Legislator Case Law & Legislation
1565/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for failure to appear and rejects argument regarding evidentiary weight of a confession.

Case Number 1565/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeal's decision regarding a property dispute. The appellant failed to appear at the scheduled hearing, while the appellee proceeded to expedite the proceedings. The court rejected the appellant's claim that the lower court improperly reduced the evidentiary weight of a confession made by the appellee, noting that the specific confession cited in the appeal was not actually included in the lower court's file.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576(1)-(3) and 559(12) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court examines ex officio the validity of proceedings when a party is absent, and finds an appeal based on the violation of statutory evidentiary rules inadmissible if the alleged evidence was not part of the lower court's file.

Keywords

AI generated
failure to appear evidentiary weight judicial confession appeal admissibility Code of Civil Procedure property dispute ex officio review

Cited Legislation

AI generated
Article 576 paragraphs 1, 2 and 3 of the Code of Civil Procedure
Article 559 paragraph 12 of the Code of Civil Procedure
Article 561 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 352 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1565 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1565/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου), Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Δημήτριο Μαζαράκη, Χαράλαμπο Αθανασίου και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Μαΐου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος-καθού η κλήση: Α. Π. του Ι., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Της αναιρεσίβλητης-καλούσας: Μ. Μ. του Ε. (πρώην Κ.), η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Γιώτσα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-7-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κυπαρισσίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 19/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 72/2007 του Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 22-10-2007 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 900/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρει προς συζήτηση η καλούσα με την από 27-7-2009 κλήση της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης ανέγνωσε την από 10-12-2008 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Επειδή, από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1, 2 και 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποίος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και, σε καταφατική περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων δεν εμφανίσθηκε κατά τη δικάσιμο της 17-12-2008, που είχε οριστεί αρχικά, μετά την οποία εκδόθηκε η 900/2003 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης για το σ' αυτή ειδικότερα διαλαμβανόμενο λόγο. Επίσης, δεν εμφανίστηκε ο ίδιος κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του πινακίου.

Από την 1072/20-11-2009 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Κυπαρισσίας Δ. Λ., την οποία επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσίβλητη που επισπεύδει τη συζήτηση, προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της από 27-7-2009 κλήσης της - αναιρεσίβλητης - με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς περαιτέρω συζήτηση της αίτησης αυτής για τη στην αρχή της παρούσας αναφερόμενη δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αντίκλητο του αναιρεσείοντος, κάτοικο εξωτερικού, Σ.

Σ., που διορίστηκε απ' αυτόν με την επικαλούμενη και προσκομιζομένη δήλωσή του στον γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών. Επομένως, παρά την απουσία του αναιρεσείοντα, η συζήτηση της υπόθεσης πρέπει να προχωρήσει σαν να ήταν παρών.

ΙΙ. Κατά τα άρθρα 559 αριθ. 11 περίπτ. γ' Κ.Πολ.Δ., επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 346 ΚΠολΔ, τα αποδεικτικά μέσα που έχει προσκομίσει ένας διάδικος λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο και για την απόδειξη των ισχυρισμών του άλλου διαδίκου.

Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 106 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο ως άνω λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που είχε προσκομίσει ο αντίδικος του αναιρεσείοντος, εφόσον όμως αυτός είχε επικαλεσθεί νομίμως τα από τον αντίδικό του προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα και αναφέρθηκε στο περιεχόμενο αυτών προς απόδειξη δικού του ισχυρισμού ή ανταπόδειξη ισχυρισμού του αντιδίκου του.

Εάν ο διάδικος δεν είχε επικαλεσθεί νομίμως τα από τον αντίδικό του προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα δεν ιδρύεται υπέρ αυτού λόγος αναιρέσεως εκ της παραλείψεως του δικαστηρίου να τα λάβει υπόψη του. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 11 περίπτ. γ' Κ.Πολ.Δ., ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη την από 27-9-1992 δήλωση, την οποία συνέταξε η αναιρεσίβλητη σε συνεργασία με τον ίδιο (αναιρεσείοντα) και τον εκ των δικαιοπαρόχων της Ε.

Σ. και υπεγράφη μόνο από τον τελευταίο, από την οποία αποδεικνύεται ο χρόνος παράδοσης του επιδίκου ακινήτου σ' αυτήν (αναιρεσίβλητη), την οποία (δήλωση) επικαλέστηκε και προσκόμισε η αναιρεσίβλητη στο Εφετείο κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Όπως προκύπτει από τις προτάσεις του αναιρεσείοντος της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο τελευταίος δεν επικαλέστηκε νόμιμα την επίμαχη δήλωση και συνεπώς, αυτή δεν κατέστη κοινό μέσο απόδειξης προς απόδειξη του αμέσως πιο πάνω ουσιώδους ισχυρισμού της αναιρεσίβλητης.

Επομένως ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.

ΙΙΙ. Ο από την παραβίαση των ορισμών του νόμου αναφορικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται, κατά την έννοια της διατάξεως του αριθμού 12 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., που τον προβλέπει, όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδείξεως μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που, δεσμευτικά γι' αυτό (δικαστήριο), καθορίζει ο νόμος.

Με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ. 12 Κ.Πολ.Δ., ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο παραβίασε το νόμο σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων και, ειδικότερα, ότι παρά το γεγονός ότι η αναιρεσίβλητη, με τις προτάσεις της κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ομολογεί, ότι το επίδικο ακίνητο της παραδόθηκε τα τέλη του 1984 (και όχι στις 30-6-1984) ομολογία, η οποία αποτελεί πλήρη απόδειξη για το γεγονός αυτό, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, ότι η αναιρεσίβλητη εγκαταστάθηκε σ' αυτό στις 30-6-1984, με συνέπεια να δεχθεί ότι η τελευταία έγινε κυρία του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία ως χρησιδεσπόσασα αυτό κατά το χρονικό διάστημα 30-6-1984 έως 20-7-2004 και, έτσι, προσέδωσε στην εν λόγω ομολογία (δικαστική) μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που της αποδίδει ο νόμος (της πλήρους απόδειξης).

Όπως, ειδικότερα, προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561 §2 Κ.Πολ.Δ.) επισκόπηση των προτάσεων της αναιρεσιβλήτου στο Εφετείο, αυτή επί λέξει αναφέρει σ' αυτές τα εξής:

"Επειδή προσάγω και επικαλούμαι ............6. Την από 27-9-1992 δήλωση, την οποία συντάξαμε, εν γνώσει και σε συνεργασία με τους δύο πωλητές μου, για να υπογραφεί από αυτούς, αλλά τελικά υπογράφηκε μόνο από τον ένα, τον Ε. Σ. και η οποία αποδεικνύει περίτρανα την αλήθεια των ισχυρισμών μου και συγκεκριμένα ότι: οι πωλητές μου ανέλαβαν την υποχρέωση να μου μεταβιβάσουν την με αρ.3 κάθετη ιδιοκτησία (διαμέρισμα με το οικόπεδό του), κείμενη στη θέση "Π." του Δήμου …, αντί του τιμήματος των 200.000 μάρκων Γερμανίας. Το τίμημα της αγοραπωλησίας εξοφλήθηκε ολοσχερώς πριν τις 30-6-2004, όπως είχε συμφωνηθεί, από τα τέλη δε του 1984 παραδόθηκε σε εμένα το επίδικο, το οποίο νέμομαι και το κατέχω με την πεποίθηση ότι είμαι κυρία".

Από το ως άνω περιεχόμενο των προτάσεων της αναιρεσίβλητης δεν προκύπτει ότι περιέχεται σ' αυτές η επικαλούμενη στο αναιρετήριο δικαστική ομολογία, αλλά απλώς γίνεται επίκληση της από 27-9-1992 δηλώσεως της ίδιας και του Ε. Σ. (ενός από τους δύο πωλητές της επίδικης κάθετης ιδιοκτησίας), καθώς, και του περιεχομένου αυτής, από το οποίο προκύπτει η εξώδικη ομολογία της αναιρεσίβλητης, περί του ότι η επίδικη ιδιοκτησία παραδόθηκε σ' αυτή στα τέλη του έτους 1984, η οποία όμως - εξώδικη ομολογία - εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο (άρθρο 352 §2 Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, ο ως άνω προβαλλόμενος λόγος αναίρεσης, είναι αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22-10-2007 αίτηση του Α. Π., για αναίρεση της 72/2007 απόφασης του Εφετείου Καλαμάτας.

Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 1 Ιουλίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 18 Νοεμβρίου 2010.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ