Legislator Case Law & Legislation
50/2016 AI generated

Supreme Court overturns traffic accident verdict due to insufficient reasoning on contributory negligence and remands case.

Case Number 50/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece annulled the First Instance Court's decision regarding a traffic accident due to inadequate reasoning on contributory negligence. The appellant argued that the lower court failed to explain why exceeding the speed limit was the sole cause of the collision, despite admitting fault. The court held that the lower court's reasoning was insufficient to establish the causal link required for liability, necessitating a remand for further examination.

Legislator headnote

AI generated

Articles 914, 330, 297, 298 of the Civil Code; Article 559(19) of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court must review the factual findings of the lower court regarding causation and contributory negligence, and if the reasoning is insufficient to establish the legal link, the decision must be annulled and the case remanded.

Keywords

AI generated
contributory negligence traffic accident liability causal link insufficient reasoning remand for retrial Supreme Court review civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 914, 330, 297 and 298 of the Civil Code
Article 10 of Government Gazette No. 1911
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
Article 495(4)(e) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 50 / 2016 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 50/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Σοφία Ντάντου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Η. Ζ. του Ζ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Άννα Τσουλφίδου.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Λ. του Π., κατοίκου ... και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Σωτηρία Βελέντζα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-11-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1992/2012 μη οριστική, 1446/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4497/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12-2-2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Σακκάς διάβασε την από 22-10-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της από 12-2-2015 αιτήσεως για αναίρεση της 4497/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως προς τους πρώτο και πέμπτο λόγους της.

Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 914, 330, 297 και 298 ΑΚ προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, το παράνομο της πράξης ή της παράλειψης αυτού και η ύπαρξη μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της ζημίας που επήλθε αιτιώδους συνάφειας, η οποία υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ήταν ικανή και μπορούσε, αντικειμενικό να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε κυριαρχικώς ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή, από το δικαστήριο της ουσίας, των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συναφείας.

Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. Γ.Π.Ν./1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων οχημάτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Εξάλλου, η παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας δεν θεμελιώνει αυτή καθαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συναφείας μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθέντος αποτελέσματος.

Εξάλλου ο λόγος αναιρέσεως που προβλέπεται από το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται όταν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, διότι δεν έχει καθόλου ή έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Η έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης πρέπει ν' αναφέρεται σε πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν το ουσιαστικό δικαίωμα, έτσι ώστε τα περιστατικά αυτά να μην προκύπτουν σαφώς και επαρκώς, με αποτέλεσμα εξαιτίας των ελλείψεων αυτών της αποφάσεως να μην είναι δυνατόν να ελεγχθεί αναιρετικώς αν ορθώς ή όχι εφαρμόστηκε ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, τον οποίον το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε ως προς την υπαιτιότητα των εμπλακέντων οδηγών στο ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα τα ακόλουθα περιστατικά: "Στις 10-4-2011, ημέρα Κυριακή και περί ώρα 05.15, ο ενάγων Η. Ζ., 45 ετών τότε, άγαμος, κάτοικος ..., οδηγούσε τη ...

δίκυκλη μοτοσικλέτα, της κυριότητάς του, στην οδό ..., με κατεύθυνση από Αθήνα προς Πειραιά. Η πρώτη εναγομένη Ε. Λ., 27 ετών, ιδιωτική υπάλληλος, οδηγούσε το ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, που ήταν ασφαλισμένο στη δεύτερη εναγομένη, ασφαλιστική εταιρεία "...", στην κάθετη προς την παραπάνω οδό ..., με κατεύθυνση από την οδό ...

προς την οδό ..., από δεξιά προς τα αριστερά ως προς την πορεία της μοτοσικλέτας. Φθάνοντας στη συμβολή των πιο πάνω οδών, όπου η προτεραιότητα ρυθμιζόταν με πινακίδα Ρ-2 (SΤΟΡ), η πρώτη εναγομένη πραγματοποίησε ελιγμό δεξιά για να κινηθεί μέσω της οδού ... προς Πειραιά. Εισήλθε στο μέσον περίπου του (πλάτους 6,70 μέτρων) οδοστρώματος του ρεύματος της οδού ...

προς Πειραιά, ευθυγραμμίστηκε και ενώ βρισκόταν σε απόσταση 20 περίπου μέτρων από τη συμβολή, προσέκρουσε στο πίσω δεξιό τμήμα του αυτοκινήτου της, με το εμπρόσθιο πλάγιο αριστερό τμήμα της, η μοτοσικλέτα του ενάγοντος. Στη συνέχεια η μοτοσικλέτα ανατράπηκε και αφού σύρθηκε προς τα εμπρός, προσέκρουσε στο ...

ΙΧΕ αυτοκίνητο, το οποίο ήταν σταθμευμένο στο δεξιό του ρεύματος της οδού ... προς Πειραιά και σε απόσταση 22,60 μέτρων μετά τη συμβολή με την οδό ..., κατόπιν ακινητοποιήθηκε επί της δεξιάς λωρίδας, εμπρός από το σταθμευμένο αυτοκίνητο, ενώ ο ενάγων εκτινάχθηκε αρχικά στο πίσω δεξιό παρμπρίζ του αυτοκινήτου και μετά στο οδόστρωμα.

Το αυτοκίνητο της πρώτης εναγομένης, μετά τη σύγκρουση, κινήθηκε διαγώνια προς τα αριστερά και ακινητοποιήθηκε στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, αφού προσέκρουσε με την εμπρόσθια αριστερή γωνία του στις προστατευτικές μπάρες μεταξύ των δύο ρευμάτων της οδού .... Κατά τον πιο πάνω χρόνο, στο προαναφερόμενο σημείο της, η οδός ...

ήταν ευθεία, διπλής κατευθύνσεως, με δύο λωρίδες κυκλοφορίας στο ρεύμα της προς Πειραιά, συνολικού πλάτους 6,70 μέτρων. Στο δεξιό αυτής, ως προς την πορεία της μοτοσικλέτας, συνέβαλλε κάθετα η οδός ..., η οποία ήταν επίσης διπλής κατευθύνσεως με πλάτος οδοστρώματος 8 μέτρα. Το οδόστρωμα ήταν ξηρό, ο τεχνητός φωτισμός επαρκής, η κυκλοφορία των οχημάτων κανονική και το όριο ταχύτητας 50 χιλιόμετρα την ώρα (άρθρο 20 του ΚΟΚ -κατοικημένη περιοχή).

Η προτεραιότητα στη συμβολή ρυθμιζόταν, όπως εκτέθηκε και παραπάνω, με πινακίδα SΤΟΡ, η οποία υπήρχε επί της οδού .... Στο δεξιό του ρεύματος της οδού ... προς Πειραιά, όπου εκινείτο η μοτοσικλέτα και πριν τη συμβολή αυτής με την οδό ... υπήρχαν σταθμευμένα αυτοκίνητα, τα οποία περιόριζαν την ορατότητα των διαδίκων οδηγών.

Σταθμευμένα αυτοκίνητα υπήρχαν ακόμη στο δεξιό του ρεύματος της οδού ... προς Πειραιά και μετά τη συμβολή με την οδό ... και σε απόσταση 22,60 μέτρων από αυτή. Το ατύχημα οφείλεται σε συνυπαιτιότητα τόσο της πρώτης εναγομένης όσο και του ίδιου του ενάγοντος. Η αμέλεια της πρώτης συνίσταται στο ότι οδηγούσε το αυτοκίνητό της χωρίς σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή, κατά παράβαση του άρθρου 12 παρ. 1 του ΚΟΚ και έτσι, όταν πλησίασε στη συμβολή των οδών ...

και ... δεν διέκοψε την πορεία της πριν την πινακίδα SΤΟΡ, όπως είχε υποχρέωση σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 3 του ΚΟΚ, ώστε να ελέγξει από αριστερά της την κυκλοφορία και περαιτέρω, όταν έφθασε στο σημείο της συμβολής, στο ύψος των σταθμευμένων αυτοκινήτων, τα οποία περιόριζαν από αριστερά της την ορατότητα, δεν διέκοψε και πάλι την πορεία της για να ελέγξει από αριστερά την κυκλοφορία, οπότε θα αντιλαμβανόταν τη μοτοσικλέτα που πλησίαζε και θα ανέμενε τη διέλευσή της, παραχωρώντας της προτεραιότητα.

Αντίθετα συνέχισε την κίνησή της προς το κέντρο της συμβολής, πραγματοποιώντας ανοιχτά τη δεξιά στροφή και έτσι κατέλαβε το κέντρο και όχι το δεξιό του οδοστρώματος, αποκλείοντας την πορεία της μοτοσικλέτας, η οποία εκινείτο επίσης στο κέντρο του οδοστρώματος του ρεύματός της. Η προηγούμενη κατανάλωση αλκοολούχων ποτών από την πρώτη εναγομένη, με συγκέντρωση οινοπνεύματος στον οργανισμό της 0,13 χιλιοστών του γραμμαρίου ανά λίτρο εκπνεόμενου αέρα δεν συντέλεσε κατά οποιοδήποτε τρόπο στο ατύχημα, ενώ συντέλεσε αιτιωδώς η παραβίαση από μέρους της ρυθμιστικής πινακίδας SΤΟΡ.

Η αμέλεια του ενάγοντος συνίσταται στο ότι οδηγούσε τη μοτοσικλέτα του επίσης χωρίς σύνεση και προσοχή και με αυξημένη για την περιοχή και τις συνθήκες που επικρατούσαν (κατοικημένη περιοχή - νύχτα) ταχύτητα, η οποία, όπως συνάγεται από τη σφοδρότητα πρόσκρουσης επί του αυτοκινήτου μέχρι του σημείου να εκτιναχθεί το σώμα του στο πίσω δεξιό παρμπρίζ, υπερέβαινε τα 50 χιλιόμετρα την ώρα (παράβαση των άρθρων 12 παρ. 1 και 19 παρ. 3 του ΚΟΚ) και έτσι, πλησιάζοντας στη συμβολή με την οδό ..., όταν, ευρισκόμενος σε απόσταση 30 περίπου μέτρων από αυτή, αντιλήφθηκε το αυτοκίνητο της πρώτης εναγομένης να εισέρχεται στη συμβολή, εξερχόμενο από το ύψος των σταθμευμένων αυτοκινήτων, λόγω της αυξημένης ταχύτητάς του, δεν τροχοπέδησε, χειρισμό που θα μπορούσε να εκτελέσει με ασφάλεια και αποτελεσματικότητα εάν εκινείτο με την ενδεδειγμένη ταχύτητα των 40 χιλιομέτρων την ώρα.

Το ποσοστό συνυπαιτιότητας καθενός ανέρχεται σε 70% για την πρώτη εναγομένη και σε 30% για τον ενάγοντα...". Έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της συνυπαιτιότητας του αναιρεσείοντος οδηγού για το ένδικο τροχαίο ατύχημα. Ειδικότερα δεν διευκρινίζει αν ο αναιρεσείων οδηγός, κινούμενος με την ενδεδειγμένη, κατά τις παραδοχές, ταχύτητα 40 Χ/Ω, θα μπορούσε να αποφύγει το ατύχημα, ούτε αν η τροχοπέδηση της μοτοσικλέτας θα απέτρεπε τη σύγκρουση με το όχημα της πρώτης αναιρεσίβλητης οδηγού και τέλος δεν εξηγεί σαφώς αν η υπέρβαση της ταχύτητας των 50 Χ/Ω συνδέεται αιτιωδώς με το ζημιογόνο αποτέλεσμα, ενόψει του ότι μόνη η παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας δεν θεμελιώνει αυτή καθαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος.

Έτσι καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της υπαιτιότητας του αναιρεσείοντος για το ένδικο ατύχημα. Επομένως, ο πρώτος, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Αφού έτσι ακυρώνεται στο σύνολό της η απόφαση, παρέλκει η έρευνα των λοιπών αναιρετικών λόγων.

Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, που χρειάζεται διευκρίνιση, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, διότι είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος που κατέθεσε και προτάσεις (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ).

Τέλος πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στον αναιρεσείοντα (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε' ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 4497/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ανωτέρω δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως.

Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ. Και

Διατάζει να επιστραφεί στον αναιρεσείοντα το παράβολο που κατέθεσε.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Δεκεμβρίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Ιανουαρίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ