Legislator Case Law & Legislation
1342/2007 AI generated

Supreme Court dismisses appeal hearing as inadmissible due to service of process occurring less than 90 days before trial.

Case Number 1342/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Inadmissible

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court declared the appeal hearing inadmissible because the actual service of the appeal request and trial notice on the respondent occurred less than 90 days prior to the scheduled session. Although the documents were formally delivered to the German consul, the court found the physical delivery to the respondent in Germany happened on January 29, 2007, which violated the statutory 90-day pre-trial service requirement. Consequently, the court ruled that the summons was not timely and the hearing must be rejected.

Legislator headnote

AI generated

Articles 134, 136, and 568 of the Code of Civil Procedure; The service of process on a foreign resident is deemed complete only upon actual delivery to the individual, not merely upon transmission to the foreign consul, and failure to serve at least 90 days before the hearing renders the summons inadmissible.

Keywords

AI generated
service of process foreign resident consular service 90 day rule inadmissible hearing Code of Civil Procedure timely summons

Cited Legislation

AI generated
Article 134 paragraphs 1 and 3 of the Code of Civil Procedure
Article 136 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 568 paragraph 4 item A of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1342 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1342/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Ελένη Παναγιωτάκη και Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :

Του αναιρεσείοντος : ...., κατοίκου Γερμανίας, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέργιο Παπαδηλέρη.

Του αναιρεσιβλήτου : ...., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-1-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 28490/2002 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 494/2004 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10 Ιουνίου 2004 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνον ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κανελλόπουλος ανέγνωσε την από 1η Μαρτίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος της αναίρεσης και να απορριφθούν οι δύο άλλοι λόγοι της. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 134 παρ. 1 και 3 Κ.Πολ.Δ, αν το πρόσωπο στο οποίο γίνεται η επίδοση διαμένει ή έχει την έδρα του στο εξωτερικό, η επίδοση γίνεται στον εισαγγελέα του δικαστηρίου, στο οποίο εκκρεμεί ή πρόκειται να εισαχθεί η δίκη, αυτός δε, όταν παραλάβει το έγγραφο, οφείλει να το αποστείλει, xωρίς υπαίτια καθυστέρηση, στον υπουργό των εξωτερικών, ο οποίος έχει την υποχρέωση να το διαβιβάσει σε εκείνον προς τον οποίο γίνεται η επίδοση.

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 136 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., η επίδοση που γίνεται κατά την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 134 θεωρείται ότι συντελέστηκε μόλις παραδοθεί το έγγραφο στον αρμόδιο εισαγγελέα, ανεξάρτητα από το χρόνο της αποστολής και της παραλαβής του από το πρόσωπο για το οποίο προορίζεται. Οι πιο πάνω διατάξεις, με τις οποίες καθιερώνεται νόμιμη πλασματική κλήτευση του διαδίκου, με πραγματική επίδοση του εγγράφου στον εισαγγελέα, όταν εκείνος προς τον οποίο γίνεται η επίδοση έχει γνωστή διεύθυνση στο εξωτερικό, εξακολουθούν να ισχύουν και μετά την κύρωση της από 15 Νοεμβρίου 1965 Διεθνούς Σύμβασης της Χάγης με το ν. 1334/1983.

Η διεθνής αυτή σύμβαση δεν καταργεί τις περί επιδόσεως διατάξεις του εσωτερικού δικαίου των Χωρών, που την υπέγραψαν, αλλά αποκλείει να θεωρηθεί η πλασματική επίδοση ως ολοκληρωθείσα με την απλή παράδοση του επιδοτέου εισαγωγικού της δίκης ή άλλου ισοδύναμου δικογράφου στον εισαγγελέα, όπως ορίζει το άρθρο 136 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.

δηλαδή ανεξάρτητα από το αν παραλήφθηκε από το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται, κατά τον οριζόμενο στο άρθρο 15 της συμβάσεως τρόπο. Και τούτο, για να διασφαλίζεται η περιέλευση του εγγράφου στον παραλήπτη του και να αποφεύγονται έτσι οι πλασματικές επιδόσεις και η ερήμην του διαδίκου διεξαγωγή της δίκης.

Eιδικότερα, τόσο κατά τις διατάξεις του άρθρου 15 της πιο πάνω Διεθνούς Σύμβασης, σχετικής με την επίδοση και κοινοποίηση στο εξωτερικό δικαστικών και εξώδικων πράξεων που αφορούν αστικές και εμπορικές υποθέσεις, η οποία, σύμφωνα με την 3/17-8-1983 ανακοίνωση του Υπουργείου Εξωτερικών, τέθηκε σε ισχύ ως προς την Ελλάδα από 18-9-1983, όσο και κατά το μη θιγόμενο από την ανωτέρω Διεθνή Σύμβαση, σύμφωνα με το άρθρο 25 αυτής, άρθρο 5 της από 11-5-1938 συμβάσεως μεταξύ Ελλάδος και Γερμανίας "περί αμοιβαίας δικαστικής αντιλήψεως επί υποθέσεων αστικού και εμπορικού δικαίου", η οποία κυρώθηκε με τον α.ν. 1432/1938 και επανατέθηκε σε ισχύ με την από 1-2-1952 ανακοίνωση του Υπουργείου Εξωτερικών και δεν θίχτηκε με την εισαγωγή του Κ.Πολ.Δ. (άρθρο 2 Εισ.

Ν Κ.Πολ.Δ. ΑΠ 1439/98), η απόδειξη της επιδόσεως των διαβιβαζόμενων, για σκοπό επίδοσης ή κοινοποίησης, στο εξωτερικό εγγράφων, πρέπει να προκύπτει είτε από το χρονολογημένο και δεόντως επικυρωμένο αποδεικτικό παραλαβής, από αυτόν προς τον οποίο απευθύνεται, είτε με πιστοποιητικό της αρχής του κράτους προς το οποίο η αίτηση, που να εμφαίνει το γεγονός, τον τόπο και τη χρονολογία της επίδοσης, έτσι που να βεβαιώνεται, όπως ήδη έχει προαναφερθεί, ότι αυτός προς τον οποίο γίνεται η επίδοση ή η κοινοποίηση έλαβε γνώση του προς επίδοση εγγράφου (ΑΠ. 144/2001).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ/φοι 1 και 2 Κ.Πολ.Δ συνάγεται ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο ΄Αρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιός επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο ΄Αρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση. Εξάλλου, κατά τη διάταξη της παραγράφου 4 εδαφ. α ΄ του άρθρου 568 του ίδιου Κώδικα, αν ο αναιρεσείων επισπεύδει τη συζήτηση, η κλήση συντάσσεται κάτω από το αντίγραφο του δικογράφου που έχει κατατεθεί και επιδίδεται με επιμέλειά του στους αντιδίκους τουλάχιστον εξήντα ημέρας πριν από τη δικάσιμο, αν όλοι οι διάδικοι που καλούνται διαμένουν στην Ελλάδα, και τουλάχιστον ενενήντα ημέρες, αν κάποιος από τους διαδίκους διαμένει στο εξωτερικό ή η διαμονή του είναι άγνωστη.

Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με όσα προεκτέθηκαν, προκύπτει ότι, αν με βάση τις διατάξεις της Διεθνούς Σύμβασης της Χάγης ή τις διατάξεις της πιο πάνω μεταξύ Ελλάδος και Γερμανίας Σύμβασης, πρόκειται να γίνει επίδοση του αναιρετηρίου με κλήση για συζήτηση της αναιρέσεως σε πρόσωπο, που έχει γνωστή διαμονή στη Γερμανία, για τον υπολογισμό της παραπάνω προθεσμίας των ενενήντα ημερών απαιτείται πραγματική περιέλευση του εισαγωγικού αυτού δικογράφου στον αναιρεσίβλητο και δεν έχει σημασία το χρονικό σημείο, κατά το οποίο επιδίδεται το έγγραφο αυτό στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (Α.Π. 1902/2005).

Τέλος, η διάταξη του άρθρου 144 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ, κατά την οποία οι προθεσμίες που ορίζονται από το νόμο ή τα δικαστήρια αρχίζουν από την επόμενη ημέρα μετά την επίδοση, εφαρμόζεται τόσο επί των προθεσμιών ενέργειας, όσο και επί των προπαρασκευαστικών προθεσμιών, δηλαδή εκείνων, οι οποίες τάσσονται και είναι απαραίτητο να παρέλθουν πριν από την ενέργεια ορισμένης πράξης.

Στην προκείμενη περίπτωση, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος επισπεύδεται η συζήτηση της υπό κρίση από 10 Ιουνίου 2004 αίτησης αναίρεσης, η οποία απευθύνεται κατά του ......, κατοίκου κατά τα αναγραφόμενα σ΄αυτήν, ....., δικάσιμος της οποίας, ύστερα από αναβολή από την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 13-3-2006, ορίστηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης (26-3-2007).

Κατά την εν λόγω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου του κατά τα άρθρα 242 παρ.2 και 573 παρ.1 Κ.Πολ,Δ. Από τα έγγραφα που ο αναιρεσείων επικαλείται και προσκομίζει και εκείνα που υπάρχουν στη δικογραφία ήτοι α) την .....

έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών ...., β) την από 6-4-2006 βεβαίωση της Γραμματέως του Αρείου Πάγου, γ) το υπό αριθμό 4859/9-11-2006 έγγραφο του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου προς την αρμόδια Δικαστική Αρχή της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, δ) το από 31-1-2007 έγγραφο της αλλοδαπής αυτής Δικαστικής Αρχής, ε) το 22286/27-2-2007 έγγραφο του (Ελληνικού) Υπουργείου Δικαιοσύνης προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και στ) το 947/7-3-2007 έγγραφο του εν λόγω Εισαγγελέα προς την Προϊσταμένη Διεύθυνσης της Γραμματείας του Αρείου Πάγου, προκύπτει ότι ακριβή αντίγραφα της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης και της πιο πάνω βεβαίωσης ότι δικάσιμος για τη συζήτησή της, ύστερα από αναβολή, ορίστηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης, με επίσημη μετάφρασή τους στη Γερμανική γλώσσα και με κλήση για να παραστεί κατά τη συζήτησή της, επιδόθηκαν μεν στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για τον αναιρεσίβλητο, κάτοικο .....

στις 9-11-2006, πλην όμως η πραγματική επίδοσή τους στον αναιρεσίβλητο, στην πιο πάνω κατοικία του στη Γερμανία, ύστερα από την αποστολή τους από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στην αρμόδια Δικαστική Αρχή της Γερμανίας, έγινε στις 29-1-2007, δηλαδή λιγότερο από τουλάχιστον ενενήντα ημέρες, όπως ορίζεται στην πιο πάνω διάταξη του άρθρου 568 παρ.4 εδ.

Α Κ.Πολ.Δ και όπως είχε ορίσει και ο αρμόδιος Αντιπρόεδρος του Α΄ Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, με τη συνημμένη στο τέλος της αίτησης αναίρεσης οικεία πράξη του. Επομένως, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, ανεξάρτητα από το ότι η επίδοση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου έγινε στις 9-11-2006, αφού η πραγματική περιέλευση προς τον αναιρεσίβλητο του εισαγωγικού δικόγραφου της αίτησης αναίρεσης και της βεβαίωσης για τον ορισμό δικασίμου, με κλήση για να παραστεί κατά τη συζήτηση, έγινε στις 29-1-2007, δηλαδή λιγότερο από ενενήντα ημέρες πριν από τη δικάσιμο της 26-3-2007, η κλήτευσή του δεν είναι εμπρόθεσμη και γι΄αυτό πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 10 Ιουνίου 2004 αίτησης, για αναίρεση της 494/2004 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, ως προς τις διατάξεις της που αναφέρονται στον αναιρεσίβλητο.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Μαΐου 2007.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Ιουνίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ