Legislator Case Law & Legislation
546/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against property acquisition by non-state entity from deceased absentee heir.

Case Number 546/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a lower court ruling that recognized the acquisition of a Rodos property by a non-state organization. The organization claimed ownership through a 'phantom' inheritance from a deceased absentee heir who died in a concentration camp without declaring rights within the statutory deadline. The court held that the lower court correctly applied the law by finding that the expiration of the declaration period legally transferred ownership to the organization, despite the existence of an absentee heir.

Legislator headnote

AI generated

Art. 7 § 1-2 of the Law of 29/3/1949; Art. 559 of the Code of Civil Procedure: The expiration of the statutory period for heirs to declare inheritance rights results in the legal acquisition of ownership by the claimant, even if an absentee heir exists.

Keywords

AI generated
phantom inheritance absentee heir statutory deadline property acquisition non-state entity concentration camp legal succession

Cited Legislation

AI generated
Art. 7 § 1-2 of the Law of 29/3/1949
Art. 559 of the Code of Civil Procedure
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure
Art. 22 of Law 3693/1957
Art. 5 of Law 1738/1987

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 546 / 2025 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 546/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευαγγελία Στεργίου, Κωνσταντία Εμμανουηλίδου- Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 6 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σταυρούλα Θεοδωρακοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Οργανισμός Περιθάλψεως και Αποκαταστάσεως Ισραηλιτών Ελλάδος", που εδρεύει στην Αθήνα (οδός Βουλής αρ. 36), όπως νόμιμα εκπροσωπείται, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καραμιχάλη, και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-7-2019 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 87/2021 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 315/2022 του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 7-2-2023 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Το αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ με την με αρ.κατ.191/19-8-2019 αγωγή του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, στρεφόμενο κατά του νυν αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, ζήτησε την αναγνώριση α) της κυριότητας και νομής του επί ενός ακινήτου (οικοδομής) στην μεσαιωνική πόλη της Ρόδου με κτηματολογικά στοιχεία Τόμος Οικοδομών ..., Φύλλο 98, Φάκελος 305, Μερίδα ... του Κτηματολογίου Ρόδου και την απόδοση σε αυτό , β) της ακυρότητας της κατάληψης αυτού από το Ελληνικό Δημόσιο και των σχετικών κτηματολογικών εγγραφών και γ) του ανεπίδεκτου χρησικτησίας του επιδίκου ακινήτου.

Εκδόθηκε η 87/5-8-2021 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, που απέρριψε την διεκδικητική αγωγή ως απαράδεκτη ένεκα αοριστίας, καθώς και το αίτημα περί αναγνώρισης του ανεπίδεκτου χρησικτησίας ως μη νόμιμο, ενώ δέχθηκε την αγωγή κατά τα λοιπά, αναγνωρίζοντας την ακυρότητα των κτηματολογικών εγγραφών αναφορικά με την κατάληψη και την επαγωγή του επιδίκου στο Ελληνικό Δημόσιο. Ακολούθως, με την 315/8-12-2022 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η ασκηθείσα -κατά της ανωτέρω- έφεση του Ελληνικού Δημοσίου και έγινε δεκτή η έφεση του ΝΠΔΔ "Οργανισμός Περιθάλψεως και Αποκαταστάσεως Ισραηλιτών Ελλάδος" μόνο κατά το κεφάλαιο της απόρριψης του αιτήματος αναγνώρισης της νομής του επιδίκου ακινήτου και της απόδοσης αυτής στο ενάγον ΝΠΔΔ, εξαφανίσθηκε η εκκαλουμένη κατά το σχετικό κεφάλαιο, κρατήθηκε η υπόθεση και δικάσθηκε και έγινε δεκτό το σχετικό αγωγικό κεφάλαιο, αναγνωρίσθηκε δε το ενάγον ΝΠΔΔ νομέας του επιδίκου ακινήτου και υποχρεώθηκε το Ελληνικό Δημόσιο να του αποδώσει τη νομή αυτού. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου με την οποία προσβάλλεται η προρρηθείσα απόφαση του Εφετείου, που επιδόθηκε στο αναιρεσείον στις 13-1-2023, είναι παραδεκτή (άρθρα 577§1 ΚΠολΔ) διότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564§1, 566§1 ΚΠολΔ). Πρέπει επομένως να ερευνηθούν οι λόγοι της (άρθρο 577§3 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Ο, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικός λόγος, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε δηλαδή έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 10/2011, ΟλΑΠ 7/2006).

Αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018).

Με τον παραπάνω λόγο ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση κλπ ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή στην ουσία (ΟλΑΠ 10/2011).

ΙΙΙ. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα, δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ ΑΠ 1/1999, ΟλΑΠ 24/1992, ΟλΑΠ 75/1987).

Για την ίδρυση του παρόντος λόγου πρέπει το Δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του να έχει καταρτίσει ελάσσονα πρόταση εκτίμησης αποδείξεων, δηλ. το Δικαστήριο να εισήλθε στην ουσία της διαφοράς και να διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα και συνεπώς όχι να απέρριψε την αγωγή ή την ένσταση ως μη νόμιμη ή για κάποιο τυπικό λόγο, διότι τότε το τυχόν σφάλμα ελέγχεται με τον λόγο του αρ.1 (Ολ ΑΠ 3/1997).

IV. Με το άρθρο μόνο του α.ν. 846/18-1-1946 "περί καταργήσεως του κληρονομικού δικαιώματος του Κράτους επί των εκκειμένων Ισραηλιτικών περιουσιών" ορίσθηκε στη μεν §1 ότι "Επί κληρονομιών Ισραηλιτών Ελλήνων υπηκόων, απωλεσθέντων κατά την διάρκειαν του πολέμου, συνεπεία των φυλετικών διωγμών εκ μέρους του εχθρού, εφ' όσον ούτοι δεν κατέλειπον εκ διαθήκης κληρονόμους ή συγγενείς εξ αδιαθέτου κληρονόμους, δεν εφαρμόζεται το άρθρο 12 του νόμου 2310/1920 "περί της εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής", αι δε σχολάζουσαι κληρονομίαι περιέρχονται εις ιδρυθησόμενο δια Β.Δ/τος Νομικόν Πρόσωπον, όπερ θα έχη ως σκοπόν την περίθαλψιν και αποκατάστασιν των Ισραηλιτών της Ελλάδος", στη δε §2 ότι "Δια Β.Δ/των εκδοθησομένων προτάσει των Υπουργών Οικονομικών, Παιδείας και Θρησκευμάτων κανονισθήσονται αι λεπτομέρειαι εφαρμογής του παρόντος".

Σε εκτέλεση του άρθρου αυτού, εκδόθηκε το Β.Δ. της 29ης Μαρτίου 1949 "περί ιδρύσεως του Οργανισμού Περιθάλψεως και Αποκαταστάσεως Ισραηλιτών Ελλάδος" (Ο.Π.Α.Ι.Ε.) με το άρθρο 1 του οποίου ιδρύθηκε το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την ως άνω επωνυμία. Σύμφωνα με το άρθρο 2 του ως άνω Β.Δ. "Σκοπός του Οργανισμού είναι η περίθαλψις και αποκατάστασις των εκ του Γερμανικού διωγμού διασωθέντων Ισραηλιτών, οίτινες ήταν μονίμως εγκατεστημένοι εν Ελλάδι την 1ην Σεπτεμβρίου 1939", ενώ με το άρθρο 5 παρ. 1 ορίσθηκε "Το Δ.Σ.

διοικεί πάσας εν γένει τας υποθέσεις του Οργανισμού, διαχειρίζεται την ανήκουσαν εις τον Οργανισμόν κινητήν και ακίνητον περιουσίαν και νέμεται ταύτην ,.... και γενικώς υποκαθίσταται εις όλα τα δικαιώματα, ενοχικά και εμπράγματα, νομής ή οιαδήποτε άλλα, υφιστάμενα υπό του τέως δικαιούχου της εγκαταλελειμένης περιουσίας".

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 7 §1 του ιδίου Β.Δ. "Εντός προθεσμίας τριών(3) μηνών από της δημοσιεύσεως του παρόντος, δυνάμενης να παραταθεί επί εξάμηνον δι' αποφάσεως του Δ.Σ. του Οργανισμού, πάντες οι προβάλλοντες κληρονομικά δικαιώματα επί περιουσιών απωλεσθέντων Ισραηλιτών υποχρεούνται, όπως υποβάλωσιν εις την διοίκησην του Οργανισμού ή εις τα κατά τόπους Διοικητικά Συμβούλια δήλωσιν, συνοδευόμενην υπό των νομιμοποιούντων την σχετική αξίωσιν δικαιολογητικών", ενώ με την §2 του ιδίου άρθρου ορίσθηκε "Παρερχομένης απράκτου της προθεσμίας ταύτης ή της δηλώσεως, ούσης κατά την κρίσιν της διοικήσεως προφανώς αβασίμου, ο Οργανισμός επιλαμβάνεται της νομής και διαχειρίσεως της εγκαταλελειμμένης περιουσίας".

Τέλος, κατά το άρθρο 8 §1 του ως άνω Β.Δ/τος "Πάσαι οι διατάξεις των Νόμ. 2/1944, 377/1945 και 808/1945, αι αφορώσαι την υπό του Δημοσίου διαχείρισιν των εγκαταλελειμμένων Ισραηλιτικών ως και αι σχετικαί αρμοδιότητες, ισχύουν εφεξής υπέρ του δια του παρόντος ιδρυομένου Οργανισμού", κατά δε την §2 "Αι διαχειριζόμεναι εγκαταλελειμμένας Ισραηλιτικάς περιουσίας Δημόσιαι Υπηρεσίαι, Οργανισμοί και οιαδήποτε νομικά και φυσικά πρόσωπα, οφείλουν να παραδώσουν εις την Διοίκησιν του Οργανισμού τα υπό την διαχείρισιν αυτών περιουσιακά στοιχεία, ως και παν σχετικόν έγγραφον, μέχρις όμως πραγματοποιήσεως της παραδόσεως εκάστης περιουσίας η διαχείρισις θα συνεχίζεται κατά τας κείμενας διατάξεις μη δυνάμενη να υπερβεί το τρίμηνο".

Συναφώς, επίσης, ορίζεται στην §3 του ίδιου άρθρου 8 ότι "Αι διατάξεις των ανωτέρω Νόμων (ενν.2/1944, 377/1945 και 808/1945), αι αφορώσαι την εις τους επανεμφανιζομένους Ισραηλίτας, επιτρόπους, επιμελητάς αυτών κλπ. απόδοσιν των μεσεγγυημένων ή άλλως παρακρατουμένων ισραηλιτικών περιουσιών, δεν μεταβάλλονται δια του παρόντος".

Ο Εισαγωγικός Νόμος του Αστικού Κώδικα δεν κατήργησε τα ανωτέρω νομοθετήματα, ομοίως και ο ν. 4182/2023 "Κώδικας Κοινωφελών Περιουσιών-Σχολαζουσών Κληρονομιών" δεν κατήργησε τις ως άνω ρυθμίσεις, οι οποίες εξακολουθούν να ισχύουν για την εξυπηρέτηση του προαναφερόμενου ευαγούς σκοπού, εισήχθησαν δε και στην Δωδεκάνησο μετά την ένωσή της με την Ελλάδα (άρθρο 4 του ν.510/1947, παρότι δεν γίνεται ρητή αναφορά στο ως άνω νομοθέτημα).

Από τις παρατιθέμενες ανωτέρω διατάξεις συνάγονται τα ακόλουθα : 1) Με το ως άνω άρθρο 8§1 έπαυσε η διαχείριση από το Δημόσιο των εγκαταλελειμμένων περιουσιών , που ανήκαν σε πολίτες εβραϊκού θρησκεύματος, η οποία του είχε ανατεθεί με τους κατοχικούς νόμους 2/1944, 377/1945 και 808/1945, αποδόθηκε δε αυτή στον Ο.Π.Α.Ι.Ε., ο οποίος υποκαταστάθηκε στη θέση του Δημοσίου, ως προς τη διαχείριση των εγκαταλελειμμένων ισραηλιτικών περιουσιών και στο, κατά το ν. 2310/1920 "περί της εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής", κληρονομικό δικαίωμα του Κράτους (6ης τάξης), αντίστοιχου του 1824 του ΑΚ.

Σημειώνεται ότι στην Δωδεκάνησο ουδέποτε ίσχυσε ο ν.2310/1920, καθόσον κατά την ένωση με την Ελλάδα ήδη είχαν αντικατασταθεί οι διατάξεις του με τις αντίστοιχες του ΑΚ. Ούτε προφανώς οι κατοχικοί νόμοι 2/1944, 377/1945 και 808/1945. Στην Δωδεκάνησο μέχρι την εισαγωγή του ΑΚ οι κληρονομικές σχέσεις διέπονταν από τον Ιταλικό Αστικό Κώδικα του 1865 και στη συνέχεια του 1942, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του ΒΡΔ για τους χριστιανούς κατοίκους (ΑΠ 726/2001), του Ιερού Μουσουλμανικού Νόμου για τους μουσουλμάνους κατοίκους (ΑΠ 1370/2014) και τις διατάξεις του τετάρτου βιβλίου "Αριθμοί" της Θορά (Πεντατεύχου) για τους εβραίους κατοίκους, οι οποίες δεν προέβλεπαν κληρονομικό δικαίωμα του Δημοσίου.

Επομένως, στην Δωδεκάνησο μετά την ένωσή της με την Ελλάδα, οι εγκαταλελειμμένες ισραηλιτικές περιουσίες περιήλθαν εξ αρχής στον Ο.Π.Α.Ι.Ε.. 2) Ο Ο.Π.Α.Ι.Ε. επιλήφθηκε της διαχείρισης όλων των εγκαταλελειμμένων ισραηλιτικών περιουσιών μέχρι την απόδοσή τους στους δικαιούχους, ως εκ του νόμου εντολοδόχος αυτών. 3) Προκειμένου για περιουσίες που ανήκαν σε αποβιώσαντες ισραηλίτες κατά την διάρκεια του πολέμου ένεκα φυλετικών διωγμών, ο Οργανισμός ενεργούσε υπό την αυτή ιδιότητα, δηλαδή ως αντιπρόσωπος των κληρονόμων μέχρι την παρέλευση άπρακτης της προθεσμίας των τριών μηνών, δυνάμενης να παραταθεί επί εξάμηνο (στην πραγματικότητα παρατάθηκε ατύπως επί διετία), από τη δημοσίευση του ως άνω Β.Δ. (δηλ.

έως 29-3-1951), προς υποβολή αίτησης από τους προβάλλοντες κληρονομικά δικαιώματα ή την απόρριψη αυτής από το διοικητικό συμβούλιό του, ως προφανώς αβάσιμης. Στο διάστημα αυτό ο Ο.Π.Α.Ι.Ε. δεν είχε νομή ιδίω ονόματι επί των κληρονομιαίων και δεν μπορούσε πριν την παρέλευση της προθεσμίας αυτής, να αρχίσει κτητική ή αποσβεστική παραγραφή αντιτακτέα κατά του πραγματικού κληρονόμου. 4) Μόνο, από την παρέλευση της ως άνω προθεσμίας άπρακτης, ήτοι χωρίς την υποβολή αίτησης ή την απόρριψή της ως αβάσιμης, ο Ο.Π.Α.Ι.Ε.

αρχίζει εκ του νόμου να νέμεται ως κληρονόμος (pro herede) την περιουσία αυτή που βρίσκεται στην κατοχή του, παύοντας, έκτοτε, να τη διαχειρίζεται στο όνομα και για λογαριασμό των κληρονόμων του απολεσθέντος ισραηλίτη, έλληνα υπηκόου, αξιώνοντας υπέρ εαυτού κληρονομικό δικαίωμα, χωρίς να απαιτείται για τη κτήση της κληρονομίας υπεισέλευση σε αυτή, ρητή ή σιωπηρή.

Το δικαίωμά του αυτό, ο Ο.Π.Α.Ι.Ε. ως ex lege κληρονόμου, δεν μπορεί να αντιτάξει μόνο έναντι των τυχόν εκ των υστέρων (μετά την κατά το άρθρο 7 του β.δ. της 29-3-1949 διαδικασία) εμφανιζόμενων κληρονόμων των ισραηλιτών που χάθηκαν κατά τα χρόνια του φυλετικού διωγμού τους. Μπορεί, όμως να το αντιτάξει έναντι κάθε άλλου προσώπου και έναντι του Ελληνικού Δημοσίου. 5) Σε ό,τι αφορά τη νομή του Ο.Π.Α.Ι.Ε.

επί των πραγμάτων (κινητών και ακινήτων), που ανήκουν στις κατά τα ως άνω περιερχόμενες σε αυτόν κληρονομικές περιουσίες, αυτή αναγνωρίζεται ρητά και στο προαναφερόμενο άρθρο 5 §1 του Β.Δ. της 29-3-1949 ("το διοικητικόν συμβούλιον αυτού ... διαχειρίζεται την ανήκουσαν εις τον Οργανισμόν κινητήν και ακίνητον περιουσίαν και νέμεται ταύτην...") και στο άρθρο 7 §2 του ίδιου Β.Δ. ("...

Ο Οργανισμός επιλαμβάνεται της νομής και διαχειρίσεως της εγκαταλελειμμένης περιουσίας"). Πρόκειται, δηλαδή, για αναγνωριζόμενη ευθέως από το νόμο νομή, ανεξαρτήτως φυσικής, επί του πράγματος, εξουσίασης (πλασματική νομή), η οποία είναι αντιτάξιμη κατά τα ως άνω. Η έννοια της πλασματικής νομής έγκειται στην εξασφάλιση σε ένα πρόσωπο ορισμένων πλεονεκτημάτων της νομής, μεταξύ των οποίων της προστασίας κατά τις διατάξεις για τη νομή και του αποκλεισμού της δυνατότητας να αποκτήσει άλλος νομή πάνω στο ίδιο πράγμα, και, έτσι, ότι τα πράγματα επί των οποίων ασκείται πλασματικά η νομή, είναι ανεπίδεκτα χρησικτησίας, έστω και αν δεν είναι "εκτός συναλλαγής" κατά το άρθρο 966 ΑΚ, ούτε μπορεί να αντιταχθεί κατά του Ο.Π.Α.Ι.Ε.

η εικοσαετής παραγραφή της διεκδικητικής αγωγής. 6) Ο ως άνω Οργανισμός δεν είναι υποχρεωμένος να αποδείξει το θάνατο του Ισραηλίτη "δικαιοπαρόχου" του, γιατί ο θάνατος αυτός έγινε κατά μαχητό τεκμήριο. (ΟλΑΠ 772/1970,ΑΠ 1726/2023, ΑΠ 735/2016, ΑΠ 343/1982, ΑΠ 1215/1981, ΑΠ 302/1981,ΑΠ 511/1978, ΑΠ 1227/1975, ΑΠ 507/1960 ).

V. Στην προκείμενη περίπτωση, το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι κατά τους ισχυρισμούς του το Εφετείο απέρριψε τον μοναδικό λόγο της έφεσής του περί του ότι ο αναιρεσίβλητος Ο.Π.Α.Ι.Ε.

δεν κληρονόμησε το επίδικο ακίνητο με ΚΜ ... οικοδομών Ρόδου, αρκούμενο σε λιγότερα από τα απαιτούμενα από το ν.846/1946 και το Β.Δ.της 29/3/1949 στοιχεία για την κατάφαση κληρονομικού δικαιώματος του αναιρεσίβλητου Ο.Π.Α.Ι.Ε., καθόσον ο εγγεγραμμένος τιτλούχος στο Κτηματολόγιο Ρόδου του ως άνω ακινήτου Ι. Α. του Τ., που θανατώθηκε κατά τον φυλετικό διωγμό των ετών 1943-1945, κατέλειπε εξ αδιαθέτου κληρονόμο τον αδελφό του Ρ.

Α. του Τζουζέπε και ως εκ τούτου το ως άνω ακίνητο ουδέποτε περιήλθε στον Ο.Π.Α.Ι.Ε., ενώ λόγω της εγκατάλειψής του (ενν. από τον Ρ. Α.) το 1971 κατελήφθη νόμιμα από το αναιρεσείον. Από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561§2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, το Εφετείο απέρριψε τον ως άνω λόγο έφεσης ως μη νόμιμο με τις ακόλουθες παραδοχές: "όπως σαφώς ορίσθηκε με το άρθρο 7 του β.δ.29/1949 το οποίο εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου μόνου του Ν.846/1946, όσοι προέβαλαν κληρονομικά δικαιώματα στις περιουσίες απολεσθέντων ισραηλιτών, ήταν υποχρεωμένοι να υποβάλουν σχετική δήλωση στη διοίκηση του Οργανισμού εντός συγκεκριμένης προθεσμίας.

Κατά συνέπεια, είναι προφανές ότι ο θεμελιώδης σκοπός του νομοθέτη, ήτοι αυτός της προστασίας, περίθαλψης και αποκατάστασης των διασωθέντων από το φυλετικό διωγμό Ισραηλιτών, δεν ήταν να περιορίσει την εμβέλεια ισχύος του νόμου μόνον στις περιπτώσεις που δεν υπήρχαν εκ διαθήκης ή εξ αδιαθέτου κληρονόμοι των απολεσθέντων Ισραηλιτών, καθώς εάν ήθελε γίνει δεκτή αυτή η εκδοχή, οι προαναφερόμενες διατάξεις του β.δ. 29/1949, οι οποίες προβλέπουν ακριβώς τις υποχρεώσεις όσων επικαλούνται κληρονομικά δικαιώματα στις περιουσίες των ως άνω Ισραηλιτών, δεν θα είχαν λόγο ύπαρξης.

Η φράση -εφ' όσον ούτοι δεν κατέλιπαν εκ διαθήκης κληρονόμους ή συγγενείς εξ αδιαθέτου κληρονόμους- που περιέχει ο εξουσιοδοτικός νόμος 846/1946, την οποία επικαλείται το ελληνικό δημόσιο για να θεμελιώσει τον ισχυρισμό του, δεν έχει την έννοια ότι στις συγκεκριμένες προστατευτικές διατάξεις εμπίπτουν μόνον όσοι δεν κατέλιπαν κληρονόμους, αλλά ότι εφόσον δεν κατέλιπαν τέτοιους, δεν έχει εφαρμογή η ρύθμιση σύμφωνα με την οποία καλείται ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος το δημόσιο, ρύθμιση η οποία περιεχόταν στη διάταξη του άρθρου 12 του Ν. 2310/1920 (την οποία ρητώς εξοβελίζει το άρθρο μόνο του Ν. 846/1946), και επαναλήφθηκε μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα με το άρθρο 1824 αυτού." Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προρρηθείσες διατάξεις του άρθρου μόνου του ν.846/1946 και άρθρου 7§1-2 του Β.Δ.

της 29-3-1949, καθώς σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, καθοριστικό κριτήριο για να θεωρηθεί ο Ο.Π.Α.Ι.Ε. εκ του νόμου κληρονόμος τινός, εβραίου το θρήσκευμα και ελληνικής ιθαγένειας, που απεβίωσε κατά την διάρκεια του πολέμου ένεκα των φυλετικών διωγμών, δηλ. ως σχολάζουσας κληρονομίας, δεν είναι να μην κατέλειπε εκ διαθήκης ή εξ αδιαθέτου κληρονόμο, αλλά ο τελευταίος να μην προέβαλε το σχετικό δικαίωμα στην Διοίκηση του Ο.Π.Α.Ι.Ε.

εντός της προθεσμίας του άρθρου 7§1 του Β.Δ. της 29-3-1949 (ουσιαστικά έως 29-3-1951), εν προκειμένω δε ουδόλως το αναιρεσείον επικαλέσθηκε τοιαύτη προβολή εκ μέρους του Ρ. Α. του Τζουζέπε, αδελφού του τιτλούχου του επίδικου ακινήτου. Ως εκ τούτου ο πρώτος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί.

VI. Περαιτέρω, από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561§2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, το Εφετείο δέχθηκε την αγωγή προστασίας της νομής του αναιρεσίβλητου με τις ακόλουθες παραδοχές: "Στα βιβλία του Κτηματολογίου Ρόδου είναι εγγεγραμμένο κατά θεμελιώδη εγγραφή στο όνομα του Ι.

Α. (I. A.) του Τ., Έλληνα Ισραηλίτη της Ρόδου, ακίνητο με κτηματολογικά στοιχεία: Μερίδα ... Οικοδομών Ρόδου, Τόμος ... και Φάκελος 305, νομικής φύσης βακούφ διτελές. Κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, ο ως άνω αναφερόμενος τιτλούχος συνελήφθη από τα ναζιστικά στρατεύματα και μεταφέρθηκε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης όπου και θανατώθηκε, όπως τεκμαίρεται από το γεγονός ότι έκτοτε δεν υπήρξε καμία είδηση για το πρόσωπό του.

Όπως προκύπτει από την 193/1961 απόφαση του Πρωτοδικείου Ρόδου, την οποία προσκόμισε με επίκληση το ελληνικό δημόσιο το πρώτον ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, ο Ι. Α. του Ι. (στην ιταλική G.) απεβίωσε στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Νταχάου, καταλείποντας μόνο εξ αδιαθέτου κληρονόμο του τον αδελφό του Ρ. Α.. Από κανένα στοιχείο της δικογραφίας όμως δεν προκύπτει ότι ο τελευταίος εμφανίστηκε στον ενάγοντα Οργανισμό εντός της προθεσμίας του άρθρου 7 του β,δ. 29/1949 ή και μεταγενέστερα ώστε να προβεί σε δήλωση του κληρονομικού του δικαιώματος αναφορικά με το επίδικο ακίνητο.

Επομένως, από τη λήξη της προθεσμίας αυτής, ήτοι από το τέλος του έτους 1949, η νομή του επιδίκου ακινήτου περιήλθε, ....ex lege, πλασματικά στον ενάγοντα έκτοτε δε ο τελευταίος νέμεται και διαχειρίζεται το ακίνητο χωρίς ποτέ μέχρι την άσκηση της αγωγής να απωλέσει την πλασματική αυτή νομή." Με τις ως άνω παραδοχές και δη ότι το αναιρεσίβλητο ν.π.δ.δ.

απέκτησε την πλασματική νομή του επιδίκου ακινήτου αφ' ής στιγμής παρήλθε άπρακτη η προθεσμία προς προβολή κληρονομικών δικαιωμάτων από τυχόν εκ διαθήκης ή εξ αδιαθέτου κληρονόμους του εγγεγραμμένου κατά θεμελιώδη εγγραφή στο Κτηματολόγιο Ρόδου ως δικαιούχου κυριότητας τούτου Ι. Α. (I. A.) του Τ., Έλληνα Ισραηλίτη, που απεβίωσε στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Νταχάου, το Εφετείο ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίως παραβίασε τις ως άνω διατάξεις του άρθρου μόνου του ν.846/1946 και άρθρου 7§1-2 του Β.Δ.

της 29-3-1949, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη. Εξάλλου, η ως άνω παρατιθέμενη αιτιολογία ουδεμία αντίφαση ενέχει, καθώς η παραδοχή ότι με την 193/1961 απόφαση του Πρωτοδικείου Ρόδου αναγνωρίσθηκε ο Ρ. Α. κληρονόμος του ως άνω Ι. Α. του Ι. ουδεμία συνέπεια έχει ως προς την κτήση της πλασματικής νομής του επιδίκου από τον αναιρεσίβλητο Ο.Π.Α.Ι.Ε., αφού, όπως δέχεται το Εφετείο κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, αυτός (Ρ.

Α.) ουδέποτε προέβαλε το ως άνω κληρονομικό του δικαίωμα στην Διοίκηση του αναιρεσίβλητου. Επομένως, κρίνονται απορριπτέοι οι δεύτερος και τρίτος λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδονται στην αναιρεσιβαλλομένη οι πλημμέλειες εκ των αρ. 19 και 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αντίστοιχα, επειδή δέχθηκε την κτήση πλασματικής-χωρίς πραγματική φυσική εξουσίαση- νομής επί του επιδίκου εκ μέρους του Ο.Π.Α.Ι.Ε.

παρά την ύπαρξη εξ αδιαθέτου κληρονόμου. V

ΙΙ.Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς διερεύνηση, πρέπει να απορριφθεί η με αρ. κατ. 4/8-2-2023 αίτηση αναίρεσης στο σύνολο της και να καταδικασθεί το αναιρεσείον λόγω της ήττας του στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ ), τα οποία όμως πρέπει να καταλογιστούν μειωμένα κατά τα άρθρα 22 παρ.1 του ν. 3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της απόφασης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την με αρ. κατ. 4/8-2-2023 αίτηση αναίρεσης κατά της 315/2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει το ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Μαρτίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Μαρτίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ