Legislator Case Law & Legislation
546/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against bank judgment regarding account number discrepancy in debt recognition letters.

Case Number 546/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's decision to reject the bank's motion for payment. The appellant argued that the bank's debt recognition letters contained a truncated account number, while the bank maintained the letters referred to a single, unique account. The court held that the primary court correctly assessed the evidence and rejected the appellant's claim of error.

Legislator headnote

AI generated

Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566, 577, 80, 495, 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure: The court must evaluate the evidence regarding account numbers; a truncated account number in recognition letters does not invalidate the reference to a single, unique account held by the debtor.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure appeal admissibility account number discrepancy debt recognition letters evidence assessment motion for payment bank debt

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 80 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 546 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 546/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό - Εισηγητή και Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Μαΐου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Θ. Κ. του Ι., κατοίκου …. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ουρανία Ναβροζίδου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Γιανναράκο. Της προσθέτως υπέρ της αναιρεσιβλήτου και κατά του αναιρεσείοντος παρεμβαίνουσας: εταιρείας με την επωνυμία "C. H. Χ. Υ. Μ. Α. Ε. Δ. Α. Α. Δ. Κ. Π.", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Κοντόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-9-2012 ανακοπή και τους από 24-9-2013 και τους με αριθμό κατάθεσης ΑΝ …/2013 και ΑΝ…/2014 προσθέτους λόγους ανακοπής του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ροδόπης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 40/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 98/2019 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17-3-2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, υπ' αριθ. 98/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, το οποίο δέχθηκε την από 2-1-2015 έφεση της αναιρεσίβλητης και τους από 12/10/2018 πρόσθετους λόγους αυτής, κατά της υπ' αριθ. 40/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης, με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 13-9-2012 ανακοπή του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 171/2012 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης και είχε ακυρωθεί η ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής, και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, απέρριψε την ανακοπή κατά της ως άνω διαταγής πληρωμής. Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα [άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ]. Επομένως, είναι παραδεκτή [άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ] και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της [άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ].

Από τη διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ προκύπτει ότι τρίτος μπορεί να ασκήσει σε εκκρεμή μεταξύ άλλων δίκη πρόσθετη παρέμβαση για την υποστήριξη κάποιου διαδίκου, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, συνεπώς για πρώτη φορά και ενώπιον του Αρείου Πάγου, περιοριζόμενος σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων αναίρεσης, εφόσον έχει έννομο συμφέρον.

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 81 παρ.1 και 215 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή, δηλαδή με κατάθεση του δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται, που είναι αναγκαίο στοιχείο της προδικασίας και ολοκληρώνεται με την κοινοποίηση αυτής στους διαδίκους, η οποία στην περίπτωση που ασκείται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, πρέπει να γίνεται, σύμφωνα με το άρθρο 568 παρ. 4 ΚΠολΔ, σε όλους τους μέχρι την άσκησή της διαδίκους, τουλάχιστον εξήντα ημέρες πριν τη δικάσιμο, αν όλοι οι διάδικοι που καλούνται διαμένουν στην Ελλάδα [ΑΠ 1350/2022, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1736/2017], εκτός αν ορίστηκε, κατ' άρθρο 150 ΚΠολΔ, σύντμηση της ως άνω προθεσμίας [ΑΠ 456/2023, ΑΠ 1736/2017].

Έννομο συμφέρον για την άσκηση πρόσθετης παρέμβασης υφίσταται, όταν με την πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρέωσης, που είτε απειλούνται από τη δεσμευτικότητα και την εκτελεστότητα της αποφάσεως που θα εκδοθεί είτε υπάρχει κίνδυνος προσβολής τους από τι αντανακλαστικές συνέπειές της.

Ως τρίτος, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 80 ΚΠολΔ, νοείται εκείνος, ο οποίος δεν είχε προσλάβει την ιδιότητα του διαδίκου, με οποιονδήποτε τρόπο, στην αρχική δίκη ή σε στάδιο προηγούμενης δίκης επί της υποθέσεως [ΑΠ 456/2023, ΑΠ 368/2019]. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 ΚΠολΔ, αν η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 μέχρι 78.

Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του.

Το δικονομικό δικαίωμα της άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέχεται όχι μόνο λόγω της πιθανής εκδήλωσης δυσμενών ενεργειών της απόφασης σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά τις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας.

Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μία έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της απόφασης. Η ασκούμενη κατά το άρθρο 83 ΚΠολΔ αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαία ομοδικία του παρεμβαίνοντος με το διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται κατά πλάσμα δικαίου ως αναγκαίος ομόδικος με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς όμως να έχει στη διάθεσή του τις διαδικαστικές ευχέρειες που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου [ΑΠ 368/2019].

Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη, την οποία ασκεί αυτός που έγινε διάδοχος του διαδίκου όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το πέρας αυτής [άρθρο 225 παρ. 1 ΚΠολΔ], αφού το δεδικασμένο από τη δίκη ισχύει υπέρ και κατά αυτού, κατά το άρθρο 325 παρ. 2 ΚΠολΔ [ΑΠ 1564/2017]. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 περ.

γ' του ν. 4354/2015 ''Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων...'', ''Τα δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες λόγω πώλησης απαιτήσεις δύνανται να ασκούνται μόνο μέσω των εταιριών διαχείρισης της παρούσας παραγράφου, Οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις, λογίζονται ως τραπεζικές και μετά τη μεταβίβασή τους, οι εταιρίες διαχείρισης ευθύνονται για όλες τις υποχρεώσεις απέναντι στο Δημόσιο και σε τρίτους, οι οποίες βαρύνουν τις εταιρίες απόκτησης απαιτήσεων και απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις''.

Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 2 του ν. 4354/2015, ''Οι Εταιρίες Διαχείρισης νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς και να κινούν, παρίστανται ή συμμετέχουν σε προπτωχευτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, διαδικασίες διευθέτησης οφειλών και ειδικής διαχείρισης των άρθρων 61 επ.

ν. 4307/2014. Εφόσον οι εταιρίες συμμετέχουν σε οποιαδήποτε δίκη με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου, το δεδικασμένο της απόφασης καταλαμβάνει και το δικαιούχο της απαίτησης [ΑΠ 686/2023, ΑΠ 1553/2022, ΑΠ 368/2019]. Κατά την παράλληλη και συνδυαστική εφαρμογή του ν. 4354/2015 και του ν. 3156/2003, οι Εταιρείες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (Ε.Δ.Α.Δ.Π) έχουν την κατ` εξαίρεση νομιμοποίηση του ως άνω άρθρου 2 παρ. 4 του Ν. 4354/2015, προς άσκηση κάθε ένδικου βοηθήματος και κάθε άλλης δικαστικής ενέργειας προς είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, και όταν η μεταβίβαση των απαιτήσεων και η ανάθεση της διαχείρισής τους στις εν λόγω εταιρείες συντελείται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 του ν. 3156/2003 για την τιτλοποίηση απαιτήσεων (ΟλΑΠ 1/2023, ΑΠ 687/2023, ΑΠ 742/2023).

Στην προκειμένη περίπτωση, η εδρεύουσα στη ... ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία ‘C.’ H. Χ. Υ. Μ. Α. Ε. Δ. Α. Α. Δ. Κ. Π.'' και το διακριτικό τίτλο ''C… H…'', με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 4-5-2023 και επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον αναιρεσείοντα και στην αναιρεσίβλητη [βλ.

τις προσκομιζόμενες από την παρεμβαίνουσα υπ' αριθ. …. …'/5-5-2023 και …./5-5-2023 εκθέσεις επίδοσης των δικαστικών επιμελητών του Πρωτοδικείου Αθηνών Ε. Ζ. και του Εφετείου Θράκης Ι. Δ. αντίστοιχα], άσκησε το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία ''ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.'', επικαλούμενη ως έννομο συμφέρον της το γεγονός ότι είναι νόμιμη διαχειρίστρια της αλλοδαπής εταιρίας με την επωνυμία ''s. I.

N. D. A. C.'', ειδικής διαδόχου της αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρίας, υπέρ και κατά της οποίας ισχύει το δεδικασμένο από την παρούσα δίκη [άρθρο 325 ΚΠολΔ]. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, η προσθέτως παρεμβαίνουσα εταιρία, η οποία έχει νόμιμα αδειοδοτηθεί και ελέγχεται από την Τράπεζα της Ελλάδος, ως εταιρία διαχείρισης απαιτήσεων, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.4354/2015, όπως αυτός ισχύει [απόφαση …/../29-1-2016 της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων], είναι διαχειρίστρια απαιτήσεων της αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρίας από χορηγήσεις δανείων και πιστώσεων προς οφειλέτες, που οι οφειλές τους έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες και έχουν καταγγελθεί από την αναιρεσίβλητη, η οποία στο πλαίσιο τιτλοποίησης αξιώσεων, δυνάμει της από 26-7-2019 σύμβασης αγοραπωλησίας και της από 6-12-2019 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων, αντίγραφα των οποίων έχουν νομίμως καταχωρηθεί στο Δημόσιο Βιβλίο του Ν. 3156/2003 και ειδικότερα στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών με αριθμό πρωτοκόλλου …./6-12-2019, έχει μεταβιβάσει τις απαιτήσεις αυτές στην αλλοδαπή εταιρία με την επωνυμία ''S. I.'', [που έχει νομίμως συσταθεί και λειτουργεί στο ...

η οποία ακολούθως ανέθεσε τη διαχείριση των ως άνω απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις στην παρεμβαίνουσα ανώνυμη εταιρία, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 16 του Ν. 3156/2003 δυνάμει της από 6-12-2019 σύμβασης ανάθεσης διαχείρισης απαιτήσεων, αντίγραφο της οποίας έχει νομίμως καταχωρηθεί στο Δημόσιο Βιβλίο του Ν. 2844/2000, κατά τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 16 του Ν. 3156/2003 και ειδικότερα στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών, με αριθμό πρωτοκόλλου …/6-12-2019.

Στις ως άνω μεταβιβασθείσες απαιτήσεις περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, και οι απαιτήσεις της αναιρεσίβλητης - υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση Τράπεζας, που απορρέουν από την υπ'αριθ. …./17-10-2008 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, την οποία αυτή κατάρτισε με τον αναιρεσείοντα, κατά του οποίου, δυνάμει της ανωτέρω σύμβασης, εκδόθηκε η υπ' αριθ.

…/2012 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης, που προσβλήθηκε με την ένδικη ανακοπή του αναιρεσείοντος. Επομένως, η ως άνω πρόσθετη παρέμβαση, η οποία σύμφωνα και με τις προαναφερόμενες σκέψεις, έχει σαφώς χαρακτήρα αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, είναι παραδεκτή και νόμιμη, κατά τα άρθρα 80 και 83 ΚΠολΔ, με αποτέλεσμα μεταξύ της κυρίας διαδίκου αναιρεσίβλητης και της προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνουσας να δημιουργηθεί σχέση επιγενόμενης αναγκαστικής ομοδικίας και πρέπει, ως εκ τούτου, αυτή να συνεκδικαστεί με την αίτηση αναίρεσης [άρθρα 246 και 573 ΚΠολΔ].

Από τις διατάξεις των άρθρων 669 ΕμπΝ, 361, 873, 874 ΑΚ, 112 ΕισΝΑΚ και 64 έως 67 του Ν.Δ. 17-7/13-8-1923 ''Περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών'', σαφώς συνάγεται ότι αλληλόχρεος λογαριασμός υπάρχει όταν δύο πρόσωπα από τα οποία το ένα τουλάχιστον είναι έμπορος, συμφωνούν με σύμβαση να μην επιδιώκονται ή διατίθενται μεμονωμένως οι απαιτήσεις των δύο μερών, που προκύπτουν από τις μεταξύ τους συναλλαγές, αλλά να φέρονται σε κοινό τρέχοντα λογαριασμό, με σκοπό να εκκαθαρίζονται και να αποσβήνονται κατά το κλείσιμο του λογαριασμού αυτού, που θα γίνεται καθ' ορισμένα χρονικά διαστήματα, σε τρόπο ώστε να αποτελέσει τη μοναδική μεταξύ τους απαίτηση το κατάλοιπο του λογαριασμού που τυχόν θα υπάρξει [ΑΠ 1009/2021].

Με τη σύμβαση δηλαδή του αλληλόχρεου λογαριασμού δημιουργείται μεταξύ των συμβαλλομένων μία διαρκής έννομη σχέση, αφού η λειτουργία της σύμβασης προϋποθέτει χρονική διάρκεια, αλλά και δυνατότητα χρεώσεων και από τις δύο πλευρές των συμβαλλόμενων, χωρίς κατά τα λοιπά να ενδιαφέρει αν κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του αλληλόχρεου λογαριασμού έγιναν πράγματι χρεώσεις και από τις δύο πλευρές ή μόνο από τη μία ΑΠ 1352/2011].

Ο αλληλόχρεος αυτός λογαριασμός κλείνεται περιοδικώς κάθε εξάμηνο, εκτός αν συμφωνήθηκε διαφορετικά, αλλά όχι όμως κατά διαστήματα μικρότερα του τριμήνου. Καθένα από τα μέρη μπορεί οποτεδήποτε με καταγγελία του να θεωρήσει ότι έχει κλείσει οριστικά ο λογαριασμός, οπότε ο δικαιούχος του καταλοίπου δικαιούται να απαιτήσει αμέσως αυτό [άρθρο 112 ΕισΝΑΚ, ΑΠ 1009/2021].

Συνεπώς, εφόσον ο ίδιος ο νόμος επιτρέπει στα μέρη του αλληλόχρεου λογαριασμού να τον καταγγείλουν μονομερώς και να τον κλείνουν οριστικά οποτεδήποτε, δεν είναι άκυρη και η τυχόν όμοια συμφωνία τους, η οποία δεν εμπίπτει έτσι στην ακυρότητα του άρθρου 372 ΑΚ, ως δήθεν συμφωνία ανάθεσης του προσδιορισμού της παροχής στην απόλυτη κρίση του ενός από τους συμβαλλομένους [ΑΠ 1352/2011].

Εξάλλου, το γεγονός ότι η άσκηση του δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση επιφέρει βλάβη, έστω και μεγάλη, στον οφειλέτη, δεν μπορεί να αποτελέσει κατάχρηση δικαιώματος, κατ' άρθρο 281 ΑΚ, παρά μόνο αν τούτο μπορεί να συνδυαστεί και με άλλες περιστάσεις, ως λ.χ. και όταν ο δανειστής δεν έχει συμφέρον στην άσκηση του δικαιώματος.

Έλλειψη, όμως, συμφέροντος, δεν μπορεί να υπάρχει όταν ο δανειστής, όπως έχει δικαίωμα από τη σύμβαση αποφασίζει να εισπράξει την απαίτησή του, διότι τούτο αποτελεί δικαίωμα συνυφασμένο με τη διαχείριση της περιουσίας του, τον τρόπο της οποίας [διαχείρισης] αυτός μπορεί και αποφασίζει, εκτός αν στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει υπέρβαση και δη προφανής των αρχών της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του οικονομικού και κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος [ΑΠ 828/2018].

Αυτό συμβαίνει και όταν η συμπεριφορά του δανειστή που προηγήθηκε της άσκησης του δικαιώματός του, σε συνδυασμό με την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε στο μεσοδιάστημα, δημιούργησαν στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι ο δανειστής δεν θα ασκούσε το δικαίωμά του στο χρόνο που το άσκησε, με αποτέλεσμα η πρόωρη άσκησή του να προκαλεί επαχθείς συνέπειες στον οφειλέτη και να εμφανίζεται έτσι αδικαιολόγητη και καταχρηστική (ΑΠ 1714/2022, ΑΠ 1188/2021).

Ειδικότερα οι Τράπεζες, ως χρηματοδοτικοί μηχανισμοί που ασκούν αποφασιστική επίδραση στην ανάπτυξη και στη λειτουργία των χρηματοδοτούμενων απ' αυτές επιχειρήσεων, έχουν αυξημένη ευθύνη κατά την άσκηση του χρηματοδοτικού τους έργου και οφείλουν να μεριμνούν για τα συμφέροντα των επιχειρήσεων που χρηματοδοτούν, αφού από τη φύση της η προσωπική σχέση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης μεταξύ των συμβαλλόμενων, επιβάλλει την υποχρέωση πίστης και προστασίας από την πλευρά των τραπεζών των συμφερόντων των πελατών τους, ώστε να αποφεύγονται υπέρμετρα επαχθείς γι' αυτούς συνέπειες.

Συνεπώς και για το λόγο αυτό η άσκηση των δικαιωμάτων τους θα πρέπει να κυριαρχείται από τις αρχές της καλόπιστης και σύμφωνης με τα χρηστά συναλλακτικά ήθη εκπλήρωσης των οφειλόμενων παροχών [ΑΚ 178, 200, 288] και να αποφεύγεται αντίστοιχα κάθε κατάχρηση στη συμπεριφορά τους. Έτσι σε περίπτωση δυσχέρειας του πιστούχου της Τράπεζας να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του από την πιστωτική σύμβαση λόγω πρόσκαιρης οικονομικής αδυναμίας του, που όμως υπερβαίνει τα όρια της αντοχής του, η καλόπιστη από την πλευρά της Τράπεζας συμπεριφορά επιβάλλει σ' αυτή την υποχρέωση να ανεχθεί μια εύλογη καθυστέρηση στην εκπλήρωση της παροχής του οφειλέτη, ιδίως όταν η επιδίωξη της άμεσης εκπλήρωσης της παροχής του πρόκειται να οδηγήσει σε πλήρη οικονομική καταστροφή του, χωρίς ουσιαστικό κέρδος για την ίδια.

Κατά την έννοια αυτή η Τράπεζα θα πρέπει, σε περίπτωση πρόσκαιρης οικονομικής αδυναμίας του πελάτη της, αν αποφύγει την εσπευσμένη καταγγελία της μεταξύ τους πιστωτικής σύμβασης και το κλείσιμο του αλληλόχρεου λογαριασμού τους, προπάντων όταν οι απαιτήσεις είναι ασφαλισμένες με εμπράγματες ή προσωπικές ασφάλειες, ο δε πελάτης της βρίσκεται σε άμεση οικονομική εξάρτηση απ' αυτή και δεν οφείλει σε τρίτους, αφού τότε οι παραπάνω ενέργειές της προσλαμβάνουν καταχρηστικό χαρακτήρα [ΑΠ 1714/2022, ΑΠ 323/2021, ΑΠ 1352/2011].

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα.

Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή [ολΑΠ 1/2016, ολΑΠ 2/2013]. Με τον ως άνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσία [ολΑΠ 7/2006, ΑΠ 2067/2022]. Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ανεπαρκείς ή αντιφατικές σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά [έλλειψη αιτιολογίας] ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του [ανεπαρκής αιτιολογία] ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους [αντιφατική αιτιολογία].

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος [ΑΠ 40/2020, ΑΠ 118/2019].

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: "Ο ανακόπτων Θ. Κ. του Ι., ιδιοκτήτης ατομικής επιχείρησης αλουμινοκατασκευών και σιδηροκατασκευών που βρίσκεται σε ακίνητό του στην …, διατηρούσε στα πλαίσια της ως άνω επιχειρηματικής του δραστηριότητας και για την κάλυψη κεφαλαίων κίνησης δύο ενήμερους αλληλόχρεους λογαριασμούς -έναν στην Πανελλήνια Τράπεζα και έναν στην Τράπεζα Πειραιώς- με πιστωτικό όριο αντιστοίχως το ποσό των 200.000€ και 109.000€.

Το 2008 απευθύνθηκε στην καθής ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ μη ικανοποιούμενος στην συνεργασία του με τις ως άνω Τράπεζες, προκειμένου να "μεταφερθούν" σ' αυτήν οι ανωτέρω αλληλόχρεοι λογαριασμοί και για τον λόγο αυτό συνήψε μαζί της την με αριθμό …./17-10-2008 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, με βάση την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής και χορηγήθηκε σ' αυτόν πίστωση μέχρι του ποσού των 360.000€, η οποία με την με ημερομηνία 11-4-2011 πρόσθετη πράξη της σύμβασης ανήλθε τελικώς στο ποσό των 650.000 ευρώ.

Η πίστωση αυτή κινήθηκε με τον υπ' αριθμ. …. λογαριασμό. Ο ανακόπτων, και αφού εν τω μεταξύ προηγήθηκαν οι από 9-3-2009, 3-1-2010, 16-2-2010 και 17-2-2011 επιστολές "αναγνώρισης οφειλής" του προς την καθής, τελικώς με την από 7-3-2012 επιστολή του, ανεγνώρισε ανεπιφύλακτα ότι ο παραπάνω λογαριασμός της πίστωσης (υπ' αριθμ. …) εμφάνιζε σε βάρος του στις 31-12-2011 χρεωστικό υπόλοιπο ύψους 315.416,88 ευρώ, ποσό το οποίο την επομένη της ως άνω ημερομηνίας "αναγνώρισης οφειλής του", ήτοι στις 1-1-2012, η καθής μετέφερε προς λογιστική παρακολούθηση στον υπ' αριθμ.

…. λογαριασμό προσωρινής καθυστέρησης, και το οποίο (υπόλοιπο) στις 29-6-2012, μετά από χρεοπιστώσεις ανήλθε στο ποσό των 328.820,56 ευρώ. Η καθής, λόγω μη κανονικής εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του πιστούχου, και αφού στις 30-4-2012 προηγήθηκε η με αυτή ημερομηνία προειδοποιητική επιστολή της προς τον ανακόπτοντα, η οποία επιδόθηκε νόμιμα σ αυτόν με την προσκομιζόμενη υπ' αριθμ.

…./2-5-2012 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Ροδόπης Θ. Κ., έκλεισε οριστικά κατά την τελευταία ως άνω ημερομηνία (29-6-2012) τον προαναφερόμενο υπ' αριθμ. …. λογαριασμό της πίστωσης και γνώρισε στον ανακόπτοντα την με αυτή ημερομηνία (29-6-2012) επιστολή της, που επιδόθηκε νόμιμα σ' αυτόν με την υπ' αριθμ.

…/2-7-2012 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητού του Πρωτοδικείου Ροδόπης Θ. Κ., το κλείσιμο του παραπάνω λογαριασμού της πίστωσης, ο οποίος κατά την ημερομηνία αυτή (29-6-2012) εμφάνιζε χρεωστικό υπόλοιπο, ύψους 328.820,56 ευρώ, εντόκως με το εκάστοτε ισχύον για την ανωτέρω απαίτηση τραπεζικό επιτόκιο υπερημερίας και με, ανά εξάμηνο ανατοκισμό των τόκων από 2-7-2012 και μέχρις εξοφλήσεως, ποσό το οποίο κατά την ως άνω ημερομηνία (29-6-2012) η αιτούσα μετέφερε προς λογιστική παρακολούθηση στον υπ' αριθμ.

…. λογαριασμό οριστικής καθυστέρησης. ... Η συνεργασία της Τράπεζας με τον ανακόπτοντα άρχισε το έτος 2008, όταν ο ίδιος επισκέφθηκε το Κατάστημα … της Τράπεζας και ζήτησε,... να μεταφέρει τις οφειλές του, με ταυτόχρονη μεταφορά των βαρών, από δύο άλλες ελληνικές Τράπεζες του ανταγωνισμού και συγκεκριμένα από την "Τράπεζα Πειραιώς" και την "Πανελλήνια τράπεζα".

Ο ίδιος o ανακόπτων υπέβαλε σχετικό αίτημα μεταφοράς των οφειλών του στην καθής την 25-9-2008. Η καθής, σύμφωνα με τα εγκυκλίως προβλεπόμενα για τους εν δυνάμει χρηματοδοτούμενους πελάτες, προχώρησε σε εκτίμηση των δύο (2) ήδη ενυπόθηκων υπέρ των εκείνων Τραπεζών ακινήτων και κρίνοντας με τραπεζικά κριτήρια και τους πιστωτικούς κανονισμούς της Τράπεζας Ελλάδος, ενέκρινε την χορήγηση ορίου κεφαλαίου κίνησης ποσού € 300.000 μέσω λογαριασμού υπερανάληψης, με ταυτόχρονη εξόφληση των οφειλών του πιστούχου (ανακόπτοντος) στην Τράπεζα Πειραιώς και την Πανελλήνια Τράπεζα και την ταυτόχρονη μεταφορά των εμπραγμάτως εξασφαλισμένων συμβάσεων, σύμφωνα με την νόμιμη διαδικασία της μεταφοράς των έννομων σχέσεων (έκδοση απόφασης ασφ.

μέτρων, μεταγραφή στο Κτηματολόγιο, κλπ). Η ισχύς της χορήγησης συγκεκριμένου ορίου δόθηκε μέχρι την 30-9-2009 (ήτοι για ένα έτος). Την 17-10-2008 συμφωνήθηκε η ένδικη υπ' αριθ. …. σύμβαση παροχής πίστωσης μέσω ανοιχτού (αλληλόχρεου) λογαριασμού, ανοίχθηκε ο υπ' αριθμ. …. λογαριασμός εξυπηρέτησης της πίστωσης και συμφωνήθηκε η επιτοκιακή επιβάρυνση για το διάστημα ισχύος του χορηγηθέντος ορίου ήτοι από 17-10-2008 έως και 30-9-2009.

Μόλις ένα δίμηνο μετά την χορήγηση του εν λόγω ορίου, ο ανακόπτων υπέβαλε την 16-12-2008 νέο αίτημα χρηματοδότησης, αιτούμενος χορήγηση κεφαλαίου κίνησης ποσού € 30.000 με προεξόφληση επιταγών πελατείας του. Η Τράπεζα δεν έκρινε σκόπιμη την ικανοποίηση του αιτήματος, κυρίως λόγω της πτώσης, άνω του 20%, που παρατηρήθηκε στον τζίρο της επιχείρησης το 9/μηνο 2008 (€ 197.100) σε σχέση με το 9/μηνο 2007 (€ 249.700), επιφυλασσόμενη να επανεξετάσει το σχετικό αίτημα μετά από προσκόμιση νεώτερων οικονομικών στοιχείων της επιχείρησης.

Παράλληλα με την σχετική απόφαση απόρριψης του αιτήματος, ενέκρινε την διατήρηση της χρήσης του ορίου υπερανάληψης μέχρι την 30-9-2009, με αύξηση του περιθωρίου επιτοκίου κατά 0,75%, ήτοι από 2,20% στο 2,95%. Παρά τις επανειλημμένες κλήσεις της Τράπεζας, ο ανακόπτων δεν συνομολόγησε το νέο περιθώριο επιτοκίου, κάνοντας λόγο για εκβιαστικές αυξήσεις, για συνέχιση της ίδιας πολιτικής της καθής με τις Τράπεζες που συνεργαζόταν παλαιότερα, ενώ δήλωσε ότι μέχρι την 30-9-2009 θα προχωρούσε σε εξόφληση των οφειλών του στην καθής.

Μετά την 30-9-2009 ο ανακόπτων όχι μόνο δεν προχώρησε σε εξόφληση της οφειλής του, αλλά αντιθέτως κατέθεσε την 17-12-2009 στο Κατάστημα … της καθής "επενδυτική" του πρόταση για επέκταση και εκσυγχρονισμό των εγκαταστάσεων της επιχείρησής του, στα πλαίσια του Περιφερειακού Επιχειρησιακού Προγράμματος (Π.Ε.Π) - Μακεδονία-Θράκη - Άξονας 6 - (μεταποίηση), επιλέγοντας την καθής ως Ενδιάμεσο Φορέα Διαχείρισης της επενδυτικής του πρότασης.

Το σύνολο της επένδυσης ανερχόταν σύμφωνα με την επενδυτική του πρόταση στο ποσό των € 306.600 (θα δημιουργούσε 2 νέες θέσεις εργασίας, ενώ, σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα που κατέθεσε, η εν λόγω επένδυση θα ολοκληρωνόταν εντός 12 μηνών). Το χρηματοδοτικό σχήμα που προτάθηκε σύμφωνα με' τις απαιτήσεις του Π.Ε.Π ήταν το εξής:

Για επιχορηγούμενο προϋπολογισμό € 300.000 - η ίδια συμμετοχή του επενδυτή ανερχόταν στο 20%, ήτοι στο ποσό των € 60.000, το ύψος της επιχορήγησης θα ανερχόταν στο 65%, ήτοι στο ποσό των € 195.000, ενώ απαιτούνταν και τραπεζικός του δανεισμός για το υπολειπόμενο 15%, ήτοι δάνειο ποσού € 45.000. Προκειμένου να εξεταστεί το σχετικό αίτημα από τις αρμόδιες υπηρεσίες για το Πρόγραμμα, η καθής χορήγησε στην ατομική επιχείρηση του ανακόπτοντα "Επιστολή καταρχήν ενδιαφέροντος για την χρηματοδότηsη αιτούμενου δανείου παγίων" για το ποσό των € 45.000, σημειώνοντας μεταξύ άλλων ότι "Η καθής διατηρεί καθ' οιονδήποτε στιγμή και κατά την κρίση της το δικαίωμα της μερικής ή συνολικής επανεξέτασης της αίτησης χρηματοδότησης, με ενδεχόμενη αλλαγή των βασικών όρων (ή ακόμη και απόρριψη της) στις ακόλουθες περιπτώσεις: 1.

Επιβολή από αρμόδια όργανα όρων επιπρόσθετων από τα προβλεπόμενα στο οικείο Οδηγό Εφαρμογής και τις δεσμεύσεις της επιχείρησης στην αίτηση-φάκελο συμμετοχής της, 2. Μερική ένταξη του αιτούμενου ως επιλέξιμου προϋπολογισμού στο καθεστώς ενισχύσεων. 3. Ουσιαστικές (κατά την κρίση της) μεταβολές των συνθηκών της αγοράς, της μορφής ή του κόστους της επένδυσης, της οικονομικής κατάστασης της επιχείρησης και των εταίρων της, καθώς και άλλων δεδομένων που άπτονται των κριτηρίων και της πολιτικής πιστοδοτήσεων της".

Ο ανακόπτων προκειμένου να αποδείξει την ύπαρξη του απαιτούμενου από το Πρόγραμμα ποσού συμμετοχής του (€ 60.000), τα οποία τότε δεν ήταν άμεσα διαθέσιμα σε μορφή κατάθεσης, δήλωσε υπεύθυνα ότι θα προχωρούσε άμεσα, σε περίπτωση τελικής υπαγωγής της επένδυσης του στο πρόγραμμα, στην πώληση-εκποίηση ακινήτων ιδιοκτησίας του και συγκεκριμένα:

α) ενός οικοπέδου 84,76 τ.μ. επί των οδών … και …. και β) ενός οικοπέδου 182,80 τ.μ. επί της οδού … στην πόλη της ….. Το οικόπεδο 84,76 τ.μ., το οποίο ο ανακόπτων δήλωνε ότι θα εκποιούσε προκειμένου να καλύψει μέρος της συμμετοχής του στην επένδυση, ήταν ήδη παραχωρημένο σε ασφάλεια της τηρούμενης στην καθής σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού.

Παράλληλα με την υποβολή της παραπάνω επενδυτικής πρότασης, ο ανακόπτων κατέθεσε στις 22-12-2009 στο κατάστημα … της καθής τα οικονομικά στοιχεία της επιχείρησης του, υποβάλλοντας αυθημερόν αίτημα χρηματοδότησης για την ανανέωση του υφιστάμενου (ληγμένου από 30-9-2009) ορίου υπερανάληψης ποσού € 300.000,00. Το αρμόδιο Κέντρο Πιστοδοτήσεων της καθής την 4-1-2010, αφού έλαβε υπόψη του α) την συνεχιζόμενη σημαντική μείωση του κύκλου εργασιών της επιχείρησης (€ 249.000 στο 9/μηνο 2009 σε σχέση με € 197.100 στο 9/μηνο του 2008), ήτοι πτώση τζίρου άνω του 70% στα υπό εξέταση 9/μηνα β) την γενικότερη τρέχουσα οικονομική κρίση γ) την ύπαρξη μεγάλης ποσότητας αποθεμάτων λόγω αδυναμίας πώλησης και των επακόλουθων προβλημάτων ρευστότητας, δ) την αύξηση του βραχυπρόθεσμου δανεισμού του μέσω νέου δανείου κεφαλαίου κίνησης ποσού € 50.000 από την Τράπεζα "Ασπίς" με παραχώρηση εμπράγματης εξασφάλισης επί του δεύτερου ακινήτου για το οποίο είχε δηλώσει κατά την υποβολή της πρότασης επένδυσης ότι θα εκποιούσε προκειμένου να καταθέσει την ίδια συμμετοχή του, σε συνδυασμό με τη δήλωση του ανακόπτοντα ότι έχει ήδη προσλάβει πωλητή προκειμένου να διαθέσει μέρος των αποθεμάτων της επιχείρησης του σε ομοειδείς επιχειρήσεις, καθώς και την υπόσχεση του ότι θα προχθωρήσει άμεσα σε πώληση ακινήτου ιδιοκτησίας του σε μείωση των απαιτήσεων της Τράπεζας, ενέκρινε την ανανέωση του ορίου ποσού € 300.000 μέχρι την 31-5-2010, με περιθώριο επιτοκίου 2,95%, προκειμένου να μην δημιουργήσει άμεσα προβλήματα ρευστότητας στην επιχείρηση και για να υπάρξει εκείνο το εύλογο χρονικό διάστημα (5 μήνες) ώστε να υλοποιηθεί η υπόσχεση του ανακόπτοντα για πώληση ακινήτου ιδιοκτησίας του για μείωση της οφειλής του.

Την 4-1-2010 ο ανακόπτων συμφώνησε με την Τράπεζα την νέα επιτοκιακή επιβάρυνση του λογαριασμού εξυπηρέτησης της πίστωσης, η οποία συνολικά ανερχόταν εκείνη την ημέρα σε 4,65% . Την 26-5-2010, τέσσερις (4) μόλις ημέρες πριν την λήξη της χρήσης του ορίου υπερανάληψης, ο ανακόπτων μην έχοντας μπορέσει να βρει αγοραστή για την πώληση του οικοπέδου, υπέβαλε αίτημα ανανέωσης του υφιστάμενου ορίου χρηματοδότησης ποσού € 300.000.

Η καθής την 17-6-2010 ενέκρινε την ανανέωση του συγκεκριμένου πλαισίου πιστοδότησης με λήξη του δικαιώματος χρήσης την 31-12-2010 και με αύξηση του περιθωρίου επιτοκίου κατά 0,30% (ήτοι από 2,95 στο 3,25%). Από τα τεθέντα οικονομικά στοιχεία της επιχείρησης που προσκομίστηκαν κατά την υποβολή του εν λόγω αιτήματος ο τζίρος το 2009 ανήλθε στο ποσό των € 91.090, σε σχέση με τον τζίρο του 2008, ο οποίος ανερχόταν στο ποσό των € 229.000, ενώ οι πωλήσεις της επιχείρησης κατά το α' τρίμηνο 2009 ανερχόταν στο ποσό των € 3.007,00, σε σχέση με € 6.096,87 το α' τρίμηνο του 2010.

Έτσι, στις 23-6-2010 συμφωνήθηκε νέα πρόσθετη πράξη συνομολόγησης επιτοκίου, η συνολική επιβάρυνση του οποίου ήταν κατά την ημερομηνία υπογραφής 5,10%. Η προτεινόμενη επένδυση του ανακόπτοντα υπήχθη τελικά στο παραπάνω Πρόγραμμα και την 20-7-2010 υπογράφηκε η υπ' αριθ. … Σύμβαση Ενδιάμεσου Φορέα Διαχείρισης με τον τελικό Δικαιούχο στο Πλαίσιο της Κ.Υ.Α 40844/ ΕΥΣ6681/21-08-2009.

Με την υπογραφή της ανωτέρω σύμβασης υπαγωγής στο Πρόγραμμα, ο ανακόπτων υπέβαλε την 8-9-2010 αίτημα χρηματοδότησης στο Κατάστημα … της καθής, με το οποίο ζητούσε έγκριση Α) χορήγησης δανείου παγίων ποσού € 45.000 (που αφορούσε στο 15% του επιλέξιμου προϋπολογισμού της επένδυσης), διάρκειας 10 ετών και Β) χορήγησης εφάπαξ κεφαλαίου κίνησης ποσού € 195.000 έναντι της δημόσιας επιχορήγησης, με την ταυτόχρονη εκχώρησή της στην καθής.

Η καθής την 5-11-2010, παρά τις μέχρι τότε πιστοδοτικές αντενδείξεις και προκειμένου να βοηθήσει στην υλοποίηση της επένδυσης, ενέκρινε το αίτημα του ανακόπτοντα με τους κάτωθι όρους και προϋποθέσεις. α) Εγγραφή νέου βάρους, προσημείωση υποθήκης ποσού € 60.000 επί των ήδη ενυπόθηκων υπέρ της καθής ακινήτων, η οποία θα πρέπει να έχει ολοκληρωθεί πριν από οποιαδήποτε εκταμίευση σχετική με το επενδυτικό πρόγραμμα και β) Νομότυπη ενεχύραση του συνόλου της κρατικής επιχορήγησης ποσού € 195.000 - με επίδοση στην Τράπεζα ως "Ενδιάμεσου Φορέα Διαχείρισης" και με ποσοστό χρηματοδότησης 100%, γ) Η εκταμίευση και των δύο κονδυλίων/δανείων θα γινόταν από την υφισταμένη μια και μοναδική σύμβαση, ήτοι την ένδικη υπ' αριθμ.

…./17-10-2008 με την οποία εκδόθηκε η ανακοπτόμενη Διαταγή Πληρωμής, δ) Πριν από οποιαδήποτέ εκταμίευσή θα έπρεπε να προηγηθεί η διάθεση της ίδιας συμμετοχής ποσού € 60.000 που θα αποδεικνυόταν με την προσκόμιση παραστατικών δαπανών. ε) Οι εκταμιεύσεις των δανείων θα διενεργούντο σταδιακά, με βάση τα προσκομιζόμενα εξοφλημένα παραστατικά δαπανών ή και επί πιστώσει (στην 2η περίπτωση θα έπρεπε εντός 20 ημερών να προσκομιστούν εξοφλητικές αποδείξεις), ανάλογα με την πρόοδο των εργασιών, η οποία θα πιστοποιείται κατά τα προβλεπόμενα, έτσι ώστε με την τελευταία χορήγηση να έχει ολοκληρωθεί η επένδυση.

στ) Εάν τα παραστατικά δαπανών ή τα παραστατικά εξόφλησης αυτών δεν είναι σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, δεν θα πρέπει να παραληφθούν και θα πρέπει να ενημερωθούν οι επενδυτές για την άμεση συμμόρφωση τους στο Θεσμικό Πλαίσιο, διαφορετικά οι δαπάνες αυτές δεν θα πιστοποιηθούν στον Τελικό Έλεγχο με συνέπεια την μείωση της επιχορήγησης.

η) Μετά την τελευταία εκταμίευση θα ληφθεί πιστοποίηση για την ολοκλήρωση της επένδυσης, σύμφωνα με τα οριζόμενα στη σχετική Κ.Υ.Α (υποβολή αιτήματος τελικού ελέγχου κλπ.). Σε περίπτωση που, κατά την διάρκεια της υλοποίησης της επένδυσης, υποβληθεί και εγκριθεί αίτημα του επενδυτή για τροποποίηση του Φυσικού και Οικονομικού Αντικειμένου της επένδυσης, με αποτέλεσμα την μείωση του επιχορηγούμενου προϋπολογισμού, θα μειωθεί ανάλογα και το ποσό των εγκεκριμένων δανείων.

O ανακόπτων ενημερώθηκε για τους παραπάνω όρους της απόφασης και συμφώνησε απολύτως. Παρά την παραπάνω έγκριση αναφορικά με την επένδυσή του, η οποία έπρεπε να έχει ολοκληρωθεί, σύμφωνα με τις μέχρι τότε συμβατικές υποχρεώσεις, μέχρι την 20-7-2011, και ενώ ο ανακόπτων δήλωνε ότι προχωράει στην υλοποίηση της επένδυσής του, δεν προσκόμισε στην καθής κανενός είδους παραστατικό δαπανών.

Ο ίδιος δήλωνε εκείνο το διάστημα ότι θα τα προσκομίσει συνολικά και ότι καθυστερεί επειδή είχε πρόβλημα με την έκδοση της οικοδομικής άδειας, που απαιτούνταν νια την επέκταση (προσθήκη) του υφιστάμενου, βιοτεχνικού κτιρίου. Η επόμενη επαφή με τον ανακόπτοντα έγινε την 30-3-2011 όταν προσκόμισε τα απαραίτητα λογιστικά και οικονομικά στοιχεία της επιχείρησης του και υπέβαλε αίτημα για την ανανέωση του υφιστάμενου ορίου υπερανάληψης ποσού € 300.000, η χρήση του οποίου είχε ήδη λήξει από την 31-12-2010, ενώ την 15-4-2011 συναίνεσε ενώπιον του αρμοδίου Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης στην εγγραφή συναινετικής προσημείωσης υποθήκης ποσού € 60.000.

Η καθής λαμβάνοντας υπόψη: α) το γεγονός ότι από τον Σεπτέμβριο 2010 μέχρι και τον Μάρτιο 2011 δεν είχαν προσκομιστεί παραστατικά δαπανών που να αποδεικνύουν τους ισχυρισμούς του ανακόπτοντα περί υλοποίησης της επένδυσης, β) το ύψος των Βραχυπρόθεσμων Υποχρεώσεων της επιχείρησης σε σχέση τον πραγματοποιούμενο κύκλο εργασιών, γ) την αδυναμία μείωσης του ορίου υπερανάληψης στο ποσό των € 200.000 μέσω πώλησης ακινήτου, από την οποία πώληση θα κάλυπτε και τμήμα της απαιτούμενης ίδιας συμμετοχής στην επένδυση, δ) την πώληση του δεύτερου ακινήτου ήτοι ενός οικοπέδου 183 τ.μ.

προκειμένου να εξοφληθεί το δάνειο από την ΑΣΠΙΣ ΒΑΝΚ, ανέστειλε προσωρινά την έγκριση για την χρηματοδότηση της επένδυσης και παράλληλα ανανέωσε το δικαίωμα χρήσης του ορίου υπερανάληψης ποσού € 300.000 για διάστημα 6 μηνών, με λήξη την 30-11-2011. Το Κατάστημα της καθής στην …. ενημέρωσε τον ανακόπτοντα επενδυτή για την ως άνω απόφασή της.

Ο ίδιος από την πλευρά του ζήτησε να χρηματοδοτηθεί άμεσα με ποσό € 48.000 ως λήψη προκαταβολής του 20% τμήματος της επιχορήγησης. Στο παραπάνω αίτημα η καθής απάντησε με την από 27-7-2011, επιστολή της ενημερώνοντάς τον ότι εφόσον προσκόμιζε τα προβλεπόμενα από το Πρόγραμμα εξοφλημένα τοις μετρητοίς παραστατικά δαπανών, από τα οποία θα προέκυπτε η διάθεση της ίδιας συμμετοχής και εφόσον υπέβαλε αίτημα τροποποίησης του οικονομικού αντικειμένου της επένδυσης, η καθής θα προέβαινε στην χρηματοδότηση της επένδυσής του, σύμφωνα με τους όρους και της προϋποθέσεις της αρχικής απόφασης της.

Ωστόσο ο ανακόπτων ουδέποτε προσκόμισε στην Τράπεζα τα απαιτούμενα δικαιολογητικά δαπανών. Την 12-12-2011, λόγω των συνεχιζόμενων προβλημάτων που αντιμετώπιζε επιχείρησή του, αλλά και των γενικότερων πιστοδοτικών αντενδείξεων o ανακόπτων υπέβαλε αίτημα ρύθμισης της οφειλής του της προερχόμενης από την μια και μοναδική, δηλαδή την ένδικη υπ' αριθ.

…./17-10-2008 σύμβαση ανοιχτού (αλληλόχρεου) λογαριασμού. Συγκεκριμένα αιτήθηκε την κεφαλαιοποίηση του συνόλου των ληξιπροθέσμων τόκων και την μετατροπή του συνόλου της οφειλής του σε εφάπαξ κεφάλαιο κίνησης, διάρκειας 10 ετών, συμπεριλαμβανομένης διετούς περιόδου χάριτος, κατά την οποία η μόνη του υποχρέωση θα [ήταν] η καταβολή τόκων με την υφιστάμενη επιτοκιακή επιβάρυνση (ενήμερου επιτοκίου), ενώ η αποπληρωμή του κεφαλαίου θα γινόταν με ισόποσες μηνιαίες χρεολυτικές δόσεις, η πρώτη καταβλητέα δύο έτη μετά την ημερομηνία υλοποίησης της ρύθμισης.

Ενώ το σχετικό αίτημα του για ρύθμιση έγινε αποδεκτό από την καθής, την 15-12-2011, ουδέποτε αυτός προσήλθε για την υλοποίησή του. Η καθής με την 3-4-2012 επιστολή της, του επεσήμανε την σοβαρότητα της κατάστασης και τον κάλεσε και εγγράφως να προχωρήσει στην υλοποίηση της εγκεκριμένης ρύθμισης της οφειλής του, χωρίς όμως καμία θετική ανταπόκριση από μέρους του.

Λόγω καμίας ανταπόκρισης του ανακόπτοντα στην από 3-4-2012 επιστολή η καθής απέστειλε την 30-4-2012 επιστολή της η οποία και επιδόθηκε με δικαστικό επιμελητή, με την οποία καλούσε για τελευταία φορά τον ανακόπτοντα να προχωρήσει στην τακτοποίηση της ληξιπρόθεσμης οφειλής του. Την 10-5-2012 παρέλαβε επιστολή του ανακόπτοντα την οποία και προώθησε στο αρμόδιο Κέντρο Πιστοδοτήσεων της καθής, το οποίο τελικώς έδωσε εντολή για μεταφορά της οφειλής σε οριστική καθυστέρηση με παράλληλη καταγγελία της ένδικης σύμβασης αλληλόχρεου λογαριασμού.

Όσον αφορά την επενδυτική πρόταση του ανακόπτοντα, η καθής ως "διάμεσος φορέας διαχείρισης" (Ε.Φ.Δ.) απέστειλε την 8-8-2012 επιστολή προς τον "ανακόπτοντα", επισημαίνοντας ότι η ημερομηνία λήξης (μετά από παρατάσεις) ολοκλήρωσης της επένδυσης ήταν η 20-9-2012 και ότι σε περίπτωση μη ολοκλήρωσης θα έπρεπε να υποβάλει ανάλογα με την περίπτωση αίτημα παράτασης.

Ο ανακόπτων κατάθεσε μέσω της καθής ως Ε.Φ.Δ. την 12-9-2012 αίτημα τροποποίησης με το οποίο ζητούσε την παράταση του χρόνου ολοκλήρωσης της επένδυσής του μέχρι την 20-3-2013, επικαλούμενος λόγους ανωτέρας βίας / λόγους υγείας. Την 14-9-2012 ενημερώθηκε τηλεφωνικά για την από 14-9-2012 απόφαση του αρμόδιου αξιολογικού οργάνου ΚΕΠΑ, σύμφωνα με το οποίο προκειμένου να εγκριθεί το αίτημα παράτασης του χρόνου ολοκλήρωσης της επένδυσης θα έπρεπε να προσκομίσει επιπλέον δικαιολογητικά, όπως παραστατικά δαπανών που να αποδεικνύουν την πορεία υλοποίησης της επένδυσης.

O ίδιος παρέλαβε την συγκεκριμένη επιστολή από το Κατάστημα …. την 17-9-2012. Λόγω μη προσκόμισης κανενός είδους δικαιολογητικού, το ΚΕΠΑ απέστειλε την 24-9-2012 νέα επιστολή επισημαίνοντας ότι σε περίπτωση μη προσκόμισης των απαραίτητων δικαιολογητικών μέχρι την 26-9-2012 το αίτημα θα απορριπτόταν. Λόγω μη προσκόμισης τους, την 3-10-2012 το εν λόγω αίτημα παράτασης απορρίφθηκε από το αρμόδιο Κέντρο Αξιολόγησης (ΚΕΠΑ-Κέντρο Επιχειρηματικό Πολιτιστικής Ανάπτυξης).

Την 24-10-2012 ο ανακόπτων επανήλθε στο αίτημά του για παράταση με επιστολή του την οποία και κοινοποίησε προς τον Τομέα Μεταποίησης (ΠΕΠ 2009) της Γενικής Γραμματείας Βιομηχανίας του Υπουργείου Ανάπτυξης και η οποία απαντήθηκε αρμοδίως από την καθής με μην από …../8-11-2012 επιστολή η οποία παρελήφθη από τον ανακόπτοντα την 15-11-2012.

Λόγω μη ανταπόκρισης του επενδυτή στις συμβατικές του υποχρεώσεις στα πλαίσια της σύμβασης για την επένδυση του, η καθής ως ενδιάμεσος φορέας διαχείρισης (Ε.Φ.Δ) απέστειλε τις από 15-2-2013 και 20-5-2013 επιστολές, με τις οποίες άρχισε την διαδικασία του αυτεπάγγελτου ελέγχου της επένδυσης. Από τα παραπάνω, επομένως, αποδεικνύεται πλήρως ότι η καθής σε καμία περίπτωση δεν άσκησε αυθαίρετα και κατά το δοκούν το δικαίωμά της να "κλείσει" τον ένδικο λογαριασμό της πίστωσης που είχε με τον ανακόπτοντα.

Υπήρχε λόγος και μάλιστα σπουδαίος και κατεπείγων για το κλείσιμο του λογαριασμού της πίστωσης σύμφωνα με τα ακριβώς παραπάνω προεκτεθέντα. Η καθής, θα μπορούσε μάλιστα να κλείσει τον λογαριασμό της πίστωσης ακόμα και χωρίς κανένα λόγο, αφού είχε προς τούτο τόσο το συμβατικό δικαίωμα που συμφωνήθηκε στον υπ' αριθμ. 6.1 όρο της ένδικης σύμβασης, τον οποίο όρο ουδέποτε ο ανακόπτων αμφισβήτησε επί σειρά ετών με καμία από την πληθώρα των επιστολών του που απέστειλε στην καθής ή με καμία πρόσθετη πράξη από τις τόσες που αυτός υπέγραψε με την καθής ...

όσο και από το νόμιμο δικαίωμα που της χορηγεί, όπως προεκτέθηκε, η διάταξη του άρθρου 112 παρ. 2 του Εισ.Ν.Α. Κ. καθώς και η διάταξη του άρθρου 47 παρ. 2 του Ν.Δ. 17.7/ 13.8.1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών", που εφαρμόζεται, επί, δανείου (πιστώσεως) επί ανοικτού λογαριασμού, σύμφωνα με το άρθρο 65 παρ. 2 του ιδίου Ν.Δ.

Η καθής άσκησε το δικαίωμά της να καταγγείλει τη σύμβαση και να "κλείσει" τον λογαριασμό της πίστωσης που είχε με τον ανακόπτοντα, επειδή αυτό επέτασσε η διαφύλαξη των συμφερόντων της, αλλά και το συμφέρον του ανακόπτοντα, μόνο, δε, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες αιτιολογίες, ότι η άσκηση του δικαιώματός της στη συγκεκριμένη περίπτωση επέφερε βλάβη ανακόπτοντα οφειλέτη, δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει κατάχρηση δικαιώματος, αφού δεν συνδυάζεται και με άλλες περιστάσεις, όπως λ.χ.

ότι η Τράπεζα δεν είχε κανένα συμφέρον στην άσκηση του δικαιώματος να εισπράξει την απαίτηση της, διότι αυτό αποτελεί δικαίωμα συνυφασμένο με διαχείριση της περιουσίας της, τον τρόπο της οποίας (διαχείρισης) μόνον αυτή μπορεί να αποφασίζει..... Επομένως ο ισχυρισμός του ανακόπτοντα ότι ήταν καταναλωτής κατά την έννοια του ν. 2251/94 καθώς και ότι η καταγγελία της ένδικης σύμβασης ήταν καταχρηστική είναι αβάσιμος και επομένως είναι αβάσιμος και ο πρώτος λόγος της ανακοπής".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, δέχθηκε την έφεση της καθ' ης η ανακοπή και ήδη αναιρεσίβλητης τράπεζας κατά της υπ' αριθ. 40/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και δίκασε την υπόθεση, απέρριψε την ανακοπή και τους πρόσθετους λόγους αυτής κατά της υπ' αριθ. 171/2012 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, την οποία ορθά δεν εφάρμοσε, καθόσον δεν συνέτρεχαν εν προκειμένω οι όροι και οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της, δεδομένου ότι, με βάση τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, η αναιρεσίβλητη δεν άσκησε αυθαίρετα και κατά το δοκούν το δικαίωμά της να καταγγείλει την ένδικη σύμβαση πίστωσης και να κλείσει τον τηρούμενο γι' αυτή ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, αλλά για σπουδαίο και κατεπείγοντα λόγο, συνιστάμενο στη διασφάλισή των απαιτήσεών της που βρίσκονταν σε κίνδυνο από την κακή οικονομική πορεία της επιχείρησης του αναιρεσείοντος και την έλλειψη επαρκών εμπράγματων και προσωπικών ασφαλειών, χωρίς να παραβιάσει τη σχέση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης με τον αναιρεσείοντα οφειλέτη της, που επιβάλλει την υποχρέωση πίστης και προστασίας των συμφερόντων του, ώστε να αποφεύγονται υπέρμετρα επαχθείς γι' αυτόν συνέπειες, ενόψει του ότι, παρά τα δυσμενή οικονομικά δεδομένα του αναιρεσείοντος, η αναιρεσίβλητη προέβη σε διαδοχικές ανανεώσεις του δικαιώματος χρήσης του ορίου υπερανάληψης ποσού 300.000 ευρώ και, επί πλέον, έκανε δεκτό και το αίτημά του για ρύθμιση της οφειλής του από τη συγκεκριμένη σύμβαση, αλλά αυτός ουδέποτε προσήλθε για την υλοποίησή του, και έτσι δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι η καλόπιστη συμπεριφορά επέβαλε στην αναιρεσίβλητη τράπεζα την υποχρέωση να ανεχθεί και περαιτέρω καθυστέρηση στην εκπλήρωση της οφειλής εκ μέρους του αναιρεσείοντος, περαιτέρω δε, η αναιρεσίβλητη άσκησε όχι μόνον συμβατικά προβλεπόμενο αλλά και νόμιμο δικαίωμα προς είσπραξη της απαίτησής της, το οποίο είναι συνυφασμένο με τη διαχείριση της περιουσίας της, τον τρόπο της οποίας μόνο αυτή αποφασίζει, ενώ μόνη η αύξηση των επιτοκίων, συνδυαζόμενη με την πορεία του λογαριασμού και τον αυξανόμενο κίνδυνο της απαίτησης, χωρίς την ύπαρξη και άλλων στοιχείων, δεν μπορεί να καταστήσει την εν λόγω καταγγελία, έστω και αν αυτή επέφερε βλάβη στον αναιρεσείοντα, καταχρηστική, αφού η όλη περιγραφόμενη συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης δεν κρίνεται ικανή να δημιουργήσει ευλόγως στον αναιρεσείοντα την πεποίθηση ότι δεν επρόκειτο να ασκήσει το δικαίωμά της, με συνέπεια, ενόψει όλων αυτών, να μην πληρούται το πραγματικό της νομικής έννοιας της καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος και, συνακόλουθα, να δικαιολογείται η απόρριψη του σχετικού λόγου ανακοπής του αναιρεσείοντος, αφού η συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης, δεν υπερβαίνει προφανώς τα διαγραφόμενα από την διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ όρια της καλής πίστης, των χρηστών ηθών, καθώς και του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού του δικαιώματός της.

Εξάλλου, το Εφετείο, με τις προαναφερόμενες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία που καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο σχετικά με την μη εφαρμογή της προαναφερθείσας διάταξης ουσιαστικού δικαίου, την οποία έτσι δεν παραβίασε εκ πλαγίου, αφού αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπωμένο αρνητικό της πόρισμα περί μη καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης να κλείσει τον ένδικο αλληλόχρεο λογαριασμό των διαδίκων, με τις υποστηρίζουσες αυτό παρακάτως ειδικότερες παραδοχές:

α] με την υπ' αριθ. …./17-10-2008 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό η αναιρεσίβλητη χορήγησε στον αναιρεσείοντα πίστωση μέχρι του ποσού των 300.000 ευρώ, β] την 16-12-2008 ο αναιρεσείων υπέβαλε νέο αίτημα χρηματοδότησης για χορήγηση κεφαλαίου κίνησης, το οποίο απέρριψε η αναιρεσίβλητη, λόγω πτώσης του τζίρου της επιχείρησής του, με επιφύλαξη να επανεξετάσει το αίτημά του, ενώ παράλληλα ενέκρινε τη διατήρηση της χρήσης του ορίου υπερανάληψης μέχρι την 30-9-2009, με αύξηση του περιθωρίου επιτοκίου κατά 0,75ο/ο, γ] ο αναιρεσείων δεν συμφώνησε στην αύξηση του επιτοκίου, κάνοντας λόγο για εκβιαστικές αυξήσεις και δήλωσε ότι μέχρι την 30-9-2009 θα εξοφλούσε την οφειλή του, δ] όμως δεν προέβη σε εξόφληση της οφειλής του αλλά την 17-12-2009 κατέθεσε επενδυτική πρόταση ύψους 306.600 ευρώ για επέκταση και εκσυγχρονισμό της επιχείρησής του στα πλαίσια Περιφερειακού Επιχειρησιακού Προγράμματος, επιλέγοντας την αναιρεσίβλητη ως ενδιάμεσο Φορέα Διαχείρισης, ε] η αναιρεσίβλητη, προκειμένου να εξεταστεί το αίτημα, χορήγησε στον αναιρεσείοντα επιστολή κατ' αρχήν ενδιαφέροντος για τη χρηματοδότηση του αιτούμενου δανείου και παγίων, για το ποσό των 45000 ευρώ, με δικαίωμα επανεξέτασης της αίτησης χρηματοδότησης στις αναφερόμενες περιπτώσεις, στ] παράλληλα, αφού έλαβε υπόψη τα στοιχεία που προσκόμισε ο αναιρεσείων και την υπόσχεσή του ότι θα μειώσει το χρέος του με την άμεση πώληση ακινήτου του, ενέκρινε την ανανέωση του πιστωτικού ορίου των 300.000 ευρώ μέχρι την 31-5-2010, με περιθώριο επιτοκίου 2,95 ο/ο, προκειμένου να μη δημιουργήσει άμεσα προβλήματα ρευστότητας στην επιχείρηση του αναιρεσείοντος, ζ] την 4-1-2010 ο αναιρεσείων συμφώνησε νέα επιτοκιακή επιβάρυνση του λογαριασμού που ανερχόταν σε 4,65 ο/ο, ενώ την 17-6-2010 η αναιρεσίβλητη ενέκρινε την ανανέωση της πιστοδότησης, παρά το γεγονός ότι ο αναιρεσείων δεν μείωσε το χρέος του, με την επίκληση αδυναμίας πώλησης του ακινήτου, με αύξηση του περιθωρίου επιτοκίου κατά 0,30 ο/ο, η] την 23-6-2010, ενόψει της πτώσης του τζίρου της επιχείρησης του αναιρεσείοντος, συμφωνήθηκε νέα πρόσθετη πράξη συνομολόγησης επιτοκίου, η συνολική επιβάρυνση του οποίου ήταν κατά την ημερομηνία υπογραφής 5,10 ο/ο.

θ] την 5-11-2010, παρά τις μέχρι τότε πιστοδοτικές αντενδείξεις και προκειμένου να βοηθήσει την υλοποίηση της επένδυσης, η αναιρεσίβλητη ενέκρινε το αίτημα του αναιρεσείοντος, με τις αναφερόμενες προϋποθέσεις, για τις οποίες ενημερώθηκε ο αναιρεσείων και συμφώνησε απολύτως, ι] μέχρι την 20-7-2011 και ενώ ο αναιρεσείων δήλωνε ότι προχωρά την υλοποίηση της επένδυσής του, δεν προσκόμισε στην αναιρεσίβλητη κανένα παραστατικό δαπανών, δηλώνοντας ότι θα τα προσκομίσει συνολικά, ια] την 30-302011 προσκόμισε τα απαραίτητα λογιστικά και οικονομικά στοιχεία της επιχείρησής του και υπέβαλε αίτημα για ανανέωση του πιστωτικού ορίου υπερανάληψης των 300.000 ευρώ και η αναιρεσίβλητη αφού έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα στοιχεία, ανέστειλε προσωρινά την έγκριση για τη χρηματοδότηση της επένδυσης και ανανέωσε μέχρι την 30-11-2011 το όριο υπερανάληψης, ιβ] την 27-7-2011 η αναιρεσίβλητη ενημέρωσε τον αναιρεσείοντα ότι θα προέβαινε στη χρηματοδότηση της επένδυσής του, εφόσον προσκόμιζε τα προβλεπόμενα παραστατικά εξοφλημένα, από τα οποία θα προέκυπτε η διάθεση της ιδίας συμμετοχής, ωστόσο ο αναιρεσείων δεν προσκόμισε τα απαιτούμενα δικαιολογητικά δαπανών, ιγ] την 12-12-2011 ο αναιρεσείων υπέβαλε αίτημα ρύθμισης της ένδικης οφειλής του, πλην όμως, αν και το αίτημα αυτό έγινε αποδεκτό από την αναιρεσίβλητη, δεν προσήλθε για την υλοποίησή του, παρότι στις 3-4-2012 η αναιρεσίβλητη του επεσήμανε τη σοβαρότητα της κατάστασης και τον κάλεσε εγγράφως να προχωρήσει στην υλοποίηση της ρύθμισης της οφειλής του, ιδ] την 30-4-2012 η αναιρεσίβλητη κάλεσε τον αναιρεσείοντα για τελευταία φορά να προχωρήσει στην τακτοποίηση της ληξιπρόθεσμης οφειλής του και την 10-5-2012 παρέλαβε επιστολή του αναιρεσείοντα, την οποία προώθησε στο αρμόδιο Κέντρο Πιστοδοτήσεων, το οποίο έδωσε εντολή για μεταφορά της οφειλής σε οριστική καθυστέρηση με παράλληλη καταγγελία της σύμβασης των διαδίκων, ιε] με την 8-8-2012 επιστολή η αναιρεσίβλητη ζήτησε από τον αναιρεσείοντα να υποβάλει αίτημα παράτασης της ολοκλήρωσης της επένδυσης που έληγε στις 20-9-2012, το οποίο και πράγματι υπέβαλε ο αναιρεσείων στο αρμόδιο αξιολογικό όργανο ΚΕΠΑ, πλην όμως το αίτημα αυτό δεν εγκρίθηκε διότι ο αναιρεσείων δεν προσκόμισε τα αιτηθέντα δικαιολογητικά, ιστ] ακολούθως, αφού απορρίφθηκε και νέο αίτημα του αναιρεσείοντος στο ΚΕΠΑ, η αναιρεσίβλητη, ως ενδιάμεσος φορέας διαχείρισης απέστειλε τις από 15-2-2013 και 20-5-2013 επιστολές, με τις οποίες άρχισε η διαδικασία αυτεπάγγελτου ελέγχου της επένδυσης, ιζ] εν τέλει, ο αναιρεσείων με τις από 9-3-2009, 3-1-2010, 16-2-2010, 17-2-2011 επιστολές και τελικά με την από 7-3-2012 επιστολή αναγνώρισε ανεπιφύλακτα ότι ο λογαριασμός της σύμβασης στις 31-12-2011 παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο 315.416,88 ευρώ, το οποίο μετά από χρεοπιστώσεις ανήλθε στις 29-6-2012 στο ποσό των 328.820,56 ευρώ, για το οποίο εκδόθηκε η ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής.

Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος του[ αριθ. 1, 2 και 3 αιτιάσεις], από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

Από τις διατάξεις των άρθρων 361 και 874 ΑΚ, 112 ΕισΝΑΚ και 47 του Ν.Δ. 17-7/13-8-1923 ''περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών'', προκύπτει ότι προκύπτει ότι η σύμβαση πίστωσης με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό, παρέχει εκ του νόμου τη δυνατότητα στην πιστώτρια να κλείνει οριστικά το λογαριασμό, αν και όποτε το θελήσει, κοινοποιώντας ακολούθως στον πιστούχο επιταγή για την πληρωμή του τυχόν υπέρ εκείνης καταλοίπου του λογαριασμού [ΑΠ 2067/2022, ΑΠ 1437/2014].

Συνεπώς, εφόσον ο ίδιος ο νόμος επιτρέπει στα μέρη του αλληλόχρεου λογαριασμού να τον καταγγείλουν μονομερώς και να τον κλείσουν οριστικά οποτεδήποτε, χωρίς οποιαδήποτε άλλη προϋπόθεση, δεν είναι άκυρη και η τυχόν όμοια συμφωνία των μερών, η οποία δεν εμπίπτει έτσι στην ακυρότητα του άρθρου 2 παρ. 6, 7 του ν. 2251/1994, ακόμη και αν έχει διατυπωθεί με Γενικό Όρο Συναλλαγών [ΓΟΣ], καθόσον δεν μπορεί να είναι άκυρη συμφωνία που επαναλαμβάνει διάταξη νόμου [ΑΠ 2067/2022, ΑΠ 99/2020, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1886/2014].

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον μοναδικό λόγο αναίρεσης, κατά τα υπ' αριθ. 2, 5, 6 και 7 μέρη του, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι απέρριψε ως μη νόμιμο τον πρώτο λόγο της ανακοπής του, με τον οποίο ισχυριζόταν ότι είναι άκυρος και καταχρηστικός ο όρος 10.1 της ένδικης σύμβασης, με τον οποίο η τράπεζα επιφύλασσε στον εαυτό της το δικαίωμα να κλείνει τον αλληλόχρεο λογαριασμό οποτεδήποτε.

Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε το λόγο αυτό με τη αιτιολογία ότι ''οι διατάξεις του Ν. 2251/1994 δεν τυγχάνουν εφαρμογής επί αλληλόχρεου λογαριασμού καθόσον υπερισχύουν αυτών οι διατάξεις των άρθρων 112 ΕισΝΑΚ και 47 του Ν.Δ. 17-7/13-8-1923 που επιτρέπουν στην πιστώτρια να κλείνει οποτεδήποτε και χωρίς άλλη προϋπόθεση τον αλληλόχρεο λογαριασμό''.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 6, 7 του Ν. 2251/1994, τις οποίες ορθά δεν εφάρμοσε, διότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους. Ειδικότερα, σύμφωνα και με όσα προαναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη, εφόσον ο ίδιος ο νόμος επιτρέπει στα μέρη του αλληλόχρεου λογαριασμού να τον καταγγείλουν μονομερώς και να τον κλείσουν οριστικά οποτεδήποτε, χωρίς οποιαδήποτε άλλη προϋπόθεση, και η τυχόν όμοια συμφωνία των μερών δεν εμπίπτει στην ακυρότητα των παραπάνω διατάξεων, ακόμη και αν η συμφωνία έχει διατυπωθεί με Γενικό Όρο Συναλλαγών [ΓΟΣ], αφού δεν μπορεί να είναι άκυρη συμφωνία που επαναλαμβάνει διάταξη νόμου.

Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο τέταρτο, έκτο και έβδομο μέρος του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 873 ΑΚ, η σύμβαση με την οποία γίνεται υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους, έτσι ώστε να γεννιέται ενοχή ανεξάρτητα από την αιτία του χρέους, είναι έγκυρη, αν η υπόσχεση ή η δήλωση γίνει εγγράφως. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι με τη σύμβαση αυτή γεννιέται αυτοτελής ενοχή από αναγνώριση χρέους, που δημιουργεί νέα βάση αγωγής για τον πιστωτή, ανεξάρτητη από τη βασική σχέση και ότι ο αναγνωρίσας οφειλέτης δεν δύναται, ακριβώς λόγω του αφηρημένου χαρακτήρα της, να προτείνει τις ενστάσεις που είχε από την κύρια [βασική] σχέση.

Όμως, η αφηρημένη υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους αποτελεί παροχή κατά την έννου του άρθρου 904 εδ. β' ΑΚ. Επομένως, θεμελιώνεται αξίωση ή ένσταση, ανάλογα με τις περιστάσεις, αν το δια της υπόσχεσης ή αναγνώρισης ασφαλιζόμενο χρέος στην πραγματικότητα δεν υφίσταται ή είχε αποσβεστεί, το δε σχετικό βάρος απόδειξης ανήκει τότε στον οφειλέτη.

Έτσι, επί συμβάσεως αφηρημένης υπόσχεσης ή αναγνώρισης χρέους, όπως στην περίπτωση αναγνώρισης του χρεωστικού καταλοίπου κλεισθέντος ανοικτού λογαριασμού [άρθρα 873, 874 ΑΚ], δεν μπορούν να προταθούν κατά του κύρους της ενστάσεις που στηρίζονται στη βασική σχέση, δηλαδή σε συμφωνημένους όρους της σύμβασης.

Η αυτή άλλωστε συνέπεια του αποκλεισμού των ενστάσεων από την κύρια αιτία, επέρχεται και όταν τα μέρη, στο πλαίσιο της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων [άρθρο 361 ΑΚ], καταρτίζουν σύμβαση αιτιώδους αναγνώρισης χρέους και συμφωνούν στην ίδρυση νέας ενοχικής σχέσης, που αποτελεί νέα αυτοτελή βάση υποχρέωσης προς εκπλήρωση παροχής, δηλαδή ενοχή αυτοτελή και ανεξάρτητη από την υποκείμενη αιτία, απαλλαγμένη από τα ενδεχόμενα ελαττώματά της [ΑΠ 88/2021, ΑΠ 1138/2020, ΑΠ 51/2020, ΑΠ 1086/2017, ΑΠ 1424/2017].

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 623 και 624 ΚΠολΔ προκύπτει ότι μεταξύ των ουσιαστικών και διαδικαστικών προϋποθέσεων, με τη συνδρομή των οποίων μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής, είναι αφενός η ύπαρξη χρηματικής απαίτησης του αιτούντος από ορισμένη έννομη σχέση και αφετέρου η απαίτηση αυτή και το ποσό της να αποδεικνύονται άμεσα από δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο.

Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 624 παρ. 1 ΚΠολΔ, η απαίτηση πρέπει να μην εξαρτάται από αίρεση, προθεσμία, όριο ή αντιπαροχή και να είναι ορισμένο το οφειλόμενο ποσό χρημάτων ή χρεογράφων, δηλαδή να είναι βέβαιη και εκκαθαρισμένη [ΑΠ123/2023]. Σε περίπτωση έκδοσης διαταγής πληρωμής, παρά την έλλειψη της πιο πάνω προϋπόθεσης, αυτή ακυρώνεται ύστερα από ανακοπή του οφειλέτη κατά τα άρθρα 632 και 633 ΚΠολΔ, καθόσον λόγους ανακοπής μπορούν να αποτελέσουν όλες οι ενστάσεις που αναφέρονται στην έλλειψη προϋποθέσεων, που τίθενται από τα άρθρα 623 και 624 ΚΠολΔ για την έκδοση της διαταγής πληρωμής και όσες αναφέρονται στη μη ισχύ του δικαιώματος που επικαλείται ο δανειστής και επιβεβαιώνεται με τη διαταγή πληρωμής.

Ωστόσο, σε περίπτωση ενσωμάτωσης στο κεφάλαιο της απαίτησης παράνομων χρεώσεων δεν θίγεται η απόδειξη της απαίτησης με έγγραφα αλλά ούτε και καθίσταται αυτή ανεκκαθάριστη, αλλά συνεπάγεται, απλώς, την ακυρότητα του αντίστοιχου κονδυλίου της διαταγής πληρωμής. Οι εν λόγω χρεώσεις, δηλαδή, δεν οδηγούν στην απαλλαγή των πιστούχων, αλλά παρέχουν σ' αυτούς τη δυνατότητα να προσβάλλουν με λόγο ανακοπής κατά της εκδοθείσας διαταγής πληρωμής τις παράνομες επιβαρύνσεις και να επιτύχουν, έτσι, τη μερική ακύρωση της διαταγής πληρωμής κατά το αντίστοιχο ποσό.

Μόνη δε η γενική αμφισβήτηση, με τους λόγους της ανακοπής, της ορθότητας του λογαριασμού και του ύψους της απαίτησης δεν καθιστά την απαίτηση ανεκκαθάριστη. Οι πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 623 και 624 ΚΠολΔ, έχουν δικονομικό χαρακτήρα και ιδρύουν πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το δικαστήριο δεν κήρυξε παρά το νόμο ακυρότητα [ΑΠ 123/2023, ΑΠ 196/2020].

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με το τέταρτο και πέμπτο μέρος του μοναδικού λόγου αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 14, κατ' εκτίμηση [και όχι από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου, όπως ο ίδιος υποστηρίζει], με την αιτίαση ότι η ως άνω διαταγή πληρωμής εκδόθηκε μη νομίμως, αφού η απαίτηση της αναιρεσίβλητης με βάση την οποία εκδόθηκε δεν ήταν βεβαία και εκκαθαρισμένη, λόγω των εκτιθέμενων στους λόγους της ανακοπής παράνομων επιβαρύνσεων.

Όμως, μόνο το γεγονός της ενσωμάτωσης στο κεφάλαιο της απαίτησης παράνομων χρεώσεων, δεν καθιστά ανεκκαθάριστη την απαίτηση, αλλά συνεπάγεται, απλώς, την ακυρότητα αντίστοιχου ποσού της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, ενώ δεν αρκεί και η γενική αμφισβήτηση με τους λόγους της ανακοπής της ορθότητας του λογαριασμού και του ύψους της απαίτησης, Ειδικότερα, στην ένδικη περίπτωση ο αναιρεσείων αναγνώρισε την οφειλή του από τον επίδικο αλληλόχρεο λογαριασμό και το ύψος της μέχρι το ποσό των 315.416,88 ευρώ και συνεπώς, αφού δεν προβλήθηκε η ακυρότητα αυτής της αναγνώρισης δεν μπορεί να ελεγχθεί η βασιμότητα των επί μέρους κονδυλίων του αλληλόχρεου λογαριασμού για το ποσό αυτό.

Κατά το υπόλοιπο ποσό των 13.403,70 ευρώ, που αφορά τόκους και χρεώσεις μετά την ως άνω αναγνώριση και μέχρι την 29-6-2012, ο αναιρεσείων αμφισβήτησε αορίστως το ύψος της απαίτησης, χωρίς να προσβάλει συγκεκριμένο κονδύλιο ή κονδύλια του λογαριασμού, που περιέχονταν στην απαίτηση, ήτοι δεν προσδιορίζει τα συγκεκριμένα ποσά της εισφοράς του ν. 128/1975, που κατά την άποψή του ανατοκίστηκαν παράνομα, ούτε τη συνολική επιβάρυνσή τους από των ανατοκισμό αυτών και των εξόδων ή τον υπολογισμό των τόκων με έτος 360 ημερών.

Επομένως, το Εφετείο, το οποίο έκρινε εκκαθαρισμένη την απαίτηση και δεν ακύρωσε την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, δεν παρέλειψε, παρά το νόμο, να κηρύξει ακυρότητα και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με συνέπεια ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης να είναι αβάσιμος.

Κατά την παρ. 2 του άρθρου 626 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το Ν. 4335/2015, το δικόγραφο της αίτησης για έκδοση διαταγής πληρωμής, πρέπει να περιέχει: α] όσα ορίζουν τα άρθρα 117, 118 και 119 παρ. 1 του κώδικα αυτού, β] την απαίτηση και το ακριβές ποσό των χρημάτων ή χρεογράφων, με τους τυχόν οφειλόμενους τόκους των οποίων ζητείται η καταβολή, κατά δε την παρ. 3 του ίδιου άρθρου στην αίτηση του δικαιούχου για την έκδοση της διαταγής πληρωμής πρέπει να επισυνάπτονται και όλα τα έγγραφα από τα οποία προκύπτει η απαίτηση και το ποσό της.

Από τις διατάξεις αυτές που δεν περιλαμβάνουν παραπομπή στο άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 623 του ίδιου κώδικα, σύμφωνα με την οποία μπορεί κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 624 έως 634 ΚΠολΔ να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής για χρηματικές απαιτήσεις ή απαιτήσεις παροχής χρεογράφων, εφόσον η απαίτηση και το οφειλόμενο ποσό αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, προκύπτει ότι στο δικόγραφο της αίτησης για την έκδοση διαταγής πληρωμής, δεν απαιτείται να παρατίθεται για τον προσδιορισμό της χρηματικής απαίτησης για την οποία ζητείται η έκδοσή της, ούτως ώστε να πληρούται ο αντίστοιχος νόμιμος όρος, το σύνολο των γενεσιουργών της απαίτησης περιστατικών, αλλά αρκεί η παράθεση πραγματικών περιστατικών που εξατομικεύουν την απαίτηση υπό την άποψη αντικειμένου, είδους και τρόπου γένεσης και που δικαιολογούν συμπέρασμα αντίστοιχης συγκεκριμένης οφειλής εκείνου κατά του οποίου απευθύνεται η αίτηση έναντι του αιτούντος [ΑΠ 1346/2022, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 330/2012], ενώ, περαιτέρω, απαιτείται να επισυνάπτονται στην αίτηση τα έγγραφα από τα οποία προκύπτει η απαίτηση και το ποσό της.

Ειδικότερα, ως προς την αναφορά της αιτίας της πληρωμής στη διαταγή πληρωμής αρκεί ο προσδιορισμός του είδους της δικαιοπραξίας από την οποία γεννήθηκε η απαίτηση, έστω και συνοπτικά, αρκεί να μη δημιουργείται καμιά αμφιβολία από το όλο περιεχόμενό της για την αιτία της πληρωμής, χωρίς να είναι αναγκαίο να περιγράφονται τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αιτία αυτή [ΑΠ 1346/2022, ΑΠ 1825/2012, ΑΠ 15/2007].

Εξάλλου, διαταγή πληρωμής μπορεί να εκδοθεί και για το κατάλοιπο κλεισθέντος αλληλόχρεου λογαριασμού, εφόσον αποδεικνύονται εγγράφως η σύμβαση ανοίγματος του αλληλόχρεου λογαριασμού, η κίνηση, το κλείσιμο και το κατάλοιπο αυτού [ΑΠ 368/2019]. Στην περίπτωση αυτή, αρκεί για την πληρότητα, ως προς την αιτία της πληρωμής, να αναφέρεται, έστω και συνοπτικά, ότι το ποσό του οποίου διατάσσεται η πληρωμή, αποτελεί ισόποσο χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος του καθ' ου αυτή εκδίδεται οφειλέτη, που προέκυψε από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού.

Τέλος στο άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο, ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται μέσω του λόγου του αριθμού 1 [ολΑΠ 2/2001, ΑΠ 1406/2022].

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με το όγδοο μέρος του μοναδικό λόγου αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ κατ' εκτίμηση [και όχι αυτή του αριθμού 1 του ίδιου άρθρου, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων], με την αιτίαση ότι η αίτηση με την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής ήταν αόριστη ως προς την αιτία και το ποσό της απαίτησης αφού τόσο στην αίτηση όσο και στη διαταγή πληρωμής φέρεται ότι ο αναιρεσείων αναγνώρισε το κατάλοιπο του υπ' αριθ.

…. λογαριασμού, ο οποίος ήταν ανύπαρκτος και σε κάθε περίπτωση εντελώς διάφορος από τον υπ' αριθ. 378/402509-16…. λογαριασμό που τηρήθηκε κατά τη σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού μεταξύ των διαδίκων και συνεπώς οι υποτιθέμενες αναγνωρίσεις αφορούσαν ανύπαρκτο λογαριασμό ή εντελώς διάφορο του πραγματικού λογαριασμού, δημιουργώντας αοριστία ως προς την αιτία της έκδοσης τη ένδικης διαταγής πληρωμής.

Το Εφετείο απέρριψε τον ανωτέρω σχετικό πρόσθετο λόγο της ανακοπής με την ακόλουθη αιτιολογία, κατά το ενδιαφέρον την αναίρεση μέρος της: ''... αποδείχθηκε ότι ο λογαριασμός κίνησης της ένδικης πίστωσης είναι ένας και ο αυτός και έχει αρίθμηση …., ασχέτως αν στις επιστολές αναγνώρισης της οφειλής ο ανακόπτων αναγράφει μεν τον αριθμό της σύμβασης, δηλαδή την αιτία του χρέους, αλλά εμφανίζει περικεκομμένο κατά ένα ψηφίο τον αριθμό της κίνησης, ο οποίος θα μπορούσε να παραληφθεί και να μην αναφερθεί καθόλου.

Ο λογαριασμός κίνησης είναι ένας και ο αυτός και αφορά την μία και μόνο σύμβαση που ο ανακόπτων τηρεί στην Τράπεζα. Ο λογαριασμός κίνησης της ένδικης πίστωσης είναι ένας και μοναδικός και έχει αρίθμηση ….., ασχέτως αν στις επιστολές αναγνώρισης εμφανίζεται περικεκομμένος κατά ένα ψηφίο για λόγους ασφαλείας.

Πιο συγκεκριμένα: 1] ο κωδικός … είναι ο κωδικός του Καταστήματος …., στο οποίο τηρείται η χρηματοδότηση, 2] το τελευταίο αριθμητικό στοιχείο … είναι το ψηφίο ελέγχου του λογαριασμού. Πρόκειται για ένα μοναδικό αριθμητικό στοιχείο που προστίθεται στο τέλος μίας συμβολοσειράς από αριθμούς, με σκοπό α] να εντοπίζονται σφάλματα που προκαλούνται κατά τη μεταφορά ή την πληκτρολόγησή της, β] να μην υπάρξει διαρροή των στοιχείων του λογαριασμού σε περίπτωση που το εν λόγω έγγραφο περιέλθει σε χέρια τρίτων και γ] να επιβεβαιώνεται το έγκυρο του λογαριασμού στα μηχανογραφικά συστήματα της Τράπεζας και να γίνεται επαλήθευσή του.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο κατέληξε στο πόρισμα ότι ο αριθμός κίνησης του λογαριασμού της πίστωσης με αριθμό …. δεν είναι ένας και αυτός με τον υπ' αριθ. …. που αναγράφεται σε πέντε επιστολές αναγνώρισης χρέους, φέρουσες την υπογραφή του ίδιου του ανακόπτοντα, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις και συνεπώς είναι βάσιμος ο δεύτερος λόγος έφεσης, με τον οποίο η καθ' ης Τράπεζα υποστηρίζει τα αντίθετα''.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο και δεν ακύρωσε την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, λόγω αοριστίας της σχετικής αίτησης [τα αναγκαία στοιχεία της οποίας, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην ως άνω μείζονα σκέψη, δεν ταυτίζονται με αυτά της αντίστοιχης αγωγής], όχι παρά το νόμο δεν κήρυξε ακυρότητα και συνεπώς δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως κατά την αληθή νοηματική του έννοια προβάλει ο αναιρεσείων με το όγδοο μέρος του μοναδικού λόγου αναίρεσης και, επομένως, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.

Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο [άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ] και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης και της προσθέτως παρεμβαίνουσας, που κατέθεσαν προτάσεις, σε βάρος του αναιρεσείοντος, που ηττήθηκε [άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ], όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει την αίτηση αναίρεσης και την πρόσθετη παρέμβαση.

Απορρίπτει την αίτηση του Θ. Κ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 98/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης και της προσθέτως παρεμβαίνουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων [2700] ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Νοεμβρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Απριλίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ