Legislator Rechtsprechung & Gesetzgebung
854/2021 KI-generiert

Supreme Court dismisses appeal against final land boundary ruling as it concerns only non-appealable defendants.

Geschäftsnummer 854/2021
Gericht / Behörde
Rechtsordnung Griechenland (EL)
Entscheiddatum
Ausgang Abgewiesen (Dismissed)

Legislator-Zusammenfassung

KI-generiert

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the final 2018 court decision regarding land boundaries. The appellant argued procedural errors regarding evidence, but the court found the appeal inadmissible because it targeted the State and a Municipality, who were not original parties to the initial suit. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the intervening parties.

Legislator-Regeste

KI-generiert

Articles 556 and 559 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible against portions of a decision that concern defendants not originally involved in the suit, as such parties cannot be the subject of an appeal.

Schlagwörter

KI-generiert
admissibility of appeal intervening parties original parties procedural inadmissibility costs of litigation land boundary dispute final decision

Zitierte Gesetzesbestimmungen

KI-generiert
Articles 556 and 559 of the Code of Civil Procedure
Article 79 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, and 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 22 paragraph 1 of Law 3693/1957
Article 281 paragraph 2 of Law 3463/2006
Article 495 paragraph 4 letter e of the Code of Civil Procedure

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext

Απόφαση 854 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 854/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Γεώργιο Παπανδρέου, Αναστασία Περιστεράκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 13 Ιανουαρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Α. Π. του Ι., κατοίκου …, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κλεάνθη Βουλκίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δήμου Αμφιπόλεως της Περιφερειακής Ενότητας Σερρών, ως διαδόχου της Κοινότητας Ν. Κερδυλλίων Ν. Σερρών, που εδρεύει στο Ροδολίβος Σερρών και εκπροσωπείται νόμιμα από το Δήμαρχό του, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Λευκόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ζωή Μαυρίδου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-5-1995 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σερρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 196/1997, 254/2000 μη οριστικές του ίδιου Δικαστηρίου. Στην συνέχεια το Ελληνικό Δημόσιο άσκησε την από 19-7-2013 κύρια παρέμβασή του η οποία συνεκδικάσθηκε με την ανωτέρω αγωγή και εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 51/2014 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 810/2018 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16-4-2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των άρθρων 559 και 556 ΚΠολΔ. προκύπτει, ότι η αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη κατά το μέρος που στρέφεται κατά εκείνων των αντιδίκων του αναιρεσείοντος, τους οποίους δεν αφορούν οι αποδιδόμενες με αυτήν πλημμέλειες και ως προς τους οποίους, συνεπώς , δεν είναι δυνατόν να αναιρεθεί η απόφαση, ακόμη κι αν ευδοκιμήσει κάποιος από τους λόγους αυτούς.

Εξάλλου, με την άσκησή της, κατά το άρθρο 79 του ΚΠολΔ, κυρίας παρέμβασης, με την οποία ο παρεμβαίνων αντιποιείται εν όλω ή εν μέρει το αντικείμενο της μεταξύ άλλων εκκρεμούς δίκης, ο παρεμβαίνων καθίσταται αντίδικος των αρχικών διαδίκων, χωρίς να δημιουργείται και σχέση ομοδικίας μεταξύ αυτού και των αρχικών διαδίκων.

Στην προκειμένη υπόθεση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα: Η αναιρεσείουσα Α. Π. άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σερρών την από 19.5.1995 διεκδικητική αγωγή, κατά της τότε Κοινότητας Νέων Κερδυλλίων Ν. Σερρών. Ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου ο διάδοχος της αρχικώς εναγομένης Κοινότητας Νέων Κερδυλλίων, πρώτος αναιρεσίβλητος, Δήμος Αμφίπολης, με την από 22.10.2012 ανακοίνωση δίκης, επικαλούμενος ότι στην έκταση που διεκδικεί η ενάγουσα εγείρει δικαιώματα ιδιοκτησίας το δεύτερο αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, ανακοίνωσε προς το τελευταίο την ανοιγείσα δίκη και το κάλεσε να παρέμβει σε αυτήν, οπότε το Ελληνικό Δημόσιο άσκησε κατά αμφοτέρων των αρχικών διαδίκων την από 19.7.2013 κύρια παρέμβαση, με την οποία ζήτησε να αναγνωρισθεί η κυριότητά του στις επίδικες εκτάσεις.

Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Σερρών με την 51/2014 οριστική απόφασή του απέρριψε την αγωγή, καθώς και την ένσταση ιδίας κυριότητας του εναγομένου Δήμου Αμφίπολης, ενώ δέχθηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμη την κυρία παρέμβαση και αναγνώρισε το Ελληνικό Δημόσιο αποκλειστικό κύριο των επιδίκων εκτάσεων. Εναντίον της απόφασης αυτής του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η ενάγουσα και ο εναγόμενος Δήμος Αμφίπολης, καθών η κυρία παρέμβαση, ως ηττηθέντες διάδικοι άσκησαν ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης τις από 29.7.2014 (αριθ.

καταθ. 97/8.8.2014) και από 18.11.2014 (αριθ. καταθ. 141/18.11.2014) αυτοτελείς εφέσεις. Το Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την 810/2018 απόφασή του, αφού συνεκδίκασε τις εφέσεις απέρριψε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση του πρώτου αναιρεσιβλήτου Δήμου Αμφίπολης. Επίσης δέχθηκε τυπικά και εν μέρει κατ' ουσίαν την έφεση της ενάγουσας και μετά την εν μέρει εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως, αναγνώρισε το κυρίως παρεμβαίνον Ελληνικό Δημόσιο αποκλειστικό κύριο των επιδίκων εκτάσεων.

Εναντίον της εφετειακής αυτής απόφασης η εκκαλούσα - ενάγουσα άσκησε την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, την οποία απευθύνει τόσο κατά του εφεσίβλητου - κυρίως παρεμβαίνοντος Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο νίκησε στην έκκλητη δίκη όσο και εναντίον του εφεσίβλητου - εκκαλούντος Δήμου Αμφίπολης, ο οποίος ηττήθηκε στην ίδια δίκη.

Με βάση όμως τα όσα εκτέθηκαν, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, κατά το μέρος που στρέφεται κατά του πρώτου αναιρεσιβαλλομένου Δήμου Αμφίπολης, η έφεση του οποίου απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, καθόσον στο αναιρετήριο δεν περιέχεται λόγος αναίρεσης που να αφορά στον πρώτο αναιρεσίβλητο και στην απορριπτική ως προς αυτόν κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης.

Αντίθετα, κατά το μέρος που στρέφεται κατά του νικήσαντος στην έκκλητη δίκη, κυρίως παρεμβαίνοντος, δεύτερου αναιρεσίβλητου, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ. και, συνεπώς, ως προς τον δεύτερο αναιρεσίβλητο είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571 και 577 Κ.Πολ.Δικ.)

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 7 του Ν. 147/1914 στις Νέες Χώρες, οι οποίες βρίσκονταν προηγουμένως κάτω από την άμεση επικυριαρχία του Οθωμανικού Κράτους, διατηρούνται σε ισχύ οι διατάξεις του Οθωμανικού Δικαίου "περί γαιών", οι οποίες ρυθμίζουν τα σχετικά με την κτήση δικαιωμάτων ιδιωτικής φύσεως επ' αυτών, ενώ οι δικαιοπραξίες γι' αυτά συντελούνται εφεξής κατά τους ελληνικούς νόμους.

Στην κατηγορία των Νέων Χωρών ανήκει και η Μακεδονία, στην οποία από 1.2.1914 άρχισε να ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 3 του ίδιου ως άνω νόμου, η ελληνική νομοθεσία. Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 51 και 55 του ΕισΝΚΔ, η κτήση κυριότητας ή άλλου εμπραγμάτου δικαιώματος, που έλαβε χώρα πριν από την εισαγωγή του ΑΚ, κρίνεται κατά το δίκαιο που ίσχυε κατά τον χρόνο κατά τον οποίο έγιναν τα πραγματικά περιστατικά, που απαιτούνται για την κτήση αυτών, ενώ η προστασία τους διέπεται εφεξής από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα.

Κατά το άρθρο 1 του νόμου της 7ης Ραμαζάν 1274(1856), οι γαίες στο Οθωμανικό Κράτος διαιρούνταν σε πέντε κατηγορίες: α) τις γαίες καθαρής κυριότητας (εραζίτ μεμλουκέ) , δηλαδή γαίες εξουσιαζόμενες λόγω κυριότητας, β) τις δημόσιες γαίες (εραζίτ μιριγέ), γ) τις αφιερωμένες γαίες (εραζίτ μεβκουφέ), δ) τις εγκαταλελειμένες γαίες (εραζίτ μετρουκέ) και ε)τις νεκρές γαίες (εραζίτ μεβάτ).

Στο οθωμανικό κράτος ολόκληρη η γη ήταν δημόσια εκτός από τις γαίες καθαρής ιδιοκτησίας που καθορίζονται στο άρθρο 2 του ως άνω νόμου της 7ης Ραμαζάν και που παραχωρούνταν κατά κυριότητα σε ιδιώτες με αυτοκρατορικά (σουλτανικά) φιρμάνια (διατάγματα), ενώ δεν χωρούσε κατάλυση του χαρακτήρα της δημόσιας γης με κτητική παραγραφή (άρθρο 1248 ΟθΝπΓαιών).

Τέτοια κατάλυση δεν μπορούσε να επιφέρει ούτε η μεταβίβαση της γης με σπαχί, ταπί ή χοτζέπιο (απόφαση ιεροδικείου), γιατί οι τίτλοι αυτοί μόνο δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) μπορούσαν να προσπορίσουν. Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Οθωμανικού νόμου "περί γαιών" της 7ης Ραμαζάν 1274 (1856) του οποίου οι διατάξεις, που ρυθμίζουν τα δικαιώματα ιδιωτικής φύσης επί των γαιών αυτών, διατηρήθηκαν σε ισχύ στις Νέες Χώρες με τη διάταξη του άρθρου 2 του ν. 147/1914, "δημόσιαι γαίαι είναι οι λειμώνες, οι αγροί, αι χειμεριναί και θεριναί βοσκαί, τα δάση και οι παρόμοιοι τόποι", των οποίων η κυριότητα ανήκει στο Τουρκικό Δημόσιο.

Κατά τις διατάξεις των άρθρων 9, 19, 30, 68 και 71 του ίδιου πιο πάνω Οθωμανικού νόμου, επί των δημόσιων γαιών (εραζίτ μιριγιέ) μόνο δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) μπορούν να αποκτήσουν οι ιδιώτες, με την έκδοση έγγραφου τίτλου, ταπίου, που φέρει την αυτοκρατορική σφραγίδα ή μονόγραμμα του Σουλτάνου και στο οποίο ρητά αναφέρεται το είδος των παραχωρούμενων γαιών, ενώ, σύμφωνα με το άρθρο 35 του νόμου περί γαιών " ο κάτοχος των δια ταπίου κατεχομένων γαιών δύναται να παραχωρήσει αυτάς εις ον τινα θελήσει, τη αδεία του αρμοδίου υπαλλήλου είτε δωρεάν είτε αντί γνωστού τιμήματος. 'Ακυρος είναι πάσα παραχώρησις δημοσίων γαιών άνευ της αδείας και συμπράξεως του ειδικού υπαλλήλου".

Ειδικότερα, η παραχώρηση χρήσης δημόσιας γης με ταπί δεν σήμαινε ότι ο κάτοχος του τεσσαρούφ είχε τη δυνατότητα να αξιοποιήσει αυτό κατά το δοκούν, καθώς η κατά προορισμό χρήση νοούνταν στον ΟθΝπΓαιών ως υποχρέωση του εξουσιαστή. Εξαίρεση του κανόνα ότι μόνο με τίτλο (ταπί) αποκτάται το δικαίωμα εξουσιάσεως για ορισμένη χρήση των δημοσίων γαιών καθιερώνει το άρθρο 78 του ανωτέρω νόμου "περί γαιών" ,σύμφωνα με το οποίο , εάν κάποιος καταλάβει και καλλιεργήσει δημόσιες και αφιερωμένες γαίες για δέκα (10) έτη, χωρίς δικαστική αμφισβήτηση από το Δημόσιο αποκτά δικαίωμα εγκαταστάσεως και είτε έχει έγκυρο τίτλο, είτε δεν έχει , οι γαίες δεν θεωρούνται σχολάζουσες , αλλά δίδεται σ' αυτόν δωρεάν νέος τίτλος.

Από το σαφές περιεχόμενο της παραπάνω διατάξεως, την ερμηνευτική εγκύκλιο του Υπουργείου Δικαιοσύνης της 28 Σεφέρ 1304, του άρθρου 13 του νόμου "περί εγγράφων ταπίων" της 8 Δζεμαχήλ Αχίρ 1275 (1857), του άρθρου 2 των διασαφητικών διατάξεων περί ταπίων της 15 Σαμπάν 1276, αλλά και το σύνολο των διατάξεων του νόμου περί γαιών (ειδικότερα των άρθρων 9,30,71), συνάγεται, ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την απόκτηση του δικαιώματος αυτού της μονίμου εγκαταστάσεως είναι όχι μόνο η συνεχής επί δέκα (10) έτη κατοχή, αλλά και η ταυτόχρονη καλλιέργεια γης, χωρίς να απαιτείται και η στο όνομα αυτού έκδοση τίτλου (ταπίου), ο οποίος ήταν απλώς αποδεικτικό μέσο και όχι συστατικό στοιχείο του δικαιώματος.

Επομένως, η διάταξη του άρθρου 78 έχει εφαρμογή μόνον επί καλλιεργήσιμων γαιών και όχι επί οικοπέδων και κήπων, έστω και αν καλλιεργούνται με κηπευτικά και με οπωροφόρα δένδρα, ούτε επί βοσκοτόπων, δασών κλπ., τα οποία εξουσιάζονται μόνο με έκδοση τίτλου (ταπίου) κατά τα προεκτιθέμενα. Ακολούθως δε, με το διάταγμα 2468/1917 της προσωρινής κυβερνήσεως Θεσσαλονίκης (άρθρο 2 αυτού), το οποίο κυρώθηκε με το Ν. 1072/1917, καταργήθηκε κατά βάση ο θεσμός των δημοσίων γαιών του οθωμανικού δικαίου.

Από της ισχύος του ως άνω διατάγματος, δηλαδή από 20.5.1917, το δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως (τεσσαρούφ) μεταβλήθηκε σε δικαίωμα πλήρους και οριστικής κυριότητας των 4/5 εξ αδιαιρέτου, του υπολοίπου 1/5 εξ αδιαιρέτου παραμείναντος στο Δημόσιο, ενώ ο Ν. 2052/1920 επαναλαμβάνει στα άρθρα 49 επ. , τις διατάξεις του διατάγματος 2468/1917.

Στη συνέχεια, με τα άρθρα 101-104 του διατάγματος της 11/12.11.1929, που εκδόθηκε κατά εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του Ν. 4226/1929 και τροποποιήθηκε με τα άρθρα 17,18 και 19 του νόμου 1540/1938 , παραχωρήθηκε στους ιδιοκτήτες των 4/5 και το υπόλοιπο 1/5 εξ αδιαιρέτου και έτσι αυτοί που είχαν αποκτήσει δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως έγιναν καθ' ολοκληρία κύριοι του ακινήτου και χωρίς εγγραφή στα βιβλία μεταγραφών.

Εξάλλου, όταν ένα ακίνητο υπάγεται στην κατηγορία των δημοσίων γαιών, δεν είναι δυνατόν να αποκτηθεί κατά κυριότητα με χρησικτησία από ιδιώτη, διότι, όπως προκύπτει από τα άρθρα 1248 και 1314 του Οθωμανικού Αστικού Κώδικα, η χρησικτησία δεν αναγνωρίζεται από αυτόν ως τρόπος κτήσης κυριότητας. Εάν, όμως, στο ακίνητο αυτό ο ιδιώτης απέκτησε δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως (τεσσαρούφ) , το οποίο μετατράπηκε, όπως προαναφέρθηκε, σε δικαίωμα πλήρους κυριότητας, τότε το ακίνητο αυτό, μη περιερχόμενο στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, μπορεί να χρησιδεσποθεί, αφού οι διατάξεις του άρθρου 21 του Ν.Δ.

της 29.4/6.5.1926, δια του οποίου απαγορεύθηκε εφεξής κάθε παραγραφή των επί κτημάτων του Δημοσίου δικαιωμάτων του, άρα και η επ' αυτών χρησικτησία τρίτων (απαγόρευση η οποία ισχύει από 11.9.1915 βάσει των ισχυσάντων έκτοτε δυνάμει του Ν. ΔΞΗ' /1912 δικαιοστασίων) δεν έχουν εφαρμογή επ'αυτού, γιατί το ακίνητο κατά νόμο έπαυσε να έχει το χαρακτήρα δημοσίου κτήματος και κατέστη ιδιωτικό.

Όλα τα ανωτέρω βέβαια υπό την προϋπόθεση ότι επί των εν λόγω ακινήτων ασκούνταν κατά την 20 Μαϊου 1917 δικαίωμα διαρκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) από ιδιώτη, βάσει ταπίου που είχε προεκδοθεί της προσάρτησης των νέων χωρών, ή, προκειμένου περί αγρών, ότι μέχρι την ημερομηνία αυτή είχαν καλλιεργηθεί επί δεκαετία χωρίς δικαστική αμφισβήτηση.

Για όσες δημόσιες γαίες δεν συνέτρεχαν οι ανωτέρω προϋποθέσεις, η κυριότητά τους με την απελευθέρωση των νέων χωρών περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο δικαιώματι πολέμου βάσει διεθνών συνθηκών (άρθρο 60 της Συνθήκης της Λωζάνης που κυρώθηκε με το άρθρο 1 του ΝΔ της 28.8.1912), σε συνδυασμό με τα άρθρα 1, 7 και 27 της συμφωνίας μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας που κυρώθηκε με το Ν. 4793/1930 και της από 21.6.1924 απόφασης της μικτής επιτροπής ανταλλαγής πληθυσμών ή με τις διατάξεις του οθωμανικού νόμου περί γαιών που διατηρήθηκε σε ισχύ, όπως παραπάνω αναφέρεται.

Η κυριότητα δε αυτή δεν μπορούσε πλέον να καταλυθεί με κατάληψη από ιδιώτη δημοσίου κτήματος και επιχείρηση πράξεων νομής σε αυτό μετά το έτος 1914, γιατί κατά το διάστημα μεν από 11.9.1915 έως το 1926 ίσχυε δικαιοστάσιο, με το διάταγμα δε της 22-4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης" απαγορεύθηκε η χρησικτησία σε βάρος των δημοσίων κτημάτων.

Συνεπώς, σε ακίνητο περιελθόν στο Δημόσιο με την προσάρτηση των νέων χωρών μπορούσε να ασκηθεί νομή χρησικτησίας μόνο κατά το διάστημα από το έτος 1914 έως 11.9.1915, το οποίο όμως διάστημα δεν αρκεί για την κτήση κυριότητας..." Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, επιτρέπεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε δηλαδή έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 7/2006).

Αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται, δε, ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε , αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018).

Με τον παραπάνω λόγο ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται,δηλαδή, αν η αγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση κλπ ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή στην ουσία (ΟλΑΠ 10/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης 810/2018 αποφάσεως (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης που την εξέδωσε δέχτηκε με αυτή, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), τα ακόλουθα: Δυνάμει του υπ' αριθ. …/…-6-1965 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Νιγρήτας Ευαγγέλου Καζαμία, που μεταγράφηκε νόμιμα...

στην ενάγουσα Α. Π. του Ι.μεταβιβάστηκε κατά κυριότητα λόγω πώλησης από τον Ρ. Α. του Α., ένα αγρόκτημα μετά των επ'αυτού κτισμάτων ήτοι μιας αγροικίας, ενός ιδιωτικού παρεκκλησίου, δύο μικρών αποθηκών και ενός φυλακίου αγροφύλακα, έκτασης, κατά μεν τον ανωτέρω τίτλο κτήσης 200 στρεμμάτων ή όσης έκτασης και αν είναι, ήδη δε κατά τους ισχυρισμούς της ενάγουσας με την υπό κρίση αγωγή 569.552,12 τ.μ.

που βρίσκεται στην περιοχή ... της κτηματικής περιφέρειας της Κοινότητας Νέων Κερδυλλίων και ειδικότερα στις θέσεις ..., ..., ..., ... . ..., ..., ... και ..., συνορευόμενο ..., όπως τούτο εμφαίνεται υπό διαστάσεις, έκταση και μερικότερα όρια των τεμαχίων εκ των οποίων αποτελείται, στην επισυναφθείσα στο ανωτέρω συμβόλαιο αποτύπωση του μηχανικού Ο.

Μ., με αύξοντες αριθμούς τεμαχίων …-… , πλην των … , … και μέρους του …, …-… , μέρους των … και …, μέρους του … και … - …, εκ των οποίων αναφέρονται ως καλλιεργήσιμα 35 στρέμματα, ενώ τα υπόλοιπα περιγράφονται ως άγονα, χέρσα και αμμώδη. Το ως άνω αγρόκτημα είχε περιέλθει στον δικαιοπάροχο της ενάγουσας...από κληρονομία του αποβιώσαντος κατά το έτος 1921 πατέρα του, Α.

Α. του Ρ., δυνάμει της από 4-7-2016 ιδιόγραφης διαθήκης του, που δημοσιεύθηκε νόμιμα και κηρύχθηκε κυρία με το υπ' αριθ. 330/1921 πρακτικό δημοσίευσης του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, την εν λόγω δε κληρονομία ο Ρ. Α. αποδέχθηκε υπεισερχόμενος σ' αυτήν. Αντιστοίχως, δε, στον Α. Α. του Ρ. φέρεται, κατά τους ισχυρισμούς της ενάγουσας, να περιήλθε το ανωτέρω αγρόκτημα λόγω πωλήσεως από τον ομογενή, αλλά οθωμανό υπήκοο, Γ.

Δ., εκδοθέντων επ' ονόματί του των αναφερομένων στο προαναφερθέν συμβόλαιο αγοράς τίτλων κυριότητας (ταπίων) των, κατά την αγωγή, κτημάτων (τεμαχίων) τέλειας ή πλήρους κυριότητας κατά την οθωμανική νομοθεσία , ήτοι εκδόθηκαν α) για τα υπ' αριθ. …-… τεμάχια οι υπ' αριθ…., …, …, …, …, …, …, …, …, …, …, …., …, …, …, …, …, …, …, …, …, …, …, …, …., … και … τίτλοι κυριότητας (ταπία) του τουρκικού κτηματολογίου του τουρκικού έτους 1301, καθ' ημάς 1885, β) για τα υπ' αριθ.

…-… τεμάχια οι υπ' αριθ. …, …, …, …, …, … και …. τίτλοι κυριότητας (ταπία) του τουρκικού κτηματολογίου του τουρκικού έτους 1301, καθ' ημάς 1885, γ) για τα υπ' αριθ. …-… τεμάχια οι υπ' αριθ. … και …. τίτλοι κυριότητας (ταπία) του τουρκικού κτηματολογίου του τουρκικού έτους 1301, καθ' ημάς 1885, δ) για το υπ' αριθ. … τεμάχιο, οι υπ' αριθ.

… και … τίτλοι κυριότητας (ταπία) του τουρκικού κτηματολογίου του τουρκικού έτους 1301, καθ' ημάς 1885 και ε) για τα υπ' αριθ. …-… τεμάχια, παραλειπομένου του 51ου, οι υπ' αριθ. …, …, …, …, …, … και … του τουρκικού κτηματολογίου του τουρκικού έτους 1301, καθ' ημάς ..., ενώ, σε προφανή διάσταση με το ανωτέρω συμβόλαιο κτήσης εκ μέρους της του ακινήτου η ενάγουσα στην υπό κρίση αγωγή αναβιβάζει τους σχετικούς τίτλους (ταπία) σε 87, μεταξύ των οποίων και τα με αριθμούς …-… του τουρκικού έτους 1301 (χριστιανικού 1885).

Κατά το χρονικό διάστημα από 26-2-1992 μέχρι 4-4-1992 η αρχικώς εναγομένη Κοινότητα Νέων Κερδυλλίων κατέλαβε τρία τμήματα, τα οποία, κατά τους ισχυρισμούς της ενάγουσας, περιλαμβάνονται στο προπεριγραφέν αγρόκτημα και συγκεκριμένα α) τμήμα εμβαδού 185.000 τ.μ., κείμενο στις θέσεις ..., ... και ..., όπως τούτο εμφαίνεται στο υπό στοιχεία ΑΒΓΔΕΖΗΘΑ στο συνημμένο στην αγωγή τοπογραφικό διάγραμμα, β) τμήμα εμβαδού 2.000 τ.μ., κείμενο στη θέση ..., όπως τούτο εμφαίνεται υπό στοιχεία ΙΚΛΜΙ στο ίδιο διάγραμμα και γ) τμήμα εμβαδού 7.500 τ.μ., κείμενο στη θέση ..., όπως τούτο εμφαίνεται υπό στοιχεία ΝΞΟΝ στο ανωτέρω διάγραμμα από τα οποία απέβαλε την ενάγουσα και, αφού τα ισοπέδωσε με ειδικά μηχανήματα, έκτοτε τα κατέχει.

Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι τα ως άνω καταληφθέντα και ήδη επίδικα τμήματα αντιστοιχούν και εμπίπτουν στις εκτάσεις που περιήλθαν στον απώτατο δικαιοπάροχό της με τους υπ'αριθ. 9, 45, 47, 38, 39 και 40 τίτλους (ταπία) του τουρκικού έτους 1301(χριστιανικού 1885). Πλην όμως, όπως προκύπτει από την από 10-7-2009 έκθεση πραγματογνωμοσύνης της ..., Επίκουρης Καθηγήτριας της Νομικής Σχολής του ΑΠΘ, η οποία διορίσθηκε πραγματογνώμων με την υπ' αριθ. 254/2000 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, οι εν λόγω τίτλοι με αριθμούς …, …, …, …, … και … του μηνός Νοεμβρίου του τουρκικού έτους 1301 (χριστιανικού 1885) αφορούν επτά (7) αυτοτελή και μη συνορευόμενα μεταξύ τους ακίνητα κατηγορίας δημόσιας γης, που αγόρασε κατά δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) ο Α.

Α., μαζί με άλλα 66 ακίνητα (στο σύνολό τους 73 ακίνητα) από τον προηγούμενο εξουσιαστή τους ονόματι "Γ. Δ.) στις 5 Νοεμβρίου του τουρκικού έτους 1301 (χριστιανικού 1885) και τα οποία μεταγράφηκαν σε διαδοχικούς (συνεχόμενους) αριθμούς ταπίων … έως …. του ίδιου κτηματολογικού βιβλίου Πρακτικών του ίδιου μήνα και έτους της διοικητικής περιφέρειας Σερρών, επειδή όλα τα παραπάνω ακίνητα βρίσκονται στην κτηματική περιφέρεια του χωριού ... (...) και μεταβιβάσθηκαν την ίδια ημέρα με συνεχόμενες κτηματολογικές εγγραφές.

Το χωριό αυτό δεν ήταν τσιφλίκι, δηλαδή αγρόκτημα με την έννοια του ιδιωτικού χωριού, με κονάκι του ιδιοκτήτη, οικίες που ανήκουν σ' αυτόν και χρησιμοποιούνται από τους κολήγους - καλλιεργητές (μισακάρηδες) και τους εργάτες, αποθήκες, αλώνια, αγρούς και βοσκές, ως σύνολο αγροτικής μονάδας παραγωγής, αφού, αν συνέβαινε κάτι αντίστοιχο οι τίτλοι που θα εκδίδονταν θα ήταν διαφορετικοί από τους ανωτέρω και θα αναγραφόταν σ' αυτούς η ιδιότητα του τσιφλικιού.

Ενόψει δε της αναγραφόμενης στους ανωτέρω τίτλους φύσης και είδους των ακινήτων ως αγρών , αυτά εμπίπτουν στην κατηγορία των δημοσίων γαιών του Οθωμανικού Νόμου περί Γαιών, είναι δε αδύνατο να ανήκαν στην κατηγορία της πλήρους κυριότητας, αφού δεν είναι οικόπεδα μέσα σε πόλεις ή χωριά, ή γαίες ευρισκόμενες στον περίβολο οικοπέδων μέχρι μισού στρέμματος μέσα σε οικισμό, ούτε και υπάρχει εγγραφή περί υπαγωγής τους στην κατηγορία των δεκατιζόμενων γαιών ή περί υπαγωγής τους στην κατηγορία των διανεμηθεισών ως λάφυρα στους κατακτητές γαιών ή, τέλος περί απόσπασής τους από τις δημόσιες γαίες με σουλτανικό διάταγμα.

Εκ των προαναφερομένων δημοσίων γαιών, όπως προκύπτει από την από 24-7-2012 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Μ. Κ., που διορίστηκε με την υπ' αριθ. 128/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σερρών, η έκταση που εμπίπτει στον τίτλο με αριθμό …, όπως αποτυπώνεται στο συνημμένο στην ανωτέρω πραγματογνωμοσύνη τοπογραφικό διάγραμμα Α2 υπό στοιχεία 5-6-7-8-1, όπως επίσης οι εκτάσεις που εμπίπτουν στους τίτλους με αριθμούς …, …, …, … που αποτυπώνονται στο ανωτέρω τοπογραφικό διάγραμμα υπό στοιχεία 13-14-15-16-17-18-19-13, όπως και η έκταση που εμπίπτει στον τίτλο …., όπως αποτυπώνεται στο ανωτέρω τοπογραφικό διάγραμμα υπό στοιχεία 9-10-11-12-9, βρίσκονται εκτός του ακινήτου που περιγράφεται στην αγωγή της ενάγουσας.

Μόνο δε το εδαφικό τμήμα που εμπίπτει στον υπ' αριθ. 9 τίτλο του Νοεμβρίου του τουρκικού έτους 1301 (χριστιανικού 1885), όπως αποτυπώνεται στο συνημμένο στην ανωτέρω πραγματογνωμοσύνη τοπογραφικό διάγραμμα Α2 υπό στοιχεία 1, 2, 3, 4, 1, βρίσκεται εντός της διεκδικούμενης από την ενάγουσα έκτασης. Ωστόσο, το ακίνητο του ως άνω τίτλου (ταπίου) με αριθμό …., έχει έκταση 10 παλαιών στρεμμάτων (ήτοι 10Χ1.600 τ.μ. = 16.000 τ.μ.) βρίσκεται δε σε τοποθεσία που περιγράφεται ως "αμμώδης τόπος στην παραλία της ...-αποβάθρας" και συνορεύει "από τη μία πλευρά με δημόσιο δρόμο και από την άλλη πλευρά με την άκρη της θάλασσας" (βλ.

ανωτέρω έκθεση πραγματογνωμοσύνης της ...). Η εν λόγω έκταση, ευρισκόμενη στην κοιλάδα των εκβολών του ποταμού Στρυμόνα, πριν από την έναρξη και εκτέλεση των εγγειοβελτιωτικών έργων διευθέτησης της κοίτης του (1919-1952), υπήρξε στο σύνολό της ελώδης-βαλτώδης, με υγρό έδαφος και σποραδικούς μικρούς και μεγάλους θύλακες στασίμων υδάτων (τενάγη), αποτελώντας ουσιαστικά μια πλημμυρολεκάνη που κατακλυζόταν περιοδικά από τα νερά του ποταμού σε καταστάσεις πλημμύρας (βλ.

υπ' αριθ. πρωτ. ……..…./2003 έγγραφο της Υδρογραφικής Υπηρεσίας του Πολεμικού Ναυτικού, με το συνημμένο σ' αυτό αντίγραφο χάρτη του Βρετανικού Ναυαρχείου που φυλάσσεται στο Μουσειακό Αρχείο της ανωτέρω υπηρεσίας, σε συνδυασμό με την οριζοντιογραφία της εξέλιξης των εκβολών του ποταμού Στρυμόνα, όπως αποτυπώνεται στο υπ' αριθ.

… σχέδιο της Ειδικής Υπηρεσίας Υδραυλικών 'Εργων Μακεδονίας). Ως εκ των προαναφερομένων γεωμορφολογικών χαρακτηριστικών της η επίδικη έκταση, κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας και μέχρι την έναρξη των έργων διευθέτησης της κοίτης του ποταμού Στρυμόνα (1919), υπήρξε ανεπίδεκτη οιασδήποτε καλλιέργειας και ουδέποτε καλλιεργήθηκε από τον φερόμενο απώτατο δικαιοπάροχο της ενάγουσας Α.

Α.. Τούτο άλλωστε επιβεβαιώνεται και από τις καταθέσεις των πρωτοδίκως εξετασθέντων με την επιμέλεια της ενάγουσας μαρτύρων αποδείξεως, εκ των οποίων ο μεν Ε. Π. του Α. κατά την κατάθεσή του επί λέξει ανέφερε "Κανένα κομμάτι από την επίδικη έκταση και στο μικρό και στο μεγάλο δεν καλλιέργησε ποτέ η ενάγουσα, διότι είναι άγονα και αμμώδη, ούτε και οι προκάτοχοι τα καλλιέργησαν", ο δε Κ.

Σ. του Α. περιέγραψε την επίδικη έκταση ως "άγονη, αμουδερή και ακαλλιέργητη". Συνακόλουθα ... ενόψει του είδους και της φύσης της επίδικης έκτασης ως δημόσιας γαίας και δη αγρού , ο Α. Α., χωρίς τη συνεχή επί δέκα (10) έτη κατοχή, αλλά και ταυτόχρονη καλλιέργεια της γης μέχρι τις 20-5-1917, δεν απέκτησε το δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης και εντεύθεν την κυριότητα αυτής, σύμφωνα με τις διατάξεις του διατάγματος 2468/1917 και του διατάγματος της 11/12-11-1929, ενώ, εφόσον δεν συνέτρεχαν οι ανωτέρω προϋποθέσεις, η κυριότητα του εν λόγω ακινήτου, με την απελευθέρωση των νέων χωρών το 1912, περιήλθε κατά τα προεκτιθέμενα στο Ελληνικό Δημόσιο και δεν μπορούσε πλέον να καταλυθεί με κατάληψη από ιδιώτη και επιχείρηση πράξεων νομής σ' αυτό, καθόσον κατά το διάστημα μεν από 11-9-1915 έως το 1926 ίσχυε δικαιοστάσιο, με το διάταγμα δε της 22-4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης" απαγορεύθηκε η χρησικτησία σε βάρος των δημόσιων κτημάτων. 'Ηδη οι επίδικες εκτάσεις εμπίπτουν εντός των ορίων ευρύτερης περιοχής , συνολικού εμβαδού 7.965.856 τ.μ., που ανήκει στα ακίνητα της Στρατιωτικής Υπηρεσίας και έχει αποτυπωθεί από το Ταμείο Εθνικής 'Αμυνας στο από 30-11-1975 διάγραμμα της ΓΥΣ, αποτελούν δε τμήματα των καταγεγραμμένων δημοσίων κτημάτων με ΑΒΚ … και …, όπως η ευρύτερη έκταση αυτών απεικονίζεται στο από 3-9-2013 τοπογραφικό διάγραμμα της κτηματικής Υπηρεσίας Σερρών.

Εκ των προαναφερομένων παρέπεται ότι και ο άμεσος δικαιοπάροχος της ενάγουσας , Ρ. Α., ουδέποτε κατέστη κύριος των επιδίκων, αφού αυτά δεν αποτελούσαν στοιχείο της κληρονομίας του πατέρα του, ούτε ήταν δυνατό να περέλθει με χρησικτησία σ'αυτόν η κυριότητα των εν λόγω δημοσίων κτημάτων. Επομένως η ενάγουσα δεν απέκτησε την κυριότητα των επίδικων εκτάσεων, καθόσον, αφενός μεν οι εκτάσεις που εμπίπτουν στους επικαλούμενους από την ίδια τίτλους με αριθμούς …, …, …, …, … και … του μηνός Νοεμβρίου του τουρκικού έτους 1301 (χριστιανικού 1885), βρίσκονται εκτός του ακινήτου που περιγράφεται στην αγωγή της, αφετέρου δε το εδαφικό τμήμα που εμπίπτει στον αριθμό 9 τίτλο του μηνός Νοεμβρίου του τουρκικού έτους 1301 (χριστιανικού 1885), ουδόλως περιήλθε κατά τα προεκτιθέμενα στην κυριότητα των δικαιοπαρόχων της Αλβ και Ρ.

Α. και ως εκ τούτου η μεταβίβασή του από τον τελευταίο δεν επιφέρει την απόκτηση με παράγωγο τρόπο της κυριότητας από αυτήν, εφόσον της μεταβιβάσθηκε από μη κύριο, ενώ και η επικαλούμενη εκ μέρους της κατοχή δεν ήταν δυνατόν να επιφέρει την κτήση με πρωτότυπο τρόπο της κυριότητας του ως άνω μη επιδεχόμενου χρησικτησίας ακινήτου.

Αντιστοίχως δε, από τους προαναφερθέντες τίτλους (ταπία) του μηνός Νοεμβρίου του τουρκικού έτους 1301 (χριστιανικού 1885), την καταγραφή σ'αυτούς των επίδικων εκτάσεων ως αγρών, την αναφορά σε εξουσιαστές αυτών και τις πράξεις αγοραπωλησίας μεταξύ τους, σε συνδυασμό με την προπεριγραφείσα γεωμορφολογία και φύση των εδαφών, ευθέως συνάγεται ότι οι εν λόγω εκτάσεις δεν υπήρξαν βοσκήσιμες γαίες, αφεθείσες ανέκαθεν στην κοινή χρήση των κατοίκων της τοπικής κοινότητας γεγονός που...

αποκλείει, κατά τις διατάξεις των άρθρων 13 παρ. 2 του Διατάγματος 2648/20.5.1917 της Προσωρινής Κυβερνήσεως Θεσσαλονίκης και 1 εδ. α' του Ν. 2074/1920, την περιέλευση της κυριότητας και κατοχής των εκτάσεων αυτών στην αρχικώς εναγομένη Κοινότητα Ν. Κερδυλλίων. Περί του αντιθέτου δεν αρκούν οι καταθέσεις των Σ. Χ. και Ι.

Κ., οι οποίοι αναφερόμενοι ασαφώς και αορίστως στη χρησιμοποίηση από τους κατοίκους του χωριού της ως άνω περιοχής ως βοσκής, προφανώς εννοούν τη μετά το έτος 1952 διαμόρφωση αυτής, με την αποξήρανση των ελών δια της απόθεσης των βυθοκορημάτων από τη διάνοιξη της νέας κοίτης του ποταμού Στρυμόνα (βλ. σχετική έκθεση της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού στα πλαίσια της κτηματογράφησης της περιοχής).

Ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη η σχετική ένσταση ιδίας κυριότητας του εναγομένου - καθού η κυρία παρέμβαση... να απορριφθεί ως αβάσιμη η αγωγή και να γίνει δεκτή η κυρία παρέμβαση ως και κατ' ουσίαν βάσιμη...

Συνεπώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο.... απέρριψε ως αβάσιμη την αγωγή και έκανε δεκτή την κύρια παρέμβαση, ορθώς κατ' αποτέλεσμα το νόμο ερμήνευσε και εφήρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε, τα δε αντιθέτως υποστηριζόμενα από τους εκκαλούντες με τους σχετικούς λόγους αμφοτέρων των εφέσεων είναι αβάσιμα και απορριπτέα.

Κατά τα λοιπά όμως, από προφανή παραδρομή και αναντιστοιχία με το αιτιολογικό της η εκκαλουμένη απόφαση, με σχετική της διάταξη, επιδίκασε πλέον του αιτηθέντος με την κυρία παρέμβαση, αναγνωρίζοντας το κυρίως παρεμβαίνον αποκλειστικό κύριο της έκτασης του περιγράφεται υπό στοιχεία … έως … στο από 3.9.2013 τοπογραφικό διάγραμμα της Κτηματικής Υπηρεσίας Σερρών, ήτοι στην ευρύτερη επιφάνεια των δημοσίων κτημάτων με ΑΒΚ … και …., τμήματα των οποίων αποτελούν οι επίδικες εκτάσεις...".

Στη συνέχεια των παραδοχών του αυτών το Εφετείο, όπως ήδη εκτέθηκε, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ'ουσίαν την έφεση του πρώτου αναιρεσίβλητου, Δήμου Αμφίπολης, ενώ αφού δέχθηκε τυπικά και εν μέρει κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσείουσας μόνο ως προς την ως άνω διάταξή της με την οποία η εκκληθείσα 51/2014 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, από παραδρομή αναγνώρισε το κυρίως παρεμβαίνον αποκλειστικό κύριο της έκτασης του περιγράφεται υπό στοιχεία 42 έως 79 στο από 3.9.2013 τοπογραφικό διάγραμμα της Κτηματικής Υπηρεσίας Σερρών, εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση ως προς την διάταξη αυτή (η οποία δεν ενδιαφέρει εν προκειμένω) και αφού κράτησε και συνεκδίκασε κατ' ουσίαν κατά το μέρος αυτό την αγωγή και την κυρία παρέμβαση, αναγνώρισε το κυρίως παρεμβαίνον δεύτερο αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, κύριο των επιδίκων εδαφικών εκτάσεων.

Συνεπώς, με την πληττόμενη απόφαση έγινε δεκτό από το Εφετείο που την εξέδωσε, ότι η αναιρεσείουσα δεν απέκτησε την κυριότητα εκείνων των διεκδικούμενων εδαφικών εκτάσεων που εμπίπτουν στους τίτλους (ταπία) με αριθμούς …, …, …., …, ,…. και … του μηνός Νοεμβρίου του τουρκικού έτους 1301 (χριστιανικού 1885), διότι, αυτές, σύμφωνα με την ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση της, βρίσκονται εκτός του ακινήτου που περιγράφεται στην αγωγή της και ότι εντός της διεκδικούμενης έκτασης βρίσκεται μόνο το εδαφικό τμήμα που εμπίπτει στον τίτλο (ταπί) με αριθμό …, του κτηματολογίου του τουρκικού έτους 1301 (καθ' ημάς 1885), το οποίο κατά το οθωμανικό δίκαιο δεν ανήκε στην κατηγορία των γαιών καθαρής κυριότητας (εραζίτ μεμλουκέ), δηλαδή σ' αυτές με τις οποίες παραχωρούνταν με σουλτανικούς τίτλους πλήρης κυριότητα, αλλά εν όψει του είδους και της φύσης του ως αγρού ανήκε στις δημόσιες γαίες (εραζίτ μιριγιέ), ο δημόσιος χαρακτήρας των οποίων δεν μπορούσε να καταλυθεί με κτητική παραγραφή , ούτε με τη μεταβίβασή τους στους ιδιώτες με τίτλους, όπως σπαχί, ταπί ή χοτζέτιο, και η έκδοση τούτων δεν παρείχε σε αυτούς δικαίωμα κυριότητας, αλλά μόνο δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως (τεσσαρούφ), υπό την απαραίτητη προϋπόθεση για την απόκτηση του δικαιώματος αυτού της μόνιμης εγκαταστάσεως της συνεχούς επί δέκα έτη κατοχής και της ταυτόχρονης καλλιέργειας της γης .

Με βάση τα παραπάνω έγινε δεκτό με την πληττόμενη απόφαση, ότι ο απώτατος δικαιοπάροχος της ενάγουσας Α. Α., εφόσον, κατά την ανέλεγκτη κρίση της, δεν είχε συνεχή δεκαετή κατοχή και ταυτόχρονη καλλιέργεια της επίδικης έκτασης μέχρι τις 20.5.1917, δεν απέκτησε δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως (τεσσαρούφ), επί αυτής, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι του είχε παραχωρηθεί με την έκδοση τίτλου (ταπίου), ο οποίος ήταν απλώς αποδεικτικό και όχι συστατικό στοιχείο του δικαιώματος και.

Επίσης έγινε δεκτό ότι, λόγω της μη συνδρομής των ως άνω προϋποθέσεων ο ίδιος ουδέποτε απέκτησε την πλήρη κυριότητα της πιο πάνω έκτασης, σύμφωνα με τις διατάξεις του διατάγματος 2468/1917 και του διατάγματος της 11/12.11.1929, καθώς από την απελευθέρωση των νέων χωρών το έτος 1912 η επίδικη έκταση είχε περιέλθει στο Ελληνικό Δημόσιο , η κυριότητα του οποίου δεν μπορούσε πλέον να καταλυθεί από ιδιώτη με επιχείρηση πράξεων νομής επί αυτής, διότι κατά το διάστημα μεν από 11-9-1915 έως το 1926 ίσχυε δικαιοστάσιο, με το διάταγμα δε της 22-4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης" απαγορεύθηκε η χρησικτησία σε βάρος των δημόσιων κτημάτων.

Συνεπώς, αφού η επίδικη εδαφική έκταση είχε περιέλθει στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου και επί αυτής δεν ήταν δυνατόν να αποκτηθεί κυριότητα με χρησικτησία, η τελευταία (επίδικη έκταση) δεν αποτέλεσε στοιχείο της κληρονομίας του Α. Α., πατέρα του άμεσου δικαιοπαρόχου της ενάγουσας Ρ. Α., ο οποίος ουδέποτε κατέστη κύριος αυτής και, ως εκ τούτου, η μεταβίβασή της από τον ίδιο στην ενάγουσα δεν επέφερε την απόκτηση κυριότητάς της με παράγωγο τρόπο, εφόσον της μεταβιβάσθηκε από μη κύριο, αλλά ούτε με πρωτότυπο τρόπο, καθώς πρόκειται για ακίνητο μη δεκτικό χρησικτησίας. 'Ετσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 78 ΟθΝπΓαιών, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 8 των οδηγιών "περί εγγράφου ταπίου" της 7ης Σαμπάν, καθώς και τις διατάξεις του άρθρου 2 του διατάγματος 2468/1917 της προσωρινής κυβερνήσεως Θεσσαλονίκης το οποίο κυρώθηκε με το Ν.1072/1917, του Ν. 2052/1920, των άρθρων 101-104 του διατάγματος της 11/12.11.1929, που εκδόθηκε κατά εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του Ν. 4226/1929 και τροποποιήθηκε με τα άρθρα 17,18 και 19 του νόμου 1540/1938.

Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο με την επίκληση της προαναφερόμενης διατάξεως του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ., αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικές διατάξεις, τις οποίες αν ερμήνευε και εφάρμοζε ορθά θα κατέληγε στο συμπέρασμα ότι ο απώτατος δικαιοπάροχος της ενάγουσας απέκτησε δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) επί του επίδικου ακινήτου με μόνη την έκδοση τίτλου (ταπίου), χωρίς να είναι αναγκαίο να συντρέχουν και οι προϋποθέσεις χρησικτησίας (δεκαετής αναμφισβήτητη κατοχή και καλλιέργεια τούτου), με αποτέλεσμα το δικαίωμα αυτό με τα διατάγματα 2468/1917 και της 11/12.11.1929, να μετατραπεί σε πλήρη κυριότητα και να μεταβιβασθεί στον άμεσο δικαιοπάροχο της αναιρεσείουσας με κληρονομική διαδοχή, ο οποίος ήταν κύριος τούτου όταν το μεταβίβασε στην ίδια με παράγωγο τρόπο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος: Ι) αναφορικά με τις εδαφικές εκτάσεις που εμπίπτουν στους τίτλους (ταπία) με αριθμούς …, …, …, …, … και …. του μηνός Νοεμβρίου του τουρκικού έτους 1301 (χριστιανικού 1885), διότι, σύμφωνα με τις ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της πληττόμενης απόφασης, η αναιρεσείουσα δεν απέκτησε την κυριότητα των επιδίκων αυτών εκτάσεων που εμπίπτουν στους ως άνω επικαλούμενους από την ίδια τίτλους (ταπία), διότι αυτές βρίσκονται εκτός του ακινήτου που περιγράφεται στην αγωγή της και

ΙΙ) αναφορικά με το μοναδικό εδαφικό τμήμα, το οποίο κατά την ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών περιστατικών κρίση της πληττόμενης απόφασης, βρίσκεται εντός της διεκδικούμενης από την αναιρεσείουσα έκταση και εμπίπτει στον τίτλο (ταπί) με αριθμό …., διότι, όπως έγινε δεκτό, η μεταβίβασή του στην τελευταία έγινε από μη κύριο Ο ίδιος λόγος αναίρεσης κατά τις υπόλοιπες αιτιάσεις του, που αποδίδουν πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη απόφαση σχετικά με την "παρερμηνεία" της πραγματογνωμοσύνης της πραγματογνώμονα κ. Τ. πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, καθώς υπό το πρόσχημα ότι παραβιάσθηκε κανόνας δικαίου στην πραγματικότητα με τις αναφερόμενες στον λόγο αυτό αιτιάσεις πλήττεται αποκλειστικά η ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου (άρθ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Ο από τον αρ. 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα τα οποία νομίμως προσκομίσθηκαν με επίκληση για την απόδειξη ή ανταπόδειξη άμεση ή έμμεση ισχυρισμού λυσιτελούς, παραδεκτού και νόμιμου. Επί παραπόνου για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων, που προσκομίσθηκαν με επίκληση, πρέπει για το παραδεκτό του λόγου αυτού, να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους, να αναφέρεται, δηλαδή, ότι ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε στο Εφετείο με τις έγγραφες προτάσεις του μέχρι του πέρατος της συζητήσεως μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση τα αποδεικτικά μέσα που δεν έλαβε υπόψη το ίδιο δικαστήριο.

Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και προκύπτει η ταυτότητά του. Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζομένων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 Κ.Πολ.Δ., που αναφέρεται στον τρόπο επαναφοράς "ισχυρισμού" έχει όμως εφαρμογή και για την επίκληση αποδεικτικών μέσων λόγω της ταυτότητας του νομικού λόγου.

Καμία ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και την αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης προκύπτει αναμφιβόλως η λήψη υπόψη αποδεικτικού μέσου.

Μόνον αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ ΑΠ 2/2008) ή κατ' άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (ΟλΑΠ 13-14-15/2005) ότι δεν λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος. Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο αναίρεσης αποδίδει πλημμέλειες της προσβαλλομένης απόφασης από τον αριθμό 11 περ.

γ' ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος δεν έλαβε υπόψη έγγραφα που επικαλέσθηκε και προσκόμισε ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, τα οποία έχουν ουσιώδη επίδραση για την έκβαση της δίκης. Συγκεκριμένα, αιτιάται η αναιρεσείουσα, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη της:

α) το σύνολο των οθωμανικών τίτλων που προσκόμισε τόσο πρωτοδίκως, όσο και ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου , οι οποίοι κρίθηκαν ως γνήσιοι και αληθείς από την πραγματογνώμονα κ. Τ., αλλά μόνο τους με αριθμούς …, …, …, …, …, … και … οθωμανικούς τίτλους (ταπία), τους οποίους όμως έλαβε υπόψη του ο πραγματογνώμονας, τοπογράφος - μηχανικός, όπως προκύπτει από το συνημμένο στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης του τοπογραφικό διάγραμμα με αριθμό Α3, β) το …/….6.1965 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Νιγρίτας Ευαγγέλου Καζαμία, στο οποίο αναφέρεται συνολική μεταβιβαζόμενη έκταση βάσει των ταπίων του τουρκικού κτηματολογίου του τουρκικού έτους 1301 (χριστιανικού 1885) για τα με αριθμούς ….-… τεμάχια οι τίτλοι (ταπία) με αριθμούς …., …, …., …, …, …, …, …., …, ..., …, …, …, …, …, …, …, …, …, …, …, …, …, …, …, … και …, για τα με αριθμούς …. - ….

τεμάχια, οι τίτλοι (ταπία) …,…, …, …, …, … και …, για τα με αριθμούς ….-…. τεμάχια οι τίτλοι (ταπία) …. και …, για το με αριθμό …. τεμάχιο, οι τίτλοι (ταπία) … και … και για τα με αριθμούς …-… τεμάχια, παραλειπομένου του 51ου οι τίτλοι (ταπία) …, …, …, …, …, … και …. και γ) τα συνημμένα στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης του κ.

Κ. τοπογραφικά σχεδιαγράμματα. Στην προσβαλλομένη απόφαση βεβαιώνεται ότι το Εφετείο σχημάτισε την αποδεικτική του κρίση για το ότι αποκλειστικός κύριος των επιδίκων εκτάσεων είναι το δεύτερο αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, μεταξύ άλλων αποδεικτικών μέσων και από όλα τα έγγραφα που παραδεκτά και νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι.

Εκτός από την εκτεθείσα διαβεβαίωση, από τις αιτιολογίες και τις παραδοχές της εν λόγω απόφασης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε κατά τη μόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος και τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα,τα οποία η αναιρεσείουσα προσκόμισε και επικαλέστηκε με τις κατατεθείσες στην έκκλητη δίκη προτάσεις της.

Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τις ως άνω παραδοχές της, η προσβαλλόμενη απόφαση μνημονεύει ειδικά όλους τους ως άνω τίτλους (ταπία) του τουρκικού έτους 1301 (καθ' ημάς 1885), όσο και το …/…..6.1965 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Νιγρίτας Ευαγγέλου Καζαμία, με την επισυναφθείσα σε αυτό αποτύπωση του μηχανικού Ο.

Μ.. Επίσης, κάνει συγκεκριμένη αναφορά στην από 24.7.2012 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Μ. Κ., που διορίσθηκε με την 128/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σερρών, και στα πορίσματα αυτής, ότι οι εκτάσεις που εμπίπτουν στους τίτλους με αριθμούς …, …, …, …, … και …, όπως αυτές αποτυπώνονται στο συνημμένο με την πραγματογνωμοσύνη τοπογραφικό διάγραμμα Α2, "βρίσκονται εκτός του ακινήτου που περιγράφεται στην αγωγή της ενάγουσας" και ότι μόνο το εδαφικό τμήμα που εμπίπτει στον τίτλο με αριθμό …, όπως επίσης αποτυπώνεται στο ίδιο τοπογραφικό διάγραμμα "βρίσκεται εντός της διεκδικούμενης από την ενάγουσα έκτασης".

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ , με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος τα ως άνω έγγραφα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος παρεκτός του ότι αλυσιτελώς αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι έλαβε υπόψη της για τη συναγωγή του αποδεικτικού της πορίσματος μόνο τους ως άνω τίτλους κυριότητας (ταπία), οι οποίοι αφορούσαν στα επίδικα εδαφικά τμήματα και όχι το σύνολο των 87 οθωμανικών τίτλων (ταπίων) που αυτή είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει.

Τούτο δε, διότι, το αποδεικτικό πόρισμα της πληττόμενης απόφασης επικεντρώθηκε στις εδαφικές εκτάσεις που εμπίπτουν στους ως άνω με αριθμούς …, …, …, …, …, …. τίτλους κυριότητας (ταπία), διότι αίτημα της από 2.5.1995 αγωγής της αναιρεσείουσας ήταν να αναγνωρισθεί κυρία τριών εδαφικών τμημάτων εκτάσεως 185.000 τ.μ., 2.000 τ.μ.

και 7.500 τ.μ., τα οποία, κατά τους ισχυρισμούς της, περιλαμβάνονταν στη μείζονα έκταση των 589.552,12 τ.μ. που της μεταβιβάσθηκε, λόγω πώλησης με το ως άνω …/….6.1965 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Νιγρήτας Ευαγγέλου Καζαμία και είχαν καταληφθεί από την αρχική εναγομένη Κοινότητα Νέων Κερδυλλίων, η ίδια δε προσδιόρισε ότι "Τα καταληφθέντα από την εναγομένη τμήματα αντιστοιχούν στα ακίνητα που περιλαμβάνονται στους με αριθμούς …, …, …, …, …, … και … από τους προαναφερόμενους τίτλους κυριότητας".

Συνακόλουθα με τα παραπάνω, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση για αναίρεση της 810/2018 τελεσίδικης αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα ως ηττηθείσα διάδικος στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά το σχετικό αίτημά τους μειωμένη όσον αφορά το Ελληνικό Δημόσιο κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της 134.423/28.12.1992 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β'/11/20.1.1993) και όσον αφορά το Δήμο Αμφίπολης κατά το άρθρο 281 παρ. 2 του ν. 3463/2006, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.4 εδάφ.ε' ΚΠολΔ) .

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 16.4.2019 αίτηση της Α. Π. για αναίρεση της 810/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης .

Διατάσσει να εισαχθεί το κατατεθέν παράβολο στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων Ελληνικού Δημοσίου και Δήμου Αμφίπολης, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ και των εξακοσίων (600) ευρώ, αντίστοιχα.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Απριλίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και ταύτης καθώς και των αρχαιοτέρων Αρεοπαγιτών αποχωρησάντων από την Υπηρεσία, η αμέσως αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης