Legislator Case Law & Legislation
1049/2007 AI generated

Employer's unilateral contract modification deemed not to constitute constructive dismissal without proof of malicious intent.

Case Number 1049/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the employer's appeal against the labor court's finding that the employee's refusal to accept a salary cut constituted constructive dismissal. The court held that a unilateral change in employment terms does not automatically terminate the contract but requires proof of malicious intent to force resignation. Since the employer failed to demonstrate that the wage delay was driven by malice rather than financial issues, the lower court's decision was upheld.

Legislator headnote

AI generated

Articles 648, 652, 656, 349 of the Civil Code; Article 7(1) of Law 2112/1920; Article 5(3) of Law 3198/1955: A unilateral modification of employment terms by the employer does not constitute constructive dismissal unless proven to be malicious and intended to force the employee to resign.

Keywords

AI generated
unilateral contract modification constructive dismissal malicious intent employment law salary reduction labor dispute constructive termination

Cited Legislation

AI generated
Articles 648, 652, 656, 349 of the Civil Code
Article 7(1) of Law 2112/1920
Article 5(3) of Law 3198/1955
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1049 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1049/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ανδρέα Μαρκάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ναυτικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΚΡΗΤΟΜ ΝΑΥΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στο Ηράκλειο Κρήτης, νομίμως εκπροσωπουμένης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Αναγνωστόπουλο.

Της αναιρεσίβλητης: ..... , η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Σαββόπουλο, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/12/2000 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 318/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 667/2003 οριστική του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25/9/2004 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Ζιάκας ανέγνωσε την από 3/3/2006 έκθεση του τότε Αρεοπαγίτη και νυν Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χλαμπουτάκη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 652 παρ. 1, 656, 349 ΑΚ, 7παρ. 1 ν. 2112/1920 και 5 παρ. 3 ν. 3198/1955 προκύπτει, ότι η μονομερής από τον εργοδότη και δυσμενής για το μισθωτό μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας δε συνεπάγεται, χωρίς άλλο, τη λύση της, αλλά παρέχει το δικαίωμα στο μισθωτό είτε να θεωρήσει τη μεταβολή αυτή ως άτακτη καταγγελία της συμβάσεως εκ μέρους του εργοδότη και να ζητήσει την καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως, είτε, εμμένοντας στη σύμβαση, να αξιώσει την τήρηση των όρων της και την αποδοχή της εργασίας του από τον εργοδότη σύμφωνα με το πριν τη μεταβολή περιεχόμενο της συμβάσεως και, σε περίπτωση αρνήσεως του εργοδότη να αποδεχθεί την εργασία αυτή, να ζητήσει μισθούς υπερημερίας.

Μόνη όμως η καθυστέρηση καταβολής του μισθού δε συνιστά βλαπτική, υπό την εκτεθείσα έννοια, μεταβολή των όρων της εργασιακής συμβάσεως, εκτός αν γίνεται δολίως και δη για να εξαναγκασθεί ο μισθωτός σε αποχώρηση από την εργασία του . Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε ανελέγκτως τα εξής :

Η αναιρεσίβλητη προσλήφθηκε από τη μη διάδικο στην παρούσα υπόθεση ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΔΟΜΙΚΗ ΚΡΗΤΗΣ ΑΕ" με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ως βοηθός λογιστή, και παρείχε έκτοτε τις υπηρεσίες της σ' αυτήν. Από την 1-7-1997, όμως, και εφεξής τις εν λόγω υπηρεσίες παρείχε με τους ίδιους όρους στην αναιρεσείουσα ναυτική εταιρεία, η οποία, από το Δεκέμβριο του έτους 1999 έπαυσε να καταβάλλει σ' αυτήν ολόκληρο τον ανερχόμενο σε 302.305 δραχμές μηνιαίο μισθό της, αλλά της κατέβαλλε τμηματικώς ένα μέρος από το μισθό αυτόν.

Συγκεκριμένα, ενώ από το Δεκέμβριο 1999 μέχρι το Δεκέμβριο 2000 η αναιρεσίβλητη έπρεπε να λάβει για μισθούς, δώρο Πάσχα 2000, επίδομα αδείας 2000 και δώρο Χριστουγέννων 2000, το συνολικό ποσό των 4.534.576 δραχμών, η αναιρεσείουσα της κατέβαλε μόνο 1.871.929 δραχμές απομένοντος έτσι υπολοίπου 2.662.647 δραχμών. Εξαιτίας της συμπεριφοράς αυτής της αναιρεσείουσας η αναιρεσίβλητη προέβη από 9-10-2000 σε επίσχεση της εργασίας της με αποτέλεσμα να περιέλθει έκτοτε η αναιρεσείουσα σε υπερημερία σχετικά με τις αποδοχές των μηνών Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου 2000 καθώς και του δώρου Χριστουγέννων του ιδίου έτους και ότι η καθυστέρηση αυτή καταβολής των δεδουλευμένων ως άνω αποδοχών της αναιρεσίβλητης έγινε με σκοπό τον εξαναγκασμό αυτής σε αποχώρηση από την εργασία της και δεν ήταν απλή καθυστέρηση, ούτε οφειλόταν σε οικονομικά προβλήματα της αναιρεσείουσας.

Με βάση τα ανωτέρω περιστατικά το Εφετείο κατέληξε στην κρίση ότι η συμπεριφορά αυτή της αναιρεσείουσας συνιστά μονομερή βλαπτική για την αναιρεσίβλητη μεταβολή των όρων της εργασιακής συμβάσεως η οποία δίδει στην τελευταία το δικαίωμα να τη θεωρήσει ως καταγγελία της συμβάσεώς της και να ζητήσει αποζημίωση απολύσεως.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου και επομένως ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Απορριπτέος επίσης, ως αβάσιμος είναι και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της μη λήψεως υπόψη από το δικαστήριο των εκτιθεμένων εγγράφων και συγκεκριμένα α) των πρακτικών του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου με την περιεχόμενη σ' αυτά κατάθεση του μάρτυρα της αναιρεσείουσας, β) των πρακτικών της υπ' αριθμ. 740/2001 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου Κρήτης, γ) της υπ' αριθμ. 2746/2000 αιτήσεως της αναιρεσίβλητης για συντηρητική κατάσχεση της κινητής και ακίνητης περιουσίας της αναιρεσείουσας και δ) της υπ' αριθμ. 740/2001 αποφάσεως του πιο πάνω δικαστηρίου επί της αιτήσεως αυτής, που η αναιρεσείουσα επικαλέστηκε και προσκόμισε στο Εφετείο, αφού από τη διαβεβαίωση του εν λόγω Δικαστηρίου, ότι έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει αδιστάκτως ότι ελήφθησαν υπόψη και τα έγγραφα αυτά.

Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. κατά τον οποίο, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται τα πράγματα αυτά χωρίς να εκθέτει ούτε γενικώς από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι δέχτηκε πράγματα ως αποδειχθέντα χωρίς απόδειξη, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25-9-2004 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "ΚΡΗΤΟΜ ΝΑΥΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" για αναίρεση της υπ' αριθμ. 667/2003 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 24 Απριλίου 2007.

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 15 Μαΐου 2007.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ