΔικ 577 παρ. 3).
Η μεν διάταξη του άρθρου 579 παρ. 1 ΚΠολΔικ ορίζει , ότι "αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνο εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση. Κάθε απόφαση που στηρίζεται σ' αυτήν που αναιρέθηκε αναιρείται, εφόσον οι λόγοι της αναίρεσης αναφέρονται και σ' αυτήν", η δε διάταξη του άρθρου 581 παρ. 1 ΚΠολΔικ ότι "στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση εισάγεται και συζητείται με κλήση.
Δεν είναι απαραίτητο να επιδοθεί η αναιρετική απόφαση". Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι μετά την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση, που υπήρχε πριν από τη συζήτηση, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα απόφαση, δηλαδή αναβιώνει η αίτηση παροχής έννομης προστασίας (έφεση, αγωγή).
Η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναίρεσης, δηλαδή ως προς τα πληγέντα κεφάλαιά της, όχι δε ως προς άλλα εκτός αν τα τελευταία συνάπτονται αρρήκτως με τα αναιρεθέντα, οπότε συναναιρούνται. Όταν ορίζεται από το άρθρο 579 παρ. 1 ΚΠολΔικ, ότι αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε, προδήλως εννοεί τους διαδίκους που μετείχαν στην αναιρετική δίκη, μεταξύ των οποίων διεξάγεται, κατά παραπομπή, η νέα δίκη ενώπιον του Εφετείου.
Δεν περιλαμβάνονται και οι διάδικοι εκείνοι , οι οποίοι δεν μετείχαν στην αναιρετική δίκη, έστω και αν μετείχαν στην εφετειακή δίκη στα πλαίσια άλλης έφεσης, που συνεκδικάστηκε. Ως προς τους διαδίκους αυτούς υπάρχει δεδικασμένο από την τελεσίδικη απόφαση, η οποία μπορεί να έχει καταστεί και αμετάκλητη, γιατί παρήλθε η προς άσκηση αναίρεσης προθεσμία του νόμου .
Εξάλλου , κατά τη διάταξη του άρθρου 76 παρ. 1 ΚΠολΔικ, η οποία αναφέρεται στην αναγκαστική ομοδικία, όταν η διαφορά επιδέχεται ενιαία μόνο ρύθμιση ή η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους ομοδίκους ή όταν οι ομόδικοι μόνο από κοινού μπορούν να ασκήσουν αγωγή ή να εναχθούν, ή, εξαιτίας των περιστάσεων που συνοδεύουν την υπόθεση, δεν μπορούν να υπάρχουν αντίθετες αποφάσεις απέναντι στους ομοδίκους, οι πράξεις του καθενός ωφελούν και βλάπτουν τους άλλους, οι δε ομόδικοι που μετέχουν νόμιμα στη δίκη ή έχουν προσεπικληθεί, αν δεν παραστούν, θεωρούνται ότι αντιπροσωπεύονται από εκείνους που παρίστανται.
Τέτοια, όμως, σχέση αναγκαστικής ομοδικίας και μάλιστα απορρέουσα εκ του ότι, κατά τις συντρέχουσες περιστάσεις, δεν δύνανται να υπάρξουν αντίθετες έναντι των ομοδίκων αποφάσεις, δεν ιδρύεται ανάμεσα στους κληρονόμους από διαθήκη , όταν ενάγουν ή ενάγονται σχετικά με την αναγνώριση ως άκυρης διαθήκης , δεδομένου ότι υπάρχει μεν ταυτότητα του αντικειμένου της δίκης ως προς όλους τους ομοδίκους, πλην όμως κατ` ουσία η διαφορά αναφέρεται στο ανύπαρκτο του δικαιώματος των κληρονόμων και κληροδόχων, κατά την επί της διαθήκης θεμελίωσή του και στο υπαρκτό του εξ αδιαθέτου κληρονομικού δικαιώματος ή από άλλη έγκυρη διαθήκη και ως εκ τούτου δεν αποκλείεται η νομική δυνατότητα της έκδοσης αντίθετων αποφάσεων ως προς κάθε ενάγοντα ή εναγόμενο (ΟλΑΠ 902/1982].
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης [ΚΠολΔικ 561 παρ. 2] το Εφετείο δέθηκε τα ακόλουθα: <<οι ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες, με την από 16-9-1998 και με αριθμό κατάθεσης 289Π/1998 αγωγή τους, κατά του εναγομένου και ήδη εφεσιβλήτου Δήμου Πολυγύρου, ασκηθείσα ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, ιστορούσαν ότι η Σ.
Γ. του Β., κάτοικος εν ζωή ..., που απεβίωσε την …-6-1997, κατέλιπε την από 9-2-1997 ιδιόγραφη διαθήκη της, που δημοσιεύθηκε νόμιμα με τα υπ' αριθμ. 164/ 1997 πρακτικά συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής και κηρύχθηκε κυρία με την υπ' αριθμ. 186/1997 απόφαση του ίδιου ως άνω Δικαστηρίου, με την οποία (διαθήκη) εγκατέστησε αυτούς ως μόνους κληρονόμους της σε όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία της, συνολικής αξίας 78.500.000 δρχ.
και ήδη 230.374,17 ευρώ. Ότι την 12-2-1997 η ως άνω διαθέτης παρέδωσε αυτοπροσώπως και παρουσία τριών μαρτύρων, στο συμβολαιογράφο … Ι. Τ., μέσα σε κλειστό φάκελο έγγραφο, δηλώνοντας προφορικά ότι περιέχει τη διαθήκη της, με σκοπό να καταστεί αυτή (διαθήκη) μυστική και ότι συντάχθηκε η υπ' αριθμ. 37528/1997 πράξη του παραπάνω συμβολαιογράφου.
Ότι η εν λόγω διαθήκη, η οποία φέρει ημερομηνία 25-9-1990 και με την οποία κατέλειπε ολόκληρη την περιουσία της στον εναγόμενο Δήμο Πολυγύρου με σκοπό να την χρησιμοποιήσει για κοινωφελείς σκοπούς, ήτοι γηροκομείο και ορφανοτροφείο που θα φέρουν το όνομά της, είναι άκυρη ως μυστική, για το λόγο ότι δεν τηρήθηκαν από το συμβολαιογράφο οι επιβαλλόμενες από το νόμο με ποινή την ακυρότητα, διατυπώσεις της σημείωσης του ονόματος και του επωνύμου της διαθέτιδος και της χρονολογίας παράδοσης επί του παραδοθέντος κλειστού φακέλλου, και της υπογραφής της σημείωσης από τη διαθέτιδα και τα συμπράτοντα πρόσωπα.
Ότι η ως άνω άκυρη μυστική διαθήκη, ισχύει ως ιδιόγραφη, πλην όμως είναι προγενέστερη (25-9-1990) της παραπάνω από 9-2-1997 ιδιόγραφης, η οποία (τελευταία) με το περιεχόμενό της ανακάλεσε καθ' ολοκληρία την πρώτη. Με βάση το ιστορικό αυτό και επικαλούμενοι έννομο συμφέρον λόγω της αμφισβήτησης του κληρονομικού τους δικαιώματος εκ μέρους του εναγόμενου Δήμου Πολυγύρου, ο οποίος φέρεται κληρονόμος της ως άνω διαθέτιδος με την προγενέστερη από 25-9-1990 ιδιόγραφη διαθήκη, που επίσης δημοσιεύθηκε με τα υπ' αριθμ. 144/1997 πρακτικά και κηρύχθηκε κυρία με την υπ' αριθμ. 188/1997 απόφαση, ζήτησαν να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της προαναφερθείσας μυστικής διαθήκης και η ισχύς και η εγκυρότητα της από 9-2-1997 ιδιόγραφης, με την οποία αυτοί (ενάγοντες) εγκαταστάθηκαν ως μοναδικοί κληρονόμοι της διαθέτιδος.
Επί της ως άνω αγωγής και των ισχυρισμών του εναγομένου εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων η υπ' αριθμ. 102/2003 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, με την οποία, κρίθηκε ορισμένη και νόμιμη η αγωγή (όπως και πράγματι ήταν ως στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1710 επ., 1741, 1742, 1747 ΑΚ, 70 ΚΠολΔ), και στη συνέχεια, απορρίφθηκε αυτή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, κατά παραδοχή ένστασης του εναγομένου περί ανάκλησης από την διαθέτιδα της από 9-2-1997 ιδιόγραφης διαθήκης, με συμβολαιογραφικό έγγραφο, ήτοι την από 12-2-1997 πράξη κατάθεσης της μυστικής.
Κατά της οριστικής αυτής απόφασης άσκησαν οι δύο πρώτοι των εναγόντων την από 25- 11-2003 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 180/2003 ενώπιον του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου έφεση και ο τρίτος των εναγόντων την από 18-11-2003 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 179/2003 ενώπιον του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου έφεση, ως ηττηθέντες διάδικοι, ζητώντας για τους αναφερόμενους σ' αυτές λόγους, αναγόμενους σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, κυρίως δε σε ότι αφορά την παραδοχή του ισχυρισμού του εναγομένου περί ανάκλησης της δεύτερης ιδιόγραφης διαθήκης, την εξαφάνιση της πρωτοβάθμιας απόφασης, με σκοπό όπως γίνει δεκτή στο σύνολό της η ένδικη αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη.
Επί των εν λόγω δύο εφέσεων εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2436/2004 οριστική απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία απέρριψε ουσιαστικά τις εφέσεις. Κατά της εν λόγω τελεσίδικης απόφασης οι ηπηθέντες εκκαλούντες της πρώτης των ως άνω εφέσεων (πρώτη και δεύτερη των εναγουσών), άσκησαν την από 3-11-2005 αίτηση αναίρεσης ενώπιον του Αρείου Πάγου με την οποία ζήτησαν την αναίρεσή της για τους αναφερόμενους σ' αυτήν λόγους.
Ο εκκαλών της δεύτερης έφεσης, Γ. Τ., απλός ομόδικος των λοιπών εναγουσών-εκκαλουσών (τρίτος των εναγόντων), δεν άσκησε αναίρεση, αλλά άσκησε ενώπιον του Αρείου Πάγου την από 21-7-2010 πρόσθετη παρέμβαση υπέρ των αναιρεσειόντων και κατά του αναιρεσιβλήτου Δήμου Πολυγύρου. Επί της ως άνω αίτησης αναίρεσης και της πρόσθετης παρέμβασης, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 502/2011 απόφαση του Γ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, με την οποία αφού απορρίφθηκε η πρόσθετη παρέμβαση του Γ.
Τ., ως απαράδεκτη, λόγω μη κοινοποίησής της στους κυρίους διαδίκους, αναιρέθηκε η ως άνω υπ' αριθμ. 2436/2004 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού λόγω έλλειψης νόμιμης βάσης και λόγω αντιφατικών αιτιολογιών (άρθρ. 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ). Ειδικότερα, δέχθηκε ο Άρειος Πάγος ότι το Εφετείο : " ...παρεβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, και στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, αφού με αντιφατικές αιτιολογίες, δέχθηκε, ότι η άκυρη, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 1728 και 1742 ΑΚ, από 25-9-1990 μυστική διαθήκη της θανούσας, είναι έγκυρη ως ιδιόγραφη, μολονότι στερείται της "ημεροχρονολογίας σύνταξής της", έλλειψη αναπληρούμενης από την πράξη κατάθεσης της εν λόγω διαθήκης στο συμβολαιογράφο, η οποία φέρει "ημεροχρονολογία της 12-2-1997" και, επομένως, είναι μεταγενέστερη της ένδικης από 9-2- 1997 ιδιόγραφης διαθήκης της ίδιας θανούσας, ενώ, περαιτέρω, δέχθηκε ότι η πρώτη από τις προαναφερόμενες ιδιόγραφες διαθήκες φέρει στο κείμενό της πλήρη και υπαρκτή χρονολογία, δηλαδή βέβαιη χρονολογία (25-9-1990), -που τέθηκε από τη διαθέτιδα και δεν αμφισβητήθηκε ποτέ- και, επομένως, εσφαλμένα, προσέφυγε σε ερμηνεία της δήλωσης βούλησης της τελευταίας και, ειδικότερα, σε στοιχεία εκτός του κειμένου της διαθήκης προς το σκοπό αποσαφήνισης και αναπλήρωσης της δήθεν ελλείπουσας χρονολογίας της".
Έτσι, αναιρέθηκε η ως άνω απόφαση σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην πιο πάνω νομική σκέψη (I μέρος), αναφορικά με τις εκκαλούσες της πρώτης των ως άνω εφέσεων (από 25-11-2003 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 180/2003)-1η και 2η των εναγουσών, οι οποίες και άσκησαν αναίρεση, για παράβαση του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ και παραπέμφθηκε η υπόθεση στο παρόν δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, προκειμένου με άλλη σύνθεση να την εκδικάσει περαιτέρω (βλ.
αντίγραφο της ως άνω εκδοθείσας απόφασης που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι), οι εκκαλούσες δε αυτές, οι οποίες μετείχαν στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 1717/2002), επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από τη συζήτηση, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα απόφαση, με συνέπεια να αναβιώνει η σχετική αίτηση παροχής έννομης προστασίας, ήτοι η έφεσή τους, της οποίας επιλαμβάνεται το παρόν δικαστήριο της παραπομπής μετά από κλήση, αφού κατατεθούν προτάσεις σύμφωνα με όσα ορίζουν οι διατάξεις του αρθ. 237 ΚΠολΔ.
Κατά συνέπεια νόμιμα φέρεται με την από 19-7-2011 και με αριθμό κατάθεσης 2569/25- 7-2011 κλήση των εκκαλουσών της πρώτης έφεσης-1ης και 2ης των εναγουσών, ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου της αναπομπής προς νέα συζήτηση η ανωτέρω έφεση των εναγουσών αυτών, με την οποία πλήττεται η εκκαλούμενη απόφαση κατά τα άνω για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, σε ότι αφορά την παραδοχή του ισχυρισμού του εναγομένου περί ανάκλησης της δεύτερης ιδιόγραφης διαθήκης, το οποίο (Δικαστήριο της παραπομπής) πρέπει να ερευνήσει κατ' ουσίαν την υπόθεση μέσα στα ως άνω όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση.
Περαιτέρω, μη νόμιμα με την ως άνω κλήση και ο τρίτος των καλούντων-εκκαλών της δεύτερης έφεσης (από 18-11- 2003 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 179/2003), Γ. Τ. του Β., ο οποίος δεν άσκησε αναίρεση, ούτε συμμετείχε στην αναιρετική δίκη, αφού η ασκηθείσα από αυτόν πρόσθετη παρέμβαση απορρίφθηκε ως απαράδεκτη κατά τα άνω, επαναφέρει προς νέα συζήτηση την αμέσως παραπάνω έφεσή του.
Ειδικότερα, σύμφωνα με όσα αναλυτικά αναπτύσσονται στο Ι' μέρος της παραπάνω νομικής σκέψης, η έρευνα της προκειμένης υπόθεσης θα περιοριστεί μέσα στα όρια της ως άνω αναιρετικής απόφασης και θα εξετασθεί μόνον η προαναφερθείσα (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 180/2003) έφεση των 1ης και 2ης των εναγουσών, οι οποίες άσκησαν αναίρεση, όχι όμως και η ανωτέρω με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 179/2003 έφεση του 3ου των εναγόντων, ο οποίος δεν άσκησε αναίρεση, γιατί, εφόσον η πιο πάνω υπ' αριθ. 2436/2004 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου δεν προσβλήθηκε με αναίρεση από τον τελευταίο, ούτε αναιρέθηκε αναφορικά και με τον διάδικο αυτόν, ως προς τον τελευταίο αυτή αποτελεί δεδικασμένο που δεσμεύει το παρόν δικαστήριο .
Εξάλλου, μεταξύ των περισσοτέρων εναγόντων στην παρούσα δίκη, υφίσταται δεσμός απλής ομοδικίας, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στο II μέρος της μείζονος σκέψης, δεδομένου ότι στη δίκη που ανοίγεται με αγωγή επιδιώκουσα την ακυρότητα διάταξης διαθήκης, όπως και η προκειμένη, δεν δημιουργείται μεταξύ των τετιμημένων με τη διαθήκη αναγκαστική ομοδικία, κατά το άρθρο 76 παρ.1 του ΚΠολΔ, αλλά απλή ομοδικία, καθόσον, ναι μεν το αντικείμενο της δίκης εμφανίζεται ταυτόσημο για τους ενάγοντες ή εναγόμενους ομοδίκους, στην ουσία όμως επιδιώκεται η αναγνώριση της ανυπαρξίας των δικαιωμάτων τους που απορρέουν από την κληρονομιά, καθένας δε από αυτούς μπορεί να προβάλλει, σύμφωνα με την καθιερούμενη από το άρθρο 106 ΚΠολΔ δικονομική αρχή της ελεύθερης διάθεσης και της συζήτησης, διαφορετική υπεράσπιση και συνεπώς δεν αποκλείεται η έκδοση αντιφατικών αποφάσεων.
Επομένως ο ισχυρισμός του διαδίκου αυτού ότι επειδή συνδέεται με αναγκαστική ομοδικία με τις λοιπές ενάγουσες, ισχύει και ως προς αυτόν το επεκτατικό αποτέλεσμα της αναίρεσης είναι αβάσιμος>>. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως απαράδεκτη την κλήση του αναιρεσείοντος για συζήτηση και της δικής του έφεσης , μετά την αναίρεση της ως άνω 2436/2004 απόφασης αυτού [Εφετείου] , με την 502/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο , ούτε κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου, καθόσον η κατ' ουσία παραδοχή της ως άνω αίτησης αναίρεσης , για ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες [ΚΠολΔικ 559 αριθμός 19] , είχε ως αποτέλεσμα την ολική αναίρεση της απόφασης που προσβλήθηκε, μόνον ως προς τις διαδίκους που μετείχαν στην αναιρετική δίκη Μ.
και Ι. Σ., η δε νέα, κατά παραπομπή δίκη, πρέπει να διεξαχθεί μεταξύ των διαδίκων που μετείχαν στην αναιρετική δίκη, όχι δε και μεταξύ του τώρα αναιρεσείοντος, ο οποίος δεν συμμετείχε σε εκείνη τη δίκη και ως προς αυτόν υπάρχει δεδικασμένο από την τελεσίδικη απόφαση. Τούτο δε διότι ο αναιρεσείων είναι απλός ομόδικος των εκεί αναιρεσειουσών, αφού δεν δημιουργείται μεταξύ των περισσότερων τετιμημένων με διαθήκη δεσμός αναγκαστικής, αλλά απλής ομοδικίας .
Επομένως οι περί του αντιθέτου λόγοι της αίτησης αναίρεσης από τους αριθμούς 14 και 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί , κατ' άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔικ, η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που καταβλήθηκε και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου κατά το νόμιμο αίτημα αυτού [ΚΠολΔικ 176, 183, 191 παρ. 2], μειωμένα, όμως σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 281 του ν. 3463/2006.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αίτηση αναίρεσης της 1952/2014 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που καταβλήθηκε. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων [600] ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Μαρτίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Απριλίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ