Legislator Case Law & Legislation
1535/2007 AI generated

Supreme Court allows subrogation claim against insurer when insured's rights are vested and demandable.

Case Number 1535/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appellant's request to overturn the Court of Appeal's dismissal of a subrogation claim. The insured had filed a direct lawsuit against the third party, which triggered the generation of a claim against the insurer under Article 72 of the Code of Civil Procedure. The Court of Appeal incorrectly rejected this claim as inadmissible due to alleged inactivity by the insured, ignoring that the right to subrogate only arises after the insured acquires the status of creditor. Consequently, the Supreme Court annulled the lower decision and remanded the case for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Article 72 of the Code of Civil Procedure; Article 10 of Law 489/1976; Article 195 of the Code of Obligations: A third party injured by a tort may exercise subrogation rights against the insurer once the insured acquires the status of creditor, provided the claim is vested and demandable, rendering a prior rejection of such a claim inadmissible if the insured had not yet acquired that status.

Keywords

AI generated
subrogation rights insurance subrogation third party claim Code of Civil Procedure inadmissible claim vested rights Court of Appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 72 of the Code of Civil Procedure
Article 10 of Law 489/1976
Article 195 of the Code of Obligations
Article 561 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 14 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1535 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1535/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αχιλλέα Νταφούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου), Πλαστήρα Αναστασάκη, Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Γεώργιο Πετράκη και Παναγιώτη Παρτσιλίβα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Μαϊου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ....., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Κανελλάκη, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "EURO STAR Eλληνική Ανώνυμη Εταιρία Ασφαλίσεων κατά Ζημιών", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Βρώτσο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31 Οκτωβρίου 2002 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3085/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2791/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12 Μαϊου 2006 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται παραπάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Πλαστήρας Αναστασάκης, ανέγνωσε την από 9 Μαϊου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Από τη διάταξη του άρθρου 72 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι όταν ο οφειλέτης δεν προβαίνει σε δικαστική άσκηση των δικαιωμάτων του, ο δανειστής του μπορεί να ζητήσει δικαστική προστασία για λογαριασμό του, ασκώντας αυτός τα δικαιώματα του οφειλέτη του, εκτός από εκείνα που συνδέονται στενά με το πρόσωπό του.

Το δικαίωμα το οποίο δεν ασκεί, ο οφειλέτης πρέπει να είναι κεκτημένο και απαιτητό. Εξάλλου από τη σύγκριση του χρόνου παραγραφής της αξιώσεως του ζημιωθέντος τρίτου κατά του ασφαλιστή προκύπτει ότι ο πρώτος, σε περίπτωση παραγραφής της κατά του ασφαλιστή αξιώσεώς του (άρθρ. 10 παρ. 2 Ν. 489/1976), μπορεί να ασκήσει κατ΄ αυτού πλαγιαστικά την από τη σύμβαση ασφαλίσεως αξίωση του ασφαλισμένου κατά του ασφαλιστή, εφ΄ όσον η τελευταία υπόκειται σε μεγαλύτερη παραγραφή κατά το άρθρο 195 του Ε.Ν. (ήδη άρθρο 10 Ν.2496/1997).

Η αξίωση αυτή του ασφαλισμένου κατά του ασφαλιστή γεννιέται από την επέλευση της ασφαλιστικής περιπτώσεως ήτοι από του χρόνου που ο παθών τρίτος θα επιδώσει στον υπόχρεο την περί αποζημιώσεως αγωγή. Υπάρχει η δυνατότητα σώρευσης στο ίδιο δικόγραφο τόσο της ευθείας αξίωσης του ζημιωθέντος τρίτου κατά του υπόχρεου σε αποζημίωση, όσο και της πλαγιαστικής αγωγής κατά του ασφαλιστή.

Δεν έχει ιδιαίτερη σημασία το χρονικό σημείο επίδοσης της αγωγής στον υπόχρεο ασφαλισμένο. Αρκεί η επίδοση του δικογράφου της αγωγής στον ασφαλισμένο να έχει γίνει κατά το χρόνο εκδίκασης των αγωγών στο δικαστήριο (ΑΠ 398/2007). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει δέχτηκε τα εξής:

Η ενάγουσα (αναιρεσείουσα) ..... με την από 31-10-2002 αγωγή της την οποία απηύθυνε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ισχυρίσθηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος, οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας .... ΙΧΕ αυτοκίνητό του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι των τρίτων αστική του ευθύνη στη δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, (αναιρεσίβλητη), προκάλεσε από υπαιτιότητά του τον τραυματισμό της κατά το τροχαίο αυτοκινητικό ατύχημα, το οποίο έλαβε χώραν κάτω από τις συνθήκες (τόπος, χρόνος περιστάσεις) που αναφέρονται στην αγωγή.

Ζήτησε δε με την αγωγή να υποχρεωθεί ο πρώτος εναγόμενος να της καταβάλει το ποσό των 28.593,63 ευρώ ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Παράλληλα η ενάγουσα άσκησε, με το ίδιο δικόγραφο και πλαγιαστική αγωγή κατά της δεύτερης εναγομένης, ενόψει του ότι η κατ΄ αυτής ευθεία αγωγή έχει παραγραφεί και ζήτησε να υποχρεωθεί αυτή να καταβάλει στον πρώτο εναγόμενο, ο οποίος αδρανεί και δεν ασκεί τις κατ΄ αυτής αξιώσεις του, το ανωτέρω ποσό (28.593,63 ευρώ).

Επί των αγωγών αυτών εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση με την οποία έγιναν δεκτές αυτές κατ΄ ουσίαν και υποχρεώθηκε ο μεν πρώτος εναγόμενος να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 28.593,63 ευρώ, η δε δεύτερη εναγόμενη να καταβάλει στον πρώτο εναγόμενο το ίδιο ως άνω ποσό (28.593,63 ευρώ). Σύμφωνα όμως με τα εκτιθέμενα στην αγωγή, στο ίδιο δικόγραφο έχουν σωρρευθεί και οι δύο προαναφερθείσες αγωγές και συνεπώς με την επίδοση της ευθείας αγωγής ενεργοποιήθηκε η ευθύνη του ασφαλισμένου-πρώτου εναγομένου, αφού έκτοτε γεννήθηκε η αξίωσή του κατά της δεύτερης εναγομένης, ασφαλιστικής εταιρείας.

Δεν μπορεί όμως να νοηθεί αδράνεια του ασφαλισμένου-πρώτου εναγομένου στην άσκηση των δικαιωμάτων του, αφού μέχρι τότε δεν είχε αποκτήσει την ιδιότητα του δανειστή του ασφαλιστή του, όπως προεκτέθηκε.

Συνεπώς η πλαγιαστική αγωγή έπρεπε να απορριφθεί ως προώρως ασκηθείσα. Κατ΄ ακολουθίαν των παραδοχών του αυτών το Εφετείο κατά παραδοχή του σχετικού πρώτου λόγου της εφέσεως, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου κατά το μέρος που είχε κάνει δεκτή την πλαγιαστική αγωγή και, δικάζοντας αυτό επί της αγωγής αυτής, την απέρριψε ως απαράδεκτη, για τον ως άνω λόγο.

Όπως όμως προκύπτει από την επιτρεπτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ από τον Άρειο Πάγο επισκόπηση του δικογράφου των προτάσεως της αναιρεσείουσας (τότε εφεσίβλητης), αυτή είχε ισχυρισθεί και ότι, από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες εκ μέρους της υπ΄ αριθ. .... και ..... αντίστοιχες εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του πρωτοδικείου Αθηνών ......, η από 31-10-2002 αγωγή της (ένδικη) επιδόθηκε στις 29-11-2002 νόμιμα πρώτα στον κύριο του ζημιογόνου οχήματος και υπαίτιο του ατυχήματος ..... (πρώτο εναγόμενο που εδώ δεν είναι διάδικος) και, στη συνέχεια, στη δεύτερη εναγόμενη εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρεία (ήδη αναιρεσίβλητη), και επομένως συνέτρεχε χρονικό διάστημα ικανό να θεμελιώσει αδράνεια του ασφαλισμένου στην εκκαλούσα και κατά συνέπεια ο σχετικός λόγος της εφέσεώς της ετύγχανε απορριπτέος, ως νομικά και ουσιαστικά αβάσιμος.

Τον ισχυρισμό της αυτό (αναιρεσείουσας) απέρριψε, σιγή, η προσβαλλόμενη απόφαση, μολονότι, με βάση τα εκτιθέμενα ως άνω πραγματικά περιστατικά, συνέτρεξαν πράγματι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 72 Κ.Πολ.Δ και η ένδικη αγωγή κατά την απευθυνσή της κατά της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας ήταν παραδεκτή (ΑΠ 398/2007 και 1656/2002).

Επομένως το Εφετείο το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση του την απέρριψε (μετά από εξαφάνιση της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου) ως απαράδεκτη, παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο. Γι΄ αυτό και ο υπό στοιχεία 2.3, λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αντίστοιχη πλημμέλεια (άρθρο 559 αριθ. 14, ΚΠολΔ), είναι βάσιμος και πρέπει κατά παραδοχή του να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 2791/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας την οποία ορίζει σε εννιακόσια εβδομήντα (970) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Ιουνίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 20 Ιουνίου 2007.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ