Legislator Case Law & Legislation
1482/2007 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on issuing uncashed check liability and procedural arguments.

Case Number 1482/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Court of First Instance of Rhodes regarding liability for issuing an uncashed check. The appellant argued the respondent acted as an authorized agent for a company rather than an individual, while the lower court found the respondent personally liable for the unauthorized issuance. The court upheld the lower court's decision, rejecting both the substantive claim of tortious liability and the procedural argument that the trial court failed to consider the agency defense.

Legislator headnote

AI generated

Art. 914 A.C.; Art. 79 para. 1 of Law 5960/1933; Art. 1 of Law 1325/1972; Art. 559 para. 8 no. 19 of the Code of Civil Procedure: The court held that issuing an uncashed check constitutes a tortious act creating liability for damages, and that an appeal based on the failure to consider a defense is inadmissible if the lower court explicitly addressed and rejected that specific argument.

Keywords

AI generated
uncashed check liability tortious act civil liability agency defense appeal admissibility

Cited Legislation

AI generated
Art. 914 A.C.
ac
Art. 79 para. 1 of Law 5960/1933
Art. 1 of Law 1325/1972
Art. 297 A.C.
ac
Art. 298 A.C.
ac
Art. 559 para. 8 no. 19 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1482 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1482/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Κασσαβέτη, Ιωάννη Παπανικολάου, Ρένα Ασημακοπούλου και Χαράλαμπο Ζώη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος:......, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Γκοτζιά.

Του αναιρεσιβλήτου: ......., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Κουτσούκο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-6-1999 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 195/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 286/2003 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά ο αναιρεσείων με την από 14-11-2005 αίτησή του και τους από 6-12-2006 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ρένα Ασημακοπούλου ανέγνωσε την από 5-1-07 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινομένης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, κατά την οποία όποιος ζημιώνει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, προκύπτει ότι μεταξύ των προϋποθέσεων της αδικοπρακτικής ευθύνης είναι ο παράνομος χαρακτήρας της πράξεως και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ του ζημιογόνου γεγονότος και της ζημίας.

Παράνομη είναι και η έκδοση ακάλυπτης επιταγής, σύμφωνα με το άρθρο 79 παρ.1 του Ν. 5960/1933, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Ν.1325/1972, κατά το οποίο τιμωρείται με τις προβλεπόμενες σ' αυτό ποινές εκείνος που εκδίδει επιταγή χωρίς να έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια τράπεζα κατά το χρόνο της εκδόσεως ή της πληρωμής.

Από την ποινική αυτή διάταξη, που θεσπίστηκε για τη προστασία όχι μόνο του δημοσίου, αλλά και του ιδιωτικού συμφέροντος, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 914 ΑΚ προκύπτει, ότι εκείνος που εκδίδει ακάλυπτη επιταγή, ζημιώνοντας έτσι παράνομα και υπαίτια άλλον, υποχρεούται να τον αποζημιώσει.

Η αξίωση προς αποζημίωση από το άρθρο 914 και επ. ΑΚ συρρέει με την αξίωση από την επιταγή από τα άρθρα 40-47 του Ν. 5960/1933 και απόκειται στο δικαιούχο να ασκήσει αυτήν που προκρίνει. Δικαιούχος της αποζημιώσεως είναι όχι μόνο ο κομιστής της επιταγής κατά το χρόνο της εμφανίσεώς της (τελευταίος κομιστής, αλλά και κάθε υπογραφέας που πλήρωσε την επιταγή, ως εξ αναγωγής υπόχρεος, και έγινε κομιστής, αφού αυτός υφίσταται τελικά τη ζημία από τη μη πληρωμή της επιταγής, η δε ζημία αυτού είναι απότοκος της παράνομης συμπεριφοράς του εκδότη και τελεί σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με αυτήν.

Το δικαίωμα αναγωγής του (τελευταίου) κομιστή κατά του εκδότη και των προγενέστερων υπογραφέων της επιταγής, παρέχεται από τις διατάξεις του Ν. 5960/1933 (άρθρο 44) σε οποιοδήποτε υπογραφέα της επιταγής, ο οποίος την πλήρωσε. Ο οπισθογράφος δε που πλήρωσε την επιταγή, δύναται επιπλέον να διαγράψει την οπισθογράφησή του, καθώς και τις οπισθογραφήσεις των επόμενων οπισθογράφων με συνέπεια να εμφανίζεται και ως τελευταίος κομιστής που στηρίζει το δικαίωμά του σε αδιάκοπη σειρά οπισθογραφήσεων (άρθρα 19 και 47 παρ.2 του Ν. 5960/1933).

Αντίθετη άποψη, ότι δηλ. δικαιούχος της αποζημιώσεως από τη μη πληρωμή της επιταγής είναι μόνο ο τελευταίος κομιστής αυτής, δεν συνάγεται ούτε από τη διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 79 του Ν. 5960/1933, που είχε προστεθεί με το άρθρο 4 παρ.1 του Ν. 2408/1996, και κατά την οποία η ποινική δίωξη (για την πράξη της παρ.1) ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση του κομιστή της επιταγής που δεν πληρώθηκε.

Τούτο δε διότι από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι ο όρος "κομιστής" της επιταγής χρησιμοποιείται στην παραπάνω διάταξη μόνο υπό την έννοια του τελευταίου κομιστή. Κατά συνέπεια, ως "κομιστής" θεωρείται κατά τη διάταξη αυτή και ο εξ αναγωγής υπόχρεος, ο οποίος πλήρωσε την επιταγή και έγινε κομιστής της.

Εξάλλου η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε ήδη από την παραγρ. 3 του άρθρου 15 του πρόσφατου νόμου 3472/2006, με την οποία ορίζεται ότι "Η ποινική δίωξη ασκείται με έγκληση του κομιστή της επιταγής, που δεν πληρώθηκε ή του εξ αναγωγής υποχρέου, ο οποίος την εξόφλησε και έγινε κομιστής της. Ο εξ αναγωγής υπόχρεος, ο οποίος εξόφλησε την επιταγή, δικαιούται να λάβει αποζημίωση, σύμφωνα με τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα για τις αδικοπραξίες (άρθρ. 914 επ).

Τέλος, η άποψη ότι ο εξ αναγωγής δικαιούχος ή ο ενεχυράσας την επιταγή κομιστής δεν έχουν δικαίωμα αποζημιώσεως κατά τα άρθρα 914 και επ. του ΑΚ, οδηγεί σε ανεπιεική αποτελέσματα, που δεν συνάγονται από το σκοπό του νόμου, αφού έτσι ωφελείται τελικά ο εκδότης, παρότι η δόλια συμπεριφορά του αποτελεί εκτροπή του θεσμού της επιταγής από την κατά νόμο λειτουργία του και συντελεί στη μείωση της αξιοπιστίας της επιταγής ως ex lege οργάνου πληρωμών.

Το ότι οι παραπάνω ζημιωθέντες έχουν δικαίωμα να στραφούν κατά του εκδότη ή προηγούμενων οπισθογράφων ασκώντας το προαναφερόμενο δικαίωμα αναγωγής αυτών δεν οδηγεί σε αντίθετο συμπέρασμα, αφού η παρεχόμενη από τις σχετικές διατάξεις προστασία είναι ενδεχόμενο στη συγκεκριμένη περίπτωση να αποβαίνει αναποτελεσματική.

Επομένως, και υπό την ισχύ της παρ. 5 του άρθρου 79 παρ.1 του Ν. 5960/1933, όπως αυτή είχε πριν αντικατασταθεί από το άρθρο 15 παρ.3 του Ν. 3472/2006, ο εξ αναγωγής υπόχρεος που πλήρωσε την επιταγή και έγινε εκ νέου κομιστής αυτής, έχει αξίωση αποζημιώσεως κατά του εκδότη, ως αμέσως ζημιωθείς από την παράνομη και υπαίτια πράξη του τελευταίου, σύμφωνα με τις διατάξεις περί αδικοπραξιών (Ολ.ΑΠ. 23/11-6-2007).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο που δίκασε την από 24-6-1999 αγωγή του αναιρεσιβλήτου κατά του αναιρεσείοντος δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ανέλεγκτα τα ακόλουθα: Ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων ....... εξέδωκε την 30-10-1998 τη με αριθμό .... τραπεζική επιταγή, ποσού 2.410.000 δρχ. πληρωτέα σε διαταγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου επί της Ε.Τ.Ε.

Την επιταγή αυτή μεταβίβασε ο ενάγων (αναιρεσίβλητος) με οπισθογράφηση στον Φ1, ο οποίος την εμφάνισε προς πληρωμή την 6-11-1998 και δεν πληρώθηκε λόγω έλλειψης αντίστοιχων διαθέσιμων κεφαλαίων. Στη συνέχεια, ο ενάγων (και ήδη αναιρεσίβλητος) πλήρωσε το χρηματικό ποσό της επιταγής στον εμφανίσαντα αυτή στην τράπεζα κομιστή της, Φ1 και κατέστη νόμιμος εξ αναγωγής κομιστής και δικαιούχος της επιταγής αυτής.

Ως νόμιμος δε εξ αναγωγής κομιστής της επιταγής, ζημιώθηκε από την έλλειψη αντίστοιχων διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη εναγομένου, λόγω της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς αυτού, ως εκδότη της επιταγής, να μην έχει αντίστοιχα της επιταγής διαθέσιμα κεφάλαια. Περαιτέρω απέρριψε το Εφετείο τις ενστάσεις του αναιρεσείοντος ότι η επίδικη επιταγή εξοφλήθηκε και ότι είναι επιταγή ευκολίας δεχθέν ειδικότερα ότι "η επιταγή αυτή παρέμεινε ανεξόφλητη και ότι δεν ήταν επιταγή ευκολίας, αλλά ότι ο εναγόμενος-αναιρεσείων εξέδωσε αυτήν για εξόφληση συμφωνηθεισών αμοιβών για εργασίες, που έγιναν στην επιχείρηση καφετέρια και ΚΑΡΤ αυτού από τον ενάγοντα (αναιρεσίβλητο).

Η αφερεγγυότητα του εναγομένου προκύπτει από το γεγονός ότι δεν είχε διαθέσιμα αντίστοιχα κεφάλαια για την πληρωμή της επιταγής κατά το χρόνο εμφάνισης της προς πληρωμή, αλλά και από το γεγονός ότι ούτε και μεταγενέστερα εξόφλησε αυτή. Με βάση τις παραδοχές αυτές, αφού εξαφάνισε ως προς την αγωγή του αναιρεσιβλήτου την πρωτόδικη απόφαση, που είχε δεχθεί ότι ο αναιρεσίβλητος ως εξ αναγωγής κομιστής δεν νομιμοποιείται στην άσκηση αυτής (αγωγής), έκρινε ως νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή του αναιρεσιβλήτου, ως εξ αναγωγής δικαιούχου από την επιταγή, κατόπιν ικανοποιήσεως του τελευταίου κομιστή και υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα να καταβάλλει ως αποζημίωση το ποσό της επιταγής.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των προαναφερομένων άρθρων του ΑΚ και του Ν. 5960/1933 και ο αντίθετος από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. λόγος του κυρίου δικογράφου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Όπως γίνεται φανερό από τις προαναφερθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα από την παραδοχή ότι ο αναιρεσίβλητος ζημιώθηκε από την έλλειψη αντίστοιχων διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη εναγομένου λόγω της αδικαιοπρακτικής συμπεριφοράς αυτού ως εκδότη της επιταγής, να μην έχει αντίστοιχα της επιταγής διαθέσιμα κεφάλαια, σε συνδυασμό και με το λοιπό περιεχόμενό της, το Εφετείο δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων με την έκδοση της επίμαχης επιταγής, η οποία δεν πληρώθηκε κατά την εμφάνισή της γιατί δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια Τράπεζα, εζημίωσε παρανόμως και υπαιτίως τον αναιρεσίβλητο, ως εξ αναγωγής δικαιούχο από την επιταγή κατόπιν ικανοποιήσεως από αυτόν του τελευταίου κομιστή.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο περιέλαβε επαρκείς αιτιολογίες ως προς την από αδικοπραξία ευθύνη του αναιρεσείοντος έναντι του αναιρεσίβλητου από την έκδοση ακάλυπτης επιταγής και ειδικότερα ως προς το στοιχείο της υπαιτιότητας του αναιρεσείοντος και ο αντίθετος από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δικ. πρώτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος.

Επειδή κατά το άρθρο 559 αριθ.8 περίπτωση δεύτερη του Κ.Πολ.Δικ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι οι αρνητικοί απλώς ισχυρισμοί ή εκείνοι που αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Δεν ιδρύεται όμως ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό. Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται αιτίαση εκ του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δικ. για το λόγο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος δεν ενομιμοποιείτο ενεργητικώς για την άσκηση της ένδικης αξιώσεως, διότι η επίδικη επιταγή τυπικώς μεν εκδόθη5κε εις διαταγήν του, αυτός όμως (αναιρεσίβλητος) ενεργούσε ως διευθύνων Σύμβουλος και εντολοδόχος της εταιρείας του με την επωνυμία "ΦΕΛΟΥΖΗΣ ΑΕ" και για λογαριασμό αυτής.

Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι το Εφετείο τον παραπάνω ισχυρισμό τον έλαβε υπόψη και τον απέρριψε εκ του πράγματος και ειδικότερα με την παραδοχή του ότι "ο εναγόμενος εξέδωσε την επιταγή αυτή για εξόφληση συμφωνηθεισών αμοιβών για εργασίες που έγιναν στην επιχείρηση καφετέρια και ΚΑΡΤ αυτού από τον ενάγοντα".

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14-11-2005 αίτηση του ...... για αναίρεση της 286/2003 αποφάσεως του Εφετείου Δωδεκανήσου, καθώς και τους από 6-12-2006 πρόσθετους λόγους αναιρέσεως.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1170) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ