Legislator Case Law & Legislation
547/2015 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against contract termination, upholding lower court's rejection of moral damages claim.

Case Number 547/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision regarding a distribution contract dispute. The appellant argued that Nestle's termination of the contract caused moral damages, but the court found the termination lawful and not malicious. Consequently, the court ruled that the lower court correctly applied the law and rejected the appeal on all grounds.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 19 of the Code of Civil Procedure; The appeal is inadmissible if the lower court's decision is based on sound legal interpretation and application of substantive law regarding contract termination and damages.

Keywords

AI generated
contract termination moral damages distribution agreement contract law appeal dismissal good faith performance legal error

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 547 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 547/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Γεράσιμο Φουρλάνο και Εμμανουήλ Κλαδογένη Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ι. Φ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κουτσούκη, με δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "NESTLE ΕΛΛΑΣ ΑΕ" (η οποία απορρόφησε την ανώνυμη εταιρεία "ΝΕΣΤΛΕ ΕΛΛΑΣ ΠΑΓΩΤΑ ΑΕ" πρώην "ΔΕΛΤΑ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΠΑΓΩΤΟΥ ΑΕ") που εδρεύει στο ... , και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Τεγόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-2-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6464/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 3691/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 10-10-2012 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Κλαδογένης, ανέγνωσε την από 17-1-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλομένης απόφασης κατά παραδοχή του δεύτερου λόγου αναιρέσεως και 2. την απόρριψη των λοιπών λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών ..." και κατά τον αριθμό 8 του ιδίου άρθρου: "Αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα πού προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".

Εξ άλλου, εάν στο ίδιο πρόσωπο συγκεντρώνονται περισσότερες αξιώσεις κατά του ιδίου ή διαφορετικών προσώπων, κατ’ αρχήν κάθε μία από αυτές υπάρχει και ενεργεί ανεξαρτήτως των λοιπών, η δε άσκηση ή και η ικανοποίηση της μιας από αυτές ουδεμία ασκεί επιρροή επί της υπάρξεως των άλλων. Επομένως, κατ’ αρχήν όλες οι συνυπάρχουσες αξιώσεις ασκούνται και ικανοποιούνται σωρευτικών.

Υπάρχουν όμως περιπτώσεις, κατά τις οποίες η άσκηση της μιας από τις περισσότερες αξιώσεις αποκλείει την άσκηση των λοιπών. Στις περιπτώσεις αυτές πρόκειται για συρροή αξιώσεων, η οποία συνίσταται στην συνύπαρξη στο ίδιο πρόσωπο περισσοτέρων αξιώσεων, κατά τρόπον ώστε η άσκηση ή η ικανοποίηση μιας από αυτές να αποκλείει την άσκηση ή την ικανοποίηση των λοιπών.

Εάν οι περισσότερες αξιώσεις τείνουν όλες στον ίδιο σκοπό, δηλαδή στην ίδια παροχή, ανεξαρτήτως αν στρέφονται όλες κατά του ιδίου ή κατά διαφορετικών προσώπων, δύνανται όλες να ασκηθούν παραλλήλως, χωρίς η άσκηση της μιας να αποκλείει την άσκηση της άλλης. Αλλά η ικανοποίηση της μιας από αυτές επάγεται την απόσβεση των λοιπών, εκτός εάν οι τελευταίες συνίστανται σε κάτι περισσότερο, οπότε σώζονται ως προς αυτό το επί πλέον.

Ο Αστικός Κώδικας δεν ομιλεί για τέτοια απόσβεση εν συρροή αξιώσεων, το συμπέρασμα όμως αυτό είναι αυτονόητο, εφόσον όλες οι συρρέουσες αξιώσεις έχουν το ίδιο περιεχόμενο, την ίδια παροχή, η ικανοποίηση δε αυτής καθιστά τις λοιπές κενές περιεχομένου. Περαιτέρω, το άρθρο 8 του Π.Δ. 219/1991 ("Περί εμπορικών αντιπροσώπων") του οποίου οι διατάξεις σύμφωνα με την υπ’ αριθ. 16/2013 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου εφαρμόζονται αναλογικώς και στην σύμβαση διανομής, στις παραγράφους 2, 3 και 4 ορίζει: "2.

Σύμβαση ορισμένου χρόνου, την οποία τα δύο μέρη συνεχίζουν να εκτελούν μετά την λήξη της, θεωρείται ότι μετατρέπεται σε σύμβαση αορίστου χρόνου. 3. Όταν η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας είναι αορίστου χρόνου, κάθε ένας από τους συμβαλλόμενους μπορεί να την καταγγείλει, με τήρηση ορισμένης προθεσμίας. 4.

Η προθεσμία καταγγελίας είναι ένας μήνας για το πρώτο έτος της σύμβασης, δύο μήνες από την αρχή του δεύτερου έτους, τρείς μήνες από την αρχή του τρίτου έτους, τέσσερις μήνες από την αρχή του τέταρτου έτους, πέντε μήνες από την αρχή του πέμπτου έτους και έξη μήνες από την αρχή του έκτου και τα επόμενα έτη" και το άρθρο 9 του ιδίου Προεδρικού Διατάγματος, όπως το εν λόγω άρθρο ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 7 § 1 Π.Δ. 312/1995, στην παράγραφο 1 περ.

α’ , β’ και γ’ ορίζει: "1.α) Ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας αποζημίωση, εάν και εφόσον κατά τη διάρκεια αυτής έφερε νέους πελάτες ή προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις με τους υπάρχοντες πελάτες και ο εντολέας διατηρεί ουσιαστικά οφέλη που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς και η καταβολή της αποζημίωσης αυτής είναι δίκαιη, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων και ιδιαίτερα των προμηθειών που χάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος και οι οποίες προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς.

Στις περιστάσεις αυτές συμπεριλαμβάνεται επίσης και η εφαρμογή ρήτρας μη ανταγωνισμού με την έννοια του άρθρου 10 του παρόντος. β) Το ποσό της αποζημίωσης αυτής δεν μπορεί να υπερβαίνει ποσό ισοδύναμο με το μέσο ετήσιο όρο των αμοιβών που εισέπραξε ο εμπορικός αντιπρόσωπος κατά τα πέντε τελευταία έτη, αν δε η σύμβαση διήρκεσε λιγότερο από πέντε έτη, η αποζημίωση υπολογίζεται με βάση το μέσο όρο της εν λόγω περιόδου.

γ) Η χορήγηση αυτής της αποζημίωσης δεν στερεί από τον εμπορικό αντιπρόσωπο την αξίωση για την ανόρθωση της περαιτέρω ζημίας την οποία υπέστη όπως ορίζεται από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα". Το άρθρο 2Α Ν. 703/1977 (Μονοπώλια - Προστασία Ελεύθερου Ανταγωνισμού) όπως ίσχυε κατά τον χρόνο δημοσιεύσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως και προ της καταργήσεώς του με τον Ν. 3959/2011, όριζε: "Με την επιφύλαξη της εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 1 του ν. 703/1977 και του άρθρου 81 της Συνθ.

Ε.Κ., απαγορεύεται η καταχρηστική εκμετάλλευση, από μία ή περισσότερες επιχειρήσεις, της σχέσης οικονομικής εξάρτησης στην οποία βρίσκεται προς αυτήν ή αυτές μία επιχείρηση, η οποία κατέχει θέση πελάτη ή προμηθευτή, ακόμη και ως προς ένα ορισμένο είδος προϊόντων ή υπηρεσιών και δεν διαθέτει ισοδύναμη εναλλακτική λύση.

Η καταχρηστική αυτή εκμετάλλευση της σχέσης οικονομικής εξάρτησης δύναται να συνίσταται ιδίως στην επιβολή αυθαίρετων όρων συναλλαγής, στην εφαρμογή διακριτικής μεταχείρισης ή στην αιφνίδια και αδικαιολόγητη διακοπή μακροχρόνιων εμπορικών σχέσεων". Τέλος, κατά το άρθρο 914 ΑΚ: "‘ Οποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει" και κατά το άρθρο 298 του ιδίου Κώδικος: "Η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος.

Τέτοιο κέρδος λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί".

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής και της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτουν τα εξής: Η πρώτη εναγομένη εταιρία με την επωνυμία "NESTLE ΕΛΛΑΣ ΠΑΓΩΤΑ Α.Ε." προέκυψε από την αλλαγή της επωνυμίας της εταιρίας "ΔΕΛΤΑ ....Α.Ε." της οποίας τις μετοχές αγόρασε η μητρική της πρώτης εταιρίας, δεύτερη εναγομένη εταιρία με την επωνυμία "NESTLE ΕΛΛΑΣ Α.Ε.".

‘ Ηδη η δεύτερη εναγομένη είναι η αναιρεσίβλητη, επειδή απερρόφησε την πρώτη εναγομένη. Ο ενάγων εκθέτει με την αγωγή του, ότι με την πρώτη εναγομένη συνήψε σύμβαση διανομής από το έτος 1981, δυνάμει της οποίας ανέλαβε να διανέμει και διένειμε έκτοτε τα παγωτά της αποκλειστικώς στις περιοχές Αιγάλεω, Αγίας Βαρβάρας, Κορυδαλλού και Νίκαιας.

Σύμφωνα με την σύμβαση, η εναγομένη πωλούσε χονδρικώς τα παραγόμενα από αυτήν παγωτά στον ενάγοντα, ο οποίος τα μεταπωλούσε στους λιανοπωλητές (καταστήματα, περίπτερα, "SUPER MARKETS" κ.λ.π.). Επίσης, κατά την σύμβαση, ο ενάγων ήτο υποχρεωμένος να προμηθεύεται παγωτά μόνον της "ΔΕΛΤΑ", να μην πωλεί σε άλλες περιοχές, να πληρώνει την αξία των παγωτών καθημερινώς, παρακρατών την προμήθειά του από 9,5% επί της αξίας των, επεβαρύνετο με την αγορά αυτοκινήτου - ψυγείου για την μεταφορά των παγωτών και με την διατήρηση αποθήκης για την συντήρηση αυτών και ώφειλε να εργάζεται ο ίδιος στο αυτοκίνητο και να προσλάβει βοηθό με δικά του έξοδα.

Επί πλέον, ο ενάγων ήτοι υποχρεωμένος να μην συναλάσσεται ούτε να συνεργάζεται με ανταγωνιστές της "ΔΕΛΤΑ", να μην διαθέτει ή αποθηκεύει στα ψυγεία ομοειδή προϊόντα άλλων εταιριών και να μην διαθέτει τέτοια προϊόντα ακόμη και επί ένα έτος μετά από την λύση ή την λήξη της μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως. Η σύμβαση αυτή ήτο αορίστου χρόνου, αλλά με την από 28-11-1986 σύμβαση μετετράπη σε ορισμένου χρόνου και παρατάθηκε με τις ακολουθήσασες συμβάσεις από 24-6-1987, 20-1-1990, 20-2-1995, 30-10-1998, 5-6-2000, 1-11-2003, 27-10-2006 μέχρι της 31-12-2006, κατηγγέλθη δε από την πρώτη εναγομένη με το από 22-12-2006 έγγραφό της, με το οποίο ενημέρωσε τον ενάγοντα, ότι λήγει οριστικώς η σύμβαση συνεργασίας την 31-12-2006.

Επειδή οι διάδικοι συνέχισαν να εκτελούν τις συμβάσεις ορισμένου χρόνου και μετά την λήξη τους, η σχέση τους μετετράπη σε σύμβαση αορίστου χρόνου και η καταγγελία της συμβάσεως οφείλεται στην, (κατά τον ενάγοντα), παράνομη συγκέντρωση των εταιριών "NESTLE" και "ΔΕΛΤΑ", η δε καταγγελία χωρίς την τήρηση της προβλεπομένης, από τον νόμο εξάμηνης προθεσμίας, κατά λέξη, "είχε ως αποτέλεσμα, ο ενάγων να εκτοπισθεί από την σχετική αγορά και βεβαίως να χάσει τα κέρδη της επόμενης πενταετίας, τα οποία με υψηλή πιθανότητα και κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων θα επετύγχανε".

Κατά το τελευταίο έτος, ο ενάγων είχε συνολικά κέρδη, όπως τα προσδιορίζει λεπτομερώς, 49.944,43 ευρώ και επομένως τα διαφυγόντα κέρδη της επόμενης πενταετίας ανέρχονται σε (49.944,43 ευρώ Χ 5 έτη=) 249.722,15 ευρώ. Ζητεί δε ο ενάγων, πλέον όλων των άλλων, να αναγνωρισθεί, ότι οι εναγόμενες (και ήδη πλέον μόνον η αναιρεσίβλητη) είναι υποχρεωμένες να του καταβάλουν νομιμοτόκως 1) τα διαφυγόντα κέρδη των επομένων πέντε ετών, άλλως τα διαφυγόντα κέρδη ενός έτους και επικουρικότερον τα διαφυγόντα κέρδη έξι μηνών και 2) αποζημίωση πελατείας από ποσόν 50.958,88 ευρώ, το οποίο αποτελεί τον μέσο όρο των κερδών του κατά τα τελευταία πέντε έτη.

Το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε μερικώς την αγωγή και ανεγνώρισε 1) ότι η ήδη αναιρεσίβλητη οφείλει να καταβάλει α) ως αποζημίωση πελατείας τα κέρδη τα οποία αντιστοιχούν στον μέσο όρο των κερδών των τελευταίων πέντε ετών και τα οποία προσδιόρισε σε 44.702,01 ευρώ και 2) ότι ομοίως η αναιρεσίβλητη, επειδή έπρεπε να τηρήσει την από τον νόμο προβλεπομένη εξάμηνη προθεσμία για την καταγγελία της συμβάσεως, την οποία και δεν ετήρησε, οφείλει αποζημίωση ίση με τα κέρδη έξι μηνών, τα οποία προσδιόρισε σε 20.611,53 ευρώ.

Ειδικότερα, όσον αφορά την αποζημίωση για τα διαφυγόντα κέρδη λόγω της μη τηρήσεως της εξάμηνης προθεσμίας για την καταγγελία της συμβάσεως, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "... Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων συνεργαζόταν με την εκκαλούσα από το έτος 1982, οπότε είχε καταρτισθεί μεταξύ τους σύμβαση ορισμένου χρόνου δυνάμει της οποίας είχε συμφωνηθεί, με παρόμοιους με την από 1-11-2003 σύμβαση όρους, η διανομή των προϊόντων της πρώτης εναγόμενης υπό την τότε επωνυμία της "ΔΕΛΤΑ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΠΑΓΩΤΟΥ ΑΕ".

Η συμβατική σχέση μεταξύ των διαδίκων συνεχίσθηκε, έκτοτε, αδιάκοπα με τους ίδιους κατά τα ουσιώδη για τη λειτουργία της όρους με τις από 20-1-1990, 2-12-1993, 30-10-1998 και 5-6-2000 αλλεπάλληλες διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου και τέλος με την από 1-11-2003 σύμβαση, που παρατάθηκε κατά τα ανωτέρω μέχρι 31-12-2006. Έτσι, μεταξύ των διαδίκων υπήρξε και λειτούργησε εν τοις πράγμασι μία μακροχρόνια συμβατική σχέση αορίστου χρόνου κατά τη διάρκεια της οποίας κατηρτίζοντο μεταξύ τους αλυσιδωτές, μερικότερες συμβάσεις ορισμένου χρόνου με ταυτόσημο ή κυρίως ίδιο περιεχόμενο, χωρίς να αποτελούν κάθε φορά αντικείμενο διαπραγμάτευσης μεταξύ των μερών όλοι οι διέποντες τη συνεργασία τους ουσιώδεις συμβατικοί όροι, αλλά εξακολουθούσαν να ισχύουν οι περιεχόμενοι στις προγενέστερες συμβάσεις, οι οποίες και τροποποιούντο με τις μεταγενέστερες σε ορισμένα σημεία τους ...

Επίσης αποδείχθηκε ότι η πρώτη εναγόμενη προέβη, κατά τα προαναφερθέντα, σε διακοπή της μεταξύ αυτής και του ενάγοντος λειτουργούσης συμβάσεως διανομής, που είχε το χαρακτήρα συμβάσεως αορίστου χρόνου, και εντεύθεν σε καταγγελία αυτής χωρίς να τηρήσει την εξάμηνη, ... προθεσμία του άρθρου 8 παρ. 4 του π.δ/τος 219/1991.

Από την εν λόγω παράνομη, κατά παράβαση των οριζομένων στο ως άνω άρθρο και υπαίτια συμπεριφορά της πρώτης εναγόμενης προκλήθηκε, κατ’ αιτιώδη συνάφεια, περιουσιακή ζημία στον ενάγοντα, η οποία αντιστοιχεί στα διαφυγόντα κέρδη που αυτός με πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα αποκέρδαινε από τις πωλήσεις των προϊόντων της τελευταίας κατά τα άνω εταιρείας μέχρι να συμπληρωθεί η εξάμηνη προθεσμία, που έπρεπε να τηρηθεί για την καταγγελία της συμβάσεως, ήτοι από 1-1-2007 μέχρι και 30-6-2007.

Το ποσό αυτών ανέρχεται σε 20.611,53 (41.223,06 Χ 1/2) ευρώ λαμβανομένης υπόψη της υποδομής του ενάγοντος και της μέχρι τότε λειτουργίας της συμβατικής σχέσης αυτού και της ως άνω εταιρείας και δεδομένου ότι ο ενάγων κατά το αμέσως μεσολαβήσαν χρονικό διάστημα ενός έτους, ήτοι του 2006, και σύμφωνα με το από 24-11-2006 εκκαθαριστικό και την ανάλυση πελατείας του 2006 εισέπραξε από την πρώτη εναγόμενη εταιρεία για συμφωνηθείσα προμήθεια 9,5 % το ποσό των 41.223,06 ευρώ εν όψει του ότι η αξία των πωληθέντων προϊόντων ανήλθε κατά το εν λόγω έτος σε 433.927,01 ευρώ (433.927,01 Χ 9,5 %) = 41.223,06 ευρώ...".

Ο αναιρεσείων, με τον πρώτο αναιρέσεως, αποδίδει στο Εφετείο α) την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., ισχυριζόμενος ότι το δικαστήριο παραβίασε με ψευδή ερμηνεία και εσφαλμένη εφαρμογή τα άρθρα 2α Ν. 703/1977 και 914, 298 Α.Κ. και β) την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ., επικαλούμενος ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπ’ όψιν τους προταθέντες πραγματικούς ισχυρισμούς προς θεμελίωση της αγωγής του, με την οποία ζητεί διαφυγόντα κέρδη ενός έτους.

Ειδικότερα, οι ισχυρισμοί αυτοί, κατά τον αναιρεσείοντα συνίστανται στις αναφερόμενες στην αγωγή ειδικές περιστάσεις, ήτοι στην μακροχρόνια, άνω των 24 ετών, συναλλακτική σχέση, στην ενιαύσια μετασυμβατική ρήτρα μη ανταγωνισμού, στην αιφνίδια καταγγελία της συμβάσεως, στο τέχνασμα της δίμηνης παρατάσεως της συμβάσεως και στο γεγονός ότι οι συνεργασίες στον κλάδο του παγωτού συμφωνούνται μέχρι το μέσον του μηνός Δεκεμβρίου, με συνέπεια να καταστεί αδύνατη η έναρξη συνεργασίας του ενάγοντος με άλλη εταιρία στο τέλος του μηνός Δεκεμβρίου 2006, να εκτοπισθεί από την αγορά και να μείνει άνεργος.

Οι ισχυρισμοί όμως αυτοί αλυσιτελώς προτείνονται σύμφωνα με τις εκτεθείσες στην αρχή σκέψεις, καθόσον η αξίωση του ενάγοντος, την οποία στηρίζει στα άρθρα 2α Ν. 703/1977 και 914, 298 Α.Κ. για αποζημίωση λόγω των διαφυγόντων, κατ’ εκείνον, κερδών για ένα έτος μετά από την καταγγελία της συμβάσεως, συρρέει με την αξίωσή του από το άρθρο 9 Π.Δ. 219/1991, το οποίο προβλέπει ομοίως αποζημίωση ίση με τα διαφυγόντα κέρδη ενός έτους και το οποίο λαμβάνει υπ’ όψιν, πλην των άλλων και την εφαρμογή ρήτρας μη ανταγωνισμού έως ενός έτους, σύμφωνα με τα οριζόμενα περί αυτού και στο άρθρο 10 § 3 του ιδίου Προεδρικού Διατάγματος.

Εφόσον δε, όπως ήδη αναφέρθηκε, η τελευταία αυτή αξίωση του αναιρεσείοντος ικανοποιήθηκε με την προσβαλλομένη απόφαση, εξ’ αυτού έπεται, ότι αποκλείεται η ικανοποίηση της συνυπάρχουσας πρώτης αξιώσεως. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο έκρινε ομοίως έστω και με ελλειπή αιτιολογία, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 και 8 Κ.Πολ.Δ.

και ο τα αντίθετα υποστηρίζων πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Εξ’ άλλου, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 178, 179, και εκείνων των άρθρων 174 και 180 του ΑΚ, για να χαρακτηρισθεί μία δικαιοπραξία ως αισχροκερδής - καταπλεονεκτική και, συνεπώς, άκυρη, λόγω αντίθεσής της προς τα χρηστά ήθη, απαιτείται να συντρέχουν σωρευτικά τρία στοιχεία δηλαδή:

α) προφανής δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής, β) ανάγκη ή κουφότητα ή απειρία, του ενός από τους συμβαλλομένους και γ) εκμετάλλευση από τον συμβαλλόμενο της γνωστής σε αυτόν ανάγκης ή κουφότητας ή απειρίας του αντισυμβαλλομένου του. Τα στοιχεία της ανάγκης, της κουφότητας ή της απειρίας όμως δεν είναι απαραίτητο, όπως προκύπτει από τη σαφή διατύπωση της δεύτερης από τις πιο πάνω διατάξεις, να συντρέχουν σωρευτικά, αλλά αρκεί η συνδρομή και μόνο του ενός από αυτά.

Απειρία είναι η έλλειψη συνήθους πείρας ως προς τα οικονομικά δεδομένα και μεγέθη, ως προς τις τιμές και ως προς τις συναλλαγές. Κουφότητα είναι η αδιαφορία για τις συνέπειες και τη σημασία των πράξεων, ενώ ανάγκη είναι και η οικονομική, αρκεί να είναι άμεση και επιτακτική. Η δυσαναλογία παροχής και αντιπαροχής πρέπει να είναι προφανής.

Εξάλλου εκμετάλλευση υπάρχει όταν αυτός που γνωρίζει την ως άνω κατάσταση του αντισυμβαλλομένου του (ανάγκη, κουφότητα, απειρία) επωφελείται και με κατάλληλο χειρισμό επιτυγχάνει προφανώς μειωμένη αντιπαροχή. Αν λείπει ένα από τα ανωτέρω στοιχεία δεν μπορεί να γίνει λόγος για ακυρότητα της δικαιοπραξίας ως αισχροκερδούς κατά το άρθρο 179 ΑΚ, γιατί απαιτείται να συντρέχουν και η φανερή δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής και η ανάγκη ή κουφότητα ή απειρία του άλλου συμβαλλομένου και η εκμετάλλευση από τον συμβαλλόμενο μιας από τις γνωστές σ’ αυτόν ως άνω καταστάσεις του αντισυμβαλλομένου.

Ειδικότερα, φανερή δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής είναι αυτή που υποπίπτει στην αντίληψη λογικού και έχοντος πείρα των σχετικών συναλλαγών ανθρώπου, και η οποία υπερβαίνει το μέτρο κατά το οποίο είναι ανθρωπίνως φυσικό να αποκομίζει ο ένας κάποιο όφελος από σύμβαση οικονομικού περιεχομένου επί ζημία του άλλου (Α.Π. 834/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του τα ακόλουθα: "... στις συμβάσεις του 2000 και του 2003 συμφωνήθηκε προμήθεια του ενάγοντος 5% για τα πωλούμενα παγωτά σε "super markets" έναντι 9,5% που ίσχυε μέχρι τότε ... Εξ’ άλλου, δεν αποδείχθηκε ότι η πρώτη εναγομένη εκμεταλλευόμενη τη σχέση οικονομικής εξάρτησης που είχε αναπτύξει με τον ενάγοντα, επέβαλε μονομερώς μείωση της προμήθειας από το 9,5 % στο 5 % για παγωτά τα οποία πωλούσε ο ενάγων σε υπεραγορές "super markets".

Και τούτο διότι η σχέση οικονομικής εξάρτησης υπό την έννοιαν της μη ύπαρξης ισοδύναμων εναλλακτικών λύσεων για τον ενάγοντα δεν αποδείχθηκε, αφού εκείνη την περίοδο που επικαλείται ο ενάγων, ήτοι από το έτος 1998 και εντεύθεν, στην αγορά παγωτού και στη γεωγραφική περιοχή του ενάγοντος δραστηριοποιούντο και άλλες εταιρείες (ΕΒΓΑ, ΚΡΙ - ΚΡΙ, ALGIDA), οπότε μπορούσε, εφόσον θεωρούσε τον ως άνω όρο παράνομο και καταχρηστικό, να καταγγείλει τη σύμβαση με την πρώτη εναγόμενη και να επιδιώξει συνεργασία με άλλη εταιρεία υπό τους ίδιους όρους.

Άλλωστε , ο εν λόγω όρος συμφωνήθηκε κατόπιν νέων διαπραγματεύσεων μεταξύ των συμβαλλομένων και ήταν απόρροια της ιδιαιτερότητας του συγκεκριμένου τμήματος της αγοράς, ήτοι των πωλήσεων παγωτών σε υπεραγορές, όπου το ποσοστό κέρδους της πρώτης εναγόμενης ήταν μικρότερο, ενώ και η ενασχόληση του ενάγοντος στο μεταξύ ήταν σε μικρότερη κλίμακα έναντι εκείνης που σχετίζετο με τους λοιπούς λιανοπωλητές.

Η επίμαχη ρύθμιση, όπως προαναφέρθηκε, ήταν συμβατική, όπως και με τους λοιπούς διανομείς της Αττικής, και δεν επιβλήθηκε μονομερώς από την πρώτη εναγόμενη, ούτε αποδείχθηκε ότι υπήρχαν άλλοι συγκεκριμένοι διανομείς του δικτύου της τελευταίας, οι οποίοι τελούσαν κάτω από τις ίδιες συνθήκες με τον ενάγοντα και συνέχισαν να εισπράττουν για πωλήσεις σε υπεραγορές ποσοστό προμήθειας 9,5 %.

Εν όψει τούτων ο ενάγων κατά τους αντίστοιχους χρόνους των συμφωνιών του με την πρώτη εναγόμενη (2000 και 2003) δεν αποστερήθηκε από ισοδύναμες εναλλακτικές λύσεις, ούτε, άλλωστε, προέκυψε ότι αυτός δεν θα μπορούσε να προμηθεύεται τα ίδια προϊόντα από τις ως άνω άλλες εταιρείες ή ότι θα τα προμηθεύετο με δυσμενέστερους όρους.

Με βάση τα κατά τα άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δεν στοιχειοθετείται ακυρότητα του σχετικού συμβατικού όρου λόγω παράβασης του άρθρου 2α του Ν. 703/1977, αλλά ούτε και λόγω παράβασης της αρχής της ίσης μεταχείρισης και της αντίθεσης στα χρηστά ήθη (ΑΚ 178). Εξάλλου, ούτε και ανάλογη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 2 παρ. 6 του Ν. 2251/1994 "περί προστασίας του καταναλωτή" βρίσκει έδαφος εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση.

Κατά συνέπειαν, η αξίωση του ενάγοντος για διαφορά δικαιούμενων προμηθειών από τις πωλήσεις σε υπεραγορές ("super markets"), ποσού 11.168,31 ευρώ, που αντιστοιχεί στη διαφορά του ποσοστού 4 % κατά το οποίο είχαν μειωθεί συμβατικά οι ως άνω προμήθειες κατά τα έτη 2002 έως και 2006, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη,,,,".

Με αυτά τα οποία δέχθηκε το Εφετείο, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., καθόσον ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τα άρθρα 2α Ν. 703/1977 και 178, 179 Α.Κ., διέλαβε δε σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες όσον αφορά την κρίση του, ότι η μείωση του ποσοστού της αμοιβής του αναιρεσείοντος για τα πωλούμενα από τον ίδιον στα "super markets" παγωτά δεν είναι αντίθετη στα χρηστά ήθη και συνεπώς η σχετική επί μέρους σύμβαση, κρινομένη και μεμονωμένα αλλά κυρίως και στα πλαίσια της ύλης συμβάσεως είναι έγκυρη.

Επί πλέον δε, το Εφετείο ούτε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. υπέπεσε, καθόσον έλαβε υπόψη και τον σχετικό με την ίδια σύμβαση προταθέντα από τον αναιρεσείοντα για την στήριξη της αγωγής και του σχετικού λόγου της εφέσεώς του ισχυρισμό, ότι, όσον αφορά την αμοιβή του σε ποσοστό 5%, πρόκειται για μία δυσανάλογη αντιπαροχή, η οποία όχι μόνον δεν εκάλυπτε το κόστος λειτουργίας της επιχειρήσεώς του, αλλά συνιστούσε ζημιογόνο δραστηριότητα για τον αναιρεσείοντα, για τον οποίο (ισχυρισμό) το Εφετείο έκρινε, ότι ο αναιρεσείων (αντίθετα με όσα ισχυρίζεται), εκέρδιζε από την ερευνωμένη σύμβαση, στο σύνολό της, ποσόν άνω των 40.000 ευρώ κάθε έτος.

Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Όπως προκύπτει από το άρθρο 1 του Ν. 146/1914 (Περί αθεμίτου ανταγωνισμού), απαγορεύεται κατά τις εμπορικές, βιομηχανικές, εργολαβικές ή γεωργικές συναλλαγές κάθε προς τον σκοπό ανταγωνισμού γενομένη πράξη αντικειμένη στα χρηστά ήθη, ο δε παραβάτης δύναται να εναχθεί προς παράλειψη και προς ανόρθωση της προσγενομένης ζημίας.

Από την διάταξη αυτή συνάγεται ότι ουσιώδες στοιχείο προς θεμελίωση της αξιώσεως προς αποζημίωση επί αθεμίτου ανταγωνισμού είναι και το να εκτελείται η πράξη, που φέρεται ως συνιστώσα τον αθέμιτο ανταγωνισμό, με πρόθεση ανταγωνισμού προς την από άλλο ασκούμενη εμπορική ή βιομηχανική επιχείρηση και να αντίκειται στα χρηστά ήθη, ως κριτήριο των οποίων χρησιμεύουν οι ιδέες του εκάστοτε κατά την γενική αντίληψη χρηστώς και εμφρόνως σκεπτομένου κοινωνικού ανθρώπου εντός του συναλλακτικού κύκλου, στον οποίο εκδηλώνεται η αθέμιτη πράξη.

Αντίθετη δηλαδή στα χρηστά ήθη είναι η συνιστώσα τον ανταγωνισμό πράξη όταν χρησιμοποιούνται τρόποι και μέσα αντίθετα προς την ομαλή ηθικότητα των συναλλαγών. Ειδικότερα, επί συμβάσεως εμπορικής αντιπροσωπείας η υπό του αντιπροσωπευομένου εντολέως ανάθεση σε άλλον της ίδιας επιχειρηματικής δραστηριότητος με αυτή του αντιπροσώπου εντολοδόχου μπορεί να συνιστά παράβαση της προαναφερθείσης διατάξεως, εφόσον γίνεται με δόλιες μεθοδεύσεις και πράξεις αθέμιτες, αντίθετες προς τα χρηστά ήθη, με σκοπό τον σφετερισμό της ξένης πελατείας και εκμεταλλεύσεως της ξένης φήμης, του μόχθου και των δαπανών, στις οποίες υποβλήθηκε ο αντιπρόσωπος για την καθιέρωση των προϊόντων που αντιπροσωπεύει στην αγορά.

Από το άρθρο 8 § 8 Π.Δ. 219/1991, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 6 § 2 Π.Δ. 312/1995, προκύπτει, ότι η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας και επομένως, κατ’ αναλογίαν κατά τα ανωτέρω και η σύμβαση διανομής μπορεί να καταγγελθεί κατά πάντα χρόνο και χωρίς την τήρηση των προθεσμιών της παραγράφου 4, σε περίπτωση κατά την οποία ένα εκ των μερών παραλείψει την εκτέλεση του συνόλου ή μέρος των συμβατικών υποχρεώσεων καθώς και σε περίπτωση έκτακτων περιστατικών.

Κατά το άρθρο 281 ΑΚ. "Η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε, ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε από ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.

Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από την συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση και με εκείνη του υποχρέου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υποχρέου και η υπ αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγομένη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου.

Παράνομη συμπεριφορά, η οποία κατά τα άρθρα 914 και 932 ΑΚ δημιουργεί υποχρέωση του υπαιτίου σε αποζημίωση, συνιστά προεχόντως κάθε ενέργεια αντικείμενη σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, όπως είναι και ο περιεχόμενος στο άρθρο 281 ΑΚ, αφού απαγορεύει την άσκηση του δικαιώματος όταν γίνεται κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Συνεπώς, υποχρέωση αποζημιώσεως κατά τα άρθρα 914 και 932 ΑΚ επάγεται και το υπαιτίως ασκούμενο από τον συμβαλλόμενο διαρκούς συμβάσεως, δικαίωμα καταγγελίας αυτής, από την οποία προκλήθηκε ζημία του αντισυμβαλλομένου, εάν η άσκηση του διαπλαστικού αυτού δικαιώματος υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν και τα χρηστά ήθη.

Η ίδια υποχρέωση αποζημιώσεως γεννάται κατά το άρθρο 919 ΑΚ, αν η άσκηση του δικαιώματος αυτού αντίκειται στα χρηστά ήθη και ο υπόχρεος ενήργησε από πρόθεση. Το δικαίωμα, ωστόσο, του συμβαλλομένου να προβεί σε καταγγελία της συμβατικής σχέσεως, δεν ασκείται εναντίον των χρηστών ηθών όταν η συνέπειά της, δηλονότι η λύση της συμβάσεως, εντάσσεται στις αντικειμενικά προβλέψιμες από τον αντισυμβαλλόμενο συναλλακτικές δυνατότητες του ασκούντος το δικαίωμα και δεν είναι άσχετο προς το καλώς εννοούμενο συμφέρον της επιχειρήσεώς του.

Περαιτέρω το δικαίωμα της καταγγελίας διαρκούς συμβάσεως δεν αναγνωρίζει ο νόμος ως κύρωση που επιβάλλει ο συμβαλλόμενος έναντι της τυχόν αντισυμβατικής συμπεριφοράς του αντισυμβαλλομένου του, εντεύθεν δε η τυχόν προηγηθείσα της καταγγελίας επωφελής για τα συμφέροντα του καταγγέλλοντος συμπεριφορά του αντισυμβαλλομένου του δεν καθιστά την καταγγελία αντίθετη στα χρηστά ήθη, πολύ περισσότερο, καθόσον η συμπεριφορά αυτή του τελευταίου, που ουσιαστικώς εντάσσεται στα πλαίσια της καλόπιστης εκτελέσεως της ενοχής, επιβάλλεται από το νόμο και ειδικότερα από το άρθρο 288 ΑΚ. (Ολ.Α.Π.12/2004).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής, σχετικά με το αίτημα του αναιρεσείοντος για χρηματική ικανοποίηση: "... Τέλος, από τα αυτά ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι η πρώτη εναγόμενη ναι μεν προέβη αιφνίδια, χωρίς προειδοποίηση και χωρίς την παροχή εύλογης εξάμηνης προθεσμίας στη διακοπή της συνεργασίας της με τον ενάγοντα, πλην, όμως το γεγονός αυτό και μόνο χωρίς τη συνδρομή και άλλων περιστατικών που δεν συντρέχουν στην προκειμένη περίπτωση, όπως μεθοδεύσεις εκ μέρους της πρώτης προς απόσπαση πελατείας του ενάγοντος, προσπάθειες οικονομικής αποσταθεροποίησης αυτού, κακοβουλία εκ μέρους αυτής, δεν αποτελεί συμπεριφορά ενέχουσα προφανώς υπέρβαση των τιθεμένων από το άρθρο 281 ΑΚ ορίων ούτε αντίθεση στα χρηστά ήθη, δηλαδή στις αντιλήψεις του κατά γενική αντίληψη χρηστώς και λογικώς σκεπτόμενου μέσου κοινωνικού ανθρώπου, έστω και αν ο ενάγων τελούσε σε σχέση οικονομικής εξάρτησης από την πρώτη εναγόμενη λόγω της προμήθειας από αυτήν των προϊόντων που εμπορεύετο.

Και τούτο διότι η τελευταία, που είναι μία μεγάλη εταιρεία παραγωγής και εμπορίας παγωτού, ευλόγως, κατά τα κρατούντα στις εμπορικές συναλλαγές, χρησιμοποίησε δικά της κριτήρια διαρθρώσεως της επιχειρήσεώς της και ανέπτυξε ιδιαίτερους επιχειρηματικούς συνδυασμούς για τη βελτίωση του συστήματος διανομής των προϊόντων της και προώθησης των πωλήσεων αυτών, έτσι, ώστε να ενισχυθεί η θέση της έναντι των ανταγωνιστικών προϊόντων, η δε συνέπεια της καταγγελίας, ήτοι η λύση της επιδίκου συμβάσεως διανομής με τον ενάγοντα, εντάσσεται στις αντικειμενικά προβλέψιμες απ’ αυτόν (διανομέα) δυνατότητες της πρώτης εναγόμενης (παραγωγού) και δεν ήταν άσχετη προς το καλώς εννοούμενο συμφέρον της επιχειρήσεως της στα πλαίσια της σχεδιαζόμενης από αυτή διαρθρωτικής αλλαγής του συστήματος διανομής των προϊόντων, που αποτελούσε, άλλωστε, αναφαίρετο δικαίωμά της.

Εξάλλου, το γεγονός ότι ο ενάγων είχε καταβάλει σημαντικές προσπάθειες για τη βελτίωση της αποδοτικότητας της μεταξύ τους συνεργασίας και την ευρύτερη διάθεση των προϊόντων της πρώτης εναγόμενης δεν αποτελεί παρά συναινετική συμπεριφορά αυτού, αποσκοπούσα στην επίτευξη του κοινού τους στόχου για βελτίωση της αποδοτικότητας των επιχειρήσεών τους και εντασσόμενη στα πλαίσια της καλόπιστης εκτελέσεως της συμβάσεως που επιβάλλεται από το νόμο (ΑΚ 288).

Άλλωστε, το γεγονός της σύναψης, τυπικά, συμβάσεων ορισμένου χρόνου, κάθε άλλο παρά στην αιφνίδια διακοπή της συνεργασίας του ενάγοντος συνηγορεί αφού, εν όψει αυτών, ο ενάγων έπρεπε να αναμένει ότι η πρώτη εναγόμενη επρόκειτο να ασκήσει το δικαίωμα καταγγελίας της σύμβασής τους, ενώ η μη τήρηση της πλήρους προθεσμίας για την καταγγελία αυτής δεν συνεπάγεται δόλια προαίρεση αυτής να τον βλάψει και να καρπωθεί τους κόπους του, όπως αυτός αβάσιμα υποστηρίζει.

Τέλος, η επικαλούμενη από τον ενάγοντα συγκέντρωση επιχειρήσεων που έγινε το Μάρτιο του 2006 με την εξαγορά ποσοστού 96,50 % του μετοχικού κεφαλαίου της πρώτης από τη δεύτερη εναγόμενη "NESTLE ΕΛΛΑΣ ΑΕ" και η οποία με την υπ’ αριθμ. 300/V/3/ -3-2006 απόφαση της Επιτροπής Ανταγωνισμού κρίθηκε νόμιμη, έγινε στα πλαίσια επιδίωξης των ευρύτερων εμπορικών στόχων των ως άνω εταιρειών και δεν απέβλεπε στο σφετερισμό της ως άνω πελατείας, στη δημιουργία της οποίας είχε συμβάλει και ο ενάγων, ούτε στην εκμετάλλευση της φήμης του μόχθου και των δαπανών του για την καθιέρωση των προϊόντων της πρώτης εναγόμενης και τον εκτοπισμό του από την αγορά μέσω της διακοπής της επίδικης σύμβασης, με την οποία οποιαδήποτε, τυχόν σύνδεση είναι μόνο έμμεση και αντανακλαστική.

Κατά συνέπειαν, η αξίωση του ενάγοντος για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη... " Με αυτές τις παραδοχές το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις αναφερθείσες ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 281, 914, 932 Α.Κ. Ι Ν. 146/1914, 8 § 8 Π.Δ. 219/1991 και 2Α Ν. 703/1977, περιέλαβε δε σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες, όσον αφορά τις συνθήκες υπό τις οποίες η αναιρεσίβλητη κατήγγειλε την μεταξύ των διαδίκων υφισταμένη σύμβαση διανομής και οι οποίες δεν καθιστούν την άσκηση του δικαιώματος εκείνης για καταγγελία της συμβάσεως παράνομη ή καταχρηστική.

Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. και ο τα αντίθετα υποστηρίζων δεύτερος λόγος αναιρέσεως, ως προς όλα τα σκέλη του, κατ’ εκτίμησιν από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμος.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η η αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί σύμφωνα με το άρθρο 495 § 4 Κ.Πολ.Δ. η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10 Οκτωβρίου 2012 αίτηση του Ι. Φ. για αναίρεση της υπ’ αριθ. 3691/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 14 Οκτωβρίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 5 Μαΐου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ