Supreme Court dismisses appeal on workers' compensation for moral damage, upholding lower court's award based on employer negligence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by three heirs against the Thessaloniki Court of Appeal's decision awarding €50,000 each for moral damages following a workplace accident. The heirs argued for higher compensation, while the employer contended the lower court exceeded its discretion. The court ruled that the appellate court correctly applied the Civil Code and Labor Law, finding no error in its assessment of the employer's negligence and the specific circumstances of the victims' suffering.
Legislator headnote
AI generatedArticles 914, 932 of the Civil Code; Article 16 of Law 551/1915: Compensation for moral damage in workplace accidents requires only general fault by the employer, not specific safety violations, and the appellate court's assessment of the amount is subject to limited review.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 547 / 2010 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 547/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Σαράντη Δρινέα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)Χ1, 2)Χ2 και 3)Χ3, οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Παπαδημητρίου. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΥΦΑΝΤΟΥΡΓΙΑ Α.Ε" η οποία εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Γεωργιάδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-11-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 17688/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 269/2009 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 11-6-2009 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Σαράντης Δρινέας ανέγνωσε την από 12-11-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από τα άρθρ. 914, 932 του ΑΚ και 1, 16 του Ν. 551/1915 προκύπτει ότι χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας. Οι διατάξεις του άρθρου 16 παρ. 1 του Ν. 551/1915, κατά τις οποίες ο παθών σε εργατικό ατύχημα δικαιούται να εγείρει την αγωγή του κοινού αστικού δικαίου και να ζητήσει πλήρη αποζημίωση μόνο όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων του ή όταν επήλθε σε εργασία στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων και εξαιτίας της μη τηρήσεως των διατάξεων αυτών, αναφέρονται στην επιδίκαση αποζημιώσεως για περιουσιακή ζημία και όχι στη χρηματική ικανοποίηση για την οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στον ανωτέρω νόμο και εφαρμόζονται γι' αυτό μόνο οι γενικές διατάξεις.
Επομένως για να δικαιούται ο παθών σε εργατικό ατύχημα χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, αρκεί να συντέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν, με την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ, δηλαδή αρκεί να συντρέχει οποιαδήποτε αμέλεια αυτών και όχι μόνο η ειδική αμέλεια περί την τήρηση των όρων ασφαλείας του άρθρου 16 παρ. 1 του Ν. 551/1915.
Εξάλλου, για τον προσδιορισμό του ύψους της "εύλογης" χρηματικής ικανοποιήσεως, το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη, εκτός από τα λοιπά προσδιοριστικά στοιχεία (συνθήκες ατυχήματος, έκταση της προκληθείσας σωματικής βλάβης και συνέπειες αυτής, οικονομική κατάσταση των μερών κ.λ.π.), και το τυχόν συντρέχον πταίσμα του παθόντος, το οποίο συνεκτιμάται με τα ως άνω στοιχεία, γι' αυτό και δεν επιτρέπεται μετά τον τελικό καθορισμό του ποσού της χρηματικής ικανοποιήσεως, να μειωθεί εκ νέου τούτο ανάλογα με το ποσοστό της συνυπαιτιότητας.
Κατά το άρθρ. 300 παρ.1α του ΑΚ, αν εκείνος που ζημιώθηκε συντέλεσε από δικό του πταίσμα στην ζημία ή την έκτασή της, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Για να καταλήξει το δικαστήριο στη σχετική κρίση του εκτιμά ελεύθερα τα περιστατικά της εκάστοτε περίπτωσης, η κρίση του δε αυτή δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο ως αναγομένη στην ενάσκηση διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου.
Έτσι, ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος, δηλαδή η έκταση και ο βαθμός αυτού, καθώς και το ποσοστό στο οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, δεν ελέγχεται αναιρετικώς. Αλλά η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του ότι τα επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά συγκροτούν ή όχι την αόριστη νομική έννοια του συντρέχοντος πταίσματος, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
Για να υπάρχει συντρέχον πταίσμα, πρέπει η πράξη του ζημιωθέντος να έχει συντελέσει στην πρόκληση της ζημίας και να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος της υπαίτιας πράξης του ζημιωθέντος με την πρόκληση ή την έκταση της ζημίας. Τέτοια αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πιο πάνω πράξη ή η παράλειψη του ζημιωθέντος, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ήταν ικανή και μπορούσε να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε κυριαρχικώς ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη ή μη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, που ανάγεται στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας, των διδαγμάτων της κοινής πείρας, στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση τα ακόλουθα: Η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη εταιρεία έχει την έδρα της στη ... και εκμεταλλεύεται εκκοκκιστήριο στη .... Για τις ανάγκες της επιχείρησης της αυτής, ενεργώντας διά του αρμοδίου οργάνου της, την 1-9-1978, προσέλαβε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου τον Ζ, σύζυγο της πρώτης και πατέρα της δεύτερης και του τρίτου των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, προκειμένου να τον απασχολήσει ως βοηθό συντηρητή απλών μηχανολογικών εγκαταστάσεων.
Σε εκτέλεση της σύμβασης αυτής ο ως άνω εργαζόμενος, ο οποίος στη συνέχεια έγινε κάτοχος της Θ ... άδειας πρακτικού μηχανικού απλών μηχανολογικών εγκαταστάσεων της Διεύθυνσης Βιομηχανίας της Νομαρχίας Θεσσαλονίκης, εργάσθηκε στο εκκοκκιστήριο της εναγομένης, αρχικά ως βοηθός και στη συνέχεια ως συντηρητής απλών μηχανολογικών εγκαταστάσεων, επί είκοσι οκτώ (28) και πλέον έτη, απασχολούμενος με τη συντήρηση των μηχανολογικών εγκαταστάσεων του εκκοκκιστηρίου υπό την εποπτεία και επίβλεψη του υπεύθυνου συντηρητή όλων των εγκαταστάσεων της επιχείρησης.
Κατά το χρόνο επέλευσης του εργατικού ατυχήματος που είχε ως αποτέλεσμα το θανατηφόρο τραυματισμό του Ζ, υπεύθυνος μέτρων ασφαλείας του εκκοκκιστηρίου ήταν ο Λ, εξωτερικός συνεργάτης της επιχείρησης, και υπεύθυνος συντηρητής των εγκαταστάσεών του ο Φ, υπάλληλος της εναγομένης, πτυχιούχοι μηχανικοί πανεπιστημιακού επιπέδου.
Κάθε φορά δε που ήταν αναγκαίο να ληφθούν μέτρα ασφαλείας, τα οποία προσδιόριζε ο Λ, τα υλοποιούσε ο Φ, ο οποίος και τον αντικαθιστούσε ως μηχανικό ασφαλείας στο εκκοκκιστήριο, όταν αυτός έλειπε. Την 29-10-2005 ο Ζ ήταν προγραμματισμένο να εργασθεί στην απογευματινή βάρδια, ήτοι από 14.00 ' μέχρι 22.00'. Περί ώρα 07.47' της ίδιας ημέρας ο σωλήνας που απομακρύνει τον περισσευούμενο σπόρο με τη βοήθεια του αέρα (αεραγωγός) από το κτίριο του σπορελαιουργείου σε αποθηκευτικό χώρο του εκκοκκιστηρίου παρουσίασε πρόβλημα (μπούκομα).
Για τον λόγο αυτό την 08.00 ώρα ειδοποιήθηκε ο Ζ από τον υπεύθυνο συντηρητή των εγκαταστάσεων της αναιρεσείουσας Φ, να προσέλθει στον χώρο της εργασίας του, προκειμένου ως συντηρητής να επιληφθεί της βλάβης που είχε παρουσιασθεί στον σωλήνα μεταφοράς σπόρων. Η διαδρομή του σωλήνα από το κτίριο του σποραιοργείου μέχρι να φτάσει στον τελικό προορισμό του, ήτοι στον αποθηκευτικό χώρο, διέρχεται μέσω του κτιρίου του εκκοκκιστηρίου Β' διανύοντας ικανή απόσταση και σε κάποιο ύψος από το δάπεδο.
Σε εκτέλεση της εντολής του προϊσταμένου του ο Ζ προσήλθε στον χώρο της εργασίας του την 09.58 ώρα και αμέσως επιλήφθηκε του συγκεκριμένου προβλήματος. Ειδικότερα, με τη βοήθεια του εποχικού εργαζόμενου στο εκκοκκιστήριο Θ, προέβη σε έλεγχο του σωλήνα προκειμένου να εντοπίσει το σημείο στο οποίο είχε φράξει και να ελευθερώσει τη μεταφορά των σπόρων.
Αρχικά έλεγξε τα εξωτερικά σημεία συνδέσεων του σωλήνα μέχρι το κτίριο του εκκοκκιστηρίου Β' που συνήθως παρουσίαζαν πρόβλημα και στα οποία η πρόσβαση γινόταν με τη χρήση μόνιμου σταθερού μεταλλικού, εξώστη (πασαρέλα), όπου δεν διαπιστώθηκε πρόβλημα. Κατά τον έλεγχο του σημείου εξωτερικής σύνδεσης του σωλήνα με το παραπάνω κτίριο, διαπίστωσε ότι δεν εισερχόταν αέρας στον σωλήνα και έτσι κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το πρόβλημα υπήρχε σε κάποια από τις συνδέσεις του, και στο τμήμα που διερχόταν από το εσωτερικό του κτιρίου του εκκοκκιστηρίου Β'.
Για τον λόγο αυτό με τη βοήθεια κινητής σκάλας αλουμινίου, την οποία στήριζε ο Ζ και επί της οποίας ανήλθαν, με εντολή του τελευταίου, ο ως άνω Θ και ο Κ, επίσης εποχικά εργαζόμενος στην επιχείρηση της αναιρεσείουσας, ελέγχθηκε το σημείο ένωσης που βρισκόταν ακριβώς δίπλα στον εσωτερικό τοίχο του κτιρίου του εκκοκκιστηρίου Β'.
Αφού δεν διαπιστώθηκε κάποιο πρόβλημα, ο Ζ κατέληξε στο συμπέρασμα ότι έπρεπε να ελεγχθεί το επόμενο σημείο του σωλήνα που πιθανόν να είχε φράξει και το οποίο βρισκόταν στο μέσον του τμήματος του σωλήνα που διέρχεται το εσωτερικό του κτιρίου του εκκοκκιστηρίου Β. Στο σημείο όμως εκείνο ο σωλήνας ήταν σε ύψος οκτώ (8) περί που μέτρων από το δάπεδο.
Για να κατορθώσει να φτάσει και να ελέγξει το σημείο εκείνο του σωλήνα ο Ζ και ακολούθως να ελευθερώσει τη διέλευση των σπόρων είχε δύο δυνατότητες. Είτε να χρησιμοποιήσει το ανυψωτικό μηχάνημα - κλαρκ με τον ειδικό κλωβό - πύργο, που χρησιμοποιείτο στην παραγωγή, είτε να κατασκευάσει ικρίωμα - σκαλωσιά.
Προκειμένου δε να μη σταματήσει η λειτουργία παραγωγής του μοναδικού από τα δύο εκκοκκιστήρια της επιχείρησης που λειτουργούσε, αφού το δεύτερο δεν λειτουργούσε λόγω της προαναφερθείσας βλάβης του αεροσωλήνα μεταφοράς σπόρων, και μάλιστα κατά το χρονικό διάστημα που ήταν απαραίτητη η λειτουργία και των δύο εκκοκκιστηρίων του εργοστασίου λόγω εποχής (Οκτώβριος) κατά την οποία οι παραγωγοί συνέλεγαν, μετέφεραν και παρέδιδαν το βαμβάκι στο εργοστάσιο της αναιρεσείουσας προς εκκόκκισή του, ο Ζ αποφάσισε να κατασκευάσει ικρίωμα.
Για τον λόγο αυτό ζήτησε από τον υπεύθυνο βάρδιας Ξ να του διαθέσει ένα εργάτη, ο οποίος μαζί με το Θ και τον Κ θα κατασκεύαζαν ικρίωμα (σκαλωσιά). Ο Ξ διαφώνησε με την απόφαση του Ζ να προβεί στην κατασκευή ικριώματος, κυρίως λόγω του μεγάλου ύψους εργασιών, αλλά και λόγω καθυστέρησης αποκατάστασης της βλάβης, αφού η κατασκευή του ικριώματος θα απαιτούσε χρόνο και του πρότεινε να χρησιμοποιήσει το ανυψωτικό κλάρκ με τον ειδικό κλωβό (πύργο), που διατηρούσε η αναιρεσείουσα στον χώρο της επιχείρησης, πρόταση που δεν έγινε αποδεκτή από τον Ζ.
Αρχικά δε, λόγω της διαφωνίας του ο Ξ αρνήθηκε να του διαθέσει εργαζόμενο αλλά εξαιτίας της επιμονής του Ζ, τελικά αποδέσμευσε το εποχικό εργάτη Ν από την εργασία παραγωγής ώστε να βοηθήσει στην κατασκευή του ικριώματος. Έτσι οι παραπάνω εποχικοί εργαζόμενοι Θ, Κ και Ν, υπό τις εντολές και οδηγίες του Ζ, συναρμολόγησαν ικρίωμα (σκαλωσιά) με μεταλλικά πλαίσια, ύψους 7,50 μ.
και δάπεδο το οποίο αποτελούνταν από δύο μαδέρια, πλάτους 15 εκ., χωρίς τοποθέτηση πλευρικής προστασίας έναντι πτώσης των εργαζομένων. Τα μεταλλικά στοιχεία του ικριώματος, καθώς και τα μαδέρια μετέφεραν ο Ζ με τον Θ από άλλο κτίριο της επιχείρησης, το οποίο εχρησιμοποείτο ως αποθήκη, με τη χρήση αγροτικού οχήματος.
Κατά τη μεταφορά των στοιχείων του ικριώματος από την καρότσα του αγροτικού οχήματος στο εσωτερικό του εκκοκκιστηρίου Β', βοήθησαν και άλλοι εργαζόμενοι που παρευρίσκονταν στον χώρο και έγινε γνωστό στο προσωπικό του εκκοκκιστηρίου και στον προϊστάμενο του θανόντος Φ, η πρόθεσή του για κατασκευή του ικριώματος.
Ο Κ και ο Ν, όταν τέλειωσε η συναρμολόγηση του ικριώματος επέστρεψαν στην εργασία τους, επάνω δε στο ικρίωμα έμεινε μόνος του ο Θ, προκειμένου να διαπιστώσει τη βλάβη και να την αποκαταστήσει, υπό την επίβλεψη πάντοτε του Ζ. Κάποια στιγμή ο τελευταίος αποφάσισε να ανέλθει στο ικρίωμα προς βοήθεια του Θ, παρότι αυτός τον διαβεβαίωνε ότι "τα καταφέρνει μόνος του και δεν τον χρειαζόταν".
Η ανάβαση δε και η εργασία στο δάπεδο της σκαλωσιάς ήταν επικίνδυνη για τον Ζ, ο οποίος ήταν πενήντα (50) ετών, σε συνδυασμό με το ότι ήταν υπέρβαρος αφού το βάρος του υπερέβαινε τα 110 κιλά και με πρόβλημα υπέρτασης, ώστε εκ των λόγων αυτών ήταν δυσκίνητος. Μάλιστα, όταν αντιλήφθηκαν οι συνάδελφοί του Ξ και Θ την πρόθεσή του να ανέβει στη σκαλωσιά., προσπάθησαν να τον αποτρέψουν, πλην όμως δεν το κατόρθωσαν.
Ακολούθως, ο Ζ, χωρίς να λογαριάσει τον κίνδυνο που είχε το εγχείρημά του αυτό, ζήτησε και έλαβε από τον Ξ σχοινί, το οποίο έδεσε στην μέση του και άρχισε να ανεβαίνει στο ικρίωμα. Στην άλλη άκρη του σχοινιού είχε δέσει τα εργαλεία που χρειαζόταν, ήτοι δύο κλειδιά (δίχαλα). Φτάνοντας δε στο δάπεδο εργασίας ανέσυρε τα δύο κλειδιά τραβώντας το σχοινί και στη συνέχεία το άφησε να πέσει στο δάπεδο, αφού το έλυσε από τη μέση του.
Ενώ βρισκόταν από την έξω πλευρά του σωλήνα, τοποθέτησε το ένα από τα κλειδιά σε ένα από τα παξιμάδια της βίδας που συγκρατούσε τον σωλήνα, με σκοπό μαζί με τον Θ να τον ανασηκώσουν και με τον τρόπο αυτό να ελέγξουν εάν διέρχεται από αυτόν ο αέρας. Κατά την προσπάθειά τους αυτή όμως ξέφυγε το κλειδί που κρατούσε ο Ζ από τη θέση που το είχε τοποθετήσει στο σωλήνα και έπεσε στο δάπεδο, με αποτέλεσμα, λόγω του ότι βάζοντας δύναμη να σηκώσει το σωλήνα στηριζόταν σε αυτό, να χάσει την ισορροπία του.
Ο Θ βλέποντας τον τελευταίο να χάνει την ισορροπία του προσπάθησε να τον συγκρατήσει αρπάζοντάς τον από τα ρούχα, χωρίς όμως να το κατορθώσει, με αποτέλεσμα ο Ζ να πέσει με το κεφάλι από το δάπεδο εργασίας του ικριώματος, δηλαδή από ύψος 7,50 μέτρων στο δάπεδο του κτιρίου. Αμέσως ειδοποιήθηκε το ΕΚΑΒ και μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης "Παπαγεωργίου", όπου διαπιστώθηκαν πολλαπλές κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις και κατάγματα στα χέρια.
Νοσηλεύθηκε στο παραπάνω νοσοκομείο μέχρι 3 Νοεμβρίου 2005, όπου εξ αιτίας του θανατηφόρου τραυματισμού του, ως μόνης ενεργού αιτίας, απεβίωσε. Με βάση τα ανωτέρω εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά το Εφετείο έκρινε ότι το εργατικό αυτό ατύχημα και οι από αυτό προκληθείσες συνέπειες, οφείλονται και σε υπαιτιότητα του αρμοδίου οργάνου της αναιρεσείουσας εργοδότριας του θανόντος και συγκεκριμένα του αντικαταστάτη του τεχνικού ασφαλείας της Λ, ο οποίος στη συγκεκριμένη περίπτωση απουσίαζε και αντικαθίστατο, κατ' εντολή του νόμιμου εκπροσώπου της σε συνδυασμό με το οργανόγραμμα της επιχείρησης, από τον υπεύθυνο συντηρητή των εγκαταστάσεων του εργοστασίου της αλλά και προϊστάμενο του εργατοτεχνικού προσωπικού της Φ, ο οποίος ενήργησε κατά παράβαση των γενικών διατάξεων των άρθρων 6 και 7 του Ν. 1568/1985, σύμφωνα με τις οποίες ήταν υποχρεωμένος εκ της θέσεώς του ως τεχνικός ασφαλείας να υποδεικνύει στους εργαζομένους που το κατασκεύασαν και να ελέγχει τον τρόπο κατασκευής του ικριώματος, καθώς και τον τρόπο εργασίας των εργαζομένων επ' αυτού, μέχρι την πλήρη επιδιόρθωση της βλάβης του αεραγωγού και την ασφαλή κάθοδο των εργαζομένων από το ικρίωμα.
Ειδικότερα, όφειλε να υποδείξει στους εργαζομένους της επιχείρησης που κατασκεύασαν το ικρίωμα με επικεφαλής τον θανόντα να το κατασκευάσουν σύμφωνα με τις προδιαγραφές που καθορίζουν οι διατάξεις του άρθρου 9 παρ. 1 (α) του Π.Δ. 778/1980 σε συνδυασμό με αυτές του άρθρου 12, παράρτημα IV, μέρος Β, τμήμα II, παράγραφος (6.2) του Π.Δ.305/1996, κατά τις οποίες τα δάπεδα των ικριωμάτων θα πρέπει να αποτελούνται από τρία μαδέρια συνολικού πλάτους τουλάχιστον εξήντα εκατοστών (0,60) του μέτρου και μαζί με τα στοιχεία πρόσβασης των ικριωμάτων πρέπει να έχουν τέτοια κατασκευή, διαστάσεις και προστατευτικά μέτρα και να χρησιμοποιούνται, με τέτοιο τρόπο ώστε να αποφεύγεται η πτώση προσώπων ή η έκθεσή τους σε πτώσεις αντικειμένων.
Ακόμη, σύμφωνα με το άρθρο 12, παράρτημα IV, μέρος Β, τμήμα II, παράγραφος (5.2) του Π.Δ.305/1996, όφειλε να φροντίσει ώστε οι εργασίες στο δάπεδο του ικριώματος, ως εργασίες σε ύψος, να πραγματοποιηθούν με τη βοήθεια του κατάλληλου εξοπλισμού ή με μηχανισμούς προστασίας, όπως κιγκλιδώματα, εξέδρες ή δίχτυα προστασίας.
Μάλιστα, στην περίπτωση που η χρήση αυτών των μέσων δεν ήταν δυνατή λόγω της φύσεως των εργασιών, όφειλε να προβλέψει και να λάβει τα κατάλληλα μέσα πρόσβασης ώστε οι εργαζόμενοι, μεταξύ των οποίων και ο θανών, να χρησιμοποιήσουν τις ζώνες ασφαλείας με τις οποίες τους είχε προμηθεύσει η επιχείρηση ή άλλες μεθόδους ασφαλείας με αγκύρωση, όπως προβλέπεται από τον νόμο, να τους υποχρεώσει να τα χρησιμοποιήσουν και να παραμείνει στο χώρο εργασίας τους μέχρι το πέρας των εργασιών.
Αντ' αυτών όμως ο Φ, όπως ο ίδιος βεβαιώνει ενόρκως στην προαναφερθείσα βεβαίωσή του, ανέθεσε την αποκατάσταση της βλάβης στον θανόντα και αποχώρησε από το χώρο που διερχόταν ο αεροσωλήνας, χωρίς να φροντίσει για τα ανωτέρω. Κατά συνέπεια, το ατύχημα θα μπορούσε να αποφευχθεί εάν ο Φ, που στην προκείμενη περίπτωση ασκούσε καθήκοντα τεχνικού ασφαλείας και γνώριζε ότι, σε περίπτωση βλάβης του αεραγωγού σε τμήμα του που απείχε ικανή απόσταση από το δάπεδο, ενδεχομένως να ήταν αναγκαίο για την αποκατάστασή της να κατασκευασθεί ικρίωμα, όπως και έγινε, γεγονός που του έγινε γνωστό από τους υφισταμένους του, είχε φροντίσει να εξασφαλίσει τόσο τον θανόντα όσο και του λοιπούς εργαζομένους έναντι πτώσης από το ικρίωμα, με τοποθέτηση προστασίας περιμετρικά του δαπέδου εργασίας, αποτελούμενη από προσωρινό ανθεκτικό κιγκλίδωμα με χειρολισθείρα στο ένα μέτρο και μεσοδιάστημα είτε με ασφαλή χρήση ζώνης ασφαλείας εξαρτημένης από σταθερό σημείο σε συνδυασμό με πλήρως μαδερωμένο δάπεδο εργασίας.
Αντίθετα, η κατασκευή του ικριώματος που κατασκευάσθηκε μόνον υπό τις εντολές και οδηγίες του θανόντος, δεν είχε πλήρως μαδερωμένο δάπεδο εργασίας, ούτε προσωρινό ανθεκτικό κιγκλίδωμα με χειρολισθείρα. Ακόμη, δεν μερίμνησε να χρησιμοποιήσουν οι εργαζόμενοι μεταξύ των οποίων και ο θανών για προστασία έναντι πτώσης στο ικρίωμα τις ζώνες ασφαλείας με τις οποίες τους είχε προμηθεύσει η εργοδότιδά τους.
Η ανωτέρω παράλειψη του αρμοδίου οργάνου της αναιρεσίβλητης τελεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας σε αιτιώδη συνάφεια με το ατύχημα, διότι κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων και τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης ήταν επαρκώς ικανή (πρόσφορη) να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, το οποίο και επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Παράλληλα όμως, συνέχισε το Εφετείο, για το εν λόγω ατύχημα που είχε ως αποτέλεσμα το θανατηφόρο τραυματισμό του ευθύνεται και ο ίδιος ο θανών, ο οποίος παρότι ήταν έμπειρος συντηρητής των απλών μηχανολογικών εγκαταστάσεων του εκκοκκιστηρίου και υπεύθυνος στην προκείμενη περίπτωση για την αποκατάσταση της βλάβης του αεραγωγού (όχι όμως και για τη πρόβλεψη και τη λήψη των μέτρων ασφαλείας, για τις οποίες υπεύθυνος ήταν ο τεχνικός ασφαλείας της επιχείρησης), και γνώριζε την επικινδυνότητα του εγχειρήματός του να κατασκευάσει και να ανέλθει προς εργασία στο δάπεδο του παραπάνω ικριώματος χωρίς να έχουν ληφθεί τα ανωτέρω μέτρα προστασίας, ενόψει και της κακής φυσικής του κατάστασης, εντούτοις προέβη στην ανωτέρω επικίνδυνη ενέργεια, μη προβλέποντας το επελθόν αποτέλεσμα, ενώ θα έπρεπε να μην επιχειρήσει αυτήν, αλλά είτε να χρησιμοποιήσει το κλαρκ της επιχείρησης της αναιρεσίβλητης είτε να κατασκευάσει το ικρίωμα ασφαλές με τις προδιαγραφές που προαναφέρθηκαν είτε να χρησιμοποιήσει τη ζώνη ασφαλείας με την οποία μάλιστα τον είχε προμηθεύσει η εργοδότριά του.
Με βάση τις παραδοχές αυτές, κατέληξε το Εφετείο, στο αποδεικτικό πόρισμά του, σχετικά με τη συνυπαιτιότητα των προσώπων που ενεπλάκησαν στο εν λόγω ατύχημα, μετά από την παραδεκτώς υποβληθείσα από την αναιρεσίβλητη νόμιμη και εν μέρει βάσιμη στην ουσία της, ένσταση του άρθρου 300 Α.Κ., με έγγραφη δήλωσή της στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που καταχωρήθηκε στα πρακτικά συνεδρίασής του, για τον προσδιορισμό της εύλογης αποζημίωσης λόγω ψυχικής οδύνης των εναγόντων, ότι το ποσοστό συνυπαιτιότητας του προστηθέντος οργάνου της αναιρεσίβλητης Φ, ο οποίος στην προκείμενη περίπτωση ασκούσε καθήκοντα τεχνικού ασφαλείας της επιχείρησης, στην επέλευση του ανωτέρω εργατικού ατυχήματος που είχε ως αποτέλεσμα τον θανατηφόρο τραυματισμό του Ζ, ανέρχεται σε 50%, ενώ κατά το υπόλοιπο 50% ευθύνεται ο ίδιος θανών, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή των αναιρεσειόντων (η οποία πρωτοδίκως είχε απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη) και μετ' εκτίμηση των κατά νόμο στοιχείων επιδίκασε χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης ποσού 50.000 ευρώ για καθένα αναιρεσείοντα.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της συνδρομής συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος στο επελθόν ζημιογόνο αποτέλεσμα, οι οποίες επιτρέπουν τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής των προαναφερθεισών διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου των άρθρ. 914 και 300 ΑΚ, τις οποίες δεν παραβίασε εκ πλαγίου.
Ειδικότερα, το Δικαστήριο της ουσίας εντοπίζει τη συνυπαιτιότητα του θανόντος στο ότι αν και γνώριζε την επικινδυνότητα του ικριώματος, αφού αυτό δεν είχε κατασκευασθεί σύμφωνα με τις κατά τα άνω προβλεπόμενες προδιαγραφές και επίσης η φυσική του κατάσταση δεν ήταν καλή, ανήλθε στο ικρίωμα για να επισκευάσει τη βλάβη, χωρίς να προβλέψει το επελθόν αποτέλεσμα, ενώ θα έπρεπε να χρησιμοποιήσει ανυψωτικό μηχάνημα, εάν τέτοια ήταν διαθέσιμο ή ζώνες ασφαλείας, με τις οποίες τον είχε προμηθεύσει η εργοδότρια εταιρεία.
Οι παραδοχές δε αυτές δεν ενέχουν αντίφαση με τις παραδοχές που θεμελιώνουν την υπαιτιότητα του προστηθέντος από την αναιρεσείουσα Φ ότι ήταν υπεύθυνος για τη λήψη και τήρηση των μέτρων ασφαλείας της επιχείρησης και συνεπώς και για τη λήψη και τήρηση των μέτρων ασφαλείας στη συγκεκριμένη ένδικη περίπτωση.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος, ο ίδιος δε λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλονται περαιτέρω αιτιάσεις που ανάγονται σε ελλείψεις ή ανεπάρκειες των αιτιολογικών ως προς τον καθαρισμό της εκτάσεως και του βαθμού πταίσματος των πιο πάνω υπαιτίων στην επέλευση του ατυχήματος, καθώς και ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα ως προς την ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από τις αποδείξεις πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται στην απόφαση σαφώς είναι απαράδεκτος, διότι οι αιτιάσεις αυτές πλήττουν την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Επειδή ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, που οφείλεται στον δικαιούχο κατά την διάταξη του άρθρου 932 του ΑΚ, αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας. Η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 του Συντάγματος), ως κανόνας δικαίου που θέτει όρια στον περιοριστικό του ατομικού δικαιώματος νόμο, απευθύνεται κατ' αρχήν στον νομοθέτη.
Στον χώρο του ιδιωτικού δικαίου, δηλαδή στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών, επίκληση της αρχής της αναλογικότητας μπορεί να γίνει αν ο κοινός νομοθέτης είτε έχει παραβιάσει την αρχή αυτή, θεσπίζοντας με νόμο υπέρμετρους περιορισμούς ατομικών δικαιωμάτων, οπότε ο δικαστής μπορεί, ελέγχοντας την συνταγματικότητα του νόμου, να μην εφαρμόσει αυτόν (άρθρο 93 παρ. 4 του Συντάγματος) είτε έχει παραλείψει να ασκήσει τις συνταγματικές του υποχρεώσεις, καταλείποντας κενό, οπότε η αρχή της αναλογικότητας καλείται επικουρικώς σε εφαρμογή.
Επί αδικοπραξίας, ως προς την επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως, με την διάταξη του άρθρου 932 του ΑΚ, ο νομοθέτης έλαβε υπόψη του την αρχή της αναλογικότητας, εξειδικεύοντάς την στο ζήτημα του προσδιορισμού του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως. Έτσι, δικαστική απόφαση, που δεν προβαίνει σε καθορισμό εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως, δεν είναι αντίθετη στην αρχή της αναλογικότητας, αλλά υπόκειται σε έλεγχο με τα εκάστοτε επιτρεπόμενα ένδικα μέσα και εντός των πλαισίων που αυτά παρέχουν.
Επομένως, το καθορισθέν από το δικαστήριο της ουσίας ποσό χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, εφόσον δεν διαπιστώνεται υπέρβαση από αυτό των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, δεν ελέγχεται για ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 932 του ΑΚ (Ολ. ΑΠ 6/2009). Στην προκείμενη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αρ. 1 και 19 του ΚΠολΔ αποδίδεται η πλημμέλεια ότι κατά τον προσδιορισμό της οφειλόμενης στους αναιρεσείοντες χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης στο ποσό των 50.000 ευρώ στον κάθε αναιρεσείοντα (ειδικότερα 50.044 ευρώ στην πρώτη αναιρεσείουσα), αντί του αιτηθέντος με την αγωγή ποσού των 800.000 ευρώ για κάθε αναιρεσείοντα, το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρ. 914, 932, 298 του ΑΚ και 25 παρ.1 του Συντ.
Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα κρίσιμα για το ουσιώδες αυτό ζήτημα περιστατικά: Ο θανών κατά τον χρόνο του θανάτου του ήταν 50 ετών και σχετικά υγιής. Οι σχέσεις του με τους αναιρεσείοντες σύζυγο και τέκνα, με τους οποίους συμβίωνε αρμονικά, ήταν άριστες και συνδέονταν μεταξύ τους, ως οικογένεια, με δεσμούς αγάπης, σεβασμού και αλληλοεκτίμησης.
Οι αναιρεσείοντες υπέστησαν ψυχική οδύνη από την απώλειά του, ο θάνατος του οποίου τους συγκλόνισε και προκάλεσε έντονα συναισθήματα θλίψης και πόνου και για τον λόγο αυτό πρέπει να τους επιδικασθεί ανάλογη χρηματική ικανοποίηση. Λαμβάνοντας δε υπόψη το Εφετείο την ηλικία του παθόντος, την κατάσταση της υγείας του πριν από το ατύχημα, τον βαθμό συναισθηματικής σύνδεσης των αναιρεσειόντων με το θύμα, που ήταν ανάλογη με την εξ αίματος συγγένειά τους, την ένταση και τη διάρκεια του ψυχικού τους άλγους, τον προαναφερόμενο βαθμό αμέλειας του οργάνου της αναιρεσίβλητης, το ποσοστό συνυπαιτιότητας του θύματος, την οικονομική κατάσταση του θανόντος, που ήταν εργαζόμενος στην επιχείρηση της αναιρεσίβλητης με μοναδικό το εκ της εργασίας του εισόδημα, την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των αναιρεσειόντων, εκ των οποίων η πρώτη ασχολείται με τα οικιακά, η δεύτερη είναι δημοσιογράφος και ο τρίτος πτυχιούχος ΙΕΚ, τμήμα τεχνικών ηλεκτρονικών υπολογιστών και την οικονομική κατάσταση της αναιρεσίβλητης και με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής, έκρινε ότι δικαιούνται να λάβουν ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης το ποσό των 50.000 ευρώ έκαστος (ειδικότερα η αναιρεσείουσα σύζυγος το ποσό των 50.044 ευρώ).
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σχετικά με το ουσιώδες ζήτημα του καθορισμού του επιδικασθέντος ποσού της χρηματικής ικανοποιήσεως, στο οποίο προέβη μετά από εκτίμηση των ανωτέρω κατά νόμο στοιχείων, χωρίς υπέρβαση από αυτό των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, οι οποίες επιτρέπουν τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής των διατάξεων των άρθρ. 914, 298 και 932 του ΑΚ, που εφάρμοσε και τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατ' εκτίμηση από τους αριθμούς 1 και 19 του αρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, με τον οποίο προβάλλονται περαιτέρω η αναιρετική πλημμέλεια της παραβιάσεως του άρθ. 25 του Συντ., είναι αβάσιμος, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν, η ως άνω διάταξη του άρθρ. 25 του Συντ.
δεν εφαρμόζεται ευθέως αλλά το δικαστήριο καθορίζοντας την εύλογη χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης του άρθρ. 932 του ΑΚ, δεν εφαρμόζει την αρχή της αναλογικότητας αλλά τη σχετική νομοθετική διάταξη του άρθρ. 932 του ΑΚ. Ούτε στέρησε το Εφετείο την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση εξ αιτίας έλλειψης αιτιολογίας ή ελαττώματος σε αυτήν, αφού εξέθεσε με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε και τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε και τα οποία ήταν αναγκαία για την εφαρμογή των προαναφερθεισών διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε.
Με τον καθορισμό του πιο πάνω επιδικασθέντος ποσού χρηματικής ικανοποιήσεως, στον οποίο προέβη το Δικαστήριο της ουσίας, μετ' εκτίμηση των κατά νόμο στοιχείων που παρατίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δεν διαπιστώνεται υπέρβαση από αυτό των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας. Επομένως και ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν είναι βάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11-6-2009 αίτηση των Χ1, Χ2 και Χ3 για αναίρεση της 269/2009 αποφάσεις του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιανουαρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ