Legislator Case Law & Legislation
547/2016 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against administrative court decision regarding evidence admissibility and procedural rules.

Case Number 547/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision of 2011. The appellant argued that the lower court erred by granting evidentiary weight to an unapproved advisory opinion from the Mixed Advisory Council. The court rejected this claim, ruling that the document's lack of ministerial approval did not strip it of legal probative force or render it inadmissible under the Civil Procedure Code.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 576 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an administrative document remains admissible and possesses full probative force even if it lacks subsequent ministerial approval, provided it was not used in violation of statutory exclusion rules.

Keywords

AI generated
administrative appeal evidentiary weight admissibility of documents ministerial approval Civil Procedure Code probative force unapproved advisory opinion

Cited Legislation

AI generated
Article 576 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 559 paragraph 12 of the Code of Civil Procedure
Article 559 paragraph 11 letter a of the Code of Civil Procedure
Article 496 paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
Article 6A of the Code of Laws on Public Prosecution
Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated
OLAP 2/2008
176, 183, 191 paragraph 2

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 547 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 547/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Σεπτεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Τ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε.

Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Γιολάντα Παπαρούνη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-11-1998 κύρια παρέμβαση του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4284/2004 η οποία διέταξε τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, 6926/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 6604/2011 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων, με την από 16-5-2013 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικήτας Χριστόπουλος, ανέγνωσε την από 9-2-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔικ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ’ αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει, αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Στην προκείμενη περίπτωση, από την .../1-7-2015 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Φ. Κ. προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση, είχε επιδοθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, ύστερα από γραπτή παραγγελία της Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Γιολάντας Παπαρούνη, πληρεξούσιας του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών και επισπεύδει τη συζήτηση, στον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος Κ.

Λ., ο οποίος είχε παραστεί και τον είχε εκπροσωπήσει κατά τη συζήτηση κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση [άρθρο 6Α του Διατάγματος της 26-6/10-7-1944 περί Κωδικός των νόμων, περί δικών του Δημοσίου, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 46 παρ. 3 του ν. 4305/2014] για την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 21-10-2015. Κατά τη δικάσιμο εκείνη η υπόθεση αναβλήθηκε οίκοθεν από το πινάκιο για τη δικάσιμο της 17-2-2016, οπότε, με παρόντα τον ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, αναβλήθηκε για τη δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Επομένως, εφόσον αυτός (αναιρεσείων) δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, ούτε υπέβαλε την, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ, δήλωση, και εφόσον για τη σημερινή δικάσιμο δεν ήταν απαραίτητη ιδιαίτερη κλήτευση του, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 του ΚΠολΔικ, η οποία εφαρμόζεται και ενώπιον του Αρείου Πάγου (άρθρο 575 του ΚΠολΔ), πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Με την κρινόμενη αίτηση, προσβάλλεται η 6604/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων και απέρριψε κατ’ ουσία την έφεση του αναιρεσείοντος, κατά της 6926/2006 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως προς το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο. Με την τελευταία απόφαση είχε γίνει δεκτή ως νόμιμη και ουσία βάσιμη η από 17-11-1998 κύρια παρέμβαση του τελευταίου, στη δίκη που είχε ανοιχθεί, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την άσκηση της από 13-4-1998 αγωγής του ήδη αναιρεσείοντος και του Κ. Γ. του Α. Β. και καθών η παρέμβαση. Με την κύρια παρέμβαση του το ήδη αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο ζητούσε να αναγνωριστεί η κυριότητα του στο ακίνητο που περιγράφεται και να υποχρεωθούν οι καθών να του το αποδώσουν. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔικ 552, 553, 556, 558. 564, 566 παρ. 1). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (ΚΠολΔικ 577 παρ. 3).

Κατά το άρθρο 307 ΚΠολΔικ, όπως αυτό διαμορφώθηκε με το Ν.3659/2008 "Αν για οποιοδήποτε λόγο που παρουσιάστηκε μετά το τέλος της συζήτησης είναι αδύνατο να εκδοθεί η απόφαση, η συζήτηση επαναλαμβάνεται αφού οριστεί νέα δικάσιμος και κοινοποιηθεί κλήση. Ο ορισμός της δικασίμου μπορεί να γίνει και η κλήση για τη συζήτηση μπορεί να κοινοποιηθεί με την επιμέλεια είτε κάποιου διαδίκου, είτε της γραμματείας του δικαστηρίου.

Το ίδιο εφαρμόζεται και όταν το δικαστήριο διατάζει να επαναληφθεί η συζήτηση. Σε όλες τις πιο πάνω περιπτώσεις, οι κλήσεις για συζήτηση και τα αποδεικτικά της επίδοσης συντάσσονται ατελώς. Οι διατάξεις των προηγούμενων εδαφίων εφαρμόζονται και στην περίπτωση, που για οποιονδήποτε λόγο δεν εκδοθεί απόφαση μέσα σε οκτώ μήνες από τη συζήτηση πολιτικής υπόθεσης.

Μόλις συμπληρωθεί οκτάμηνο, ο δικαστής υποχρεούται να επιστρέψει τη δικογραφία, άλλως αυτή αφαιρείται αμέσως με πράξη του δικαστή που διευθύνει το δικαστήριο ή του Προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης. Μόλις συμπληρωθεί το οκτάμηνο, ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Επιθεώρησης των Δικαστηρίων επιλαμβάνεται και ερευνά αν είναι δικαιολογημένη ή μη η καθυστέρηση.....

Όταν αυτή κριθεί δικαιολογημένη, παρέχεται στον δικαστή προθεσμία δύο μηνών για τη δημοσίευση των αποφάσεων που καθυστερούν πέραν του οκταμήνου. Σε περίπτωση αδικαιολόγητης καθυστέρησης, όπως και όταν παρέλθει η προθεσμία των δύο μηνών που χορηγήθηκε, κατά το προηγούμενο εδάφιο, χωρίς να έχουν δημοσιευθεί οι αποφάσεις που καθυστερούν, ο δικαστής υποχρεούται να επιστρέψει τη δικογραφία, άλλως αυτή αφαιρείται αμέσως με πράξη του δικαστή που διευθύνει το δικαστήριο ή του προέδρου του τριμελούς συμβουλίου διεύθυνσης αυτού.

Για τις υποθέσεις αυτές ορίζεται δικάσιμος για νέα συζήτηση, υποχρεωτικώς, εντός τριών μηνών για τις υποθέσεις ειδικών διαδικασιών και έξι μηνών για τις υποθέσεις τακτικής διαδικασίας, από τη συμπλήρωση των παραπάνω προθεσμιών των οκτώ ή των δέκα μηνών...". Όπως προκύπτει από τις διατάξεις αυτές η τήρηση της τασσόμενης οκτάμηνης προθεσμίας δεν τίθεται με την ποινή της ακυρότητας, του απαραδέκτου ή του ανυπόστατου της απόφασης που τυχόν εκδίδεται μετά την παρέλευση της.

Επομένως, είναι αβάσιμος ο πρώτος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμοί 14 και 19 ΚΠολΔικ υποστηρίζεται ότι το Εφετείο έπρεπε, κατά παραδοχή του συναφούς λόγου της έφεσης, να κηρύξει ανυπόστατη την πρωτοβάθμια απόφαση, επειδή είχε εκδοθεί μετά την πάροδο χρονικού διαστήματος πλέον των οκτώ μηνών από την συζήτηση της υπόθεσης.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 4 ΚΠολΔικ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Υπέρβαση δικαιοδοσίας υπάρχει όταν τα πολιτικά δικαστήρια επιλαμβάνονται υπόθεσης, που, κατά νόμο, ανήκει στη δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου (ποινικού ή διοικητικού) ή των διοικητικών αρχών.

Ο λόγος αυτός ιδρύεται και αν ακόμα δεν έγινε σχετική επίκληση της έλλειψης δικαιοδοσίας ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, αφού αφορά τη δημόσια τάξη (άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔικ). Στην προκείμενη περίπτωση με το δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 2 ΚΠολΔικ πλημμέλεια, κατά την οποία το Εφετείο υπερέβη τη δικαιοδοσία του και έκρινε, μετά από επικύρωση της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ότι η επίδικη έκταση επί της οποίας αναγνωρίστηκε το δικαίωμα κυριότητος του αναιρεσίβλητου και υποχρεώθηκαν οι αναιρεσείοντες να του αποδώσουν, είναι δασική, ενώ δεν είχε δικαιοδοσία να το πράξει, αφού αυτή [δικαιοδοσία] ανήκει στον αρμόδιο κατά τόπο Δασάρχη, στην πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια Επιτροπή Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων και τελικώς στο Συμβούλιο Επικρατείας, ότι για την προκείμενη υπόθεση με τις .../2004 αποφάσεις της πρωτοβάθμιας Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων απορρίφθηκαν αντιρρήσεις των αναιρεσειόντων κατά των .../1998 Πράξεων χαρακτηρισμού του Δασάρχη Πεντέλης και ότι το Εφετείο είχε υποχρέωση είτε να απόσχει από την έκδοση οριστικής απόφασης είτε να αναβάλει την έκδοση της και να ζητήσει την προσκόμιση απόφασης της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων ή του Συμβουλίου Επικρατείας σχετικά με την επικύρωση ή μη της απόφασης της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής.

Ο εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο δεν υπερέβη τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, αφού το ουσιώδες ζήτημα της προκείμενης επίδικης ιδιωτικής διαφοράς, η αναγνώριση, δηλαδή, της κυριότητας του αναιρεσίβλητου στην επίδικη δημόσια διακατεχόμενη έκταση, υπαγόταν αποκλειστικά στην αρμοδιότητα των πολιτικών Δικαστηρίων, τα οποία έχουν δικαιοδοσία να αποφανθούν έστω και παρεμπιπτόντως επί κάθε θέματος, ακόμη και διοικητικής φύσης, που αποτελεί πρόκριμα και είναι αναγκαίο για την επίλυση της ιδιωτικής διαφοράς που φέρεται ενώπιον τους.

Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, προβάλλεται η αιτίαση, ότι παραβιάστηκαν οι, κανόνες ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 28 του Συντάγματος, του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ και 11 παρ. 1 της Οικουμενικής Διακήρυξης των δικαιωμάτων του ανθρώπου για το τεκμήριο αθωότητας του αναιρεσείοντος, καθόσον το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και την 919/2010 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δεν ήταν αμετάκλητη.

Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το αναιρεσίβλητο με την από 17-11-1998 κύρια παρέμβαση παρενέβη στη δίκη που είχε ανοιχθεί ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την άσκηση της από 13-4-1998 αγωγής των αναιρεσειόντων κατά του Α. Β.. Με την κύρια παρέμβαση ζητούσε να αναγνωριστεί η κυριότητα του επί της εδαφικής έκτασης, η οποία, ειδικότερα, περιγράφεται και να υποχρεωθούν οι καθών να του την αποδώσουν, επικαλούμενο ότι αποτελεί δημόσια διακατεχόμενη δασική έκταση, που περιήλθε σε εκείνο με βάση τη Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως και επικουρικά α) λόγω της ιδιότητας της ως δάσους, αλλιώς ως λιβαδιού, αλλιώς ως βοσκότοπου, β) με βάση τις διατάξεις του από 17/29-11-1836 β.δ.

περί ιδιωτικών δασών, γ) με τακτική, αλλιώς με έκτακτη χρησικτησία και δ) με βάση τις διατάξεις του β.δ. από 10-7-1837 "περί διακρίσεως κτημάτων" ως αδέσποτο. Επί της κύριας παρέμβασης εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, μετά από άσκηση έφεσης των καθών κατά της 6926/2006 απόφασης του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή [η κύρια παρέμβαση], αναγνωρίστηκε η κυριότητα του αναιρεσίβλητου στην επίδικη έκταση, ως δάσους και δασικής έκτασης και υποχρεώθηκαν οι καθών να του την αποδώσουν.

Στην προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνεται ακόμη "....Πρέπει να σημειωθεί ότι οι εκκαλούντες πρώτος και δεύτερος των καθών η κυρία παρέμβαση, έχουν καταδικαστεί δυνάμει της 919/2010 τελεσιδίκου αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών για την πράξη της πλαστογραφίας από κοινού, με χρήση εις βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, άνω των 146.000 ευρώ, που τέλεσαν κατά το χρονικό διάστημα από 22-2-1996 έως 16-1-1997.

Ειδικότερα ο πρώτος [Τ. Κ.] κατάρτισε εξ υπαρχής το υπ’ αριθ. ...10-2-1997 πιστοποιητικό της Β’ ΔΟΥ Κεφαλαίου την κατάρτιση του οποίου αποφάσισε μαζί με τον δεύτερο των καθών Κ. Γ., με σκοπό να παραπλανήσουν τις υπηρεσίες του Δημοσίου και οποιουδήποτε τρίτου, σχετικά με το γεγονός ότι ο Α. Β. [φερόμενος κατά τα ανωτέρω δικαιοπάροχος τους], ήταν πράγματι εκ διαθήκης κληρονόμος της Ε.

χήρας Γ. Κ. και ότι είχε καταθέσει την …/22-1-1982 δήλωση φόρου κληρονομιάς, με την οποία δήλωνε την επίδικη έκταση και ότι ο αναλογών φόρος βάσει της δηλώσεως είχε εξοφληθεί. Περαιτέρω ο δεύτερος [Κ. Γ.] , αφού αποφάσισε με τον πρώτο κατάρτισε το υπ’ αριθ. …/24-10-1996 έγγραφο, ως δήθεν εκδοθέν από το Δασαρχείο Πεντέλης ως απάντηση επί της από 22-2-1996 αιτήσεως του, στο περιεχόμενο του οποίου αναφέρει ότι η επίδικη έκταση μετά από αυτοψία αρμοδίου δασικού υπαλλήλου δεν είναι δασική και δεν διέπεται από τις ισχύουσες διατάξεις του Ν.Δ. 86/1998 και Ν. 998/1979, με σκοπό να παραπλανήσουν με την χρήση του τους αρμοδίους υπαλλήλους του Τμήματος Φόρου μεταβίβασης Γλυφάδας, στους οποίους προσκόμισε το παραπάνω έγγραφο ο εκ των καθών Κ.

Γ.. Η παραπάνω δε τελεσίδικη απόφαση κατά της οποίας έχει ασκηθεί και εκκρεμεί αναίρεση προσκομίζεται μετ’ επικλήσεως από το εφεσίβλητο κατ’ άρθρο 529 παρ. 1 ΚΠολΔικ και λαμβάνεται υπόψιν με τα λοιπά προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία". Η σκέψη αυτή είναι πλεοναστική και διατυπώθηκε κατά την πορεία του δικανικού συλλογισμού του Εφετείου προς άντληση επιχειρήματος υπέρ της κύριας αιτιολογίας της προσβαλλομένης απόφασης, ως προς την κυριότητα του αναιρεσιβλήτου στο επίδικο ακίνητο με τους αναφερόμενους τρόπους κτήσης κυριότητας.

Η επικαλούμενη παραβίαση των διατάξεων που εκθέτει ο αναιρεσείων δεν επηρεάζει το διατακτικό της απόφασης, που στηρίζεται αυτοτελώς στην, μη πληττόμενη, αιτιολογία ως προς τον τρόπο κτήσης της κυριότητας της επίδικης έκτασης από το αναιρεσίβλητο. Επομένως ο κρινόμενος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως αλυσιτελής.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αριθ.4, 566 & 1 και 577 & 3 του ΚΠολΔικ προκύπτει ότι, στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔικ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Διαφορετικά ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα. Ειδικότερα ως προς τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθμός 11 λόγο αναίρεσης, πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα που το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη χωρίς να προσκομισθούν ή δεν έλαβε αυτά υπόψη, ενώ προσκομίστηκαν νόμιμα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενο τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους και να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και προσκομιδή τους, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθούν υπόψη αυτεπαγγέλτως.

Τέλος, πρέπει να καθορίζεται ο ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με το αποδεικτικό μέσο και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα στο διατακτικό. Με τον τέταρτο, κατά το πρώτο μέρος, λόγο της αναίρεσης προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα η από το άρθρο 559 αριθμός 11 περ.

γ ΚΠολΔικ αιτίαση ότι η προσβαλλομένη απόφαση, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τα έγγραφα, τα οποία είχε επικαλεστεί με τις έγγραφες προτάσεις του, όπως καταγράφονται σε αυτές και είχε προσκομίσει κατά τη συζήτηση τόσον ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, όσο και ενώπιον του Εφετείου . Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος, λόγω αοριστίας, που απορρέει από την έλλειψη αναφοράς των εγγράφων και του περιεχομένου αυτών, τα οποία φέρονται ότι παρά το νόμο δεν λήφθηκαν υπόψη.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 20 σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 566 παρ. 1 ΚΠολΔικ προκύπτει ότι, για το ορισμένο του απ’ αυτήν προβλεπομένου αναιρετικού λόγου, της παραμόρφωσης, δηλαδή, του περιεχομένου εγγράφου, το οποίο νομότυπα με επίκληση προσκομίστηκε και λήφθηκε υπόψη από την προσβαλλομένη απόφαση εγγράφου, απαιτείται να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο δικόγραφο α) το έγγραφο που παραμορφώθηκε με αναφορά του περιεχομένου του, β) το περιεχόμενο που δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, ώστε να καθίσταται δυνατή η σύγκριση και, συνακόλουθα, η κρίση περί της επικαλούμενης ή όχι παραμόρφωσης και γ) ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το εν λόγω έγγραφο, καθώς και το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας εξαιτίας της παραμόρφωσης.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον ίδιο ως άνω τέταρτο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμός 20 ΚΠολΔικ, ότι "σε περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπόψη της τα πιο πάνω έγγραφα, είναι αναιρετέα σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔικ, διότι το Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση παραμόρφωσε το περιεχόμενο τους με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα, προφανώς διαφορετικά από εκείνα, που αναφέρονται στα παραπάνω έγγραφα".

Ο λόγος αυτός, στον οποίο δεν μνημονεύονται τα ανωτέρω στοιχεία, είναι αόριστος και απορριπτέος.

Με τις διατάξεις των άρθρων 1 επ. του Ν. 248 της 10/12.1.76 (Α6) " περί φύλλου καταγραφής, Μητρώου Ιδιοκτησίας και οριοθεσίας των δασικών εκτάσεων και Προστασίας των Δημοσίων Δασικών Εκτάσεων" θεσπίστηκε η ειδική διοικητική διαδικασία για την καταγραφή και οριοθεσία των δασικών εκτάσεων και την τήρηση του φύλλου καταγραφής (κτηματικού χάρτου) και του μητρώου ιδιοκτησίας αυτών. Εξάλλου, κατά το άρθρο 14 του ιδίου νόμου (όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 82 του ν. 998/1979), προς εκδίκαση των κατά τα άρθρα 12 και 13 του νόμου αυτού αντιρρήσεων κατά του συντασσομένου, κατά τον νόμο αυτό, προσωρινού φύλλου καταγραφής (κτηματικού χάρτου) και μητρώου ιδιοκτησιών (κτηματολογικού πίνακος) των δασικών εκτάσεων, αρμόδιο καθίσταται το Ειρηνοδικείο, στην περιφέρεια του οποίου ευρίσκεται η προς κτηματογράφηση περιοχή, το οποίο εφαρμόζει την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας.

Κατά δε το άρθρο 15 παρ. 2 του ιδίου νόμου 248/1976, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 83 του νόμου 998/1979, κατά των αποφάσεων του Ειρηνοδικείου χωρεί έφεση εκ μέρους των ενδιαφερομένων ενώπιον του κατά τόπου αρμοδίου Πολυμελούς Πρωτοδικείου, εκδικαζομένη κατά την ίδια διαδικασία. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι καθορίζεται, ειδικώς και εξαντλητικώς, ο τρόπος παροχής εννόμου προστασίας στους θιγομένους από την ως άνω κτηματογράφηση.

Στα πλαίσια της παροχής της εν λόγω προστασίας η αρμοδιότητα του εις πρώτο βαθμό δικάζοντος Ειρηνοδικείου και του εις δεύτερο βαθμό δικάζοντος Πολυμελούς Πρωτοδικείου, περιορίζεται στα πλαίσια της διαδικασίας της εκούσιας δικαιοδοσίας προς διαπίστωση πραγματικών και μόνο γεγονότων, όπως ο δασικός ή μη χαρακτήρας της συγκεκριμένης έκτασης, χωρίς να έχει την δικαιοδοτική εξουσία να καταφάσκει, με δύναμη δεδικασμένου κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 321 επ.

ΚΠολΔικ, και για την ύπαρξη εμπράγματων δικαιωμάτων επί του ακινήτου, που περιελήφθη στον κτηματολογικό χάρτη. Με τις ανωτέρω διατάξεις υπήχθη, όπως τούτο προσήκει στην φύση της εκούσιας δικαιοδοσίας, στην διαδικασία αυτή η διαπίστωση πραγματικών και μόνο καταστάσεων, και ειδικότερα η άρση της μεταξύ του δημοσίου και διοικούμενου αμφισβήτησης που αναφύεται περί του δασικού ή μη χαρακτήρα μιας εδαφικής έκτασης, όχι όμως και η αυθεντική διάγνωση με δύναμη δεδικασμένου, ιδιωτικών (εμπραγμάτων) δικαιωμάτων επ’ αυτής, για την οποία αρμοδιότητα έχουν τα τακτικά πολιτικά δικαστήρια.

Αντικείμενο όμως του δεδικασμένου, κατά την έννοια των άνω διατάξεων του ΚΠολΔικ, τόσο κατά την θετική, όσο και κατά την αρνητική του λειτουργία, δεν αποτελεί η διαπίστωση νομικών ή πραγματικών καταστάσεων, αλλ’ η διάγνωση εννόμων σχέσεων ή δικαιωμάτων, που απορρέουν από αυτές και γεννώνται από συμβάντα της εμπειρικής πραγματικότητας.

Βεβαίως, ο κοινός νομοθέτης μπορεί να υπαγάγει την εκδίκαση ιδιωτικών διαφορών στην εκούσια δικαιοδοσία, ώστε και η απόφαση που θα εκδίδεται στα πλαίσια αυτής να παράγει δεδικασμένο κατά την ανωτέρω έννοια, πλην όμως τούτο δεν συμβαίνει στην ανωτέρω περίπτωση, αφού αντικείμενο της δίκης, που ανοίγεται με την ως άνω προσφυγή, είναι η διαπίστωση πραγματικών καταστάσεων.

Επομένως, η δεσμευτικότητα της απόφασης, που εκδίδεται επί της προσφυγής αυτής περιορίζεται μόνο στα όρια, που διαγράφονται από την ειδική διάταξη του άρθρου 778 του ΚΠολΔικ. Η ανωτέρω άποψη, περί μη παραγωγής δεδικασμένου, ενισχύεται και από την διάταξη του άρθρου 22 παρ. 1 του ιδίου νόμου 248/1976 (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 62 παρ. 3 του Ν. 998/1976), η οποία ορίζει, ότι όσοι αξιώνουν εμπράγματα δικαιώματα σε δασική έκταση, η οποία φέρεται ως δημόσια στον οριστικό κτηματικό χάρτη και κτηματολογικό πίνακα, που κηρύχθηκε οριστικός, μπορούν να επιδιώξουν την αναγνώριση των δικαιωμάτων τους με έγερση τακτικής αγωγής.

Βεβαίως τα άνω δικαστήρια, επιλαμβανόμενα της προσφυγής του ενδιαφερομένου σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 14 του ν. 248/ 1976, μπορούν , παρεμπιπτόντως, κατά την επίλυση των ως άνω αμφισβητήσεων, να ερευνήσουν και την ύπαρξη τυχόν ιδιωτικών δικαιωμάτων επί των ανωτέρω εκτάσεων, η οποιαδήποτε όμως επί του ζητήματος αυτού κρίση δεν παράγει δεδικασμένο κατά ,την ανωτέρω έννοια.

Σε αντίθετη από την ανωτέρω άποψη δεν οδηγεί η διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 περ. θ’ του ν. 3208/2003 " Προστασία δασικών οικοσ/των, δασολόγιο, εμπράγματα δικαιώματα επί δασών", σύμφωνα με την οποία το Δημόσιο δεν προβάλλει δικαιώματα σε δάση και δασικές εκτάσεις εν γένει που έχουν αναγνωριστεί με τις διατάξεις του ν. 248/1976, σε ό,τι αφορά τις εκτάσεις που κρίθηκαν ότι δεν ανήκουν στο Δημόσιο, ο δε χαρακτηρισμός των εκτάσεων που εμφανίζονται στον προσωρινό κτηματικό χάρτη ως μη δασικές, καθώς και των εκτάσεων που κρίθηκε με αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις, κατά την ανωτέρω διαδικασία, ότι δεν αποτελούν δάσος ή δασική έκταση παραμένει ισχυρός και δεν επανεξετάζεται από τον οικείο δασάρχη ή τις, κατά το άρθρο 10 παρ. 3 του Ν 998/1979 Επιτροπές Επιλύσεως Δασικών Αμφισβητήσεων ή άλλο αρμόδιο όργανο, προβλεπόμενο από τις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας.

Τούτο δε διότι η ρύθμιση της τελευταίας διάταξης αναφέρεται στην όλη διοικητική διαδικασία του ανωτέρου νόμου 248/1976 και στη διαδικασία, που επακολουθεί ενώπιον του Ειρηνοδικείου ή του Πολυμελούς Πρωτοδικείου κατά την εκούσια δικαιοδοσία, χωρίς με αυτή να θεσπίζεται η δεσμευτικότητα των εκδιδομένων αποφάσεων κατά τις περί δεδικασμένου διατάξεις του ΚΠολΔικ.

Επομένως, ο πέμπτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλονται οι πλημμέλειες α) από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, διότι το Εφετείο δεν εδέχθη την ύπαρξη δεδικασμένου από τις αποφάσεις 380/1984 και 4437/1998 του Ειρηνοδικείου Αθηνών και του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αντιστοίχως, οι οποίες εκδόθηκαν στα πλαίσια της άνω διαδικασίας, επί προσφυγών δικαιοπαρόχων του αναιρεσείοντος και του μη διαδίκου Κ.

Γ. κατά της εγγραφής τμημάτων της μείζονος επίδικης έκτασης ως δασικής στους οικείους κτηματολογικούς πίνακες, με τις οποίες έγιναν δεκτές οι προσφυγές και κρίθηκε ότι η επίδικη έκταση είναι αγροτική και όχι δασική και β) από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου , διότι με αυτά που δέχθηκε και απέρριψε την ένσταση δεδικασμένου που παραδεκτά προέβαλε με λόγο έφεσης, δεν έχει νόμιμη βάση, είναι αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 559 αριθμός 11 περ. α’ ΚΠολΔικ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο λάβει υπόψη αποδεικτικό μέσο που δεν περιλαμβάνεται στα περιοριστικώς καθοριζόμενα από το άρθρο 339 ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα ή όταν περιλαμβάνεται σ’ αυτά, αλλά δεν επιτρέπεται η χρήση του στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΟλΑΠ 2/2008).

Εξάλλου από τη διάταξη του αριθμού 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, προσδίδει σε κάποιο αποδεικτικό μέσο αποδεικτική δύναμη μεγαλύτερη ή μικρότερη από εκείνη που καθορίζει δεσμευτικά ο νόμος.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση του προκύπτει, οδηγήθηκε στο αποδεικτικό του συμπέρασμα, εκτιμώντας εκτός των άλλων και τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, μεταξύ των οποίων μνημονεύει και τη με αριθμό …/2000 γνωμοδότηση - απόφαση του Μικτού Γνωμοδοτικού Συμβουλίου, που προβλέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 25 παρ. 7 και 10 παρ. 6 εδ.

β του ν.1539/1938, 14 παρ.8 του ΠΔ 509/1980 και 28 παρ. 13 του Ν. 2664/1998 με την οποία χαρακτηριζόταν η επίδικη έκταση ως δασική, καθώς και το …./21-4-2008 έγγραφο του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, Διεύθυνση προστασίας δασών και φυσικού περιβάλλοντος, από το οποίο προκύπτει ότι η ως άνω γνωμοδότηση-απόφαση δεν έχει εγκριθεί από τους αρμόδιους Υπουργούς.

Με τον έκτο λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι εσφαλμένως δέχθηκε ότι η …/2000 γνωμοδότηση-απόφαση έχει αποδεικτική δύναμη, παρά το ότι δεν εγκρίθηκε από τους αρμόδιους Υπουργούς. Με το λόγο αυτό προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περ. α του άρθρου 559 ΚΠολΔικ πλημμέλεια και όχι η του αριθμού 12 του ίδιου άρθρου, που αναφέρεται στο δικόγραφο της αναίρεσης, ενόψει και του ότι δεν αποδίδεται σε αυτή [απόφαση] ότι, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, προσέδωσε στο εν λόγω έγγραφο αποδεικτική δύναμη μεγαλύτερη από εκείνη που καθορίζει δεσμευτικά ο νόμος.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που ο νόμος δεν επιτρέπει, καθόσον το επικαλούμενο και μόνο γεγονός της μη έγκρισης της γνωμοδότησης - απόφασης του Μικτού Γνωμοδοτικού Συμβουλίου δεν στερεί αποδεικτική δύναμη από το έγγραφο αυτό και δεν το καθιστά ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο, το οποίο

συνεκτιμήθηκε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα.

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί , κατ’ άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔικ η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που καταβλήθηκε και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου κατά το νόμιμο αίτημα αυτού [ΚΠολΔικ 176, 183, 191 παρ. 2 και 22 ν.3693/1957].

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 16-5-2013 αίτηση για αναίρεση της 6604/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που καταβλήθηκε. Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων [300] ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Οκτωβρίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Οκτωβρίου 2016.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ