Legislator Case Law & Legislation
547/2007 AI generated

Supreme Court quashes lower court decision for lack of reasoning regarding settlement validity under mandatory law.

Case Number 547/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court quashed the Patras Court of Appeal's decision to dismiss the plaintiff's claim based on a settlement agreement. The plaintiff argued the lower court failed to properly assess whether the settlement involved mutual concessions or merely a debt acknowledgment, which is crucial for its validity under mandatory labor laws. The court ruled that the lower court's reasoning was insufficient because it did not explicitly determine if both parties made mutual concessions, a requirement for the settlement to be valid against mandatory legal provisions.

Legislator headnote

AI generated

Articles 871, 174, 180 of the Civil Code; Article 559(19) of the Code of Civil Procedure: A settlement agreement resolving disputes over rights derived from mandatory law is valid only if it involves mutual concessions; a lower court decision lacking reasoning on whether such mutual concessions exist must be quashed and remanded for retrial.

Keywords

AI generated
settlement validity mandatory law mutual concessions labor rights lack of reasoning remand for retrial civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 871 of the Civil Code
Article 174 of the Civil Code
Article 180 of the Civil Code
Article 671 of the Civil Code
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 547 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 547/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1΄ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ....., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παναγιώτου.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΚΤΕΛ Ν. Ηλείας", που εδρεύει στον Πύργο και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Δερβιτσιώτη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-12-1999 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηλείας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 884/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 590/2003 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-12-2003 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Καλούδης, διάβασε την από 10-1-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι πρώτος και δεύτερος λόγοι και να απορριφθεί ο τρίτος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά το άρθρο 871 Α.Κ., με τη σύμβαση του συμβιβασμού, οι συμβαλλόμενοι διαλύουν, με αμοιβαίες υποχωρήσεις, μια έριδά τους ή μια αβεβαιότητα, για κάποια έννομη σχέση, αρκεί το αντικείμενο της σύμβασης αυτής να μην έχει εξαιρεθεί από την ιδιωτική πρωτοβουλία, γιατί, στην αντίθετη περίπτωση, η εν λόγω σύμβαση θεωρείται σαν να μην έγινε (άρθρ. 174 και 180 ΑΚ).

Ειδικά, για τα δικαιώματα του εργαζόμενου, που πηγάζουν από διατάξεις αναγκαστικού δικαίου, γίνεται δεκτό, ότι επιτρέπεται η επίλυση και των διαφορών αυτών με συμβιβασμό, όπου, όμως, υπάρχει σοβαρή αμφισβήτηση ή αβεβαιότητα, είτε σε σχέση με τις νομικές και πραγματικές προϋποθέσεις, είτε ως προς την έννοια των δικαιωμάτων αυτών και με αμοιβαίες υποχωρήσεις επιλύονται αυτές, οπότε, στην περίπτωση αυτή, δεν θεωρείται, ότι αντιβαίνει ο συμβιβασμός στα άρθρα 671 ΑΚ, 8 Ν 2112/1920, 8 παρ. 2 και 4 Ν.Δ. 4020/1959, 2 και 5 παρ. 3 Ν. 3198/1955 και επομένως είναι έγκυρος, διότι, έτσι, αποφεύγει ο εργαζόμενος ν' αποδυθεί σε δικαστικό αγώνα αβέβαιης διάρκειας και έκτασης.

Οταν όμως δεν είναι αμοιβαίες οι υποχωρήσεις και γίνονται μόνο από τον ένα των συμβαλλομένων, τότε δεν υπάρχει συμβιβασμός με την ανωτέρω έννοια, αλλά, ενδεχομένως, άλλη σχέση (άφεση χρέους ή αναγνώριση αξιώσεως) και είναι αδιάφορο το γεγονός, ότι οι συμβαλλόμενοι χαρακτήρισαν την μεταξύ τους σχέση ως συμβιβασμό.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στις αιτιολογίες της που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα ακόλουθα: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων προσελήφθη από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη στις 17-4-1967 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου και προσέφερε σ' αυτήν τις υπηρεσίες του ως βοηθός λογιστή, ενώ με την υπ' αριθ. 198/1999 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κρίθηκε ότι έπρεπε να έχει εξομοιωθεί μισθολογικά με το βαθμό του λογιστή από 1-7-1989, και ότι έπρεπε να λαμβάνει τις αντίστοιχες αποδοχές.

Η αναιρεσίβλητη όμως δεν του κατέβαλε τις οφειλόμενες από την αιτία αυτή μισθολογικές διαφορές μέχρι και τις 22-6-1992, που ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των 563.882 δρχ. Από τις 22-6-1992 έως τις 19-10-1999 ο αναιρεσείων απείχε από την εργασία του, λόγω ασθένειας, και ελάμβανε προσωρινή σύνταξη από το ΙΚΑ. Τον τελευταίο χρόνο συνταξιοδοτήθηκε οριστικά, λόγω αναπηρίας, αφού έπασχε από υπερκονδύλιο κάταγμα δεξιού μηριαίου, πολυομελίτιδα αμφοτέρων κάτω άκρων και βαριά μετατραυματική αρθρίτιδα.

Η αναιρεσίβλητη δεν κατέβαλε στον αναιρεσείοντα την προβλεπόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 3 της Δ.Α. 3/18-3-1989 για τη ρύθμιση των όρων αμοιβής-εργασίας του προσωπικού των ΚΤΕΛ, το N. 2112/20, και το άρθρο 30 του Ν. 2556/97, πλήρη, και χωρίς τους περιορισμούς του ΑΝ 173/67, αποζημίωση, ισχυριζόμενη ότι αυτός δικαιούται την αποζημίωση που καθορίζεται από το 8 του Ν. 3198/1955, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 5 παρ.1 του Ν.Δ. 435/1976, δηλαδή το 50% της προβλεπόμενης από το Ν.2112/1920 αποζημιώσεως, και ότι ως προς την αποζημίωση αυτή εφαρμόζονται κατά τα λοιπά όλα όσα ορίζονται στα άρθρα 1,2,4,5,6,7,8 και 9 του Ν. 3198/1955, στις διατάξεις του Ν. 2112/1920, και στο Β.Δ. 16/18-7-1920, εκτός από εκείνες που αφορούν την προειδοποίηση.

Κατόπιν αυτού, ο αναιρεσείων άσκησε την από 16-12-1999 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας, με την οποία ζήτησε την καταβολή, αφενός του ποσού των 563.882 δρχ. για μισθολογικές διαφορές και αφετέρου του ποσού της αποζημιώσεως ύψους 10.976.000 δρχ. Η αγωγή αυτή συζητήθηκε στις 19-4-2000 και έγινε δεκτή με την υπ' αριθ. 884/2001 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου.

Την 1-8-2000, ενώ εκκρεμούσε η έκδοση της ανωτέρω αποφάσεως, οι διάδικοι συμβιβάστηκαν στο ποσό των 5.500.000 δραχμών, που περιλάμβανε, αφενός το ποσό 1.000.000 δρχ., που αφορούσε το σύνολο των οφειλομένων μισθολογικών διαφορών με τους τόκους, και αφετέρου το ποσό των 4.500.000 δρχ., που αντιστοιχούσε στο 50% της αποζημιώσεως του Ν. 2112/1920, λόγω συνταξιοδοτήσεως.

Η αναιρεσίβλητη κατέβαλε αυθημερόν στον αναιρεσείοντα το παραπάνω ποσό των 5.500.000 δρχ., συνέταξαν δε για τον συμβιβασμό αυτό το υπό την αυτή ημερομηνία ιδιωτικό έγγραφο, που υπογράφεται από τους ίδιους και τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους. Περαιτέρω το Εφετείο δέχτηκε, ότι ο ανωτέρω συμβιβασμός δεν αντιβαίνει στη δημοσίας τάξεως διάταξη του άρθρου 679 ΑΚ, καθόσον ως προς την αποζημίωση που εδικαιούτο ο αναιρεσείων, λόγω συνταξιοδοτήσεώς του, υπήρχε σοβαρή αμφισβήτηση μεταξύ των διαδίκων ως προς τις νομικές προϋποθέσεις της, δηλαδή αν ο αναιρεσείων, ως υπάλληλος της αναιρεσίβλητης και υπαγόμενος στην κύρια ασφάλιση του ΙΚΑ, εδικαιούτο ολόκληρη την αποζημίωση του Ν. 2112/1920 ή το 50% της αποζημιώσεως αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ.1 του Ν.Δ. 435/1976.

Σημειώνεται ότι η φράση "ή το 50% της προβλεπόμενης αποζημιώσεως υπό του άρθρου 5 παρ.1 του ν.δ/τος 435/1976" ετέθη, προδήλως, εκ παραδρομής στην προσβαλλόμενη απόφαση. Ενόψει του συμβιβασμού αυτού το Εφετείο, κατά παραδοχή της εφέσεως της αναιρεσίβλητης και της ενστάσεως εξοφλήσεως που προέβαλε αυτό μετά τον ως άνω συμβιβασμό, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.

Με τις προεκτεθείσες παραδοχές το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του άρθρου 871 του ΑΚ. Ειδικότερα, το Εφετείο δέχεται, ότι η υφιστάμενη μεταξύ των διαδίκων σοβαρή αμφισβήτηση αφορούσε μόνο στο ζήτημα αν ο αναιρεσείων, ως υπαγόμενος στην κύρια ασφάλιση του ΙΚΑ, εδικαιούτο ολόκληρη την αποζημίωση του Ν. 2112/1920 (όπως ισχυριζόταν ο ίδιος), ή το 50% αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ.1 του Ν.Δ. 435/1976 (όπως ισχυριζόταν η αναιρεσίβλητη), και ότι οι διάδικοι με το συμβιβασμό περιόρισαν το ποσό της αποζημιώσεως στο 50% της αποζημιώσεως του Ν.2112/1920, χωρίς όμως να αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση αν, εκτός από τον αναιρεσείοντα, υποχώρησε και η αναιρεσίβλητη και σε ποιες υποχωρήσεις προέβη προς επίτευξη του παραπάνω συμβιβασμού.

Επομένως, είναι βάσιμοι οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αναιρέσεως, που εκτιμάται ότι στηρίζονται σε πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Δικαστήριο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 590/2003 απόφαση του Εφετείου Πατρών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς εκ νέου εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό (1100) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 27 Φεβρουαρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα, στις 13 Μαρτίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ