Supreme Court annuls labor court ruling for failure to distinguish overtime from extra work requiring different pay.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the First Instance Court's decision regarding a labor dispute over unpaid wages. The plaintiff argued that the employee performed additional sales duties outside her contract, while the defendant claimed this work occurred after regular hours and thus constituted overtime. The Court ruled that the First Instance Court erred by treating the extra work as overtime without verifying if it was performed within the legal working hours, which would require a different legal basis for compensation.
Legislator headnote
AI generatedArticles 648, 649, 653, 659 of the Civil Code; Article 559(1) and 559(14) of the Code of Civil Procedure: If a contract stipulates additional work within legal hours that differs from the original job and is paid without an agreed premium, the employer must pay the customary wage for that work; failure to distinguish between overtime and extra work constitutes a violation of substantive law grounds for appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1953 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1953/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ..... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Γιαννήλο, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: ....., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Παπαηλιού, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13/3/2000 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η 2696/2002 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 13/1/2006 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ζήσης Βασιλόπουλος, ανέγνωσε την από 26/9/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή το ορισμένο ή όχι της αγωγής ως προς την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της εκτιμάται κυριαρχικώς από το δικαστήριο της ουσίας. Εξαίρεση ισχύει στην περίπτωση που το δικαστήριο αξιώνει στοιχεία περισσότερα από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκείται σε λιγότερα ή διαφορετικά από αυτά.
Στην περίπτωση αυτή υπάρχει παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 559 εδάφιο 1 Κ.Πολ.Δ λόγο αναίρεσης. Αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου θεώρησε επαρκή τα εκτιθέμενα για την περαιτέρω εξειδίκευση του κανόνα δικαίου πραγματικά γεγονότα τότε ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από το εδάφιο 14 του προαναφερόμενου άρθρου 559.
Εξάλλου από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648,649,653 και 659 του ΑΚ προκύπτει ότι αν κατά τη διάρκεια της σύμβασης εργασίας συμφωνηθεί μεταξύ των συμβαλλομένων η παροχή από τον εργαζόμενο μέσα στο νόμιμο ωράριο πρόσθετης, διαρκούς φύσεως, εργασίας η οποία, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής, δεν είναι συναφής με την εργασία που συμφωνήθηκε αρχικώς και παρέχεται συνήθως με μισθό χωρίς να έχει συμφωνηθεί ο καταβλητέος πρόσθετος μισθός ή ο τρόπος προσδιορισμού του, ούτε να έχει συμφωνηθεί ότι δεν θα καταβάλλεται πρόσθετος μισθός, ο εργοδότης είναι υποχρεωμένος να καταβάλει για την πρόσθετη αυτή εργασία τον ειθισμένο μισθό δηλαδή το μισθό που καταβάλλεται συνήθως για την ίδια εργασία σε άλλους εργαζόμενους, με τα ίδια προσόντα και με τις ίδιες συνθήκες.
Ενόψει τούτων πρέπει στην αγωγή, με την οποία ζητείται πρόσθετη αμοιβή για την παροχή πρόσθετης εργασίας, να αναφέρονται για το ορισμένο αυτής, πλην των άλλων, η ύπαρξη έγκυρης σύμβασης εργασίας, το είδος της οφειλόμενης από τη σύμβαση ή τα συναλλακτικά ήθη εργασίας η πρόσθετη εργασία στην οποία υποχρεώθηκε ο ενάγων μισθωτός με σαφή προσδιορισμό της κατ' είδος και χρονική διάρκεια, οι καταβαλλόμενες για την κύρια εργασία αποδοχές και αν συμφωνήθηκε ή όχι αμοιβή για την πρόσθετη εργασία.
Στην προκείμενη υπόθεση η αναιρεσίβλητη, με την αγωγή που άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά του αναιρεσείοντος εκθέτει σχετικώς τα ακόλουθα: Μετά από σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, το έτος 1982 προσλήφθηκε από τον αναιρεσείοντα για να εργαστεί στο εργαστήριο ζαχαροπλαστικής και ζαχαροπλαστείο που αυτός διατηρούσε στην Αθήνα ως βοηθός τεχνίτη ζαχαροπλαστικής, με μισθό τον προβλεπόμενο από την εκάστοτε ισχύουσα σ.σ.ε που ρυθμίζει τους όρους αμοιβής και εργασίας του προσωπικού εργαστηρίων ζαχαρωδών προϊόντων.
Από το 1984 παρέχει υπηρεσίες τεχνίτη ζαχαροπλαστικής. Ο αναιρεσείων όμως σε όλη τη διάρκεια της εργασιακής σχέσης, που διήρκεσε μέχρι τις 12-10-1999, την απασχολούσε, παρά τις αντιρρήσεις, κατά μέσω όρο επί 2 ώρες καθημερινώς, και ως πωλήτρια στο ζαχαροπλαστείο του, της οποίας τα καθήκοντα ήταν διαφορετικά από αυτά του τεχνίτη ζαχαροπλαστικής, για τα οποία προσλήφθηκε.
Πρόσθετη αμοιβή για την παράλληλη και διάφορη από τα συμβατικά της καθήκοντα πρόσθετη αυτή εργασία πωλήτριας η οποία, κατά τις περιστάσεις και τα συναλλακτικά ήθη, παρέχεται αντί μισθού, δε συμφωνήθηκε και γι'αυτό ο αναιρεσείων-εναγόμενος της οφείλει τον προβλεπόμενο, από τις ισχύουσες σ.σ.ε μισθό, ως ειθισμένο μισθό.
Με βάση αυτά η αναιρεσίβλητη-ενάγουσα ζήτησε για την άνω αιτία, για το χρονικό διάστημα από 1-3-1995 μέχρι 12-10-1999 συνολικά το ποσό των 2.904.258 δραχμών. Η αγωγή αυτή δεν είναι νόμιμη διότι δεν διαλαμβάνεται σ΄ αυτή το αναγκαίο κατά την έννοια των προαναφερόμενων διατάξεων στοιχείο της παροχής της εργασίας της πωλήτριας σε ζαχαροπλαστείο εντός του νόμιμου ωραρίου, αφού η εργασία πέρα από το νόμιμο ωράριο αποτελεί υπερεργασία ή υπερωρία, περιπτώσεις κατά τις οποίες, για την αμοιβή ή αποζημίωση, απαιτούνται άλλες προϋποθέσεις.
Συνεπώς ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για παραβίαση των προαναφερομένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και δη αυτή του άρθρου 659 ΑΚ, από το Μονομελές Πρωτοδικείο, το οποίο έκρινε την αγωγή νόμιμη, είναι βάσιμος και γι΄ αυτό πρέπει ν΄ αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Πρωτοδικείο, του οποίου η συγκρότησή του με άλλη σύνθεση είναι δυνατή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επειδή, το αίτημα του αναιρεσείοντος, που αυτός προβάλλει με τις προτάσεις που εμπροθέσμως κατέθεσε και με το οποίο διώκεται η επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση (σύμφωνα με το άρθρο 579 παρ. 2 ΚΠολΔ) και να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να επιστρέψει σ΄ αυτόν τα ποσά που της κατέβαλε, δυνάμει διαταγής πληρωμής, η οποία εκδόθηκε με βάση την άνω απόφαση που αναιρέθηκε, απαραδέκτως εισάγεται ενώπιον του Άρειου Πάγου και είναι ως εκ τούτου απορριπτέο, αφού τα αναζητούμενα ποσά φέρονται ότι καταβλήθηκαν όχι σε εκτέλεση, εκούσια ή αναγκαστική της απόφασης που αναιρέθηκε, αλλά σε εκτέλεση της 22929/2006 διαταγή πληρωμής του Ειρηνοδίκη Αθηνών, η οποία εκδόθηκε μεν με βάση την απόφαση αυτή, πλην όμως αποτελεί άλλο εκτελεστό τίτλο διάφορο και ανεξάρτητο της ανωτέρω απόφασης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 2696/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή.
Απορρίπτει το αίτημα του αναιρεσείοντος για επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος που ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό (1.100) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 23 Οκτωβρίου 2007.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 13 Νοεμβρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ