Legislator Case Law & Legislation
547/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on jurisdiction grounds, rejecting claim against public utility company.

Case Number 547/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision to dismiss a lawsuit filed by former employees against the Public Power Corporation (DEH). The plaintiffs argued that the Court of Appeal exceeded its jurisdiction by ruling on the admissibility of their claims regarding unpaid wages and service time. The Court held that the Court of Appeal had no jurisdiction over the specific claims concerning service time and pension consequences, which fall under the competence of the Insurance Council's administrative organs. Consequently, the Court annulled the Court of Appeal's decision regarding these specific claims and remitted the case for further proceedings on the remaining issues of overtime pay and Christmas bonuses.

Legislator headnote

AI generated

Art. 7(1)(a) of Law 702/1977; Art. 559(14) of the Code of Civil Procedure: Administrative acts issued by the Insurance Council of the Public Power Corporation are subject to administrative court jurisdiction; therefore, a civil court ruling on the admissibility of claims against the corporation for service time and pension consequences exceeds jurisdiction and must be annulled.

Keywords

AI generated
jurisdiction_exceedence Public_Power_Corporation Insurance_Council administrative_jurisdiction service_time_recognition pension_consequences remittal_to_administrative_court

Cited Legislation

AI generated
Art. 7(1)(a) of Law 702/1977
Art. 559(14) of the Code of Civil Procedure
Art. 580(1) of the Code of Civil Procedure
Art. 580(2) of the Code of Civil Procedure
Art. 580(3) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 547 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 547/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ (Δ.Ε.Η.) Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Μανιάτη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) ......, 2) ......., 3) ........, 4) ........., 5) ......... και 6) .........., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Αδάμη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-10-2001 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1511/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 715/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2-7-2003 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη, διάβασε την από 24-1-2006 έκθεση του Αρεοπαγίτη Ιωάννη Δαβίλλα, που έχει ήδη αποχωρήσει από την Υπηρεσία, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των πρώτου (υπό στοιχ.

ΙΙ Α, Β), εν μέρει, και τρίτου, την παραδοχή δε του πρώτου εν μέρει και όλων των λοιπών λόγων της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, ο λόγος αναιρέσεως του αριθ. 1 του άρθρ. 559 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου μη εφαρμοστέο ή παρέλειψε την εφαρμογή του εφαρμοστέου, είτε προσέδωσε στον εφαρμοσθέντα κανόνα έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει. Περαιτέρω, το αρθρ. 904 παρ.1 εδ. α' του ΑΚ ορίζει ότι "όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια".

Ενώ, κατά το άρθρο 938 Α.Κ. "όποιος οφείλει αποζημίωση από αδικοπραξία έχει την υποχρέωση, κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, να αποδώσει ό,τι περιήλθε σ` αυτόν, ακόμη και αν η απαίτηση από την αδικοπραξία έχει παραγραφεί". Από τις διατάξεις αυτές σαφώς προκύπτει ότι αν από την τέλεση αδικοπραξίας δεν επήλθε μόνο ζημία σε άλλον, αλλά συγχρόνως και ωφέλεια του αδικοπραγήσαντος από την περιουσία ή με ζημία του αδικηθέντος τότε παρά την παραγραφή της αξιώσεως από αδικοπραξία υφίσταται αξίωση από αδικαιολόγητο πλουτισμό, η οποία υπόκειται εφεξής στη ρύθμιση των αρθρ. 904 επομ.

ΑΚ και ειδικότερα, αν μεν η αδικοπραξία έγινε με αμέλεια από τη διάταξη του αρθρ. 909 ΑΚ κατά την οποίαν υποχρεούται σε απόδοση της ωφελείας, εφόσον είναι πλουσιότερος κατά τον χρόνο επίδοσης της αγωγής, διότι απόδοση ανύπαρκτου πλουτισμού δεν νοείται, ούτε στο σκοπό του νομοθέτη ανταποκρίνεται, αν δε έγινε με πρόθεση, από τη διάταξη του αρθρ. 911 αριθ. 2 Α.Κ με ανάλογη επέκταση αυτής, η οποία όπως προκύπτει από τη διατύπωση του αρθρ. 904 παρ. 1 εδαφ.

β` Α.Κ. που εφαρμόζεται στην περίπτωση απόδοσης ωφελείας, που αποκτήθηκε από παράνομη ή ανήθικη αιτία, η οποία θεμελιώνεται σε δικαιοπραξία, διότι η ωφέλεια από αδικοπραξία με πρόθεση αποτελεί πλουτισμό από παράνομη αιτία και ο νόμος αποσκοπεί να αποδοθεί η κτηθείσα από την αιτία αυτή ωφέλεια. Εκ τούτων παρέπεται ότι για να τύχουν εφαρμογής οι προπαρατεθείσες διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού και να αποτελέσουν βάση αγωγής πρέπει να συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας, να έχει παραγραφεί η εξ αυτής αγωγή (αρθρ. 937 Α.Κ) και να συντρέχουν και οι προϋποθέσεις ως άνω εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού.

Εξάλλου, από το συνδυασμό των αρθρ. 4 παρ. 1, 4 παρ. 2 και 8 παρ. 1 του ν. 1648/1986 "περί προστασίας πολεμιστών, αναπήρων και θυμάτων πολέμου και μειονεκτούντων προσώπων" συνάγεται ότι μεταξύ του εργοδότη, που υπόκειται στην υποχρέωση προσλήψεως και του μισθωτού, που προστατεύεται και τοποθετείται σ` αυτόν, συνάπτεται σύμβαση εργασίας αναγκαστική για τον εργοδότη, την δικαιοπρακτική βούληση του οποίου αναπληρώνει η απόφαση της επιτροπής του άρθρ. 8 παρ.1.

H σύμβαση αυτή εργασίας ολοκληρώνεται με την εμφάνιση του τοποθετουμένου μισθωτού για την ανάληψη εργασίας. `Ετσι αν ο εργοδότης αποκρούσει την παροχή της εργασίας του, περιέρχεται σε υπερημερία και οφείλει μισθούς υπερημερίας κατά το αρθρ. 656 Α.Κ. Ο τοποθετούμενος εξομοιώνεται πλήρως ανάλογα με τα προσόντα του, με το υπόλοιπο προσωπικό ως προς τους όρους εργασίας, την αμοιβή, τις προαγωγές και γενικά τις συνθήκες εργασίας με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων του αρθρ.11 για την απόλυσή του, προκειμένου δε για επιχείρηση ή εκμετάλλευση, των οποίων το προσωπικό διέπεται από ειδικές διατάξεις ή από κανονισμό νομοθετικής ισχύος που διακρίνουν το προσωπικό σε τακτικό ή έκτακτο, για το οποίο σε αντίθεση προς τους τακτικούς δεν προβλέπεται βαθμολογική εξέλιξη ο τοποθετούμενος σε αυτή εντάσσεται υποχρεωτικώς και αυτοδικαίως αμέσως με την πρόσληψη στο τακτικό προσωπικό.

Επομένως, η μη αποδοχή από τον εργοδότη των προσφερομένων υπηρεσιών του μισθωτού δεν έχει άλλες συνέπειες, εκτός από εκείνες που επέρχονται από την υπερημερία του. Δεν αποκλείεται όμως, με τη συνδρομή των προϋποθέσεων των άρθρων 281, 57 και 59 ΑΚ, η άρνηση της πραγματικής απασχολήσεως του μισθωτού να συνιστά προσβολή της προσωπικότητας του και να θεμελιώνει αξίωση χρηματικής ικανοποιήσεως για ηθική βλάβη.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 70 Κ.Πολ.Δ. αναγνωριστική αγωγή δύναται να εγείρει όποιος έχει έννομο συμφέρον για τη δικαστική αναγνώριση της ύπαρξης ή μη κάποιας έννομης σχέσης. Γίνεται παγίως δεκτό ότι, μολονότι η αναγνωριστική αγωγή δεν υπόκειται σε παραγραφή, δεν συντρέχει έννομο συμφέρον για την άσκηση της όταν η αξίωση έχει ήδη υποκύψει σε παραγραφή ή αποκλειστική προθεσμία ή γενικά έχει αποσβεσθεί, εκτός εάν συντρέχουν ειδικοί λόγοι.

Αυτό συμβαίνει όταν ζητείται η αναγνώριση της έννομης σχέσης από την οποία απορρέει η παραγεγραμμένη αξίωση. Στη νομική γλώσσα, γίνεται χρήση του όρου "ενοχική σχέση", υπό διαφορετική της "ενοχής" έννοια. Με αυτή δηλούται συνήθως ευρύτερη και περιεκτικότερη ενιαία σχέση (όπως η όλη σύμβαση), από την οποία γεννώνται ειδικότερες ενοχές, δηλαδή οι διάφορες κατ' ιδίαν υποχρεώσεις (ή απαιτήσεις) για καθένα των μερών.

Έτσι κάθε σύμβαση αποτελεί μεν ενιαία ενοχική σχέση, αλλά δεν εκφράζεται δια του όρου "ενοχή". Η διάκριση αυτή καταφαίνεται στη γένεση, μεταβίβαση, παραγραφή και εν γένει απόσβεση των ενοχών. Η παραγραφή της όλης ενοχικής σχέσεως, όπως της συμβάσεως, δεν είναι νοητή, διότι σε παραγραφή υπόκεινται οι αξιώσεις, δηλαδή οι κατ' ιδίαν ενοχές (απαιτήσεις).

Επίσης, όπου ο νόμος ομιλεί περί αποσβέσεως ενοχής, εννοεί την κατ' ιδίαν υποχρέωση (ή απαίτηση), ενώ η απόσβεση της όλης ενοχικής σχέσεως, πράγμα που σημαίνει της όλης συμβάσεως, χωρεί όπου και όπως ορίζει τούτο ο νόμος (άρθρα 389 παρ. 2, 509 κ.λ.π. ΑΚ). Ειδικότερα, επί συμβάσεως εργασίας, η παραγραφή των κατ' ιδίαν αξιώσεων που πηγάζουν από αυτή, από διάφορες αιτίες, δεν συνεπάγεται και απόσβεση της όλης ενοχικής σχέσεως που συνδέει τα μέρη, όταν συντρέχουν ειδικοί λόγοι, όπως και στην περίπτωση που ζητείται η αναγνώριση του χρόνου υπηρεσίας χρονικού διαστήματος που εμπίπτει στην έγκυρη διάρκεια της συμβάσεως, δηλαδή της κατ' αυτό υπάρξεως της εννόμου σχέσεως, από την οποία απέρρεαν οι παραγεγραμμένες αξιώσεις του μισθωτού για το ίδιο χρονικό διάστημα.

Υφίσταται δε προς τούτο έννομο συμφέρον του μισθωτού, το οποίο έγκειται στην προσμέτρηση του χρόνου αυτού για την ένταξη του, στο προσήκον μισθολογικό και συνακόλουθα στη μισθολογική προαγωγή του, όταν μάλιστα η σύμβαση του ως έννομη σχέση συνεχίζεται να είναι ενεργός. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής:

Η Επιτροπή του άρθρου 8 του ν. 1648/1986, όπως τροποποιήθηκε με το ν. 2224/1994, των Νομαρχιών Κοζάνης (τρις), Πέλλας, Πειραιά και Κορινθίας, με τα υπ' αριθμ. 11/19-6-1987, 9/1-6-1987, 5/8-6-1988, 11/23-6-1987, 131/11-6-1992 και 11/28-3-1993, πρακτικά συνεδριάσεως, αποφάσισε την αναγκαστική τοποθέτηση των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων ως τέκνων αναπήρων (πρώτη, τέταρτος και έκτη) και ως ατόμων με ειδικές ανάγκες δεύτερη, τρίτος και πέμπτος) στην εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, με την ιδιότητα του υπαλλήλου (πρώτη, δεύτερη, τρίτος και έκτη) και του τεχνικού (τέταρτος και πέμπτος) με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου.

Οι παραπάνω εμφανίστηκαν εμπροθέσμως για ανάληψη υπηρεσίας, στις 25-6-1987, 4-6-1987, 13-6-1988, 26-6-1987, 15-6-1992 και 3-4-1993 αντίστοιχα. Αρχικά, η αναιρεσείουσα απέκρουσε παρανόμως και υπαιτίως τις υπηρεσίες των αναιρεσιβλήτων τις οποίες τελικά αποδέχτηκε στις 24-5-1988, 24-5-1988, 16-12-1988, 18-4-1988 12-10-1992 και 2-1-1990, με αποτέλεσμα να καταστεί υπερήμερη ως προς την αποδοχή της εργασίας τους και να οφείλει στον καθένα τις αναφερόμενες αποδοχές υπερημερίας του ως άνω χρονικού διαστήματος.

Ότι κατά το ποσό των αποδοχών αυτών κατέστη, μετά την παραγραφή της εκ της αδικοπραξίας (λόγω παράνομης και υπαίτιας αρνήσεως της εναγομένης αποδοχής της προσφερόμενης εργασίας τους) αξιώσεως των αναιρεσιβλήτων προς αποζημίωση αδικαιολογήτως πλουσιότερη, με ζημία των τελευταίων και με ωφέλεια αυτής από τη μη ελάττωση της περιουσίας της, που προέκυψε από τη μη καταβολή τους.

Μετά ταύτα, το Εφετείο κατέληξε ότι η αναιρεσείουσα οφείλει στους αναιρεσιβλήτους κατ' άρθρο 938 ΑΚ, την απόδοση της ως ωφέλειας, που ανέρχεται στα αναφερόμενα ποσά που αντιστοιχούν στις αποδοχές υπερημερίας, δώρα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και αποδοχές αδείας και επιδόματος αδείας, τα οποία μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης αποφάσεως που έκρινε τα αντίθετα, κατά παραδοχή εν μέρει της αγωγής επιδίκασε στους αναιρεσιβλήτους.

Περαιτέρω το Εφετείο, αφού απέρριψε την ένσταση της αναιρεσείουσας περί καταχρηστικής ασκήσεως από μέρους των αναιρεσιβλήτων του επιδίκου δικαιώματος ως νομικά αβάσιμη, με την αιτιολογία ότι τα εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα, δεν καθιστούν την άσκηση τούτων καταχρηστική κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, α) αναγνώρισε ως χρόνο πραγματικής υπηρεσίας των αναιρεσιβλήτων στην αναιρεσείουσα το αναφερόμενο για κάθε έναν από αυτούς χρονικό διάστημα (από την εμφάνιση μέχρι την πρόσληψη του), για κάθε συνέπεια (μισθολογική - προαγωγική - συνταξιοδοτική- ασφαλιστική) και β) υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να καταβάλει σε καθένα από τους αναιρεσιβλήτους τα εις αυτή ποσά, που αντιστοιχούν στους μισθούς υπερημερίας δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα και αποδοχές αδείας και επιδόματος αδείας, ενώ το κονδύλιο που αφορούσε την χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο.

Όμως στην προκείμενη περίπτωση, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, η σύμβαση εργασίας ενός εκάστου των αναιρεσιβλήτων ολοκληρώνεται με την εμφάνιση αυτών προς ανάληψη εργασίας στην αναιρεσείουσα - εναγομένη, μετά την έκδοση της πιο πάνω απόφασης της Επιτροπής του άρθρου 8 του ν. 1648/1986, διότι πρόκειται περί αναγκαστικής συμβάσεως εργασίας για τον εργοδότη.

Συνεπώς η άρνηση της αναιρεσείουσας να αποδεχθεί τις υπηρεσίες τους, δεν συνιστά αδικοπραξία όσον αφορά τη σύμβαση εργασίας τους, διότι αυτή έχει τελειωθεί με την εμφάνιση των αναιρεσιβλήτων στην αναιρεσείουσα και η τελευταία έχει υποχρέωση προς καταβολή των μισθών υπερημερίας (άρθρο 656 ΑΚ) που συνιστά παράβαση συμβατικής υποχρεώσεως και όχι αδικοπραξία.

Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε την ένσταση παραγραφής που παραδεκτά προέβαλε η αναιρεσείουσα ως προς τις αξιώσεις των αναιρεσιβλήτων που αφορούν μισθούς υπερημερίας, επιδόματα εορτών, αδείας και προσαυξήσεως 100% λόγω μη χορηγήσεως αδείας, και έκρινε νόμιμη την αγωγή ως προς τα κονδύλια αυτά με την αιτιολογία ότι ο εν λόγω αξιώσεις στηρίζονται στις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, εσφαλμένα ερμήνευσε τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 281, 904 επ., 914 και 937 ΑΚ, καθώς και εκείνες των άρθρων 4, 5 παρ. 1, 3 και 22 του ΚΚΠ/ΔΕΗ και πρέπει να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ (α' μέρος) ως βάσιμος.

Εξάλλου, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, ναι μεν έχει υποπέσει σε παραγραφή και η αξίωση των αναιρεσιβλήτων για την καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω προσβολής της προσωπικότητας τους, εξαιτίας της μη αποδοχής των υπηρεσιών τους από την αναιρεσείουσα, αφού κατά το χρόνο που έλαβε χώρα η τελευταία επιλήψιμη προσβολή της προσωπικότητάς τους (1-1-1990), της οποίας οι ίδιοι έλαβαν γνώση αμέσως, μέχρι την έγερση της αγωγής (14-12-2001), παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας, όμως το αίτημα της αγωγής να αναγνωριστεί ότι ο διαδραμών χρόνος από την εμπρόθεσμη εμφάνιση των αναιρεσιβλήτων, έως την αποδοχή της εργασίας τους από την αναιρεσείουσα, αποτελεί χρόνο πραγματικής υπηρεσίας είναι εν μέρει νόμιμο, γιατί στην κρινόμενη περίπτωση συντρέχει έννομο συμφέρον των εναγόντων, αναφορικά με την πρώτη συνέπεια (μισθολογική - προαγωγική) να αναγνωριστεί το παραπάνω, μεταξύ εμφανίσεως και προσλήψεως του καθενός, χρονικό διάστημα, ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας στην αναιρεσείουσα.

Και τούτο, διότι η ιδιότητα των αναιρεσιβλήτων ως υπαλλήλων για ορισμένο χρονικό διάστημα, αποτελεί έννομη σχέση και μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο αναγνωριστικής αγωγής, αφού έχουν έννομο συμφέρον, δεδομένου ότι θα αυξηθεί η μισθοδοσία τους συντομότερα με την ένταξη τους σε ανώτερο μισθολογικό κλιμάκιο (χρονοεπίδομα, προαγωγή).

Το δικαστήριο για να κρίνει περί της ύπαρξης ή μη της έννομης σχέσης κατ' ανάγκη θα ερευνήσει περί της συνδρομής ή όχι των απαιτουμένων σχετικά προϋποθέσεων. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 (β' μέρος) του ΚΠολΔ με τον οποίο υποστηρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση με το να απορρίψει την παραδεκτώς προταθείσα ένσταση παραγραφής των ενδίκων αξιώσεων και κατά το αίτημα τούτο, (δηλ.

την αναγνώριση του διαδραμόντος χρόνου ως χρόνου πραγματικής υπηρεσίας), παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 281, 914 και 937 ΑΚ, καθώς και εκείνες τω άρθρων 4, 5 παρ. 1, 3 και 22 του ΚΚΠ/ΔΕΗ, είναι αβάσιμος, καθόσον αφορά την μισθολογική - προαγωγική συνέπεια και πρέπει να απορριφθεί. Καθόσον όμως αφορά τις άλλες συνέπειες, (συνταξιοδοτική - ασφαλιστική), δεδομένου ότι αυτές αποτελούν διοικητικές διαφορές που εκφεύγουν της δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων, ως υπαγόμενες, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1, 4 και 37 του ν. 4491/1966 "περί ασφαλίσεως του προσωπικού της Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού", στη δικαιοδοσία του Συμβουλίου Ασφαλίσεως, οργάνου Διοικήσεως της Υπηρεσίας Ασφαλίσεως της ΔΕΗ, οι εκδιδόμενες πράξεις του οποίου θεωρούνται εκτελεστές δοικητικές πράξεις, υποκείμενες σε προσφυγή ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων, κατά τις διατάξεις του άρθρου 7 παρ. 1 εδ.

α' του ν. 702/1977, η αγωγή πρέπει να απορριφθεί ελλείψει δικαιοδοσίας. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο ερεύνησε την υπόθεση και για τα ζητήματα αυτά υπερέβη τη δικαιοδοσία του και πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος, ο δεύτερος, από το άρθρο 559 αρ. 14 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως. Τέλος απορριπτέος ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος είναι ο τρίτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ,14 του Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο αποδίδεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν κήρυξε παρά το νόμο την ένδικη αγωγή απαράδεκτη λόγω αοριστίας, αφού όπως έχει ήδη εκτεθεί η αγωγή κατά την περί αδικοπραξίας βάση της δεν είναι νόμιμη.

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, "αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για έλλειψη δικαιοδοσίας, τα πολιτικά δικαστήρια δεν έχουν δικαίωμα να ασχοληθούν με την υπόθεση. Στην περίπτωση αυτή αναιρείται κα η πρωτόδικη απόφαση που έχει τυχόν επικυρωθεί με την απόφαση που αναιρέθηκε εφόσον και αυτή ενέχει υπέρβαση δικαιοδοσίας".

Από τη διάταξη αυτή συνδυαζόμενη με εκείνες των παρ. 2 και 3 του ίδιου άρθρου, προκύπτει ότι, σε περίπτωση που θα γίνει δεκτή η αναίρεση λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων, ο Άρειος Πάγος μετά ταύτα αναιρεί την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, καθώς και την επικυρωθείσα από αυτήν απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που έχει το ίδιο σφάλμα και δεν παραπέμπει την υπόθεση στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά απορρίπτει την αγωγή.

Επομένως, ενόψει των αναφερομένων στην προηγούμενη σκέψη, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και κατά παραδοχή των προαναφερομένων λόγων της αναιρέσεως: α) να απορριφθεί η αγωγή κατά το κεφάλαιο αυτής με το οποίο διώκεται να αναγνωριστεί, ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας των εναγόντων στην εναγομένη, το χρονικό διάστημα από της εμφανίσεως αυτών μέχρι την πρόσληψη τους για τις συνταξιοδοτικές και ασφαλιστικές συνέπειες και β) να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, ως προς το αναιρεθέν κεφάλαιο αυτής που αφορά την επιδίκαση των αποδοχών υπερημερίας, και επιδόματα Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας, στο δικαστήριο που την εξέδωσε, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από αυτούς που την εξέδωσαν (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 715/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό μέρη της.

Απορρίπτει την αγωγή κατά το κεφάλαιο αυτής που αφορά την αναγνώριση του χρόνου υπηρεσίας των εναγόντων στην εναγομένη, ως προς τις συνταξιοδοτικές και ασφαλιστικές συνέπειες.

Παραπέμπει την υπόθεση προς εκ νέου εκδίκαση κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιο αυτής. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στην εν μέρει δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό ευρώ (1100) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Δεκεμβρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Μαρτίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ