Legislator Case Law & Legislation
525/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as inadmissible because the losing party lacks legal interest in challenging a non-essential finding.

Case Number 525/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the bank's appeal against the Athens Court of Appeal's judgment, ruling the request inadmissible. The appellant argued that the lower court's finding regarding the employment contract's fixed-term nature was erroneous and created a legal interest for appeal. The court held that this specific finding was not necessary for the judgment's outcome and did not generate a res judicata effect, thus failing to establish the legal interest required for an appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 556(2) and 578 of the Code of Civil Procedure; An appeal by a party who lost a case is admissible only if the appealed judgment creates a legal interest, such as establishing res judicata, which is absent when the challenged finding was unnecessary for the decision.

Keywords

AI generated
legal interest in appeal res judicata effect unnecessary finding inadmissible appeal Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 556(2) of the Code of Civil Procedure
Article 578 of the Code of Civil Procedure
Article 68 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 525 / 2008 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 525/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "...." (..... LTD.), που εδρεύει στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, λειτουργεί δε νόμιμα Υποκατάστημά της και στην Ελλάδα, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Λειβαδά. Της αναιρεσίβλητης: ......., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/6/2001 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1880/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3583/2003 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16/1/2004 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ζήσης Βασιλόπουλος, ανέγνωσε την από 15/1/2007 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Αθανασίου Θεμέλη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 16/1/2004 αίτησης για αναίρεση της 3583/2003 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, όπως προκύπτει από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες .... και ..... εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ......, με επιμέλεια της αναιρεσείουσας επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη ακριβές αντίγραφο της από 16.1.2004 αίτησης αναίρεσης της πρώτης κατά της δεύτερης, με πράξη κατάθεσής της, καθώς και ακριβές αντίγραφο της από 16.7.2007 κλήσης για συζήτηση της άνω αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο. Επομένως, εφόσον η αναιρεσίβλητη δεν εμφανίστηκε κατά την άνω δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση από τη σειρά του οικείου πινακίου, πρέπει, κατ' άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης παρά την απουσία αυτής.

Επειδή, κατά τις διατάξεις των άρθρων 556 παρ. 2 και 578 ΚΠολΔ, αναίρεση μπορεί ν' ασκήσει και ο διάδικος που νίκησε, εφόσον έχει έννομο συμφέρον, η ύπαρξη του οποίου κρίνεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ. Το συμφέρον είναι δυνατό να υπάρξει και όταν ο διάδικος που νίκησε βλάπτεται από την αιτιολογία της απόφασης και συγκεκριμένα αν από αυτή δημιουργείται δεδικασμένο εις βάρος του σε άλλη δίκη, αν δηλαδή η αιτιολογία της απόφασης αποτελεί στοιχείο του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη και φέρει ως εκ τούτου σε αυτή προσόντα διατακτικού, οπότε δικαιούται να ζητήσει την αναίρεση αυτής της απόφασης, κατά την εσφαλμένη μόνο αιτιολογία της.

Τέτοια όμως περίπτωση δε συντρέχει όταν ο διάδικος που νίκησε προσβάλλει την απόφαση με αναίρεση επικαλούμενος μόνο την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας σε ζητήματα που χωρίς ανάγκη κρίθηκαν πλεοναστικώς και όλως παρέργως, ως προς τα οποία, μη στηρίζοντα το διατακτικό της απόφασης, δεν παράγεται δεδικασμένο.

Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσίβλητη άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ισχυριζόταν ότι με την αναιρεσείουσα Τράπεζα τη συνέδεε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, ότι εργάστηκε σ' αυτή από 21.9.1965 μέχρι 15.3.2001, ότι κατά την τελευταία ημερομηνία αποχώρησε από την εργασία της οικειοθελώς, κατέχοντας ήδη τον βαθμό του Τμηματάρχη Α' και ότι η αναιρεσείουσα Τράπεζα κατέβαλε σ' αυτή αποζημίωση μειωμένη σε σχέση με την αποζημίωση που κατέβαλε σε υπαλλήλους της που αποχώρησαν κατά το έτος αυτό, σε εφαρμογή του προγράμματος οικειοθελούς αποχώρησης που είχε τότε εξαγγείλει, κατά παράβαση της συνταγματικής αρχής της ίσης μεταχείρισης.

Με βάση το ιστορικό αυτό, η αναιρεσίβλητη ενάγουσα ζήτησε τη συμπλήρωση της αποζημίωσης που της καταβλήθηκε. Το Μονομελές Πρωτοδικείο απέρριψε την αγωγή, διότι η αναιρεσίβλητη δεν είχε καταβάλει το δικαστικό ένσημο. Το Εφετείο Αθηνών, μετά από έφεσή της και καταβολής του ανάλογου δικαστικού ενσήμου, εξαφάνισε την απόφαση του Πρωτοδικείου και δικάζοντας την αγωγή την απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, κρίνοντας ότι δεν συνέτρεχε περίπτωση εφαρμογής της ανωτέρω συνταγματικής αρχής.

Το Εφετείο, εκθέτοντας στην προσβαλλόμενη απόφασή του τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν, διαλαμβάνει στην αρχή της έκθεσης αυτής τα εξής: Η ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη) προσλήφθηκε την 21.9.1965 από την εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα) αλλοδαπή Τράπεζα, η οποία εδρεύει στις ΗΠΑ και λειτουργεί νόμιμα υποκατάστημά της στην Ελλάδα, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, σύμφωνα με τον οργανισμό λειτουργίας του προσωπικού της και ως υπάλληλος του λογιστικού.

Η αναιρεσείουσα (εναγομένη) με το μοναδικό λόγο αναίρεσης της αίτησης της από τους αριθ. 1, 9 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ως προς την παραδοχή της ότι η εργασιακή σύμβαση ήταν "ορισμένου χρόνου", παραδοχή που θα έχει γι' αυτήν βλαπτικές συνέπειες. Η παραδοχή όμως αυτή του Εφετείου, η οποία έγινε χωρίς ανάγκη και ως εκ περισσού δεν δημιουργεί δεδικασμένο μεταξύ των διαδίκων σε άλλες δίκες μεταξύ αυτών, ούτε θεμελιώνει έννομο συμφέρον της αναιρεσείουσας αφού η αξίωση της ενάγουσας - αναιρεσείουσας θεμελιωνόταν στην ύπαρξη σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, ανεξάρτητα αν αυτή ήταν ορισμένου ή αορίστου χρόνου.

Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης προεχόντως ως απαράδεκτη καθώς και ο σχετικός λόγος της που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση γι' αυτή την παραδοχή.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την αίτηση της τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "..... ΛΤΔ", με ημερομηνία 16.1.2004, για αναίρεση της 3583/2003 Απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Φεβρουαρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Μαρτίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ