Legislator Case Law & Legislation
1793/2007 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against eviction judgment due to lack of evidence for lease subletting rights.

Case Number 1793/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's eviction judgment. The appellant claimed a right to sublet the premises and receive half the rent based on a 1976 agreement, but failed to prove any written or oral recognition of this right by the defendants. The court found the evidence insufficient and the lower court's reasoning legally sound, rejecting the appeal on these grounds.

Legislator headnote

AI generated

Articles 286, 287, 291, 292 of the Code of Civil Procedure; Article 559(1) of the Code of Civil Procedure; Article 173, 200 of the Civil Code: An appeal against a final judgment is inadmissible if the appellant fails to substantiate claims regarding contractual rights or subletting permissions with credible evidence, and the lower court's decision is based on a correct assessment of the facts without legal error.

Keywords

AI generated
civil appeal procedure lease subletting rights burden of proof eviction judgment contractual recognition civil procedure code evidence insufficiency

Cited Legislation

AI generated
Articles 286, 287, 291, 292 of the Code of Civil Procedure
Article 573(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Articles 173 and 200 of the Civil Code
Article 19 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 22/2000
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1793 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1793/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Ελένη Παναγιωτάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 30 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :

Της αναιρεσείουσας : ......, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Θεοδωράκη.

Των αναιρεσιβλήτων : 1)....., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο και 2)....... Η 2η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αρτέμιο Νικολακάκη, ο οποίος δήλωσε ότι η 1η αναιρεσίβλητη απεβίωσε στις 9-5-2006 και την βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζει η 2η ως άνω αναιρεσίλητη, ως μοναδική εκ διαθήκης κληρονόμος της.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-4-1996 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 6793/1997 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 7550/2001 μη οριστική, 5188/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15 Ιανουαρίου 2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε η αναιρεσείουσα και η 2η αναιρεσίβλητη, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Παναγιωτάκη ανέγνωσε την από 4 Νοεμβρίου 2006 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Βασιλείου Ρήγα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της 2ης αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α΄, 287, 291 και 292 του ΚΠολΔ., που εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι η βίαιη διακοπή της δίκης που επέρχεται από το θάνατο διαδίκου, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως προς συζήτηση, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί άμεση συζήτηση της υποθέσεως (Ολ. ΑΠ 22/2000). Στην προκείμενη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη ....... ληξιαρχική πράξη θανάτου της Ληξιάρχου Άργους, αποδεικνύεται ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη, ....., απεβίωσε στις 9-5-2006, δηλαδή μετά την κατάθεση της ένδικης αίτησης αναίρεσης (16.2.2006). Η δεύτερη αναιρεσίβλητη ..... - θυγατέρα της πρώτης - ως μόνη εκ διαθήκης κληρονόμος αυτής, νομίμως, δια του πληρεξούσιου δικηγόρου της, δήλωσε στο ακροατήριο, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, την λόγω του θανάτου της πρώτης αναιρεσίβλητης βίαιη διακοπή της δίκης και την εκούσια στο όνομά της επανάληψή της.-

ΙΙ.- Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., παραβιάζονται στην περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεση, κενού ή αμφιβολίας για την έννοια της δικαιοπραξίας, είτε παραλείπει να προσφύγει σ` αυτούς για να διαπιστώσει την αληθινή βούληση των συμβληθέντων, ή δεν παραθέτει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των διατάξεων αυτών, είτε προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους. Εξάλλου, κατά το αυτό άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς επί ζητήματος που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Εν προκειμένω το Εφετείο δέχθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του τα ακόλουθα: "Οι εναγόμενες από 25-5-1984 και πέρα έως και το μήνα Μάιο του έτους 1996 (επίδικο χρονικό διάστημα) εκμίσθωσαν το μίσθιο κατάστημα στους κατονομαζόμενους με την αγωγή μισθωτές ...... (από Ιούνιο έως και Νοέμβριο 1984) και ..... (από 1-1-1985 έως και Μάιο 1996), εισπράττοντας εξ ολοκλήρου τα συμφωνημένα μισθώματα, συνολικού ύψους, κατά τις διακρίσεις της αγωγής, 20.910.000 δραχμών, χωρίς ν' αποδίδουν στην ενάγουσα την αναλογία (50%) που ισχυρίζεται ότι δικαιούται.

Για τη θεμελίωση της ένδικης αυτής αξίωσης της η ενάγουσα υποστηρίζει ότι οι εναγόμενες, κατά την κατάρτιση της σύμβασης μίσθωσης, με το από 2-2-1976 ιδιωτικό συμφωνητικό, αναγνώρισαν, και μάλιστα εγγράφως, το δικαίωμα της να εκμισθώνει μαζί τους το ενιαίο κατάστημα σε τρίτους και στο μέλλον (απεριόριστα) και να εισπράττει το μισό του συμφωνημένου εκάστοτε μισθώματος και επιπλέον ανεξάρτητα από την αιτία για την οποία προέβησαν στην αναγνώριση αυτή, όπως προεκτέθηκε.

Ο αγωγικός, όμως, αυτός ισχυρισμός της είναι ουσιαστικά αβάσιμος και, επομένως, απορριπτέος, γιατί δεν αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενες προέβησαν είτε σε έγγραφη είτε σε προφορική αναγνώριση τέτοιου δικαιώματος της ενάγουσας. Ειδικότερα, πέραν της καταρτίσεως της ορισμένης μίσθωσης με τους συγκεκριμένους μισθωτές, πουθενά δεν αναγράφεται στο επίμαχο συμφωνητικό ότι οι εναγόμενες αναγνωρίζουν ότι η αντίδικος τους έχει το προαναφερόμενο δικαίωμα να εκμισθώνει μαζί τους το κατάστημα σε τρίτους και στο μέλλον (χωρίς να υπάρχει κανένας χρονικός περιορισμός) και, συνακόλουθα, να εισπράττει το μισό του συμφωνημένου εκάστοτε μισθώματος.

Με άλλα λόγια, στο συμφωνητικό αυτό δεν μνημονεύονται όλα εκείνα τα κρίσιμα περιστατικά που απαιτούνται για την αναγνώριση της επίδικης ενοχής, σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας. Αν οι διάδικοι ήθελαν την κατάρτιση γνήσιας αναγνωριστικής σύμβασης με το περιεχόμενο που επικαλείται η ενάγουσα, διαρκούς μάλιστα ισχύος, θα είχαν μεριμνήσει για τη σύνταξη ειδικού γι' αυτό εγγράφου ή, έστω, θα είχαν κάνει σχετική μνεία στο πρώτο από 2-2-1976 συμφωνητικό μίσθωσης.

Ενόψει όλων αυτών, δεν κρίνονται πειστικές οι καταθέσεις των μαρτύρων της ενάγουσας ..... και ..... που προσπάθησαν να επιβεβαιώσουν τον κρίσιμο αγωγικό ισχυρισμό, ούτε από τα υπόλοιπα αποδεικτικά στοιχεία που επικαλείται και προσκομίζει η ενάγουσα προκύπτει κάτι το διαφορετικό". Από τις παραδοχές αυτές γίνεται φανερό, ότι το Εφετείο δεν δέχθηκε την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας, αμέσως ή εμμέσως, στη σχετικές εμπεριεχόμενες στο άνω από 2.2.1976 συμφωνητικό μίσθωσης δηλώσεις βουλήσεως των μερών, ούτε έχει προβεί σε ερμηνεία τούτων, και επομένως δεν παραβίασε τις μη εφαρμοσθείσες ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.

Η δε απόφασή του έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, η οποία δεν είναι αντιφατική ή ανεπαρκής, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις τα προκύψαντα από τη διαδικασία γεγονότα τα οποία στηρίζουν το διατακτικό της. Κατ' ακολουθίαν, οι αντίθετοι, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, πρώτος και δεύτερος λόγοι της αιτήσεως είναι αβάσιμοι.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15.1.2006 αίτηση της ..... για αναίρεση της 5188/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα να πληρώσει στην αναιρεσίβλητη τα δικαστικά έξοδα τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Ιουνίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 20 Ιουλίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ